Από Κοινού: Συνέλευση για την Αποανάπτυξη και την Άμεση Δημοκρατία

Μαζί στον δρόμο προς έναν μετα-καπιταλιστικό κόσμο: με το πρόταγμα της Αποανάπτυξης-Τοπικοποίησης, του Κοινοτισμού και της Άμεσης Δημοκρατίας.
Καθόλα αυτά τα χρόνια της λεγόμενης οικονομικής κρίσης έχει λάβει χώρα στην νεοελληνική κοινωνία μία διαδικασία, με κεντρικό άξονα την επανανοηματοδότηση του αξιακού μας συστήματος και των πολιτικών μας προταγμάτων.
Μεμονωμένα άτομα αλλά και ομάδες, συλλογικότητες και κινήματα έχουν αναπτυχθεί παντού στην Ελλάδα, έχουν αφήσει πίσω τους το «αναπτυξιακό» μοντέλο που προωθεί τον καταναλωτικό τρόπο ζωής και έχουν υιοθετήσει άλλες φιλοσοφίες και άλλους τρόπους προσωπικής και συλλογικής διαβίωσης.
Η πολύχρονη πορεία ζωής όλων αυτών των ανθρώπων και ομάδων έχει αποδείξει ότι υπάρχουν υγιή και δυναμικά κοινωνικά κύτταρα, οι δράσεις των οποίων επιθυμούν να συναντηθούν και να συντονιστούν, έτσι ώστε να εκφραστεί η κοινή πολιτική τους φιλοσοφία, σε μια προοπτική μετασχηματισμού που ανοίγει το δρόμο για μια κοινωνία που θα στηριχθεί:

  • στο αποαναπτυξιακό μοντέλο της οικονομίας των αναγκών, της επάρκειας και του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στη βάση της αφθονίας των υλικών και άυλων Κοινών,
  • στην κοινοτική οργάνωση με βάση την προσωπική και συλλογικήαυτονομία,
  • σε αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς και στη θέσμιση της άμεσης δημοκρατίας με τη μορφή του ομοσπονδιακού Κοινοτισμού.

Πρόκειται για τη διάδοση της παραπάνω θέσης μας, που διευρύνεται και διασυνδέεται εδώ και τώρα. Και εν μέρει, λόγω της επιρρεπούς στην κρίση φύσης του σημερινού κοινωνικού συστήματος, είναι δυνατόν να γίνει πράξη και λογική της πλειοψηφίας.
Στα σημερινά εγχειρήματα του πολύμορφου αυτού κινήματος και στις δραστηριότητές του, εμπεριέχονται οι δυνατότητες μιας κοινωνίας σε μετακαπιταλιστική μετάβαση. Στοιχεία της έχουν ήδη δημιουργηθεί, εάν και ακόμα ξετυλίγονται και δεν είναι πλήρη. Τέτοια στοιχεία είναι αυτά της άμεσης δημοκρατίας στα πλαίσια της λειτουργίας των εγχειρημάτων, της οικολογίας με τη μορφή του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στις οικονομικές δραστηριότητές τους, της οικονομίας των αναγκών στις πρακτικές της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας που υλοποιούν. Της ισότητας των αμοιβών και των αυτοκαθοριζόμενων συνθηκών εργασίας από τα μέλη τους, της ισότητας των φύλων και των μειονοτήτων στη συμμετοχή και στη λήψη των αποφάσεων κ.λπ.
Ταυτόχρονα αυτά τα εγχειρήματα είναι πάντα εκτεθειμένα στον κίνδυνο να εκληφθούν ως ιδιοτελείς προσπάθειες για βελτίωση των συνθηκών ζωής μόνο των μελών τους και όχι και των κοινοτήτων γύρω τους. Αμυντικές μάχες, συγκρούσεις και διαπραγματεύσεις για οικειοποίηση κοινών πόρων απαιτούνται για όσο διάστημα το ιεραρχικό εθνικό κράτος και η καπιταλιστική αγορά με τίς αντίστοιχες λογικές τους κυριαρχούν. Αυτές οι μάχες θα γίνονται πιο επιτυχείς, αν δίνονται στο πλαίσιο ενός ισχυρού, κοινού και πάνω από όλα χειραφετικού κοινωνικού κινήματος.
Το συγκεκριμένο μετα-καπιταλιστικό όραμα είναι ένας κόσμος που δεν είναι ιεραρχικός, αλλά συνδεδεμένος με δίκτυα λειτουργικά όλων των επιπέδων και δεσμών, είναι αυτο-οργανωμένος και οι βασικές προσωπικές ανάγκες όλων των πολιτών μπορούν να ικανοποιηθούν μέσω της αφθονίας των συλλογικών αγαθών (Commons). Αυτός ο κόσμος θα χαρακτηρίζεται εξάλλου από αυτοκαθοριζόμενες και γεμάτες ευθύνη σχέσεις δραστηριοτήτων και εργασίας, οι οποίες θα φέρνουν χαρά και νόημα, χωρίς υπερβολική εκμετάλλευση πόρων ή καταστροφή οικοσυστημάτων.
