Από Κοινού: Συνέλευση για την Αποανάπτυξη και την Άμεση Δημοκρατία

Μαζί στον δρόμο προς έναν μετα-καπιταλιστικό κόσμο: με το πρόταγμα της Αποανάπτυξης-Τοπικοποίησης, του Κοινοτισμού και της Άμεσης Δημοκρατίας.
Καθόλα αυτά τα χρόνια της λεγόμενης οικονομικής κρίσης έχει λάβει χώρα στην νεοελληνική κοινωνία μία διαδικασία, με κεντρικό άξονα την επανανοηματοδότηση του αξιακού μας συστήματος και των πολιτικών μας προταγμάτων.
Μεμονωμένα άτομα αλλά και ομάδες, συλλογικότητες και κινήματα έχουν αναπτυχθεί παντού στην Ελλάδα, έχουν αφήσει πίσω τους το «αναπτυξιακό» μοντέλο που προωθεί τον καταναλωτικό τρόπο ζωής και έχουν υιοθετήσει άλλες φιλοσοφίες και άλλους τρόπους προσωπικής και συλλογικής διαβίωσης.
Η πολύχρονη πορεία ζωής όλων αυτών των ανθρώπων και ομάδων έχει αποδείξει ότι υπάρχουν υγιή και δυναμικά κοινωνικά κύτταρα, οι δράσεις των οποίων επιθυμούν να συναντηθούν και να συντονιστούν, έτσι ώστε να εκφραστεί η κοινή πολιτική τους φιλοσοφία, σε μια προοπτική μετασχηματισμού που ανοίγει το δρόμο για μια κοινωνία που θα στηριχθεί:

  • στο αποαναπτυξιακό μοντέλο της οικονομίας των αναγκών, της επάρκειας και του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στη βάση της αφθονίας των υλικών και άυλων Κοινών,
  • στην κοινοτική οργάνωση με βάση την προσωπική και συλλογικήαυτονομία,
  • σε αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς και στη θέσμιση της άμεσης δημοκρατίας με τη μορφή του ομοσπονδιακού Κοινοτισμού.

Πρόκειται για τη διάδοση της παραπάνω θέσης μας, που διευρύνεται και διασυνδέεται εδώ και τώρα. Και εν μέρει, λόγω της επιρρεπούς στην κρίση φύσης του σημερινού κοινωνικού συστήματος, είναι δυνατόν να γίνει πράξη και λογική της πλειοψηφίας.
Στα σημερινά εγχειρήματα του πολύμορφου αυτού κινήματος και στις δραστηριότητές του, εμπεριέχονται οι δυνατότητες μιας κοινωνίας σε μετακαπιταλιστική μετάβαση. Στοιχεία της έχουν ήδη δημιουργηθεί, εάν και ακόμα ξετυλίγονται και δεν είναι πλήρη. Τέτοια στοιχεία είναι αυτά της άμεσης δημοκρατίας στα πλαίσια της λειτουργίας των εγχειρημάτων, της οικολογίας με τη μορφή του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στις οικονομικές δραστηριότητές τους, της οικονομίας των αναγκών στις πρακτικές της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας που υλοποιούν. Της ισότητας των αμοιβών και των αυτοκαθοριζόμενων συνθηκών εργασίας από τα μέλη τους, της ισότητας των φύλων και των μειονοτήτων στη συμμετοχή και στη λήψη των αποφάσεων κ.λπ.
Ταυτόχρονα αυτά τα εγχειρήματα είναι πάντα εκτεθειμένα στον κίνδυνο να εκληφθούν ως ιδιοτελείς προσπάθειες για βελτίωση των συνθηκών ζωής μόνο των μελών τους και όχι και των κοινοτήτων γύρω τους. Αμυντικές μάχες, συγκρούσεις και διαπραγματεύσεις για οικειοποίηση κοινών πόρων απαιτούνται για όσο διάστημα το ιεραρχικό εθνικό κράτος και η καπιταλιστική αγορά με τίς αντίστοιχες λογικές τους κυριαρχούν. Αυτές οι μάχες θα γίνονται πιο επιτυχείς, αν δίνονται στο πλαίσιο ενός ισχυρού, κοινού και πάνω από όλα χειραφετικού κοινωνικού κινήματος.
Το συγκεκριμένο μετα-καπιταλιστικό όραμα είναι ένας κόσμος που δεν είναι ιεραρχικός, αλλά συνδεδεμένος με δίκτυα λειτουργικά όλων των επιπέδων και δεσμών, είναι αυτο-οργανωμένος και οι βασικές προσωπικές ανάγκες όλων των πολιτών μπορούν να ικανοποιηθούν μέσω της αφθονίας των συλλογικών αγαθών (Commons). Αυτός ο κόσμος θα χαρακτηρίζεται εξάλλου από αυτοκαθοριζόμενες και γεμάτες ευθύνη σχέσεις δραστηριοτήτων και εργασίας, οι οποίες θα φέρνουν χαρά και νόημα, χωρίς υπερβολική εκμετάλλευση πόρων ή καταστροφή οικοσυστημάτων.
Το κίνημα των κοινοτήτων εμπιστεύεται το ανθρώπινο δυναμικό και μεταφράζει την έννοια της βιωσιμότητας στη γλώσσα των ανθρώπινων αναγκών: Υπάρχει μια βασική ανάγκη, η διατήρηση του πλανήτη, η οποία μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο εάν οργανώσουμε την ικανοποίηση, τόσο των ατομικών όσο και των συλλογικών αναγκών, σε αρμονία με τα όρια που βάζουν οι δυνατότητες των οικοσυστημάτων της γης. Η κοινή χρήση είναι ένας συγκεκριμένος τρόπος αντιμετώπισης της ανθρώπινης και μη ανθρώπινης φύσης, ο οποίος δεν βασίζεται στους καταναγκασμούς του αφηγήματος της «ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων», αλλά αναγνωρίζει ότι εμείς οι άνθρωποι είμαστε ένα (ανα)παραγόμενο στοιχείο του πλανήτη γη. Τα Κοινά (Commons) βέβαια ενδέχεται να μην επιλύσουν μακροπρόθεσμα όλα τα προβλήματα του κόσμου. Αλλά ζούμε το τέλος του καπιταλιστικού κόσμου, στο οποίο δυστοπικό τέλος, οι αντιθέσεις μάλλον τείνουν να επιδεινώνονται και οι συγκρούσεις γίνονται όλο και πιο βάναυσες. Για αυτό είναι ιδιαίτερης σημασίας η δημιουργία θετικών προοπτικών, η διατύπωση και - περισσότερο από οτιδήποτε - η πρακτική ενός αλληλέγγυου οράματος.
Για το μέλλον, φαίνεται επιθυμητό και απαραίτητο να βρεθεί κοινά αποφασισμένη και συντονισμένη κατεύθυνση για την προοπτική του κινήματος. Ο όρος σύγκλισηταιριάζει σε τέτοιες διαδικασίες σχηματισμού συμμαχιών και περιλαμβάνει επίσης πολλά άλλα ρεύματα που κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Ταυτόχρονα, πρέπει επίσης να εντατικοποιηθούν οι συζητήσεις γύρω από το περιεχόμενο, ώστε να αναλυθούν παραπέρα και τα στρατηγικά ζητήματα, αλλά και να συζητηθούν ανοιχτά τα αμφιλεγόμενα ζητήματα. Μόνο έτσι μπορεί να αποφευχθεί η σημερινή πραγματικότητα, όπου τα διαφορετικά ρεύματα δεν είναι συνδεδεμένα και δρουν παράλληλα και απομονωμένα. Θα χρειασθεί να ληφθεί μέριμνα ώστε να προέλθει μια διασύνδεση που θα χαρακτηρίζεται βέβαια από ποικιλομορφία και όχι οπωσδήποτε από ταύτιση.
Θα χρειασθεί επίσης να γίνει κοινά αποδεκτός ένας όρος που θα μπορέσει να αποτελέσει την κοινή στέγη, τον κοινό στόχο και να περιλαμβάνει τον κοινό ορίζοντα κατανόησης των διαφορετικών ρευμάτων, που δεν μπορεί να είναι άλλος από το ξεπέρασμα του καπιταλισμού.
Γενικότερα, ήρθε ο καιρός, που τα όποια-σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο- σημερινά κοινωνικά κινήματα θα χρειασθεί, στηριζόμενα στη αναβίωση του πνεύματος του κοινοτισμού στις σύγχρονες σημερινές συνθήκες και συνδεόμενα μεταξύ τους, να μετατραπούν σε ενιαίο πολιτικό κίνημα μετάβασης για την μετακαπιταλιστική κοινωνία.
Ειδικά για τη χώρα, που βρίσκεται σε συνθήκες οικονομικού πολέμου και έχει μετατραπεί σε αποικία χρέους, το πολύμορφο αυτό κίνημα θα χρειασθεί να διαμορφώσει ένα ελκυστικό πρόγραμμα διεκδίκησης της «εδώ και τώρα» αλλαγής πορείας, δημιουργώντας ταυτόχρονα τα στοιχεία και τις κοινωνικές δομές του νέου κόσμου που οραματίζεται, αφήνοντας πίσω τον καπιταλιστικό κόσμο που μας οδηγεί στην κοινωνική και οικολογική κατάρρευση.
Η μελλοντική επιδίωξη της κοινωνικής χειραφέτησης και της ένταξης των ανθρώπινων κοινοτήτων –πέρα από σύνορα-με ισορροπία στα πλαίσια ενός πεπερασμένου πλανητικού οικοσυστήματος, θα μπορέσει να υλοποιηθεί μόνο από μια σύγκλιση, στη δράση και στη σκέψη, των παραπάνω κοινωνικοπολιτικών ρευμάτων, και στο επίπεδο της καθημερινής ζωής, και στο επίπεδο της κοινωνικής και πολιτικής θέσμισης. Και καταρχήν στην διαπαιδαγώγηση –μέσα από την συμμετοχή-του απαραίτητου ανθρωπολογικού τύπου -σε κρίσιμο αριθμό- που θα βάλει όλη την κοινωνία σε περίοδο κοινωνικοοικολογικού μετασχηματισμού. Ξεκινώντας βασικά από κάθε τοπική κοινωνία.