Το κίνημα των κοινοτήτων εμπιστεύεται το ανθρώπινο δυναμικό και μεταφράζει την έννοια της βιωσιμότητας στη γλώσσα των ανθρώπινων αναγκών: Υπάρχει μια βασική ανάγκη, η διατήρηση του πλανήτη, η οποία μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο εάν οργανώσουμε την ικανοποίηση, τόσο των ατομικών όσο και των συλλογικών αναγκών, σε αρμονία με τα όρια που βάζουν οι δυνατότητες των οικοσυστημάτων της γης. Η κοινή χρήση είναι ένας συγκεκριμένος τρόπος αντιμετώπισης της ανθρώπινης και μη ανθρώπινης φύσης, ο οποίος δεν βασίζεται στους καταναγκασμούς του αφηγήματος της «ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων», αλλά αναγνωρίζει ότι εμείς οι άνθρωποι είμαστε ένα (ανα)παραγόμενο στοιχείο του πλανήτη γη. Τα Κοινά (Commons) βέβαια ενδέχεται να μην επιλύσουν μακροπρόθεσμα όλα τα προβλήματα του κόσμου. Αλλά ζούμε το τέλος του καπιταλιστικού κόσμου, στο οποίο δυστοπικό τέλος, οι αντιθέσεις μάλλον τείνουν να επιδεινώνονται και οι συγκρούσεις γίνονται όλο και πιο βάναυσες. Για αυτό είναι ιδιαίτερης σημασίας η δημιουργία θετικών προοπτικών, η διατύπωση και - περισσότερο από οτιδήποτε - η πρακτική ενός αλληλέγγυου οράματος.
Για το μέλλον, φαίνεται επιθυμητό και απαραίτητο να βρεθεί κοινά αποφασισμένη και συντονισμένη κατεύθυνση για την προοπτική του κινήματος. Ο όρος σύγκλισηταιριάζει σε τέτοιες διαδικασίες σχηματισμού συμμαχιών και περιλαμβάνει επίσης πολλά άλλα ρεύματα που κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Ταυτόχρονα, πρέπει επίσης να εντατικοποιηθούν οι συζητήσεις γύρω από το περιεχόμενο, ώστε να αναλυθούν παραπέρα και τα στρατηγικά ζητήματα, αλλά και να συζητηθούν ανοιχτά τα αμφιλεγόμενα ζητήματα. Μόνο έτσι μπορεί να αποφευχθεί η σημερινή πραγματικότητα, όπου τα διαφορετικά ρεύματα δεν είναι συνδεδεμένα και δρουν παράλληλα και απομονωμένα. Θα χρειασθεί να ληφθεί μέριμνα ώστε να προέλθει μια διασύνδεση που θα χαρακτηρίζεται βέβαια από ποικιλομορφία και όχι οπωσδήποτε από ταύτιση.
Θα χρειασθεί επίσης να γίνει κοινά αποδεκτός ένας όρος που θα μπορέσει να αποτελέσει την κοινή στέγη, τον κοινό στόχο και να περιλαμβάνει τον κοινό ορίζοντα κατανόησης των διαφορετικών ρευμάτων, που δεν μπορεί να είναι άλλος από το ξεπέρασμα του καπιταλισμού.
Γενικότερα, ήρθε ο καιρός, που τα όποια-σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο- σημερινά κοινωνικά κινήματα θα χρειασθεί, στηριζόμενα στη αναβίωση του πνεύματος του κοινοτισμού στις σύγχρονες σημερινές συνθήκες και συνδεόμενα μεταξύ τους, να μετατραπούν σε ενιαίο πολιτικό κίνημα μετάβασης για την μετακαπιταλιστική κοινωνία.
Ειδικά για τη χώρα, που βρίσκεται σε συνθήκες οικονομικού πολέμου και έχει μετατραπεί σε αποικία χρέους, το πολύμορφο αυτό κίνημα θα χρειασθεί να διαμορφώσει ένα ελκυστικό πρόγραμμα διεκδίκησης της «εδώ και τώρα» αλλαγής πορείας, δημιουργώντας ταυτόχρονα τα στοιχεία και τις κοινωνικές δομές του νέου κόσμου που οραματίζεται, αφήνοντας πίσω τον καπιταλιστικό κόσμο που μας οδηγεί στην κοινωνική και οικολογική κατάρρευση.
Η μελλοντική επιδίωξη της κοινωνικής χειραφέτησης και της ένταξης των ανθρώπινων κοινοτήτων –πέρα από σύνορα-με ισορροπία στα πλαίσια ενός πεπερασμένου πλανητικού οικοσυστήματος, θα μπορέσει να υλοποιηθεί μόνο από μια σύγκλιση, στη δράση και στη σκέψη, των παραπάνω κοινωνικοπολιτικών ρευμάτων, και στο επίπεδο της καθημερινής ζωής, και στο επίπεδο της κοινωνικής και πολιτικής θέσμισης. Και καταρχήν στην διαπαιδαγώγηση –μέσα από την συμμετοχή-του απαραίτητου ανθρωπολογικού τύπου -σε κρίσιμο αριθμό- που θα βάλει όλη την κοινωνία σε περίοδο κοινωνικοοικολογικού μετασχηματισμού. Ξεκινώντας βασικά από κάθε τοπική κοινωνία.

Κυριακή, 28 Νοεμβρίου 2010

Τοπικότητα, κοινωνικοί αγώνες και το ελευθεριακό πρόταγμα σήμερα

Το κείμενο που έλαβα είναι αρκετά εκτεταμένο για συνολική ανάρτηση. Παρακάτω επιλογές κατάλληλες για την κατανόηση της συνολικής άποψης για τη πολιτική της συγκυρίας, της ομάδας ελευθεριακών κομμουνιστών που τη διατύπωσε. Για τη κατεύθυνση της Τοπικοποίησης η συμμετοχή αυτού του ιδεολογικού χώρου είναι σημαντική:

Αμηχανία.
Αυτή είναι η λέξη που καλύτερα από κάθε άλλη χαρακτηρίζει την κατάσταση των απελευθερωτικών, επαναστατικών ρευμάτων στις σημερινές συνθήκες. Στις συνθήκες της αποτυχίας κράτους και κεφαλαίου όχι μόνο να ικανοποιήσουν τις ψευδαισθήσεις
της αέναης «ανάπτυξης» που καλλιέργησαν, αλλά και να συντηρήσουν τη απαραίτητη ευμάρεια που νοηματοδοτούσε την ανοχή των καταπιεσμένων απέναντί τους. Τα τριάντα αργύρια της κοινωνικής συναίνεσης αποδειχτήκαν κάλπικα.
«Ώρα να σπάσει αυτή η συναίνεση» είναι το αυθόρμητο συμπέρασμα...
Στεκόμαστε σήμερα αμήχανοι στο πως αυτή η συναίνεση θα σπάσει -στην έκταση που της αρμόζει- και ακόμα πιο αμήχανοι για το τι θα γίνει μετά. Κι αυτό το «μετά» αποδεικνύεται, τόσο πιο απαραίτητο να προταχθεί, όσο πλησιάζει στο
«τώρα». Για το κάθε θύμα κράτους και κεφαλαίου, η πιθανότητα να πρέπει να ζυγίσει τις συνέπειες μια ολικής ρήξης με αυτές ή μιας νέας, ολικής υποταγής του, γίνεται όλο και πιο ορατή...
Στην εγγεγραμμένη πολιτική ιστορία της Ελλάδας η τοπικότητα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα αφού αυτή μέχρι και πριν λίγες δεκαετίες αποτέλεσε το βασικό κοινωνικό πεδίο που μέσα του υπήρξαν μαζικά τέτοιες κοινότητες.
Επιλέγοντας το συγκεντρωτικό μοντέλο, αυτό της εθνικής ομογενοποίησης και της ενιαίας διοίκησης, (σε ένα μετεπαναστατικό πολυκοινοτικό και πολυπολιτισμικό περιβάλλον), το Ελληνικό κράτος χρησιμοποίησε κάθε δυνατό μέσο ώστε παράλληλα
με τις άλλες επιδιώξεις του, να αποδυναμώσει ή να εξαφανίσει αυτόν τον απειλητικό για την ύπαρξή του παράγοντα...Αυτή η σύγκρουση, ανάμεσα στο «δήμο» και το κράτος επηρέασε σε μεγάλο βαθμό όλες τις πτυχές της νεοελληνικής ιστορίας...
Η τοπικότητα και οι εσωτερικές δομές της ήταν επίσης αυτές που καθόρισαν την εξέλιξη μεγάλων κοινωνικών συγκρούσεων της Ελληνικής ιστορίας με πιο χαρακτηριστικό το παράδειγμα της εθνικής αντίστασης και κυρίως του εμφυλίου όπου ένα κίνημα
υπό την καθοδήγηση της μαρξιστικής και προλεταριακής ηγεσίας του ΚΚΕ βρέθηκε να επιβιώνει στα μικρά χωριά, να στηρίζεται στην τοπική αυτάρκεια, και να μονοπωλεί σχεδόν την ατζέντα του με εθνικά ζητήματα
Παρενθετικά πρέπει να ξεκαθαρίσουμε πως όταν αναφερόμαστε στο «δήμο», όχι σαν μια επιθυμητή κοινωνική δομή ελευθερίας, αλλά σαν μια ιστορική οντότητα, αναφερόμαστε σε μια κοινότητα εξουσιαστική. Μια κοινότητα με πλούσιους και φτωχούς,
με παπάδες και πατριαρχία μια κοινότητα ασφυκτικής πολιτισμικής καταστολής. Αλλά και μια κοινότητα που ενσωματώνει την κοινωνική αλληλεγγύη, μια κοινότητα πρόθυμη να πάρει φωτιά από τα απελευθερωτικά κηρύγματα, που διεκδικεί την αυτάρκεια
και έχει την κοινωνικότητα ως θέσφατο. Αντιφατική και από τη στιγμή που καμιά πολιτική δυναμική δεν βρέθηκε για να της προσφέρει ένα αυτοδύναμο απελευθερωτικό πρόταγμα, καταδικασμένη να ηττηθεί στη σύγκρουσή της με το κράτος. Όπως και
ηττήθηκε. Η τοπικότητα σχεδόν αποδυναμώθηκε σαν πεδίο δημιουργίας κοινοτήτων και τίποτα δεν την αντικατέστησε. Η τοπική αυτονομία, η αλληλεγγύη, οι ανθρώπινες σχέσεις αποδείχθηκαν πολύ λίγες για να αντιμετωπίσουν τη σπάνη, την πατριαρχία, την
πολιτιστική τρομοκρατία της εκκλησίας, την πολιτική και εθνική τρομοκρατία του κράτους, την οικονομική τρομοκρατία της κάθε τοπικής αστικής τάξης.