Παρασκευή, 27 Δεκεμβρίου 2019

Το αδιέξοδο του καπιταλιστικού μοντέλου «ανάπτυξης», τα χρηματοοικονομικά και οικολογικά χρέη


Το αδιέξοδο του καπιταλιστικού μοντέλου «ανάπτυξης»[1], τα χρηματοοικονομικά και οικολογικά χρέη

Η ελληνική κρίση που βιώνουμε εδώ και σχεδόν μια δεκαετία, είναι η «εξτρέμ» έκφραση της παγκόσμιας κρίσης, στην οποία βρίσκεται το καπιταλιστικό σύστημα υπό την ηγεσία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου.
Η σχέση πραγματικών αξιών (πρώτες ύλες, πηγές ενέργειας, καταναλωτικά προϊόντα, υπηρεσίες κ.λπ.) προς χρηματικές αξίες(διάφορες μορφές χρήματος-χάρτινες ή ηλεκτρονικές- που κυκλοφορούν από τους κατέχοντες) είναι τουλάχιστον 1: 10 (πολλές εκτιμήσεις την ανεβάζουν στο 1: 15 ή 1:17). Υπάρχει δηλαδή μια χρηματοπιστωτική φούσκα διογκωμένη τουλάχιστον κατά 10 φορές. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να έχουν αυξηθεί υπέρμετρα οι σημερινές χρηματικές περιουσίες της ελίτ, που αποτελεί το 1% του παγκόσμιου πληθυσμού[2].
Αυτή η ελίτ διακινώντας και δανείζοντας αυτόν τον τεράστιο χρηματικό όγκο μπορεί και ελέγχει την «ευημερία» του υπόλοιπου 99%. Αυτό είναι δυνατόν, γιατί έχει καταφέρει να εξαρτήσει από αυτό το χρήμα, την πλειοψηφία του παγκόσμιου πληθυσμού[3].


Τα χρηματοοικονομικά χρέη


Η οικονομική κρίση, όπως φαίνεται να εκφράζεται σήμερα, οφείλεται στο γεγονός ότι η καπιταλιστική οικονομία κινείται  πλέον με βάση το χρέος.  Πραγματικά, η μεγάλη αύξηση της παγκόσμιας κατανάλωσης τα τελευταία 15-20 χρόνια(βασικά μεταξύ 1990-2007) πυροδοτήθηκε και στηρίχθηκε από την μαζική χορήγηση δανείων από τις τράπεζες. Είχαμε παντού αυξανόμενα επίπεδα χρέους. Των νοικοκυριών, των επιχειρήσεων, των κυβερνήσεων.
Με τη μορφή καταναλωτικών χρεών, χρηματοπιστωτικών επενδύσεων, δημοσίων χρεών, εξωτερικών χρεών σε κάθε χώρα. Χρησιμοποιήθηκαν σαν μηχανισμός, ώστε η κατανάλωση να γίνει ο βασικός μοχλός της καπιταλιστικής ανάπτυξης[4]. Στο προηγούμενο της κρίσης διάστημα το χαρακτηριστικό ήταν η αύξηση ιδίως των καταναλωτικών χρεών.  Εκ των πραγμάτων τα καταναλωτικά δάνεια χρησιμοποιήθηκαν για να αποσυνδέσουν τις καταναλωτικές δαπάνες των εργαζομένων και των μισθωτών από τα αντίστοιχα εισοδήματά τους.

Βέβαια δεν ήταν όλες οι οικονομίες το ίδιο επιρρεπείς στη δυναμική αυτή των χρεών. Στις λεγόμενες «αναδυόμενες» οικονομίες(π.χ. Κίνα, Ινδία) είχαμε αποταμιεύσεις από το 2001 μέχρι 2008. Το ίδιο διάστημα στις «προηγμένες» οικονομίες είχαμε βασικά δύο διαφορετικές συμπεριφορές σε σχέση με τα χρέη. Στις «φιλελεύθερες οικονομίες της αγοράς»(π.χ. ΗΠΑ, Μ. Βρετανία, Καναδάς, Αυστραλία κ.λπ.) είχαμε ενθάρρυνση για υψηλότερα επίπεδα καταναλωτικού χρέους, από ότι στις λεγόμενες «συντονισμένες οικονομίες της αγοράς»(π.χ. Γερμανία, Ολλανδία, Γαλλία, Σκανδιναβία κ.λπ.).

Με την εμφάνιση της παρούσας κρίσης, που την παρουσιάζουν σαν κρίση βασικά «δημοσιονομικών χρεών», κατάρρευσε η εμπιστοσύνη των «αγορών» προς τους δημόσιους τομείς της οικονομίας κάποιων χωρών-κύρια των νοτίων χωρών της ευρωζώνης.

Για να ξεπερασθεί η κρίση, παρόλο που και στα δύο είδη καπιταλισμού συμφωνούν ότι θα πρέπει να επιδιώκεται η «ανάπτυξη», οι προτάσεις των ιθυνόντων διαφέρουν στον τρόπο και στη σειρά των επιμέρους στόχων:
i) Σοσιαλδημοκρατική πρόταση: στηρίζει την «ανάπτυξη» στη μεγέθυνση της κατανάλωσης. Να πέσει δηλαδή καινούργιο χρήμα στις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, να αυξηθεί η αγοραστική δύναμη των πολλών για αγορά των παραγόμενων προϊόντων των επιχειρήσεων, ώστε αυτές, αποκομίζοντας μεγαλύτερα κέρδη, να επενδύσουν εκ νέου στην παραγωγή, δημιουργώντας νέες θέσεις εργασίας και αυξάνοντας έτσι το ΑΕΠ σε κάθε χώρα.
ii) Χριστιανοδημοκρατική πρόταση(Μέρκελ, Σόυμπλε): επιδιώκει τη λιτότητα καταρχήν, στη συνέχεια να προωθηθεί η αποταμίευση, ώστε να είναι δυνατές οι  παραγωγικές ιδιωτικές επενδύσεις και μέσω αυτών η αύξηση των θέσεων εργασίας για τον ίδιο τελικό στόχο της αύξησης των ρυθμών ανάπτυξης.

Και οι δύο πολιτικές αυτές γραμμές συμπίπτουν στον τελικό στόχο: μια από τα ίδια «ανάπτυξη», ώστε να επιστρέψουν οι οικονομίες σε ρυθμούς μεγέθυνσης του παγκόσμιου ΑΕΠ της τάξης 2-3% ετησίως, που επιτυγχανόταν στην προ κρίσης χρονική περίοδο. Και στις δύο περιπτώσεις οι κυβερνήσεις τείνουν να δανείζονται χρήματα για να τονώσουν την «ανάκαμψη» (χρειάσθηκαν τεράστια χρηματικά ποσά π.χ. στο τέλος του 2008 και αρχές 2009, ώστε να «σταθεροποιηθεί» το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα, και αυτά εξασφαλίσθηκαν από αυξημένο δημόσιο δανεισμό σε όλες τις πληγείσες από την κρίση χώρες. Υπολογίζεται ότι μεταξύ 2007-2014 το παγκόσμιο χρέος αυξήθηκε κατά 57 τρις δολάρια, φθάνοντας τα 199 τρις δολάρια στο 286% του παγκοσμίου ΑΕΠ, ενώ μέχρι το τέλος του 2016 ξεπέρασε τα 217 τρις, δηλαδή το 325% του παγκόσμιου ΑΕΠ[5].
Το γεγονός αυτό έχει σαν αποτέλεσμα- εκτός από το μεγάλωμα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής «φούσκας»- και την κατάρρευση της ίδιας της χρηματοπιστωτικής αγοράς, λόγω απώλειας της «εμπιστοσύνης». Οι ίδιες οι πρακτικές των κυβερνήσεων και των οικονομικών ιθυνόντων, που εφαρμόστηκαν για να τονώσουν την οικονομική ανάπτυξη, οδηγούν τελικά στην οικονομική κατάρρευση. Δεν είναι βασικά  η «ανευθυνότητα» ή η «απληστία» των αγορών -αν και έπαιξε σημαντικό ρόλο- η αιτία της συνεχιζόμενης οικονομικής κρίσης και της κρίσης των δημοσιονομικών χρεών. Η βασικότερη αιτία είναι η ίδια η επιδίωξη της συνέχισης και της προστασίας της οικονομικής ανάπτυξης και της επικρατούσας αντίστοιχης ιδεολογίας της. Η πιστωτική κρίση και η ύφεση-που ζούμε σήμερα στον καπιταλιστικό κόσμο-είναι μέρος μόνο της συστημικής αποτυχίας του παραγωγικοκαταναλωτικού καπιταλιστικού προτύπου. Επακόλουθο των οικονομικών επιπτώσεων που έχει η όλο και μεγαλύτερη οικονομική ανάπτυξη και μεγέθυνση.