Οι μάχες του εμφυλίου, οι υποχρεωτικές η εθελούσιες μετακινήσεις πληθυσμών στα αστικά κέντρα, αλλά κυρίως η ξενιτιά στέρησαν και το ανθρώπινο δυναμικό και την προοπτική υλικής επιβίωσης κοινοτικών δομών που όλο και περισσότερο εκλαμβάνονταν (αλλά και αυτομαστιγώνονταν) σαν ξεπερασμένες και οπισθοδρομικές...
Το κράτος πλήρωσε ακριβά την απόφασή του να πετύχει τον «εκσυγχρονισμό». Ενσωματώνοντας υποχρεωτικά τις τοπικές εξουσίες, μεταμορφώνοντας τες από δυνητικό εχθρό σε σίγουρο σύμμαχο, διαπραγματεύτηκε μαζί τους. Τις μετέτρεψε σε συστη-
μικό πυλώνα (όπως άλλωστε έκανε και με άλλες δυνάμεις όπως η εκκλησία) εισάγοντας στον οργανισμό του ένα παράγοντα σύγκρουσης συμφερόντων που ακόμα και σήμερα το εμποδίζει να δει τον εαυτό του ως κάτι ενιαίο. Το κράτος - συμμαχία φέουδων,
από την πρώτη μέρα της ανεξαρτησίας του έως τη μεταπολίτευση, ήταν ένα κράτος ανίκανο να οικειοποιηθεί τους κανόνες της συντεταγμένης αστικής δημοκρατίας, αυτούς του δημοκρατικού έθνους-κράτους. Η αδιάκοπη πολιτική ανωμαλία, η διαφθορά,
η αναποτελεσματικότητα των σχεδιασμών, η ασυνέχεια, οι εξαρτήσεις, είχε ως συνέπεια την σε μεγάλη κλίμακα απώλεια του συμβολικού του κύρους ως ανώτατη κανονιστική αρχή...
Ένας κύκλος που ξεκινάει από τον Ιωάννη Καποδίστρια και την άρνηση του να αναγνωρίσει καν την κοινότητα σαν πολιτική οντότητα (για να καταλήξει στα
γρήγορα να εξοντωθεί από αυτήν) και κλείνει στο «σχέδιο καποδίστριας» ενάμιση αιώνα μετά που εξαφάνισε την κοινότητα από τον πολιτικό χάρτη...
Ο Καλλικράτης είναι η συνέχεια της επίθεσης του κρατικού συγκεντρωτισμού. Ερχόμενος να αντικαταστήσει το μοντέλο κοινότητα – νομός- κράτος με το μοντέλο περιφέρεια – κράτος – Ευρωπαϊκή ένωση αποκαλύπτει ένα πολιτικό σχεδιασμό που πλέον
υπερβαίνει τα εθνικά σύνορα. Ένα πλάνο που στοχεύει στην σχεδιασμένη και απρόσκοπτη λεηλασία του δημόσιου πλούτου, στο σπάσιμο κάθε εμπόδιου για επέκταση των αγορών σε όλες τις πτυχές της ζωής, στον παντεπόπτη οφθαλμό του κοινωνικού ελέγχου και της καταστολής...
…Το βασικό πρόβλημα των ημερών που ζούμε, τουλάχιστον στην Ελλάδα είναι πώς, ενώ κράτος και κεφάλαιο βλέπουν τα οικονομικά, πολιτικά και προπαγανδιστικά τους ερείσματα να χάνονται η ίδια η κοινωνία αντιμετωπίζει το πρόβλημα της ανυπαρξίας κοινών τόπων που θα μπορούσαν να εκκινήσουν διαδικασίες συσπείρωσης και αυτοοργάνωσης νέων κοινωνικών δομών. Η εξουσία, στο τέλος της μεταπολίτευσης, με πλεονάζουσα έπαρση πέταξε στα σκουπίδια το ιδεολογικό εργαλείο ενσωμάτωσης
στη δημοκρατία, (επαναφέροντας τα κόμματα στον παλιό καλό τους ρόλο αυτόν του διανομέα κοινωνικών πόρων και δύναμης) βασιζόμενη στο γεγονός ότι η κοινωνική αποδόμηση και η καταναλωτική ευμάρεια θα εξασφάλιζε την «χιλιετή της βασιλεία» χωρίς τα εμπόδια που βάζουν οι μηχανισμοί κοινωνικής αφομοίωσης του παρελθόντος. Τους χτύπησε μάλιστα αλύπητα, ως συντεχνίες, ως βαρίδια στην «ανάπτυξη». Και πέτυχε απόλυτα. Μέχρι του σημείου που έπαψε να μπορεί να συντηρεί αυταπάτες, που δεν μπορούσε άλλο να συνεχίζει να δανείζει. Τώρα ανακαλύπτει πόσο αποκομμένη είναι από την κοινωνία, πως δεν έχει κανένα αξιόπιστο μηχανισμό (ούτε συνδικάτα, ούτε κομματικές τοπικές, ούτε μαζικές θεματικές οργανώσεις, ούτε ενεργό εθνική συνείδηση, ούτε καν την εκκλησία) για να μανιπουλάρει τις εξελίξεις ή έστω να κρυφακούσει τι ετοιμάζεται κάτω.
Οι δυνάμεις της εξουσίας και οι δυνάμεις της ανατροπής τελικά αντιμετωπίζουν το ίδιο πρόβλημα. Φαίνεται να μην υπάρχει κοινωνία για να απευθυνθούν. Από εκεί και πέρα αρχίζουν οι διαφορές: Οι δυνάμεις της αληθινής σοσιαλδημοκρατίας, του παρεμβατισμού, των κλειστών συνόρων παραμένουν, στο κόσμο της εξουσίας, πεταμένες στη γωνία ελπίζοντας, περισσότερο ίσως από τους επαναστάτες σε μια παρατεινόμενη κρίση (είτε οικονομική είτε και εθνική) που θα σάρωνε το φιλελεύθερο μπλοκ και
θα τις επανέφερε στο προσκήνιο ώστε να μπορέσουν να επανασυστήσουν ελεγχόμενες συσπειρώσεις κοινωνικών δυνάμεων.
Για το μπλοκ εξουσίας που εδώ και 20 χρόνια βασιλεύει και κυβερνά η ακόμα μεγαλύτερη κοινωνική αποδόμηση με έμφαση πλέον στη διαίρεση των καταπιεσμένων σε μικροκοινωνική κλίμακα (συντεχνία εναντίον συντεχνίας, νέες αντιμεταναστευτικές πολιτικές, επικέντρωση στην εγκληματικότητα) είναι μονόδρομος για να εξασφαλίσει μέρες, μήνες και ίσως και χρόνια έμπρακτης υποταγής. Η όξυνση της καταστολής και η εμβάθυνση του κοινωνικού ελέγχου είναι η άλλη πλευρά αυτού του νομίσματος.
Προφανώς αυτό που πρέπει να κάνουμε εμείς είναι το αντίθετο. Στο πολιτικό επίπεδο τα πράγματα είναι κάπως πιο «εύκολα». Τα κόμματα της αριστεράς, όσο και αν αυξήσουν τα εκλογικά τους κουκιά δεν φαίνονται ικανά να ξεπεράσουν την αναξιοπιστία που οι συνεπείς τους προσπάθειες εδώ και 35 χρόνια πέτυχαν: το θέμα σε συνθήκες κρίσης είναι να έχεις μέλη, όχι ψήφους. Και η ψαλίδα ανάμεσα σε αυτά τα δύο μεγαλώνει και θα μεγαλώνει.