Όσο έχουμε επομένως ένα τέτοιο όγκο χρεών, θα πρέπει να αναρωτηθούμε επειγόντως σαν ανθρωπότητα, αν κάτι τέτοιο είναι «βιώσιμο». Αν οι μελλοντικές γενιές μας θα είναι σε θέση να αποπληρώσουν κάποτε όλο αυτό το χρέος.

Πραγματικά ο μηχανισμός του χρέους χρησιμοποιείται έτσι ώστε συνεχώς να αυξάνονται τα χρέη, για να αυξάνεται και η εξάρτηση με την εξαθλίωση, παρόλο που τις περισσότερες φορές αποπληρώνεται σημαντικό ποσοστό τους. Παράδειγμα: στις αρχές του 1980 το χρέος που είχαν 109 «πιστολήπτριες» χώρες ήταν 430 δισ. δολάρια. Μέχρι το 1986 είχαν πληρώσει σε τόκους 336 δισ. δολάρια, αλλά χρωστούσανε ακόμα 880 δις δολάρια. Σε μια εξαετία χρωστούσαν ποσό υπερδιπλάσιο από το αρχικό, ενώ ήδη είχαν πληρώσει σε τόκους τα 4/5 των αρχικών δανείων!
Η αποπληρωμή όλων αυτών των χρεών στους δανειστές θα απαιτήσει τέτοια ανάπτυξη-μεγέθυνση-επέκταση της υπερ-χρήσης των φυσικών πόρων για υπερπαραγωγή-υπερκατανάλωση-υπερκέρδη, που αυτό θα οδηγήσει σε κατάρρευση του συνολικού πλανητικού οικοσυστήματος-σε πτώχευση της «Α.Ε. Γης».


Τα οικολογικά χρέη

Προς το παρόν οι «παγκόσμιοι παίκτες» στο παγκόσμιο καπιταλιστικό «καζίνο»-η παγκόσμια χρηματοοικονομική ελίτ- που είναι και οι δανειστές σήμερα, χρησιμοποιούν τον μηχανισμό του χρέους για την επίτευξη πειθαρχίας όσον αφορά στο στόχο της «ανάπτυξης» και της μεγέθυνσης των πραγματικών οικονομικών δραστηριοτήτων. Ώστε αυτές να επιφέρουν κέρδη στους επιχειρηματίες της πραγματικής οικονομίας, για να πληρωθούν τα χρέη τους προς τη χρηματική -ηγεμονική σήμερα-οικονομία.

Όμως αυτή η μεγέθυνση απαιτεί αυξημένη παραγωγή, αυξημένη χρήση υλικών και ενέργειας και η αυξημένη κατανάλωση όλων αυτών των υλικών αγαθών, ενώ παράλληλα απαιτεί και αυξημένη εκμετάλλευση του εξίσου σημαντικού πόρου, της ανθρώπινης εργασίας, με μειωμένες αποδοχές . Επίσης απαιτεί αυξημένη παραγωγή αποβλήτων, όσο και να αυξάνεται ο βαθμός απόδοσης της χρησιμοποιημένης τεχνολογίας.

Το τελικό αποτέλεσμα των αυξημένων οικονομικών δραστηριοτήτων του οποιασδήποτε μορφής κεφαλαίου είναι η κατάρρευση των αποθεμάτων των φυσικών πόρων του πλανήτη και του περιβάλλοντος καθώς και της αναπαραγωγής της ανθρώπινης εργατικής δύναμης. Υπάρχει ήδη η συνειδητοποίηση των αγορών ότι έχουν πλέον μεγάλο πρόβλημα στον εφοδιασμό. Περιβαλλοντικοί παράγοντες, ελλείψεις πόρων, η οικονομική διεύρυνση στην Ν.Α. Ασία(αναδυόμενες χώρες) κ.λπ., μειώνουν τη διάρκεια ζωής των πεπερασμένων αποθεμάτων που έχουν απομείνει.


Ο ανταγωνισμός μεταξύ της εξασφάλισης τροφής και της εξασφάλισης της μετακίνησης(τρόφιμα ή βιοκαύσιμα) συμβάλει π.χ. στην αύξηση των τιμών των τροφίμων.
Η αύξηση των εκπομπών του άνθρακα και η συνακόλουθη κλιματική αλλαγή, η μείωση της βιοποικιλότητας, η αποψίλωση και οι πυρκαγιές των δασών, η μείωση των ιχθυαλιευμάτων, η έλλειψη νερού, η υποβάθμιση των καλλιεργούμενων εδαφών συμβάλλουν στην μείωση της αποδοτικότητας και των οικονομικών δραστηριοτήτων των οικονομικά δρώντων ανθρώπων και διογκώνουν το πρόβλημα της ικανοποίησης των βιοτικών αναγκών τους-ιδίως των πραγματικά εργαζομένων με χαμηλούς μισθούς.

Οι υλικές και οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις της μέχρι τώρα «ανάπτυξης» είναι εξίσου υπεύθυνες για τη κρίση, όσο και οι επιπτώσεις της δράσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Μέχρι το 1960 καταναλώναμε το 70% των πόρων του πλανήτη, το 1980 το 100%, το 1999 φθάσαμε στο 120%, το 2008 στο 130% και με τους ρυθμούς που είχαμε μέχρι το 2008- λόγω κρίσης έχουμε κάποια μείωση στο μεταξύ- η πρόβλεψη ήταν ότι το 2030 θα φτάναμε στο 200%(θα χρειαζόμασταν δηλαδή δύο πλανήτες σαν τη Γη, αν συνεχίζαμε με τους ίδιους ρυθμούς «ανάπτυξης»).

Η συνεχής αύξηση της κατανάλωσης των φυσικών πόρων και η αντίστοιχη αύξηση των αποβλήτων οδήγησε ήδη τις σημερινές γενιές να ζουν σε βάρος του μέλλοντος και των επόμενων γενεών. Δημιουργούμε εκτός των οικονομικών χρεών και συνεχώς αυξανόμενα οικολογικά χρέη. Κυρίως θα συμβεί αυτό, γιατί υπάρχουν τα πλανητικά όρια σε πόρους, υλικά και ενέργεια, καθώς και τα όρια στην ενσωμάτωση των τεράστιων απόβλητων των οικονομικών δραστηριοτήτων, γιατί επίσης έρχονται οι κλιματικές αλλαγές και οι συνακόλουθες καταστροφές.