Για τις δυνάμεις που κινούνται στο ελευθεριακό φάσμα, αναρχικών ή όχι, ζούμε το τέλος μιας περιόδου όπου οι κοινωνικές συνθήκες μπορούσαν χωρίς κόστος να ανακλώνται στις δομές τους με τη μορφή του ατομικού lifestyle και η οργάνωση να εξαντλείται σε λίγες ομάδες συγγένειας και αφορμαλιστικές συνελεύσεις, θεματικές ή επικαιρότητας. Η συσπείρωση σε μεγαλύτερα σχήματα πρέπει να γίνει παράλληλα με τον πολλαπλασιασμό των «πρωτοβάθμιων» συλλογικοτήτων. Ένα κύμα οργάνωσης πρέπει να σαρώσει τον αυτοαναφορικό τρόπο πολιτικής ύπαρξης. Οργάνωση που έχει νόημα μόνο αν οδηγεί στη μαζική κοινωνική παρέμβαση με επαναστατικά ποιοτικά χαρακτηριστικά. Πρέπει να πέσουν μαζικά συνθήματα πολιτικής συμμετοχής, αντίστασης και αυτοοργάνωσης σε κάθε μέτωπο που το καθεστώς ανοίγει. Πρέπει να ανοίξουμε δικά μας μέτωπα, να τολμήσουμε να μιλήσουμε και για μια διαφορετική κοινωνία και τους τρόπους να φτάσουμε σε αυτήν. Πρέπει να αντιμετωπίσουμε καίρια τις αντιδραστικές ριζοσπαστικές δυνάμεις που βρίσκουν χώρο ύπαρξης. Πρέπει να σταθούμε μαχητικά ενάντια στην καταστολή, προσωποποιημένη ή ευρύτερη χτυπώντας ένα προς ένα τα σχέδιά της. Πρέπει να ξανακάνουμε κοινά αποδεκτή αρετή την κοινωνικότητα και την αλληλεγγύη και ούτε αυτό, ούτε κανένα από όλα αυτά τα «πρέπει» μπορεί να επιτευχθεί χωρίς τη δυναμική αλλά και την αξιοπιστία του παραδείγματος του να κάνεις πρώτος εσύ ότι προτείνεις με τόση αλαζονεία στους άλλους να κάνουν…
Το πρόταγμα της κοινωνικής απελευθέρωσης παραμένει πάντα επίκαιρο, απαράλλαχτο όσο η κοινωνική αθλιότητα που το γέννησε παραμένει κυρίαρχη. Μιλώντας για τον τελικό στόχο του αγώνα μας, δεν έχουμε παρά ελάχιστα καινούρια πράγματα να πούμε.
Τα περισσότερα έχουν ήδη ειπωθεί: άμεσος και καθολικός κοινωνικός έλεγχος στη λήψη αποφάσεων, κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και συλλογικός σχεδιασμός της, πολιτισμική απελευθέρωση, οικολογικό βίωμα, φεντεραλισμός… Στην «αιώνια» διαμάχη ανάμεσα σε αυτούς που υποστηρίζουν ότι «τα πάντα επαναλαμβάνονται» και αυτούς που λένε πως «τα πάντα είναι καινοφανή» το απελευθερωτικό πρόταγμα ανήκει στους πρώτους. Αυτό που ανήκει κυρίως στους δεύτερους είναι η στρατηγική του αγώνα. Γιατί για πρώτη φορά στην ιστορία βιώνουμε μια πλήρη αδυναμία να εντοπίσουμε με ρεαλιστικούς όρους τα κοινωνικά πεδία μέσα στα οποία θα αναπτυχθούν οι κοινότητες αγώνα και αντιθέσμισης. Η αλλιώς, δεν έχουμε πού να κοιτάξουμε για να βρούμε το «επαναστατικό υποκείμενο». Το χωριό είναι τόπος απόμαχων, εγκλωβισμένων και τουριστών. Η γειτονιά αν δεν είναι ενότητα στο χάρτη ενός μεσοαστικού προαστίου είναι μια Βαβέλ αλληλοϋποβλεπόμενων «γνωστών». Η καπιταλιστική παραγωγή βασίζεται σε χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις που δυσκολεύουν το στήσιμο σωματείων, η πολιτική στράτευση έχει απαξι-
ωθεί. Οι επιμέρους κουλτούρες (κυρίως της νεολαίας) συνιστούν έναν ενσωματωμένο γαλαξία καταναλωτικών ναρκισσισμών.
Μόνο ο χώρος του παραγωγικού δημοσίου έχει απομείνει ικανός να συγκεντρώνει υπολογίσιμους αριθμούς ανθρώπων και κρίσιμες ενότητες καθηκόντων αλλά εκεί είναι που βασιλεύει η λογική της υποταγής. Διότι εκεί είναι το τελευταίο προγεφύρωμα (ως κομματική εξαγορά ή κομματικός συνδικαλισμός) των καθεστωτικών πολιτικών δυνάμεων στην κοινωνική δομή. Το δημόσιο συγκροτεί ένα κοινωνικό πεδίο που κυριαρχεί η συνενοχή του ρουσφετιού την ίδια ώρα που έχει μπει στο στόχαστρο της καπιταλιστικής επέκτασης.
Με δυο λόγια η κοινωνία, για να εξεγερθεί πρέπει να ξαναφτιαχτεί. Και αυτό είναι ένα πρωτοφανές ζήτημα. Ο Δεκέμβρης του 08 απέδειξε ότι η οργή, η απαραίτητη καύσιμη ύλη του απελευθερωτικού αγώνα υπάρχει. Πού ήταν όμως κρυμμένοι όλοι αυτοί που εξεγέρθηκαν; Και που πήγαν μετά;
Το καλό είναι πως πέρα από τα φαινόμενα κοινωνικού κανιβαλισμού και αντιδραστικής στροφής (που είναι σίγουρα λιγότερα από ότι θα μπορούσε κανείς να προβλέψει πριν μια πενταετία) βλέπουμε να γεννιούνται σαν τα μανιτάρια, σκόρπια και απομονωμένα για την ώρα, πρωτοβουλίες και κινήσεις κυρίως σε τοπικό αλλά και σε ταξικό επίπεδο που φανερώνουν τόσο μια αγωνιστική διάθεση όσο και μια τάση επανασχηματισμού κοινοτήτων. Πλατείες, πάρκα, οικολογικά ζητήματα, πρωτοβάθμια σωματεία.
Η αυτοοργάνωση εμφανίζεται σαν κοινωνικός αυτοματισμός. Λογικά θα αντιτείνει κανείς πως είναι η υποκίνηση αναρχικών και αριστερών που παίζει το ρόλο της: σίγουρα, αλλά κανείς δεν μπορεί να μην παρατηρήσει το πόσο αποτυγχάνουν από την άλλη οι προσπάθειες πολιτικής στρατολόγησης παλιάς κοπής. Όσο και να το επιζητά ο ελιτισμός μας, ευτυχώς, ούτε εμείς ούτε κανένας άλλος μπορεί να παραστήσει τον «μεγάλο ωρολογοποιό» των κοινωνικών δομών.
Αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι σαν πολιτικά υποκείμενα να διακρίνουμε τις δυναμικές που αναπτύσσονται, να τις ενισχύουμε εντάσσοντας τες σε ένα σκεπτικό που εισάγει την ενότητα και τη προοπτική τους, να συμβάλλουμε στην «υπεράσπισή» τους απέναντι στην καταστολή, να αποκαλύψουμε τις αφομοιωτικές ντρίπλες της καθεστωτικής προπαγάνδας ή το καπέλωμα…
Αυτό που μπορούμε να κάνουμε σαν κοινωνικά υποκείμενα είναι να συμμετέχουμε ολόψυχα σε αυτές, αλλά πάνω από όλα να δημιουργήσουμε καινούριες. Από το πιο μεγάλο έως το πιο μικρό, από το σωματείο και τη λαϊκή συνέλευση, έως μια συλλογική κουζίνα ή το κράτημα των παιδιών της πολυκατοικίας σε βάρδιες, καλό είναι ότι είναι άμεσα εφικτό.
Από τα όσα βλέπουμε να ξεσπούν, αλλά και ως προϊόν απλών παρατηρήσεων της Ελληνικής πραγματικότητας (παράλογη υπερσυγκέντρωση σε αστικά κέντρα, σταδιακή εξαφάνιση της αγροτικής παραγωγής, ανυπαρξία κοινωνικής πρόνοιας , πλήθος μικρών επιχειρήσεων και γιγάντωση ενός άχρηστου τομέα υπηρεσιών) μπορούμε να αναμένουμε πως η τοπικότητα θα είναι ένα πεδίο προνομιακό για την δημιουργία νέων αυτοοργανωμένων κοινοτήτων. Όχι ως αναβίωση παλαιών και νεκρών δομών εντοπιότητας, αλλά ως μια νέα προσέγγιση σχηματισμού κοινωνικού ιστού που να μπορεί να συστήσει πολιτικό σώμα. Η τοπικότητα όμως δεν θα παράγει τίποτα καλύτερο από ότι στο παρελθόν αν δεν συνδεθεί με την ταξική πάλη. Γιαυτό και είναι άμεσα αναγκαίο να αναζητηθούν οι τρόποι σύνδεσης και συντονισμού των τοπικών και ταξικών κοινοτήτων που υπάρχουν και που θα δημιουργηθούν.
Δεν ανακαλύπτουμε την Αμερική, ούτε εξιδανικεύουμε κάποιες δομές θεωρώντας πως εμπεριέχουν μαγικά ένα περιεχόμενο. Στοίχημα είναι. Οι κακοτοπιές στην διαδρομή της αυτοοργάνωσης περιμένουν. Δεν αγνοούμε όμως και την συγκυρία. Είτε πρόκειται για ένα αγώνα, είτε εξίσου σημαντικό, για μια αντιθέσμιση (το σχηματισμό δηλαδή μιας δομής που επανοικειοποιείται κομμάτια της ζωής αυτόνομα έξω από το κράτος και τις αγορές με όρους ισότητας και ελευθερίας) η πίεση της κρίσης, δρα προωθητικά. Το ίδιο κάνει και η καταπιεσμένη από τον φιλελευθερισμό, κοινωνική φύση του ανθρώπινου όντος. Και όλα αυτά μπορεί να καταλήξουν στο κυνήγι μεταναστών, στη σύγκρουση κοινωνικών ομάδων στο εσωτερικό των καταπιεσμένων, όπως και μπορεί να αναδείξουν νέες, άφθαρτες ηγεσίες βάσης που θα εκμεταλλευτούν την αυτοοργάνωση για να την εξοντώσουν αγοράζοντας θέσεις εξουσίας.