Η ανικανότητά μας να ρυθμίσουμε τις χρηματοοικονομικές αγορές-που αυξάνουν το κοινωνικό τους αποτύπωμα με την έννοια ότι αυξάνουν την κοινωνική εκμετάλλευση- συνδυάζεται με την ανικανότητά μας να προστατέψουμε τους φυσικούς πόρους και να περιορίσουμε τις οικολογικές καταστροφές-αύξηση συνεχής του οικολογικού αποτυπώματος.

Τα χρέη που αφήνουμε στα παιδιά μας και τις μελλούμενες γενιές δεν θα είναι μόνο οικονομικά, επειδή θα πρέπει να πληρώσουν τους πιστωτές μας. Θα είναι και οικολογικά, προς τον πλανήτη και τα οικοσυστήματα, επειδή θα πρέπει να τα αποκαταστήσουν και να τα αναβιώσουν, αν θέλουν φυσικά να επιβιώσουν στο μέλλον.

Θα καλούνται να τα πληρώσουν, με την έννοια ότι θα πρέπει να λάβουν μέτρα για την ανανέωση των πλουτοπαραγωγικών πηγών και πόρων και την αύξηση των δυνατοτήτων των οικοσυστημάτων για απορρόφηση των απόβλητων. Για παράδειγμα, οι αγροτικές τους κοινότητες θα χρειασθεί να επιστρέψουν καλλιεργούμενες εκτάσεις στην άγρια φύση, να κάνουν «ανάπαυση» εδαφών, να επιστρέψουν από την «εύκολη» χημική και μηχανοποιημένη γεωργία, στην «δύσκολη» αγροτο-οικο-γεωργία- για απορρόφηση της περίσσειας του διοξειδίου του άνθρακα της ατμόσφαιρας στη βιομάζα και επιστροφή του στον εδαφολογικό άνθρακα.

Προς το παρόν και τα οικολογικά μας χρέη είναι το ίδιο «επισφαλή», όσο και τα χρηματοοικονομικά. Κανένα από τα δύο χρέη δεν αντιμετωπίζεται , όσο επιμένουμε στη κατεύθυνση της καταναλωτικής ανάπτυξης. Η με αυτόν τον τρόπο επιδιωκόμενη –έστω και βραχυπρόθεσμα-επάνοδο στην «ευημερία», δεν πρόκειται να έρθει και να είναι βιώσιμη. Είμαστε καταδικασμένοι σε αποτυχία, αν επιμένουμε στη ποσοτική μεγέθυνση των ΑΕΠ και των κάθε είδους οικονομικών δραστηριοτήτων και κατανάλωσης, που μπορεί να υπονομεύουν τη μελλοντική μας ύπαρξη και το μέλλον της εργασίας μας.


[1] Χρησιμοποιούμε τον όρο ανάπτυξη σε εισαγωγικά για να τον διακρίνουμε από την χρήση του με άλλες σημασίες, πέρα από την οικονομική μεγέθυνση και την αύξηση διάφορων δεικτών ευημερίας όπως το ΑΕΠ κ.λπ.

[2]Οι 62 πλουσιότεροι άνθρωποι του πλανήτη έχουν σήμερα(2016) τόσο πλούτο, όσο ο μισός πληθυσμός της Γης (περίπου 3,5 δισεκατομμύρια άνθρωποι) αναφέρει έκθεση της Oxfam, που δημοσιοποιήθηκε λίγες μέρες πριν την ετήσια συνάντηση του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ στο Νταβός της Ελβετίας το 2016.
Σύμφωνα με την έκθεση, ο πλούτος των 62 πλουσιότερων ανθρώπων στον κόσμο έχει αυξηθεί κατά 44% από το 2010, ενώ ο πλούτος των φτωχότερων 3,5 δισεκατομμυρίων ανθρώπων μειώθηκε κατά 41%.

[3] Περιττό να πούμε ότι αν η περιουσία δεν εκφραζόταν σε χρήμα σήμερα, δεν θα ήταν δυνατό οι 62 να κατέχουν όλα τα υλικά και άυλα πράγματα που κατέχουν τα 3.5 δις. των ανθρώπων. Τι να τα έκαναν, δε θα είχαν ούτε το χρόνο να τα χρησιμοποιήσουν κατά τη διάρκεια της ζωής τους, ούτε το χώρο για να τα αποθηκεύσουν. Αυτό είναι δυνατόν γιατί το χρήμα από μέσο ανταλλαγής έχει μετατραπεί σε μέσο συσσώρευσης πλούτου.

[4] «Δεν έχεις τα λεφτά για μεγαλύτερο και καινούργιο αυτοκίνητο; Πάρε το με χρηματοδότηση από την τράπεζά σου». «Δεν έχεις όλα τα λεφτά για ιδιόκτητο και μεγάλο σπίτι; Πάρε στεγαστικό δάνειο». Στην κουλτούρα του «δανείσου και ξόδευε» είναι πιο ευάλωτα τα κοινωνικά στρώματα χαμηλού εισοδήματος και η μεσαία τάξη. Όμως αυτή η κουλτούρα δεν φέρνει μακροπρόθεσμα την ευημερία για αυτά τα στρώματα των «από κάτω», αλλά στο τέλος-όταν δεν μπορούν να εξυπηρετήσουν τα δάνεια-μάλλον φέρνει τη δυστυχία, αφού γίνονται έρμαια των πιστωτών.

[5]  Τη χρονιά που ξεκίνησε η χρηματοπιστωτική κρίση ο συνολικός δανεισμός παγκοσμίως ήταν 300% του παγκόσμιου ΑΕΠ, ενώ μια δεκαετία πριν, το 1995, ήταν στο 200%. Από μελέτη της γνωστής εταιρείας συμβούλων  McKinsey Global Institute, το συνολικό παγκόσμιο χρέος, δημόσιο και ιδιωτικό, στις 31/12/10 άγγιζε το ποσό των 158 τρις δολαρίων( 41 τρις κρατικά χρέη, 42 τρις κυκλοφορούντα ομόλογα χρηματοπιστωτικών οργανισμών, 10 τρις εταιρικό χρέος μη χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων και τα υπόλοιπα 64 τρις ήταν χρέη νοικοκυριών). Αντίστοιχα το παγκόσμιο ΑΕΠ ανήλθε το 2010 σε περίπου 60 τρις δολάρια, δηλαδή το χρέος ήταν  263% του ΑΕΠ. Το 2014, σύμφωνα με το παραπάνω Ινστιτούτο, το παγκόσμιο χρέος έφτασε τα 199 τρις. δολάρια και ισοδυναμούσε με το 286% του παγκοσμίου ΑΕΠ. Το 2016 ξεπέρασε τα 217 τρισεκατομμύρια δολάρια, δηλαδή το 325% του παγκόσμιου ΑΕΠ, σύμφωνα με έκθεση του Διεθνούς Χρηματοπιστωτικού Ινστιτούτου IIF (Institute for International Finance).

Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2019

Τι περιμένουμε, δεν υπάρχουν «σωτήρες». Εμείς είμαστε αυτό που περιμέναμε, στον δρόμο προς έναν μετα-καπιταλιστικό κόσμο!



Καθόλα αυτά τα χρόνια της λεγόμενης οικονομικής κρίσης έχει λάβει χώρα στην νεοελληνική κοινωνία μία  διαδικασία, με κεντρικό άξονα την επανανοηματοδότηση του αξιακού μας συστήματος και των πολιτικών μας προταγμάτων.
Μεμονωμένα άτομα αλλά και ομάδες, συλλογικότητες και κινήματα έχουν αναπτυχθεί παντού στην Ελλάδα, έχουν αφήσει πίσω τους το «αναπτυξιακό» μοντέλο που προωθεί τον καταναλωτικό τρόπο ζωής και έχουν υιοθετήσει άλλες φιλοσοφίες και άλλους τρόπους προσωπικής και συλλογικής διαβίωσης.
Η πολύχρονη πορεία ζωής όλων αυτών των ανθρώπων και ομάδων έχει αποδείξει ότι υπάρχουν υγιή και δυναμικά κοινωνικά κύτταρα, οι δράσεις των οποίων επιθυμούν να συναντηθούν και να συντονιστούν.
Στα σημερινά εγχειρήματα του πολύμορφου αυτού κινήματος και στις δραστηριότητές του, εμπεριέχονται οι δυνατότητες μιας κοινωνίας σε μετακαπιταλιστική μετάβαση. Στοιχεία της έχουν ήδη δημιουργηθεί, εάν και ακόμα ξετυλίγονται και δεν είναι πλήρη. Τέτοια στοιχεία είναι αυτά της άμεσης δημοκρατίας στα πλαίσια της λειτουργίας των εγχειρημάτων, της οικολογίας με τη μορφή του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στις οικονομικές δραστηριότητές τους, της οικονομίας των αναγκών στις πρακτικές της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας που υλοποιούν. Της ισότητας των αμοιβών και των αυτοκαθοριζόμενων συνθηκών εργασίας από τα μέλη τους, της ισότητας των φύλων και των μειονοτήτων στη συμμετοχή και στη λήψη των αποφάσεων κ.λπ.
Ταυτόχρονα αυτά τα εγχειρήματα είναι πάντα εκτεθειμένα στον κίνδυνο να εκληφθούν ως ιδιοτελείς προσπάθειες για βελτίωση των συνθηκών ζωής μόνο των μελών τους και όχι και των κοινοτήτων γύρω τους. Αμυντικές μάχες, συγκρούσεις και διαπραγματεύσεις για οικειοποίηση κοινών πόρων απαιτούνται για όσο διάστημα το ιεραρχικό εθνικό κράτος και η καπιταλιστική αγορά με τις αντίστοιχες λογικές τους κυριαρχούν. Αυτές οι μάχες θα γίνονται πιο επιτυχείς, αν δίνονται στο πλαίσιο ενός ισχυρού, κοινού και πάνω από όλα χειραφετικού κοινωνικού κινήματος.
Το συγκεκριμένο μετα-καπιταλιστικό όραμα είναι ένας κόσμος που δεν είναι ιεραρχικός, αλλά συνδεδεμένος με δίκτυα λειτουργικά όλων των επιπέδων και δεσμών, είναι αυτο-οργανωμένος και οι βασικές προσωπικές ανάγκες όλων των πολιτών μπορούν να ικανοποιηθούν μέσω της αφθονίας των συλλογικών αγαθών (Commons). Αυτός ο κόσμος θα χαρακτηρίζεται εξάλλου από αυτοκαθοριζόμενες και γεμάτες ευθύνη σχέσεις δραστηριοτήτων και εργασίας, οι οποίες θα φέρνουν χαρά και νόημα, χωρίς υπερβολική εκμετάλλευση πόρων ή καταστροφή οικοσυστημάτων.
Το κίνημα των κοινοτήτων εμπιστεύεται το ανθρώπινο δυναμικό και μεταφράζει την έννοια της βιωσιμότητας στη γλώσσα των ανθρώπινων αναγκών: Υπάρχει μια βασική ανάγκη, η διατήρηση του πλανήτη, η οποία μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο εάν οργανώσουμε την ικανοποίηση, τόσο των ατομικών όσο και των συλλογικών αναγκών, σε αρμονία με τα όρια που βάζουν οι δυνατότητες των οικοσυστημάτων της γης. Η κοινή χρήση είναι ένας συγκεκριμένος τρόπος αντιμετώπισης της ανθρώπινης και μη ανθρώπινης φύσης, ο οποίος δεν βασίζεται στους καταναγκασμούς του αφηγήματος της «ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων», αλλά αναγνωρίζει ότι εμείς οι άνθρωποι είμαστε ένα (ανα)παραγόμενο στοιχείο του πλανήτη γη. Τα Κοινά (Commons) βέβαια ενδέχεται να μην επιλύσουν μακροπρόθεσμα όλα τα προβλήματα του κόσμου. Αλλά ζούμε το τέλος του καπιταλιστικού κόσμου, στο οποίο δυστοπικό τέλος, οι αντιθέσεις μάλλον τείνουν να επιδεινώνονται και οι συγκρούσεις γίνονται όλο και πιο βάναυσες. Για αυτό είναι ιδιαίτερης σημασίας η δημιουργία θετικών προοπτικών, η διατύπωση και – περισσότερο από οτιδήποτε – η πρακτική ενός αλληλέγγυου οράματος.
Για το μέλλον, φαίνεται επιθυμητό και απαραίτητο να βρεθεί κοινά αποφασισμένη και συντονισμένη κατεύθυνση για την προοπτική του κινήματος. Ο όρος σύγκλιση ταιριάζει σε τέτοιες διαδικασίες σχηματισμού συμμαχιών και περιλαμβάνει επίσης πολλά άλλα ρεύματα που κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Ταυτόχρονα, πρέπει επίσης να εντατικοποιηθούν οι συζητήσεις γύρω από το περιεχόμενο, ώστε να αναλυθούν παραπέρα και τα στρατηγικά ζητήματα, αλλά και να συζητηθούν ανοιχτά τα αμφιλεγόμενα ζητήματα. Μόνο έτσι μπορεί να αποφευχθεί η σημερινή πραγματικότητα, όπου τα διαφορετικά ρεύματα δεν είναι συνδεδεμένα και δρουν παράλληλα και απομονωμένα. Θα χρειασθεί να ληφθεί μέριμνα ώστε να προέλθει μια διασύνδεση που θα χαρακτηρίζεται βέβαια από ποικιλομορφία και όχι οπωσδήποτε από ταύτιση.
Το βασικότερο που θα χρειασθεί να επιδιώξουμε σε όλη αυτή την πορεία διαχρονικά είναι - πέρα από τη συγκεκριμενοποίηση και εμβάθυνση μιας πρότασης όσον αφορά στην οικονομία της αποανάπτυξης- να εμβαθύνουμε και στους δύο επόμενους πυλώνες, δηλαδή την κοινοτική οργάνωση και τη θέσμιση της άμεσης δημοκρατίας με τη μορφή του ελεύθερου ομοσπονδιακού κοινοτισμού. Θα χρειασθεί κυρίως να επιδιώξουμε τη δημοκρατική αναγέννηση του πολίτη. Έχοντας φυσικά επίγνωση της δυσκολίας που υπάρχει, λόγω του κυρίαρχου ανθρωπολογικού τύπου που έχει διαμορφώσει σήμερα ο καπιταλισμός: της ιδιώτευσης, της απάθειας, της συναλλαγής και της αλλοτρίωσης.
Στην ελλαδική αποικία χρέους, με ένα λαό σε επιτήρηση που κυριαρχεί η συνείδηση της παραίτησης και της ανάθεσης σε πολιτικούς «σωτήρες», μας χρειάζεται ένα αποκεντρωμένο σχολείο γνώσης και στοχασμού. Τα κοινοτικά εγχειρήματα κάθε μορφής και αντικειμένου, καθώς και η δημιουργία αποκεντρωμένων δομών που θα συνδυάζουν τη μόρφωση, την παραγωγική διαδικασία αντίστοιχη των κοινωνικών αναγκών, τη δοκιμή δημοκρατικών θεσμών, που θα απαντά ταυτόχρονα και στην οικονομική και στην κρίση αξιών, θα είναι και το σχολείο όπου θα αναπτυχθεί η ατομική και κοινωνική συνείδηση του νέου ανθρωπολογικού τύπου της ριζοσπαστικής αλλαγής. Του ανθρωπολογικού τύπου που θα θέσει και όλη την κοινωνία σε μια κίνηση μετάβασης προς μια κοινωνία ισοκατανομής πόρων και εξουσιών, ενταγμένης με ισορροπία στα τοπικό και πλανητικό οικοσύστημα και τη φύση, δημιουργώντας ταυτόχρονα συνθήκες ευζωίας για τις παρούσες και μελλοντικές γενιές.
Ήλθε ο καιρός, που τα κοινωνικά κινήματα της αλληλεγγύης, του συνεργατισμού, της αντίστασης στην καταστροφή του περιβάλλοντος, και γενικότερα της αποανάπτυξης-τοπικοποίησης, του ελευθεριακού κοινοτισμού, της ριζοσπαστικής οικολογίας και προστασίας του κλίματος, της αυτοδιαχείρισης και της άμεσης δημοκρατίας, θα χρειασθεί να γίνουν και πολιτικά, και συνδεόμενα μεταξύ τους να μετατραπούν σε ενιαίο πολιτικό κίνημα μετάβασης σε μετακαπιταλιστική κοινωνία.
Μπορούμε να  ξεκινήσουμε από την Ελλάδα, όχι μόνο επειδή είναι ο «ναυαγός» του σημερινού μοντέλου της καπιταλιστικής ανάπτυξης, αλλά γιατί δοκιμάσθηκε και η «εναλλακτική λύση» της Αριστεράς στις σημερινές συνθήκες με παταγώδη αποτυχία. Θα χρειασθεί να διαμορφώσουμε ένα νέο είδος πολιτικής που θα στοχεύει στην ευζωία μας και θα στηρίζεται όχι πλέον στη διαμεσολάβηση, αλλά στη συμμετοχή, στη αυτοεκπροσώπηση, στην αυτοοργάνωση!
Αυτή η νέα ριζοσπαστική πολιτική θα χρειασθεί να αγνοήσει όλα τα μέχρι τώρα ανυπόστατα για την ευζωία μας κριτήρια, όπως το ΑΕΠ, τα χρέη κ.λπ. και να νοηματοδοτήσει με νέες έννοιες και αξίες, την καθημερινότητα του "μέσου" πολίτη. Να δημιουργήσει μια νέα ατομική και κοινωνική συνείδηση, η οποία θα κατανοήσει ότι επιτέλους δε μπορεί η ανθρωπότητα να καταναλώνει και να εξαφανίζει σταδιακά τους πόρους ενός πεπερασμένου πλανητικού οικοσυστήματος. Ούτε να αυτοκτονεί "με το πηρούνι και το κουστούμι της".  Αλλά να επιδιώξει μια αξιοβίωτη ζωή που θα συνοψίζεται στα εξής απλά αποαναπτυξιακά συνθήματα:
-Αντί του σημερινού όλο και πιο γρήγορα και επιφανειακά: πιο αργά και σε βάθος
-Αντί του όλο και περισσότερα: ποιότητα, επάρκεια, τα λιγότερα είναι συνήθως αρκετά
-Αντί του όλο και πιο ανταγωνιστικά: συνεργατικά και αλληλέγγυα
-Αντί του όλο και πιο μεγάλα, όλο και πιο μακριά και παγκοσμιοποιημένα: πιο μικρά, πιο κοντά και τοπικά
-Αντί μια χρήσης και με ημερομηνία λήξης: πιο γερά και επανάχρηση
-Αντί για το απρόσωπο και ομογενοποιημένο της μαζικής παραγωγής: πιο όμορφα και προσωπικά
-Αντί μόνο για όποιον έχει χρήματα και μέσω της αγοράς: πιο δίκαια, για τον καθένα που το έχει ανάγκη, από τον καθένα που μπορεί!
Να διαμορφώσουμε «από τα κάτω» ένα απαραίτητο ρεαλιστικό και ελκυστικό πολιτικό πρόγραμμα για την ευζωία για το ξεπέρασμα της σημερινής κατάρρευσης και συγχρόνως για τη μετάβαση σε μια μετακαπιταλιστική κοινωνία, που θα στηριχθεί:

-στην οικονομία των βιοτικών αναγκών και στα «κοινά» όσον αφορά στο περιεχόμενο,
-στον συνεργατισμό-συνεταιρισμό όσον αφορά στις σχέσεις παραγωγής, 
-στη συλλογική-κοινοτική-δημοτική ιδιοκτησία όσον αφορά στα μέσα παραγωγής, 
-στην εγγύτητα, τις μικρές αποστάσεις και την ελεύθερη ενέργεια των ΑΠΕ, όσον αφορά στο μικρότερο δυνατό οικολογικό αποτύπωμα
-στην άμεση δημοκρατία όσον αφορά στις αποφάσεις και τους πολιτικούς θεσμούς
Για ένα νέο «κοινωνικό συμβόλαιο»
Αυτό δεν μπορεί παρά να έχει ως ανώτατη αρχή την έννοια της άμεσης/συμβουλιακής/ κοινωνικής δημοκρατίας, στην οποία όλοι δύνανται να συμμετέχουν ισότιμα στη διαμόρφωση των συνθηκών ζωής και στη διαχείριση των κοινών. Η αρχή αυτή μπορεί να βρει εφαρμογή στη σύγκλιση τακτικών λαϊκών συνελεύσεων, σε τακτά χρονικά διαστήματα, σε επίπεδο χωρικής ενότητας. Οι λαϊκές συνελεύσεις θα καλούνται ταυτόχρονα σε όλες τις χωρικές ενότητες, στις οποίες υπάρχει η δυνατότητα σύγκλισής τους. Εκεί θα συζητούνται όλα τα βασικά προβλήματα της περιοχής ή της χώρας.
Από τις λαϊκές συνελεύσεις, θα ορίζεται (με εκλογή, με κλήρωση ή συναινετικά) ένα Γενικό Αυτόνομο Συμβούλιο Χωρικής Ενότητας με συγκεκριμένο αριθμό ανακλητών εκπροσώπων. Επίσης, θα ορίζονται με τον ίδιο τρόπο Θεματικά Αυτόνομα Συμβούλια Χωρικής Ενότητας πάνω σε ζητήματα όπως π.χ. α)της οικονομίας- παραγωγής, β) των κοινωνικών αγαθών(παιδεία, υγεία, πολιτισμός, κ.λ.π.), γ) των κοινωνικών και εργατικών δικαιωμάτων, δ) των οικολογικών ζητημάτων και ε) της κοινωνικής αυτοάμυνας.
Στο Γενικό Αυτόνομο Συμβούλιο θα συμμετέχουν μέλη των Θεματικών Συμβουλίων αλλά και εκπρόσωποι που θα καθοριστούν απευθείας από τη Λαϊκή Συνέλευση Χωρικής Ενότητας. Με αυτόν τον τρόπο, το Γενικό Συμβούλιο δεν θα είναι απλά ένα άθροισμα των επιμέρους πεδίων δραστηριοποίησης αλλά κάτι πολύ παραπάνω. Οι εκπρόσωποι των Γενικών ή των Θεματικών Αυτόνομων Συμβουλίων θα συναντιούνται μεταξύ τους και, με βάση τις προτάσεις αλλά και τις δυνατότητες που υπάρχουν, θα είναι υπεύθυνοι για την προώθηση και τον συντονισμό τους σε επίπεδο επικράτειας. Οι εκπρόσωποι των Αυτόνομων Συμβουλίων θα πρέπει να έχουν συγκεκριμένα όρια θητείας, προκειμένου οι θέσεις εκπροσώπησης να μην μετατρέπονται σε προσωποπαγείς. 
Αυτό ασφαλώς είναι ένα γενικό περίγραμμα του Ευκταίου να συμβεί, ως έκφραση μιας νέας μορφής  κοινωνικής και πολιτειακής οργάνωσης: της Κοινότητας των Κοινοτήτων, όπως την σκιαγραφούμε στο τελευταίο κεφάλαιο του αντίστοιχου βιβλίου μας.  Όταν και αν ολοκληρωθούν οι δομές της, σε μια όσο γίνεται πιο μικρή χρονικά περίοδο, και όταν από αμυντικές που θα είναι στην αρχή μπορέσουν στο τέλος να επικρατήσουν- σε σχέση συμπλήρωσης,  αντιπαράθεσης, απόρριψης και ρήξης με τις υπάρχουσες δομές του κράτους - τότε μπορεί αυτή η νέα πολιτειακή οργάνωση να  θεσμοθετηθεί με τη μορφή ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου.
Είναι μια πρόταση συνθετικής ενωτικής δράσης στην κατεύθυνση μιας ολικής αναδιοργάνωσης της ζωής μας. Μιλάμε για τη σκιαγράφηση μιας κοινωνικοπολιτικής πρότασης που προϋποθέτει όντως να πάρουμε τις ζωές μας στα χέρια μας όχι ως ευχή ή μεσιανικής υφής, αλλά ως πολιτικό σχέδιο διαμορφωμένο οργανωτικά, που θα βάλει σε κίνηση μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας για να την υλοποιήσει. Αναγκαία συνθήκη για να γίνει μια αλλαγή ορατή και πιστευτή είναι η δυνατότητα πραγμάτωσής της "από τα κάτω", στο σήμερα, με τη μορφή παραδείγματος εκεί που οι πολιτικοκοινωνικές συνθήκες θα το επιτρέψουν.
Αυτή τη δυνατότητα οφείλουμε με θάρρος να διερευνήσουμε, όσοι τέλος πάντων επιδιώκουμε ριζοσπαστικές και βιώσιμες λύσεις.
Το κλειδί για την παραπάνω διαδικασία θα είναι ο συμμετοχικός προϋπολογισμός και προγραμματισμός στους δήμους που υπάρχουν, ο οποίος θα πρέπει να επιδιωχθεί να διαμορφώνεται με βάση τις προτεραιότητες που θέτουν οι συνελεύσεις των κοινοτικών διαμερισμάτων και των γειτονιών των πόλεων, στο πρότυπο των «συνελεύσεων των πλατειών» του 2011-12.
http://www.topikopoiisi.eu/902rhothetarhoalpha/1051895