Η αυτοοργάνωση όμως είναι διακύβευμα. Όποιος την αμφισβητεί στο όνομα των κινδύνων της μπορεί να απευθυνθεί για σιγουριά και βεβαιότητα στο Χριστό, τον Λένιν ή αν προτιμά, ας κάτσει να περιμένει τη μεγάλη νύχτα. Η συνολικοποίηση, με τη έννοια της λειτουργικής ενότητας όλων αυτών των εγχειρημάτων που σχηματίζονται, είναι ο μόνος δρόμος, που έχουμε και ως πολιτικά και ως κοινωνικά υποκείμενα για να κάνουμε το επόμενο βήμα. Η προσπάθεια αυτά τα εγχειρήματα να πολλαπλασιαστούν, να επεκταθούν (ειδικά οι αντιθεσμίσεις στην παραγωγική διαδικασία), να βρεθούν, να συντονιστούν, να σχηματίσουν πολιτικό σώμα με τον δικό τους δημόσιο χώρο όπου θέσεις και ρεύματα θα συγκρούονται και θα ζυμώνονται, είναι ο πυρήνας όλων των προσπαθειών για κοινωνική αλλαγή σήμερα. Το να αποκτήσουν κρίσιμη μάζα ως κοινωνική δύναμη και έτσι τη δική τους αυτοσυνείδηση, είναι ο μόνος τρόπος να προστατευτούν από τον ρεφορμισμό (ως εγχειρήματα αγώνα) ή τον εναλλακτισμό (ως αντιθεσμίσεις). Μια συνείδηση όμως που δεν μπορεί να υπάρξει όσο η κοινωνία, ως σύνολο συνεχίζει να διατηρεί αυταπάτες για
τις «υποχρεώσεις» της που απορρέουν από το κοινωνικό συμβόλαιο. Είναι καθήκον των επαναστατών τόσο στο εσωτερικό των κοινοτήτων αγώνα και αντιθέσμισης όσο και στο πολιτικό πεδίο, στο μέτρο και στις κατευθύνσεις που αρμόζουν στη θέση του καθένα και πάντα υπό το όρο ότι εντάσσονται λειτουργικά στη στρατηγική του αγώνα, να πολεμήσουν με λόγο και πράξεις την ανακωχή των καταπιεσμένων προς το κράτος. Οι «ιεροί θεσμοί», ο σεβασμός στην αστική δημοκρατία, η καθεστωτική νομιμότητα, πρέπει να χτυπηθούν, να υπονομευτούν, να γελοιοποιηθούν, πρέπει να σπάσει η κουλτούρα της υποταγής. Οι καταπιεσμένοι εδώ και 20 χρόνια τίμησαν την «υπογραφή» τους με την εξουσία χάνοντας την αξιοπρέπειά τους για «ένα κινητό και τέσσερις ρόδες». Αλλά κράτος και κεφάλαιο, όπως κάθε παράσιτο, δεν έχουν μπέσα. Καιρός να το συνειδητοποιήσουν όλοι.
Αναφερόμενοι στο σήμερα και σε έναν μεσοπρόθεσμο στόχο του αγώνα για την κοινωνική απελευθέρωση θέλουμε ένα πλατύ κοινωνικό μέτωπο που θα αγωνίζεται αλλά και θα δημιουργεί τη δική του αυτόνομη υπόσταση. Αυτοοργανωμένο, εξωθεσμικό, μαχητικό. Για να ανοίγει διαύλους ελευθερίας, ισότητας, αδελφότητας. Για να ναρκοθετεί το έδαφος για το κράτος και το κεφάλαιο, επιβάλλοντας ένα νέο σημείο ισορροπίας στον κοινωνικό πόλεμο, με την εξουσία σε θέση άμυνας. Θέλουμε τη δημιουργία μιας κοινωνίας μέσα στην κοινωνία.
Μια κοινωνία που θα επεκτείνεται επιθετικά αναζητώντας το όλον, που θα απελευθερώνει χώρους, που θα καταλαμβάνει κομμάτια της παραγωγής. Που θα αντιστέκεται στις επιθέσεις του συστήματος και θα το χτυπά σε κάθε ευκαιρία. Τη μήτρα από όπου θα προέλθει ένας νέος πολιτισμός, ένα νέο δίκαιο, μια διαρκώς εξελισσόμενη πολιτειακή αλλαγή. Με τα μέσα και τους όρους του σήμερα και με τις αναφορές μας στα απελευθερωτικά εγχειρήματα του παρελθόντος, από τον Ουγγρικά εργατικά συμβούλια, τον Ισπανικό αναρχικό κολεκτιβισμό, τα σοβιέτ της πρώτης περιόδου, αλλά και πιο πίσω, στη μητέρα κάθε σύγχρονης επαναστατικής απόπειρας, την Παρισινή κομμούνα και την κοινωνική της δημοκρατία διακρίνουμε το ρήγμα που ανοίγει η κρίση κατάρρευσης
των παλιών ψευδαισθήσεων, και αφήνουμε πίσω τις δικές μας στην αναζήτηση του σχεδίου και των στόχων. Πρέπει να «παίξουμε το χαρτί μας» και αν τελικά δεν είμαστε εμείς, θα έρθουν άλλοι, μετά από εμάς. Αλήθεια όμως, γιατί να μην είμαστε εμείς;

Ομάδα Ελευθεριακών Κομμουνιστών
Οκτώβρης 2010

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου