Από Κοινού: Συνέλευση για την Αποανάπτυξη και την Άμεση Δημοκρατία

Μαζί στον δρόμο προς έναν μετα-καπιταλιστικό κόσμο: με το πρόταγμα της Αποανάπτυξης-Τοπικοποίησης, του Κοινοτισμού και της Άμεσης Δημοκρατίας.
Καθόλα αυτά τα χρόνια της λεγόμενης οικονομικής κρίσης έχει λάβει χώρα στην νεοελληνική κοινωνία μία διαδικασία, με κεντρικό άξονα την επανανοηματοδότηση του αξιακού μας συστήματος και των πολιτικών μας προταγμάτων.
Μεμονωμένα άτομα αλλά και ομάδες, συλλογικότητες και κινήματα έχουν αναπτυχθεί παντού στην Ελλάδα, έχουν αφήσει πίσω τους το «αναπτυξιακό» μοντέλο που προωθεί τον καταναλωτικό τρόπο ζωής και έχουν υιοθετήσει άλλες φιλοσοφίες και άλλους τρόπους προσωπικής και συλλογικής διαβίωσης.
Η πολύχρονη πορεία ζωής όλων αυτών των ανθρώπων και ομάδων έχει αποδείξει ότι υπάρχουν υγιή και δυναμικά κοινωνικά κύτταρα, οι δράσεις των οποίων επιθυμούν να συναντηθούν και να συντονιστούν, έτσι ώστε να εκφραστεί η κοινή πολιτική τους φιλοσοφία, σε μια προοπτική μετασχηματισμού που ανοίγει το δρόμο για μια κοινωνία που θα στηριχθεί:

  • στο αποαναπτυξιακό μοντέλο της οικονομίας των αναγκών, της επάρκειας και του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στη βάση της αφθονίας των υλικών και άυλων Κοινών,
  • στην κοινοτική οργάνωση με βάση την προσωπική και συλλογικήαυτονομία,
  • σε αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς και στη θέσμιση της άμεσης δημοκρατίας με τη μορφή του ομοσπονδιακού Κοινοτισμού.

Πρόκειται για τη διάδοση της παραπάνω θέσης μας, που διευρύνεται και διασυνδέεται εδώ και τώρα. Και εν μέρει, λόγω της επιρρεπούς στην κρίση φύσης του σημερινού κοινωνικού συστήματος, είναι δυνατόν να γίνει πράξη και λογική της πλειοψηφίας.
Στα σημερινά εγχειρήματα του πολύμορφου αυτού κινήματος και στις δραστηριότητές του, εμπεριέχονται οι δυνατότητες μιας κοινωνίας σε μετακαπιταλιστική μετάβαση. Στοιχεία της έχουν ήδη δημιουργηθεί, εάν και ακόμα ξετυλίγονται και δεν είναι πλήρη. Τέτοια στοιχεία είναι αυτά της άμεσης δημοκρατίας στα πλαίσια της λειτουργίας των εγχειρημάτων, της οικολογίας με τη μορφή του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στις οικονομικές δραστηριότητές τους, της οικονομίας των αναγκών στις πρακτικές της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας που υλοποιούν. Της ισότητας των αμοιβών και των αυτοκαθοριζόμενων συνθηκών εργασίας από τα μέλη τους, της ισότητας των φύλων και των μειονοτήτων στη συμμετοχή και στη λήψη των αποφάσεων κ.λπ.
Ταυτόχρονα αυτά τα εγχειρήματα είναι πάντα εκτεθειμένα στον κίνδυνο να εκληφθούν ως ιδιοτελείς προσπάθειες για βελτίωση των συνθηκών ζωής μόνο των μελών τους και όχι και των κοινοτήτων γύρω τους. Αμυντικές μάχες, συγκρούσεις και διαπραγματεύσεις για οικειοποίηση κοινών πόρων απαιτούνται για όσο διάστημα το ιεραρχικό εθνικό κράτος και η καπιταλιστική αγορά με τίς αντίστοιχες λογικές τους κυριαρχούν. Αυτές οι μάχες θα γίνονται πιο επιτυχείς, αν δίνονται στο πλαίσιο ενός ισχυρού, κοινού και πάνω από όλα χειραφετικού κοινωνικού κινήματος.
Το συγκεκριμένο μετα-καπιταλιστικό όραμα είναι ένας κόσμος που δεν είναι ιεραρχικός, αλλά συνδεδεμένος με δίκτυα λειτουργικά όλων των επιπέδων και δεσμών, είναι αυτο-οργανωμένος και οι βασικές προσωπικές ανάγκες όλων των πολιτών μπορούν να ικανοποιηθούν μέσω της αφθονίας των συλλογικών αγαθών (Commons). Αυτός ο κόσμος θα χαρακτηρίζεται εξάλλου από αυτοκαθοριζόμενες και γεμάτες ευθύνη σχέσεις δραστηριοτήτων και εργασίας, οι οποίες θα φέρνουν χαρά και νόημα, χωρίς υπερβολική εκμετάλλευση πόρων ή καταστροφή οικοσυστημάτων.
Το κίνημα των κοινοτήτων εμπιστεύεται το ανθρώπινο δυναμικό και μεταφράζει την έννοια της βιωσιμότητας στη γλώσσα των ανθρώπινων αναγκών: Υπάρχει μια βασική ανάγκη, η διατήρηση του πλανήτη, η οποία μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο εάν οργανώσουμε την ικανοποίηση, τόσο των ατομικών όσο και των συλλογικών αναγκών, σε αρμονία με τα όρια που βάζουν οι δυνατότητες των οικοσυστημάτων της γης. Η κοινή χρήση είναι ένας συγκεκριμένος τρόπος αντιμετώπισης της ανθρώπινης και μη ανθρώπινης φύσης, ο οποίος δεν βασίζεται στους καταναγκασμούς του αφηγήματος της «ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων», αλλά αναγνωρίζει ότι εμείς οι άνθρωποι είμαστε ένα (ανα)παραγόμενο στοιχείο του πλανήτη γη. Τα Κοινά (Commons) βέβαια ενδέχεται να μην επιλύσουν μακροπρόθεσμα όλα τα προβλήματα του κόσμου. Αλλά ζούμε το τέλος του καπιταλιστικού κόσμου, στο οποίο δυστοπικό τέλος, οι αντιθέσεις μάλλον τείνουν να επιδεινώνονται και οι συγκρούσεις γίνονται όλο και πιο βάναυσες. Για αυτό είναι ιδιαίτερης σημασίας η δημιουργία θετικών προοπτικών, η διατύπωση και - περισσότερο από οτιδήποτε - η πρακτική ενός αλληλέγγυου οράματος.
Για το μέλλον, φαίνεται επιθυμητό και απαραίτητο να βρεθεί κοινά αποφασισμένη και συντονισμένη κατεύθυνση για την προοπτική του κινήματος. Ο όρος σύγκλισηταιριάζει σε τέτοιες διαδικασίες σχηματισμού συμμαχιών και περιλαμβάνει επίσης πολλά άλλα ρεύματα που κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Ταυτόχρονα, πρέπει επίσης να εντατικοποιηθούν οι συζητήσεις γύρω από το περιεχόμενο, ώστε να αναλυθούν παραπέρα και τα στρατηγικά ζητήματα, αλλά και να συζητηθούν ανοιχτά τα αμφιλεγόμενα ζητήματα. Μόνο έτσι μπορεί να αποφευχθεί η σημερινή πραγματικότητα, όπου τα διαφορετικά ρεύματα δεν είναι συνδεδεμένα και δρουν παράλληλα και απομονωμένα. Θα χρειασθεί να ληφθεί μέριμνα ώστε να προέλθει μια διασύνδεση που θα χαρακτηρίζεται βέβαια από ποικιλομορφία και όχι οπωσδήποτε από ταύτιση.
Θα χρειασθεί επίσης να γίνει κοινά αποδεκτός ένας όρος που θα μπορέσει να αποτελέσει την κοινή στέγη, τον κοινό στόχο και να περιλαμβάνει τον κοινό ορίζοντα κατανόησης των διαφορετικών ρευμάτων, που δεν μπορεί να είναι άλλος από το ξεπέρασμα του καπιταλισμού.
Γενικότερα, ήρθε ο καιρός, που τα όποια-σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο- σημερινά κοινωνικά κινήματα θα χρειασθεί, στηριζόμενα στη αναβίωση του πνεύματος του κοινοτισμού στις σύγχρονες σημερινές συνθήκες και συνδεόμενα μεταξύ τους, να μετατραπούν σε ενιαίο πολιτικό κίνημα μετάβασης για την μετακαπιταλιστική κοινωνία.
Ειδικά για τη χώρα, που βρίσκεται σε συνθήκες οικονομικού πολέμου και έχει μετατραπεί σε αποικία χρέους, το πολύμορφο αυτό κίνημα θα χρειασθεί να διαμορφώσει ένα ελκυστικό πρόγραμμα διεκδίκησης της «εδώ και τώρα» αλλαγής πορείας, δημιουργώντας ταυτόχρονα τα στοιχεία και τις κοινωνικές δομές του νέου κόσμου που οραματίζεται, αφήνοντας πίσω τον καπιταλιστικό κόσμο που μας οδηγεί στην κοινωνική και οικολογική κατάρρευση.
Η μελλοντική επιδίωξη της κοινωνικής χειραφέτησης και της ένταξης των ανθρώπινων κοινοτήτων –πέρα από σύνορα-με ισορροπία στα πλαίσια ενός πεπερασμένου πλανητικού οικοσυστήματος, θα μπορέσει να υλοποιηθεί μόνο από μια σύγκλιση, στη δράση και στη σκέψη, των παραπάνω κοινωνικοπολιτικών ρευμάτων, και στο επίπεδο της καθημερινής ζωής, και στο επίπεδο της κοινωνικής και πολιτικής θέσμισης. Και καταρχήν στην διαπαιδαγώγηση –μέσα από την συμμετοχή-του απαραίτητου ανθρωπολογικού τύπου -σε κρίσιμο αριθμό- που θα βάλει όλη την κοινωνία σε περίοδο κοινωνικοοικολογικού μετασχηματισμού. Ξεκινώντας βασικά από κάθε τοπική κοινωνία.

Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2020

Αποανάπτυξη-Κοινοτισμός-Άμεση Δημκρατία: Δέκα θέσεις

 

Επεξεργασμένες και περιληπτικά με βάση τη διατύπωσή τους στην International Encyclopedia of the Social & Behavioral Sciences, από τους συγγραφείς: Kallis, G., Demaria, F., D'Alisa, G

 

Θέση 1η: Η ανάπτυξη δεν έχει νόημα

Ο στόχος για αέναη ανάπτυξη είναι παράλογος, δεδομένου ότι το χρήμα μπορεί να είναι μόνο ένα μέσο για ένα σκοπό(ένα τέλος[1]), και όχι ένας σκοπός για τον εαυτό του. Εάν ο σκοπός-τέλος μιας κοινωνίας είναι η «καλή ζωή»(το «ευ ζην» των αρχαίων Ελλήνων, το buen vivir των ιθαγενικών λαών της Λατινικής Αμερικής, η ευζωία, όπως το διατυπώνουμε σε αυτή την ιστοσελίδα), τότε σε κάποιο σημείο της εξέλιξής της, μια κοινωνία θα πρέπει να παράγει αρκετά για την επίτευξη της ευζωίας των μελών της, καθιστώντας περιττή την περαιτέρω ανάπτυξη. Οι ανεπτυγμένες οικονομίες έχουν συσσωρεύσει πλούτο αδιανόητο για μερικές γενιές πίσω, αλλά φαίνονται υποχρεωμένες να επιδιώκουν έναν αυξανόμενο ρυθμό ανάπτυξης χρόνο με τον χρόνο. Ένα βασικό ερώτημα που αντιμετωπίζουν όσοι ασχολούνται με την αποανάπτυξη είναι το γιατί να είναι έτσι!

Στο μικροεπίπεδο των ατόμων, το ακόρεστο καθοδηγείται από τον ανταγωνισμό για την  κοινωνική θέση. Μόλις ικανοποιηθεί μια βασική υλική ανάγκη, τα επιπλέον εισοδήματα αφιερώνονται όλο και περισσότερο για την επιδίωξη της βελτίωσης της θέσης στην κοινωνική πυραμίδα(π.χ., ένα σπίτι μεγαλύτερο από του γείτονα είναι ένα αγαθό θέσης). Ο σχετικός, και όχι ο απόλυτος πλούτος είναι αυτό που έχει σημασία.

Η οικονομική ανάπτυξη και η αύξηση της παραγωγικότητας στον υλικό τομέα, ωστόσο, δεν αλλάζουν τις σχετικές κοινωνικές θέσεις, αλλά αυξάνουν την τιμή των αγαθών θέσης. Ως εκ τούτου, η ανάπτυξη καθιστά τα αγαθά κοινωνικής θέσης κοινωνικά σπανιότερα. Αυτά είναι τα κοινωνικά όρια της ανάπτυξης, δηλαδή υπάρχουν εγγενή όρια όσον αφορά την ικανότητα της ανάπτυξης να ικανοποιεί την ευημερία όλων. Αυτά τα όρια είναι και ένας λόγος γιατί πάνω από ένα ορισμένο επίπεδο, η ανάπτυξη δεν αυξάνει κατά μέσο όρο την ευτυχία.

Από ατομική άποψη, είναι λογικό να επιδιώκεται περισσότερος πλούτος για την κοινωνική ανέλιξη, αλλά συλλογικά, αυτό θα μπορούσε να είναι ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος. Η συνολική ανάπτυξη είναι το αποτέλεσμα αυτού του παράλογου ανταγωνισμού κοινωνικής θέσης και ανέλιξης μεταξύ ατόμων που δεν κάνει κανέναν καλύτερο. Η υπόσχεση της ανάπτυξης, από την άλλη πλευρά, είναι ο μόνος τρόπος με τον οποίο η ψευδαίσθηση της ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας μπορεί να διατηρηθεί προσωρινά ελλείψει αναδιανομής. Είτε έτσι είτε αλλιώς, το τελικό αποτέλεσμα είναι μια παράλογη επιδίωξη ανάπτυξης για χάρη της ανάπτυξης.

Θέση 2η: Η ανάπτυξη είναι αντιοικονομική και άδικη

Η ανάπτυξη δεν αυξάνει πλέον τη συλλογική ευημερία. Αυτή η αποτυχία δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή από το ΑΕΠ, διότι το ΑΕΠ μετρά την ανάπτυξη και όχι την ευημερία. Δεν διακρίνει τη βελτίωση της ευημερίας από την μείωση της ευημερίας από την οικονομική δραστηριότητα. Για παράδειγμα, δαπάνες για τον καθαρισμό μιας πετρελαιοκηλίδας, την κατασκευή φυλακών ή την διεξαγωγή πολέμου, αυξάνουν το ΑΕγχΠ. Ανεξάρτητες μετρήσεις της ευημερίας, όπως οι αυτοαναφoρές για ικανοποίηση ζωής και  θέσμιση άλλων εναλλακτικών δεικτών ευτυχίας ή ευημερίας, όπως είναι ο γνήσιος δείκτης Προόδου ή ο δείκτη βιώσιμης οικονομικής ευημερίας, επιβεβαιώνουν την υπόθεση ότι πάνω από ένα ορισμένο επίπεδο, η ανάπτυξη δεν βελτιώνει την ευημερία.

Το κοινωνικό κόστος της ανάπτυξης περιλαμβάνει κακή ψυχολογική υγεία, αυξημένες ώρες εργασίας, συμφόρηση και ρύπανση. Η εμπορευματοποίηση και η εισαγωγή στην οικονομία των ΑΕΠ των υπηρεσιών στο οικοσύστημα και των μη αμειβόμενων δραστηριοτήτων, ή η χρηματοποίηση των κοινωνικών σχέσεων, όπως η φιλοξενία ή η φροντίδα, διαβρώνουν την κοινωνικότητα, την κοινότητα και το περιβάλλον. Επίσης, τους ηθικούς κανόνες που χρησιμοποιούνται για την καλύτερη ρύθμιση τέτοιων κοινωνικών και περιβαλλοντικών σχέσεων. Αυτό μπορεί να εξηγεί γιατί η σχέση μεταξύ ανάπτυξης και μιας σειράς κοινωνικών δεικτών, όπως η εκπαίδευση ή η ασφάλεια από την εγκληματικότητα, παίρνει τη μορφή: για τα χαμηλά επίπεδα του ΑΕΠ, τόσο πλουσιότερη είναι μια χώρα, όσο καλύτερες είναι οι κοινωνικές συνθήκες, αλλά για τα υψηλά επίπεδα του ΑΕΠ η μεγαλύτερη ανάπτυξη δεν κάνει τη διαφορά. Μάλιστα μπορεί να υποστηριχθεί ότι η ανάπτυξη επιτυγχάνεται λόγω του αυξανόμενου κόστους και όχι μέσω της αύξησης των κοινωνικών παροχών. Με άλλα λόγια, η ανάπτυξη έχει καταστεί αντιοικονομική. Αντ' αυτού, υπάρχει σαφής συσχέτιση μεταξύ ισότητας και κοινωνικής ευημερίας.

Η συνεχής ανάπτυξη του κοινωνικού μεταβολισμού της παγκόσμιας οικονομίας προκαλεί επίσης κοινωνικό και περιβαλλοντικό όλεθρο στις χώρες από όπου εξάγονται τα βασικά προϊόντα για την ενέργεια και οι πρώτες ύλες και εισάγονται τα απόβλητα από τις «αναπτυγμένες» χώρες. Η ανάπτυξη υποστηρίζεται από μια άνιση ανταλλαγή πόρων και υλικών. Αυτό εγείρει ζητήματα περιβαλλοντικής- οικολογικής δικαιοσύνης: τα υλικά οφέλη της εξόρυξης και της κατανάλωσης για τις πλούσιες περιοχές ή τις πιο εύπορες ομάδες (ελίτ), ενώ το κόστος επωμίζονται κοινωνικά περιθωριοποιημένες κοινότητες και γειτονιές. Η άνιση φύση της ανάπτυξης είναι διαπιστωμένη: διατηρεί τα οφέλη που προκύπτουν για τις ελίτ και μετατοπίζει το κόστος προς τους «από κάτω» παντού.

Θέση 3η: Η «ανάπτυξη» είναι οικολογικά μη βιώσιμη

Υπάρχουν ισχυροί δεσμοί μεταξύ της κλίμακας μιας οικονομίας και των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, από την απώλεια οικοσυστημάτων έως τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου. Ορισμένοι θέτουν τη δυνατότητα αποϋλοποίησης, δηλαδή την αποσύνδεση της χρήσης πρώτων υλών και εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα από την οικονομική ανάπτυξη. Δεν υπάρχουν στοιχεία αυτής της αποϋλοποίησης που να λαμβάνει χώρα σε παγκόσμιο επίπεδο, και όπου γίνεται δεν είναι καθόλου κοντά στον απαραίτητο ρυθμό για να αποφευχθεί η εξάντληση των πόρων ή η καταστροφική αλλαγή του κλίματος. Κάποιες πλούσιες οικονομίες δείχνουν σημάδια αργής αποϋλοποίησης για επιλεγμένα υλικά ή πηγές ενέργειας, αλλά αυτό μάλλον φαίνεται να επιτυγχάνεται μέσω της υποκατάστασης της εγχώριας παραγωγής με εισαγωγές από εκβιομηχανισμένες χώρες.

Ένας λόγος για τον οποίο η αποϋλοποίηση είναι πολύ δύσκολη είναι γιατί όσο πιο αποτελεσματική γίνεται μια οικονομία, τόσο περισσότερους πόρους μπορεί να καταναλώσει. Οι τεχνολογικές εξελίξεις οδηγούν σε αποτελεσματικότερη χρήση των πόρων, μειώνοντας το κόστος τους, αλλά αυξάνουν από την άλλη τη ζήτηση για αυτά, καθιστώντας τις νέες χρήσεις πιο προσιτές.

Η προοπτική επίσης μιας διαρθρωτικής μετάβασης σε «αβαρείς» οικονομίες πληροφοριών που βασίζονται στις υπηρεσίες, είναι απίθανο να συμβεί. Η ενσωματωμένη ενέργεια (emergy) των υπηρεσιών είναι πολύ υψηλότερη από εκείνη των πρωτογενών δραστηριοτήτων. Οι δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών είναι οικολογικά επιδοτούμενες από την εξόρυξη βασικών προϊόντων και τη βιομηχανική παραγωγή αλλού.

4η Θέση: Η «ανάπτυξη» πλησιάζει σε ένα τέλος

Ενώ η ανάπτυξη πέραν ενός ορισμένου ορίου δεν συνδέεται με κοινωνικά ή περιβαλλοντικά οφέλη, γίνεται επίσης όλο και πιο δύσκολο να διατηρηθεί με την πάροδο του χρόνου. Υπάρχουν ενδείξεις μείωσης του μακροπρόθεσμου ρυθμού ανάπτυξης στις αναπτυγμένες οικονομίες. Κάποιοι το έχουν αποδώσει στη μείωση των οριακών αποδόσεων, ενώ άλλοι στην εξάντληση των μεγάλων τεχνολογικών καινοτομιών, όπως ο κινητήρας καύσης που τροφοδοτείται με πετρέλαιο και οι σχετικές αλλαγές (αυτοκίνητα, αυτοκινητόδρομοι, προάστια) που προώθησαν τη συσσώρευση στον εικοστό αιώνα. Ακόμα άλλοι επισημαίνουν όρια στη δημιουργία αποτελεσματικής ζήτησης και στην εύρεση συνεχώς νέων επενδυτικών σημείων για τη συσσώρευση κεφαλαίου με ρυθμό αύξησης 2-3% ετησίως.

Οι «αποαναπτυξιακοί», αντ 'αυτών, υποθέτουν την ύπαρξη οικολογικών περιορισμών. Ένα κύριο επιχείρημα της κατεύθυνσης της «αποανάπτυξης» είναι ότι η οικονομική ανάπτυξη επιταχύνει την εντροπία. Η οικονομική ανάπτυξη υποβαθμίζει τα αποθέματα υψηλής τάξης (χαμηλής εντροπίας) και τα μετατρέπει σε χαμηλής τάξης (υψηλής εντροπίας) θερμότητα και εκπομπές. Η ενέργεια δεν μπορεί να ανακυκλωθεί και τα υλικά μπορούν να ανακυκλωθούν μόνο σε κάποιο βαθμό. Δεδομένου ότι η γη έχει ένα περιορισμένο ποσό εξαντλήσιμων πόρων (όπως οι πρώτες ύλες και τα ορυκτά καύσιμα), η μακροπρόθεσμη οικονομική δραστηριότητα μπορεί να διατηρηθεί μόνο με το ρυθμό της ροής της ηλιακής ενέργειας.

Πόσο καιρό στο μέλλον, τα υφιστάμενα αποθέματα ενέργειας και υλικών μπορούν να διαρκέσουν, είναι αντικείμενο σημαντικής συζήτησης. Μερικοί αντιμετωπίζουν το σημείο καμπής του πετρελαίου (peak oil) και άλλα σημεία καμπής στα ποσοστά εξαγωγής βασικών πρώτων υλών όπως ο φώσφορος, ως απόδειξη ότι η εξάντληση των αποθεμάτων ήδη περιορίζει την ανάπτυξη (βλ. Όρια σε: ορυκτούς πόρους, πετρέλαιο αιχμής κ.λπ.). Άλλοι επισημαίνουν διαφορετικές εκτιμήσεις ή ευκαιρίες υποκατάστασης, π.χ. πετρελαίου από φυσικό αέριο ή άνθρακα. Η κλιματική αλλαγή, μια εκδήλωση αυτού που ονομάζεται «θερμική ρύπανση» από την αύξηση της εντροπίας, μπορεί να περιορίσει την οικονομική δραστηριότητα πριν από την εξάντληση των πόρων. Αυτό θα εξαρτηθεί από το ρυθμό μετάβασης σε καθαρότερες πηγές Ενέργειας. Οι βιοοικονομολόγοι είναι δύσπιστοι για μια τέτοια μετάβαση επειδή υπολογίζουν ότι οι ανανεώσιμες πηγές παράγουν πολύ χαμηλότερα ενεργειακά πλεονάσματα (ενεργειακές αποδόσεις στις ενεργειακές επενδύσεις, EROI) από τις συμβατικές πηγές. Αυτό σημαίνει ότι θα χρειαστεί να δαπανηθεί πολλή συμβατική ενέργεια κατά τη μετάβαση στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Σημαίνει επίσης ότι η κλίμακα «ηλιακής οικονομίας» θα πρέπει να είναι πολύ μικρότερη από την τρέχουσα, δεδομένης της πραγματικής χαμηλότερης EROI των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας σε σύγκριση με τα ορυκτά καύσιμα.

Οι μελετητές της «αποανάπτυξης» που αναλύουν την τρέχουσα κρίση, έχουν υποθέσει ότι πράγματι οι πόροι έχουν ήδη περιορίσει τον ρυθμό ανάπτυξης της πραγματικής οικονομίας. Τα όρια αυτά αντικαταστάθηκαν προσωρινά με την άνοδο της πλασματικής (φούσκα) χρηματικής οικονομίας, η οποία διατήρησε την ανάπτυξη για λίγο περισσότερο. Με άλλα λόγια, ο κατά τα άλλα μη βιώσιμος ρυθμός ανάπτυξης έχει διατηρηθεί μέσω ιδιωτικού και δημόσιου χρέους.

5η  Θέση: Η ιδεολογία της «ανάπτυξης» έχει διαβρώσει το πολιτικό

Οι πολιτικοί φιλόσοφοι έχουν επικρίνει την αυξανόμενη από-πολιτικοποίηση του δημόσιου διαλόγου στις δυτικοποιημένες δημοκρατίες. Κάποιοι απέδωσαν την τάση αυτή στην άνοδο του νεοφιλελευθερισμού και στην «Συναίνεση της Ουάσιγκτον» που υποτάσσει την κυρίαρχη πολιτική στις ανάγκες των μη ρυθμιζόμενων κεφαλαίων και των απελευθερωμένων αγορών. Οι μελετητές της «αποανάπτυξης» συμφωνούν με αυτήν την εξήγηση, αλλά εντοπίζουν την προέλευση της αποπολιτικοποίησης πιο πίσω στο χρόνο και στο φαντασιακό της οικονομικής ανάπτυξης και την ιδεολογία της μεγέθυνσης που ηγεμόνευσε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Από την αρχή, η έννοια της οικονομικής ανάπτυξης ήταν στενά συνδεδεμένη με εκείνη της ανάπτυξης γενικότερα, αναφερόμενη στην αναπαραγωγή των συνθηκών που χαρακτηρίζουν τα βιομηχανικά κράτη και στις «υπανάπτυκτες περιοχές», συνθήκες όπως η εξειδίκευση, η παραγωγή για τις αγορές, η γεωργική εντατικοποίηση, η αστικοποίηση, οι σύγχρονες αξίες κ.λπ..

Η συζήτηση για τη «βιώσιμη ανάπτυξη», ισχυρίζονται από την άλλη οι «αποαναπτυξακοί», είχε ως αποτέλεσμα επίσης την αποπολιτικοποίηση, με το να αποσυνδέει τον Περιβαλλοντισμό από τις ριζοσπαστικές κριτικές του νεωτερισμού και τις φιλοδοξίες του να αμφισβητήσει την κυρίαρχη έννοια της καλής ζωής. Ο όρος «αποανάπτυξη» υιοθετήθηκε ρητά ως μια «λέξη βόμβα» για την εκ νέου πολιτικοποίηση του περιβαλλοντισμού και ως πρόκληση στη συναίνεση γύρω από τη βιώσιμη ανάπτυξη. Με έμφαση στις λύσεις win-win και στον ουτοπικό στόχο της διαιώνισης της ανάπτυξης χωρίς να βλάπτεται περιβάλλον, οι αποαναπτυξιακοί κατηγορούν ότι η αειφόρος ανάπτυξη αποπολιτικοποιεί τους πραγματικούς πολιτικούς ανταγωνισμούς σχετικά με το τι θέλουν οι άνθρωποι στο μέλλον. Αποφεύγει το βασικό ερώτημα, αν θα χρειασθεί «εκσυγχρονισμός ή οικολογικοποίηση». Οικολογικοποίηση της κοινωνίας, υποστηρίζουν οι αποαναπτυξιακοί, δεν σημαίνει να εφαρμόσουμε μια εναλλακτικής μορφής ανάπτυξη. Έχει να κάνει με το καθήκον να φανταστούμε και να θεσπίσουμε εναλλακτικές στην ανάπτυξη.

Ορισμένοι υποστηρικτές της αποανάπτυξης εντοπίζουν περαιτέρω αποπολιτικοποίηση από τον νεοφιλελευθερισμό ή τη μεταπολεμική ιδεολογία της ανάπτυξης, εστιάζοντας αντ' αυτού στην προέλευση του νεωτερισμού. Σύμφωνα με τη θεωρία των «δαπανών»(dépense), οι κοινωνίες έχουν πάντα ένα πλεόνασμα πόρων, πάνω από το επίπεδο που είναι απαραίτητο για την απλή αναπαραγωγή της ζωής: η πολιτική αφορά τη συλλογική επιλογή του προορισμού του πλεονάσματος αυτού. Η κύρια καινοτομία του καπιταλισμού ήταν η (θεσμοθετημένη) επένδυση σημαντικού μέρους του πλεονάσματος σε νέα Παραγωγή. Αυτό επέτρεψε την απογείωση της ανάπτυξης κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα. Κατά συνέπεια, ο καπιταλισμός έχει αποκηρύξει την κατ' εξοχήν άσκηση της πολιτικής κυριαρχίας, δηλαδή τις συλλογικές αποφάσεις για τον προορισμό του πλεονάσματος. Παλαιότεροι πολιτισμοί, για παράδειγμα, καθόρισαν το σκοπό τους μέσω διαφορετικών μορφών -μη παραγωγικών- δαπανών του πλεονάσματος, δημιουργώντας νόημα με την οικοδόμηση μιας πυραμίδας, ενός ναού ή ακρόπολης, υποστηρίζοντας μια τάξη μοναχών, ή φιλοσόφων. Αυτή η συλλογική επιδίωξη της αισθητικής έχει χαθεί στον καπιταλιστικό πολιτισμό, έχοντας υποβιβαστεί στην ιδιωτική σφαίρα. Οι δραστηριότητες δαπανών έχουν εμπορευματοποιηθεί και εξατομικευθεί. Πράγματι, η υπόσχεση του νεωτερισμού είναι ότι το νόημα της ζωής πρέπει να βρεθεί από κάθε άτομο και μόνο, και ότι σε αυτή την επιδίωξη αυτός/αυτή έχει κάθε δικαίωμα να κινητοποιήσει όλους τους αναγκαίους πόρους. Σε κοινωνικό επίπεδο, αυτό μεταφράζεται σε μη διαπραγματεύσιμη ζήτηση για ανάπτυξη. Καθώς τα άτομα αναζητούν το νόημα της ζωής, η πραγματικά «πολιτική» σφαίρα όπου το νόημα αυτό διαμορφώνεται συλλογικά, έχει υποταχθεί στην επιτακτική ανάγκη για ανάπτυξη. Για αυτό θα χρειασθεί να δημιουργηθεί μια νέα πολιτική σφαίρα από ένα κοινωνικοπολιτικό κίνημα νέων ανθρώπων με διαφορετικό από τον κυρίαρχο τρόπο σκέψης, ζωής και κοινωνικοπολιτικής δράσης.

6η Θέση: Απελευθερωτικά όρια

Η αποαναπτυξιακή σκέψη στη δεκαετία του 1970 (Αντρέ Γκορτζ, Ιβάν Ίλιτς, Κορνήλιος Καστοριάδης) αποδέχεται το όριο, όχι ως εξωτερικά επιβαλλόμενο, αλλά ως συνειδητή επιλογή που αποτελεί μέρος ενός συλλογικού πολιτικού σχεδίου( «μια κοινωνική επιλογή και μη επιβαλλόμενη ως εξωτερική επιταγή»). Αυτό το επιχείρημα για τον αυτοπεριορισμό λόγω της υποβάθμισης του περιβάλλοντος δεν είναι ούτε ένα  εγγενές τέτοιο(«ας σώσουμε τη φύση για χάρη της φύσης») ούτε ένα χρησιμοθηρικό επιχείρημα του τύπου: «να σώσουμε τη φύση για να σώσουμε τους εαυτούς μας που εξαρτώνται από αυτήν». Πρόκειται περί επιχειρήματος για μια απλούστερη ζωή με περισσότερη αρμονία με τον μη ανθρώπινο κόσμο, για μια ζωή που είναι αυτή που είναι και αξίζει να τη ζήσουμε.

Ο Ivan Illich (1973) προτείνει την απλότητα και τον αυτοπεριορισμό- ορίζοντας την έννοια της φιλικότητας(ευτραπελίας) προς τον άνθρωπο- σαν απαραίτητα στοιχεία για την αυτονομία και κατ' επέκταση για την πραγματική δημοκρατία, την απελευθέρωση και την ισότητα. Φιλικά(ευτράπελα) προς τον άνθρωπο εργαλεία και χώροι είναι εκείνα που είναι κατανοητά, διαχειρίσιμα και ελεγχόμενα από τους χρήστες τους. Ένα σπίτι που χτίστηκε και επισκευάζεται από τους χρήστες του προωθεί την αυτονομία τους. Ένα «έξυπνο» κτίριο του οποίου η θερμοκρασία ελέγχεται από λογισμικό δεν το κάνει. Αυτονομία σημαίνει ότι οι άνθρωποι έχουν τον έλεγχο των εργαλείων και των χώρων τους, πράγμα που σημαίνει ότι δεν παράγονται ούτε διαχειρίζονται ή διοικούνται κάπου αλλού. Ο Illich έθεσε το ζήτημα με τα ορυκτά καύσιμα όχι λόγω του σημείου καμπής του πετρελαίου ή της κλιματικής αλλαγής. Το πρόβλημά του ήταν ότι η χρήση υψηλής τάξης(χαμηλής εντροπίας)ενέργειας υποστηρίζει πολύπλοκα τεχνολογικά συστήματα που δεν μπορούν να ελέγχονται άμεσα από τους χρήστες τους. Τα συστήματα αυτά από την ίδια τους τη φύση απαιτούν εξειδικευμένους εμπειρογνώμονες για τη διαχείρισή τους. Αυτός ο διαχωρισμός μεταξύ εμπειρογνωμόνων και μη ειδικών δημιουργεί αναπόφευκτα αθέμιτες ιεραρχίες και συγκεντρώνει την εξουσία. Ισότητα και δημοκρατία είναι απίθανο να επιτευχθεί, εφόσον οι άνθρωποι δεν έχουν υπό την κυριαρχία και τον κοινό τους έλεγχο τα μέσα παραγωγής και διαμονής. Από αυτή την άποψη, η αποανάπτυξη είναι αντίθετη προς τον πράσινο εκσυγχρονισμό και τις αποτελεσματικές πράσινες τεχνολογίες, όπως έργα μεγάλης κλίμακας για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (βιομηχανικά αιολικά πάρκα ή τα σχέδια ηλιακών πάρκων Σαχάρας-Ευρώπης) ή τρένα μεγάλης ταχύτητας, όχι μόνο επειδή αυτά μπορεί να είναι ανεπαρκή ή να μην είναι αρκετά πράσινα, αλλά λόγω της μη φιλικής πολυπλοκότητας τους.

Ο André Gorz (1982) ανέπτυξε ένα κάπως παρόμοιο επιχείρημα, αλλά σαν αυτονομία τόνισε την ελευθερία από την μισθωτή εργασία. Ο Gorz ορίζει ως αυτόνομο τον τομέα της μη αμειβόμενης εργασίας, όπου τα άτομα και οι συλλογικότητες απολαμβάνουν τον ελεύθερο χρόνο ή παράγουν για ιδία χρήση, και όχι για την αγορά και το εμπόριο. Η σφαίρα της αναπαραγωγής και της φροντίδας ανήκει στην αυτόνομη σφαίρα. Σε αντίθεση με τον Ίλιτς, ο Γκορζ δεν ήταν κριτικός προς τη βιομηχανία· οραματίστηκε μια διπλά αυτόνομη βιομηχανική κοινωνία, αποτελούμενη από μια οικονομική σφαίρα όπου βιομηχανικά αγαθά και υπηρεσίες παράγονται με τη μέγιστη αποτελεσματικότητα, απελευθερώνοντας έτσι όλο και περισσότερο χρόνο για να δαπανάται στον αυτόνομο τομέα. Υποστήριξε επίσης τις αποκεντρωμένες μικροβιομηχανίες που χρησιμοποιούν έναν «ψηφιακό κατασκευαστή» (παρόμοιο με έναν εκτυπωτή 3D), πρότζεκτς παρόμοια με τα σύγχρονα όπως Οικολογία Ανοικτού Κώδικα, όπου η καινοτομία εξαρτάται από τη συνεργασία. Ο Gorz επέκρινε το σοσιαλιστικό όνειρο ενός συλλογικού και δημοκρατικού ελέγχου των μέσων παραγωγής· μοντέρνες γραμμές παραγωγής είναι πολύ πολύπλοκες για να ελέγχονται από τους εργαζόμενους χωρίς αντιπροσώπους, υποστήριξε. Οι βιομηχανίες θα πρέπει να διαχειρίζονται από δημοκρατικά ελεγχόμενα κράτη και να εξασφαλίζουν την ικανοποίηση των βασικών υλικών αναγκών, όλων. Ο σοσιαλισμός θα έρθει μόνο μέσω της απελευθέρωσης από την μισθωτή εργασία, όχι με την αλλαγή των συνθηκών της μισθωτής εργασίας. Παρά την ελαφρώς διαφορετική λογική από τον illich, ο Gorz υποστήριξε επίσης την επέκταση μιας αυτόνομης σφαίρας ήπιας έντασης, με αποεμπορευματοποιημένες, λιτές δραστηριότητες.

Είναι σε αυτό το πνεύμα που πιο πρόσφατα ο Serge Latouche (2011) υποστήριξε ότι η αφθονία μπορεί να βρεθεί στη λιτότητα(«Λιτή Αφθονία»). Γι' αυτόν αφθονία είναι ένα θέμα σχεσιακών, όχι υλικών αγαθών. Είναι θέμα αυτονομίας και φιλικότητας. Μόνο μια κοινωνία που αποφασίζει ότι «έχει αρκετά» και περιορίζει τον εαυτό της από την επιδίωξη αυτού που μπορεί να επιδιωχθεί, μπορεί να λύσει το πρόβλημα της σπανιότητας, ικανοποιώντας τον εαυτό της με ό,τι είναι διαθέσιμο. Μόνο μια κοινωνία που είναι ισότιμη και μοιράζεται ό, τι είναι διαθέσιμο επιδιώκοντας την ευζωία με την επάρκεια, μπορεί να ξεφύγει από τις ανισότητες που διατηρούν την αστάθεια και δημιουργούν μια αίσθηση γενικευμένης σπανιότητας.

Σε αυτό το πνεύμα, ορισμένοι αποαναπτυξιακοί τονίζουν ότι βρήκαν την έμπνευση για τη θεωρία τους, όχι στον Μάλθους, αλλά στους Νεομαλθουσιανούς αναρχο-φεμινιστές της Emma Goldman, η οποία υποστήριξε τη συνειδητή τεκνοποίηση στον αγώνα τους κατά του καπιταλισμού και της εκμετάλλευσης των γυναικείων σωμάτων για την παραγωγή στρατιωτών και φθηνού εργατικού δυναμικού.

 

7η Θέση: Μια μετάβαση πέρα ​​από την ανάπτυξη είναι μια μετάβαση πέρα ​​από Καπιταλισμό

Ο καπιταλισμός σαν οικονομικό σύστημα έχει ως βασικό στόχο τη συσσώρευση κεφαλαίου. Μέσα από ένα σύνολο θεσμών -ιδιωτική περιουσία, εταιρεία, μισθωτή εργασία, ιδιωτική πίστωση και χρήματα με επιτόκιο – ως τελικό αποτέλεσμα έχει-μέσα από μια δυναμική κέρδους- την αναζήτηση περισσότερων κερδών. Η αποανάπτυξη, ακόμη και με τη στενή έννοια της μείωσης της κλίμακας της υλικής οικονομίας, είναι απίθανο να είναι συμβατή με τον καπιταλισμό, γιατί ο βασικός κινητήρας του είναι η ανάπτυξη που δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την απόδοση και την επέκταση. Αυτή είναι μια πραγματικότητα, ακόμη και αν θεωρητικά, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι μελετητές της σταθερής κατάστασης, μια καθολική και φθίνουσα πορεία του ανώτατου ορίου στην παραγωγή υλικών και ενέργειας θα ανάγκαζαν τις καπιταλιστικές οικονομίες να εργαστούν εντός ορίων.

Στην πράξη, ωστόσο, η έλλειψη ανάπτυξης αυξάνει την εκμετάλλευση του εργατικού δυναμικού για τη διατήρηση ή την αύξηση του ποσοστού κέρδους. Έτσι, σε συνθήκες έλλειψης ανάπτυξης, ο καπιταλισμός και η φιλελεύθερη δημοκρατία καθίστανται κοινωνικά και πολιτικά ασταθείς. Η ανάπτυξη αποφεύγει τις αναδιανεμητικές συγκρούσεις και στηρίζει τον καπιταλισμό πολιτικά. Με αυτή την συγκεκριμένη έννοια η ανάπτυξη είναι απαραίτητη για τον καπιταλισμό.

Έχει διατυπωθεί ένα σενάριο όπου μπαίνουν συλλογικά όρια («καπάκια»-«βαλβίδες») και, στη συνέχεια, εφαρμόζονται πολιτικές κοινωνικής ασφάλισης (όπως εγγύηση εργασίας σε όλους από το κράτος) για να εξασφαλισθεί ότι η μείωση της κλίμακας δεν απειλεί τη βασική ευημερία κανενός. Ωστόσο, θα ήταν απαραίτητες ριζικές πολιτικές αλλαγές για να επιτραπεί μια τέτοια φαινομενικά αβλαβής πολιτική «μεταρρυθμίσεων». Στις υπάρχουσες καπιταλιστικές δημοκρατίες υπάρχει ανισότητα στην πολιτική εξουσία, κατανεμημένη περίπου σύμφωνα με την οικονομική δύναμη. Ανώτατα όρια, φόροι ή αναδιανεμητικό εισόδημα/εργασία, προγράμματα ασφαλείας κ.λπ., είναι πιθανό να βλάψουν οικονομικά συμφέροντα με προνομιακή πρόσβαση στις κυβερνήσεις. Μια ριζική αναδιάταξη των σχέσεων εξουσίας θα ήταν απαραίτητη για να θεσπιστούν όλα αυτά, γιατί μετά τη θέσμισή τους, το κεφάλαιο δεν θα κατείχε τη θέση της κυρίαρχης κοινωνικής δύναμης.

 

8η Θέση: Υπάρχουν ήδη αποαναπτυξιακές-μετακαπιταλιστικές εναλλακτικές λύσεις

Η αποανάπτυξη προτείνεται επίσης ως μια δομική έννοια για τη σύνδεση μιας ποικιλίας μετακαπιταλιστικών εναλλακτικών λύσεων με χαμηλές εκπομπές άνθρακα. Υπάρχουν εναλλακτικοί θεσμοί τόσο στο μικρο-επίπεδο της κοινοτικής οργάνωσης όσο και στο μακροοικονομικό επίπεδο κρατικής οικονομικής ρύθμισης.

Για παράδειγμα, ως εναλλακτική λύση στη θέσμιση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας ως κυρίαρχης αρχής κάτω από τον καπιταλισμό, οι αποαναπτυξιακοί τονίζουν την ανάκτηση – και τη δημιουργία νέων – Κοινών (commons), για πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες που βασίζονται στην κοινή χρήση. Μια εικόνα τους αποτελούν οι οικοκοινότητες και τα εγχειρήματα  συστέγασης που πειραματίζονται με μορφές μη ιδιωτικών κατοικιών όπου οι χρήστες μοιράζονται κοινούς χώρους και επενδύσουν τη δική τους εργασία στην κατασκευή και συντήρηση της στέγασής τους. Άλλα παραδείγματα νέων μορφών ιδιοκτησίας είναι οι πειρατές- προγραμματιστές και οι on-line κοινότητες των ψηφιακών Κοινών που απορρίπτουν την ιδιωτική πνευματική ιδιοκτησία, δημιουργώντας και μοιράζοντας («ομότιμη παραγωγή»- «peer production», «copy-left») νέα ανοικτά ψηφιακά προϊόντα ανοικτού κώδικα.

Συνεταιρισμοί εργαζομένων και χρηστών αμφισβητούν την εταιρική μορφή των σχέσεων ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και είναι μακριά από πρόσοδο και κέρδη. Στον τομέα της παραγωγής τροφίμων, και σε αντίθεση με τις γεωργικές επιχειρήσεις, αγρο-οικολογικές ομάδες αγροτών και νέων που «επιστρέφουν στη γη», παράγουν για τη διαβίωσή τους και για εναλλακτικά δίκτυα τροφίμων που συνδέονται άμεσα με συνεταιρισμούς καταναλωτών χωρίς μεσάζοντες. Στους αστικούς κήπους που έχουν πρόσβαση και διαχειρίζονται από κοινού, οι κάτοικοι των πόλεων παράγουν τα δικά τους τρόφιμα και διατηρούν τους δικούς τους χώρους αναψυχής, διαθέτοντας μη αμειβόμενη εργασία για τη διαβίωση και αναψυχή τους. Αποαναπτυξιακοί, στην παράδοση του illich, ασχολούνται επίσης και συμβάλλουν σε διάφορα νέα εκπαιδευτικά ιδρύματα ή ιδρύματα φροντίδας, όπως οι γονικοί παιδικοί σταθμοί και σχολεία, όπου οι γονείς συμμετέχουν άμεσα στην εκπαίδευση των παιδιών τους.

Τέτοιες «ουτοπίες του τώρα» μοιράζονται πέντε χαρακτηριστικά:

1) από την παραγωγή για ανταλλαγή-εμπόριο, στην παραγωγή για χρήση (των συμμετεχόντων ή των τελικών χρηστών)·

 2) μερική υποκατάσταση της μισθωτής εργασίας με εθελοντική δραστηριότητα των μελών, που σημαίνει αποεμπορευματοποίηση και αποειδίκευση της εργασίας·

3) μια αντι-ωφελιμιστική λογική, όπου η κυκλοφορία των αγαθών γίνεται-τουλάχιστον εν μέρει- με ανταλλαγή «αμοιβαίων δώρων» αντί της αναζήτησης κέρδους·

4) μια εγγενής αξία που αποδίδεται στην κοινοτικοποίηση («commoning») και στις σχέσεις μεταξύ τους(«σχεσιακά αγαθά»

 5) η έλλειψη ενσωματωμένης δυναμικής για τη συσσώρευση και επέκταση.

Από την άποψη της βιωσιμότητας, αυτό που είναι ενδιαφέρον είναι η σχετικά χαμηλή εκπομπή διοξειδίου του άνθρακα των υλικών που χρησιμοποιούνται από πολλές τέτοιες εναλλακτικές λύσεις σε σύγκριση με τα συμβατικά κρατικά ή αγοραία συστήματα που προσφέρουν τις ίδιες υπηρεσίες. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα η παραγωγή τροφίμων, τα εναλλακτικά συστήματα φαίνονται να είναι λιγότερο αποδοτικά από τα συμβατικά συστήματα ανά μονάδα προϊόντος, δεδομένου του χαμηλότερου βαθμού εξειδίκευσης και του περιορισμένου καταμερισμού εργασίας (αν και αυτό θα ήταν πιθανότατα λιγότερο, αν κανείς λαμβάνει επίσης υπόψη το περιβαλλοντικό κόστος των εισροών όπως το πετρέλαιο). Παρ' όλα αυτά, οι εναλλακτικές αυτές είναι πιθανό να είναι περιβαλλοντικά πιο ευπρόσδεκτες, ακριβώς επειδή η μη παραγωγικότητά τους περιορίζει την κλίμακά τους (ένα "ριμπάουντ", ή αντίστροφη ανάκαμψη ή εφέ αναπήδησης).

Υπάρχει ένας ενδιαφέρον πολλαπλασιασμός των νέων κοινοτικών εγχειρημάτων και των  μορφών παραγωγής σε συνθήκες οικονομικής κρίσης- ως αποδεικτικό στοιχείο- από την Αργεντινή, την Καταλονία, ή την Ελλάδα. Η εικόνα εδώ είναι ότι, καθώς οι συμβατικοί θεσμοί του καπιταλισμού δεν καλύπτουν τις βασικές ανάγκες των ανθρώπων, υπάρχει μια αυθόρμητη αύξηση των νέων θεσμών στην αυτόνομη σφαίρα.

Τέτοια εγχειρήματα δεν χρειάζεται να αντικαθιστούν τις λειτουργίες του κράτους (την περίθαλψη, την εκπαίδευση, την κοινωνική ασφάλιση ή την παροχή βασικών αγαθών). Αντ'αυτού μπορούν να προσφέρουν εναλλακτικές λύσεις που μετασχηματίζουν τις λειτουργίες των κρατών χωρίς να τις αποσυναρμολογούν, αμφισβητώντας με τον τρόπο αυτό την τάση ιδιωτικοποίησης των κρατικών περιουσιακών στοιχείων και υπηρεσιών.

Στο επίπεδο των κυβερνητικών πολιτικών, η βιβλιογραφία για την αποανάπτυξη έχει ερευνήσει θεσμούς εργασίας και κοινωνικής ασφάλισης που μπορούν να εξασφαλίσουν ουσιαστική απασχόληση χωρίς ανάπτυξη και στήριξη, όπου είναι δυνατή η επέκταση της αυτόνομης σφαίρας. Προτείνεται ένα σύστημα εγγυημένων θέσεων εργασίας που μετατρέπει το κράτος σε εργοδότη έσχατης ανάγκης, μειώνοντας εκ των πραγμάτων την ανεργία στο μηδέν και επιδοτώντας τη περίθαλψη ή τις αυτόνομες δραστηριότητες μέσω των κρατικών δαπανών. Ένα άνευ όρων βασικό εισόδημα για όλους τους πολίτες τελικά, σε συνδυασμό πιθανά με ένα ανώτατο εισόδημα και φορολογία των μισθών και των κερδών, μπορεί να εξασφαλίσει ένα βασικό επίπεδο διαβίωσης και ασφάλειας για όλους όσους δεν έχουν πρόσβαση σε μισθωτή εργασία. Με τις βασικές ανάγκες να καλύπτονται, υποτίθεται ότι θα υπάρξουν περισσότερες ευκαιρίες να αφιερώσει κανείς το χρόνο του στην αυτόνομη σφαίρα και ίσως να μοιραστεί πιο δίκαια η εργασία μέσω της μερικής απασχόλησης στον τομέα της αμειβόμενης εργασίας.

Η κατανομή της εργασίας, η οποία επιτυγχάνεται μέσω αναδιανομής της εργασίας μεταξύ των εργαζομένων και των ανέργων με μείωση του χρόνου εργασίας στον τομέα της αμειβόμενης, μπορεί επίσης να μειώσει την ανεργία και να αναδιανείμει τον πλούτο εάν εφαρμοστεί με ισοτιμία εισοδημάτων. Η ανησυχία που υπάρχει είναι ότι αν θεσμοποιηθούν τα παραπάνω και εάν η τεχνολογία και η παραγωγικότητα συνεχώς βελτιώνεται, η έλλειψη ανάπτυξης θα καταστήσει περιττό ένα αυξανόμενο μέρος του εργατικού δυναμικού. Τότε όμως, το κράτος μπορεί να αναδιανείμει μερικά από τα οφέλη της αυξημένης παραγωγικότητας υπέρ του απελευθερωμένου χρόνου και της αυτόνομης σφαίρας.

Μια άλλη στρατηγική για την επίλυση του προβλήματος της ανεργίας είναι μια διαρθρωτική στροφή που υποστηρίζεται από το κράτος προς μια νέα οικονομία των κοινωνικών και συνεργατικών-συνεταιριστικών δραστηριοτήτων που επικεντρώνονται στις υπηρεσίες (υγεία, εκπαίδευση, αναψυχή). Τέτοιες δραστηριότητες έχουν χαμηλή παραγωγικότητα, αλλά είναι μεγαλύτερης έντασης εργασίας και παρέχουν περισσότερη απασχόληση. Αν και έχουν χαμηλή οικονομική αξία, έχουν υψηλή κοινωνική αξία και μπορούν να αποτελέσουν τη βάση μιας αλληλέγγυας συνεργατικής οικονομίας των αναγκών και της εγγύτητας.

Όσον αφορά το νόμισμα και το πιστωτικό σύστημα, οι θεσμικές προτάσεις που προκύπτουν από τη βιβλιογραφία για την αποανάπτυξη περιλαμβάνουν μηδενικά επιτόκια και πολύ υψηλές απαιτήσεις αποθεματικών για τις τράπεζες, ώστε να περιορίσουν τις πιστωτικές φούσκες που οδηγούν σε φανταστική και εικονική ανάπτυξη. Κοινοτικά νομίσματα, τράπεζες χρόνου και ανταλλαγές χωρίς χρήμα έχουν τη δυνατότητα να επανατοπικοποιήσουν την οικονομική δραστηριότητα, να ελέγχουν την κλίμακά της και να την απομακρύνουν από την επεκτατική δυναμική του νομισματικού συστήματος. Εμπειρίες με κοινοτικά νομίσματα δείχνουν ότι μπορούν να χρησιμεύσουν καλύτερα ως μικρής κλίμακας συμπληρώματα στα κύρια νομίσματα. Τα κρατικά νομίσματα θα συνεχίσουν να είναι σημαντικά λόγω της ανάγκης για δια-υπερ-τοπικές ανταλλαγές σε μια σύνθετη οικονομία και του γεγονότος ότι οι φόροι (μεγάλο μέρος του ακαθάριστου προϊόντος) καταβάλλονται σε συμβατικά χρήματα, ενώ απαιτούνται τεράστια ποσά χρηματοικονομικών και οργανωτικών πόρων για σταθερά νομισματικά συστήματα μεγάλης κλίμακας.

Επί του παρόντος, τα χρήματα δημιουργούνται ως επί το πλείστον μέσω ιδιωτικών τραπεζών. Η προσφορά χρήματος από ιδιωτικές τράπεζες και χρήματα που εκδίδονται ως χρέος μέσω δανείων από αυτές, δημιουργούν πράγματι μια δυναμική ανάπτυξης. Θα μπορούσε και το κράτος όμως να εκδώσει χρέος για την κάλυψη των δημόσιων αναγκών, π.χ. για τη χρηματοδότηση βασικού εισοδήματος ή συστήματος εγγύησης θέσεων εργασίας ή συνεταιρισμών, υπηρεσιών φροντίδας ή έργων ήπιας μορφής ενέργειας. Δημιουργώντας για τον εαυτό τους χρήματα, τα κράτη θα μπορούσαν επίσης να αξιοποιήσουν το κυριαρχικό δικαίωμα (τη διαφορά μεταξύ της ονομαστικής αξίας του χρήματος και του κόστους παραγωγής του), και να εξοικονομήσουν χρήματα με το να μην πρέπει να πληρώνουν ιδιωτικές τράπεζες για να δανείζονται για τη χρηματοδότηση των κρατικών τους δαπανών.

Όσον αφορά στο χρέος, οι αποαναπτυξιακοί οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι η οικονομία δεν μπορεί να αναμένεται να αυξηθεί με τον ρυθμό που απαιτείται για την πληρωμή των χρεών. Το χρέος είναι μια κοινωνική σχέση, και η ιστορία είναι γεμάτη παραδείγματα κοινωνιών που διέγραψαν τα χρέη και ξεκίνησαν από την αρχή. Οι δυτικές κοινωνίες έχουν διατηρήσει έναν υλικά εύπορο τρόπο ζωής με τη μετατόπιση των υποσχέσεων πληρωμής στο μέλλον. Η διαγραφή χρέους ενδέχεται να προκαλέσει μείωση του βιοτικού επιπέδου των μικρών πιστωτών-αποταμιευτών. Από την άποψη της αποανάπτυξης, ο στόχος δεν μπορεί να είναι η ανάπτυξη για την αποπληρωμή χρεών, αλλά η δίκαιη κατανομή του κόστους μιας τέτοιας προσαρμογής. Είναι θεμιτό να διαγράφονται τα χρέη όσων το βασικό βιοτικό τους επίπεδο απειλείται και να μην πληρώνονται χρέη σε όσους δάνεισαν για το κέρδος. Ορισμένες πιστώσεις είναι πιο νόμιμες από ό, τι άλλες. Η αξιολόγηση και η απόφαση θα πρέπει να είναι δημοκρατική. Με αυτή την οπτική, οι αποαναπτυξιακοί υποστηρίζουν τον έλεγχο του χρέους από τους πολίτες και την παγκόσμια σεισάχθεια με αποανάπτυξη.

 

9η Θέση: Οι πολιτικές μετάβασης στην αποανάπτυξη είναι ακόμα ανοικτές και πολυποίκιλες

Πώς όλα αυτά, η εναλλακτική ιδιοκτησία, η εργασία και η πίστωση, οι μικρο-μακρο-θεσμοί θα μπορούσαν να συνδεθούν με εναλλακτικής μορφής κοινωνική και πολιτική οργάνωση εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο σημαντικής συζήτησης. Επίσης, δεν υπάρχει συμφωνία σχετικά με τις πολιτικές στρατηγικές που απαιτούνται για την αντικατάσταση των σημερινών θεσμών του καπιταλισμού με εναλλακτικές λύσεις. Ο Latouche (2009) βλέπει την αλλαγή να έρχεται μέσω της κοινοβουλευτικής πολιτικής των κομμάτων της αριστεράς που θα βάλουν την αποανάπτυξη στο πρόγραμμά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο ένα ιδιαίτερο κόμμα της αποανάπτυξης. Άλλοι βλέπουν μια πιο αυθόρμητη δικτύωση και την άνθηση μετακαπιταλιστικών εναλλακτικών λύσεων που καταλαμβάνουν όλο και περισσότερες πολιτικές και τον οικονομικό χώρο, καθώς το παλιό σύστημα των κρατών και των εταιρειών καταρρέει. Από την άποψη αυτή, οι εναλλακτικές πρακτικές στην εκπαίδευση, την παροχή τροφίμων, τη διαβίωση και την παραγωγή (βλέπε θέση 8 για τις εναλλακτικές λύσεις που υπάρχουν ήδη) είναι στην ουσία «πολιτικές» πρακτικές: αμφισβητούν και αναπτύσσουν συγκεκριμένες εναλλακτικές λύσεις στους κυρίαρχους θεσμούς του καπιταλισμού. Σύμφωνα με την άποψη του Γκράμσι, οι καθημερινές πρακτικές που ανακυκλώνουν τα κοινά νοήματα της κοινωνίας των πολιτών είναι εξίσου αναγκαίες με τον αγώνα για ηγεμονία στους πολιτικούς θεσμούς με την αυστηρή έννοια.

Για ορισμένους αποαναπτυξιακούς, η μετασχηματισμός του πολιτικού συστήματος σε μια άμεση μορφή δημοκρατίας των συνελεύσεων αποτελεί αναπόσπαστο μέρος μιας μετάβασης σε κοινωνίες αποανάπτυξης. Βρίσκουν ελπίδα σε κοινωνικά κινήματα, όπως των αγανακτισμένων (Indignados , Occupy), που διαμόρφωσαν πολιτικές αξίες και εγχειρήματα που είναι παρόμοια με εκείνα της αποανάπτυξης. Γενικά, στις συζητήσεις για την αποανάπτυξη υπάρχει πληθώρα πιθανών δυνητικών στρατηγικών για την αποανάπτυξη και τα πολιτικά ζητήματα, που κυμαίνονται από την μη αμειβόμενη εργασία, μέχρι τις τωρινές ουτοπίες με κοινή εμπειρία ζωής και παραγωγής στην αυτόνομη σφαίρα σε υφιστάμενα κοινωνικά κινήματα, πολιτικά κόμματα και Ενώσεις. Στα πλαίσια της αποανάπτυξης-υποστηρίζουν κάποιοι- υπάρχει μια διάσπαση μεταξύ πολιτικών και «απολίτικων» στρατηγικών-ακτιβιστών, με τους τελευταίους να ορίζονται ως εκείνοι που αρνούνται να «κυβερνηθούν». Οργανωμένα χαρακτηριστικά ανυπακοής στο ρεπερτόριο των ακτιβιστών της αποανάπτυξης, εκτείνονται από τις καταλήψεις εγκαταλελειμμένων σπιτιών, ως στις καθιστικές διαμαρτυρίες κατά των megaprojects και των σταθμών άνθρακα, ή της χρηματοπιστωτικής ανυπακοής, όπως αυτή του Enric Duran, εξέχοντος υποστηρικτή της αποανάπτυξης στη Βαρκελώνη, ο οποίος «απαλλοτρίωσε» 492 000 ευρώ μέσω δανείων από 39 τράπεζες το 2008, για να καταγγείλει τόσο το επιθετικό πιστωτικό σύστημα όσο και να αφιερώσει τα χρήματα αυτά σε κοινωνικά εγχειρήματα.

 

10η Θέση: Η αποανάπτυξη στο Βορρά θα δώσει τη δυνατότητα στον Νότο να ζήσει καλά

Η αποανάπτυξη στον παγκόσμιο Βορρά προτείνεται προκειμένου να απελευθερώσει οικολογικό χώρο και πόρους ώστε να βελτιωθούν οι συνθήκες διαβίωσης στο παγκόσμιο Νότο. Αυτό αντιβαίνει στο τυπικό επιχείρημα της παγκοσμιοποίησης ότι η ανάπτυξη στο Βορρά είναι απαραίτητη έτσι ώστε ο Νότος να έχει αναπτυσσόμενες αγορές για την εξαγωγή των προϊόντων του. Οι αποαναπτυξιακοί ποντάρουν στο ιστορικό γεγονός ότι ο Παγκόσμιος Βορράς δεν χρειαζόταν αναπτυσσόμενες αγορές στο Νότο, προκειμένου να αναπτυχθεί, αλλά μάλλον φθηνούς φυσικούς και ανθρώπινους πόρους τους οποίους εκμεταλλεύθηκε. Στην πραγματικότητα, ένα θα μπορούσε να είναι το επιχείρημα: ότι η αποανάπτυξη στο Βορρά σήμερα θα μειώσει τη ζήτηση φυσικών πόρων και βιομηχανικών αγαθών, καθιστώντας τα πιο προσιτά και προσβάσιμα στο Νότο.

Ακόμα κι έτσι, αυτή η οικονομίστικη διατύπωση των σχέσεων Βορρά-Νότου δεν είναι ικανοποιητική από την άποψη της αποανάπτυξης, καθώς αφήνει ανέπαφο το φαντασιακό της ανάπτυξης και της μεγέθυνσης. Οι πνευματικές ρίζες της αποανάπτυξης μπορούν να αναχθούν στη βιβλιογραφία για την μετα-ανάπτυξη και την κριτική του φαντασιακού της ανάπτυξης για τον «Τρίτο Κόσμο». Η υπόθεση εδώ είναι ότι η απόρριψη της ανάπτυξης στο Βορρά μπορεί να σταματήσει τον αποικισμό του φαντασιακού στο Νότο, από το μοντέλο της ανάπτυξης ως μονόδρομου για το μέλλον του. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει έλλειψη εναλλακτικής φαντασίας για την καλή ζωή στο Νότο. Μεταξύ των παραδειγμάτων περιλαμβάνονται: το Buen Vivir στη Λατινική Αμερική (ή Sumak Kawsay στον Ισημερινό), το Ubuntu στη Νότια Αφρική ή η οικονομία της σταθερότητας του Γκάντι στην Ινδία. Τα οράματα αυτά εκφράζουν εναλλακτικές λύσεις προς το καπιταλιστικό μοντέλο της ανάπτυξης και εναλλακτικές πορείες της κοινωνικοοικονομικής οργάνωσης. Η θέση της αποανάπτυξης είναι ότι αυτές οι εναλλακτικές μπορούν να ανθίσουν στα πλαίσια μιας υποχώρησης του φαντασιακού της ανάπτυξης στις Βόρειες χώρες, οι οποίες το έχουν προωθήσει, αν δεν το έχουν επιβάλει στον υπόλοιπο κόσμο.

Το μέλλον της αποανάπτυξης

Από άποψη έρευνας, υπάρχουν πολλά που πρέπει να γίνουν για την τροποποίηση και διαμόρφωση κάθε μίας από τις 10 διατυπωθείσες παραπάνω θέσεις, την παραγωγή νέων θέσεων και περαιτέρω διαφοροποίηση στο πεδίο της αποανάπτυξης. Απαιτείται περισσότερη έρευνα, για παράδειγμα, για να καταδειχθεί ότι η ανάπτυξη είναι οικολογικά μη βιώσιμη, ή ότι η αποϋλοποίηση είναι αδύνατη και ανεπαρκής. Απαιτούνται περισσότερα ιστορικά δεδομένα για την υποστήριξη της θέσης ότι αντιμετωπίζουμε μια συστημική, και όχι περιοδική, στασιμότητα και ότι τα όρια των πόρων έχουν κάτι να κάνουν με αυτό. Ο ισχυρισμός επίσης ότι η εγκατάλειψη της ανάπτυξης μπορεί να αναβιώσει τον πολιτικό διάλογο και να θρέψει τη δημοκρατία, αντί να ζωντανεύει καταστροφικά πάθη, είναι προς το παρόν αναπόδεικτος. Γενικά, οι ισχυρισμοί αυτοί είναι ισχυρά καθιερωμένοι στο πλαίσιο της κοινότητας αποανάπτυξης, αλλά απέχουν πολύ από το να γίνουν αποδεκτοί από την ευρύτερη κοινωνία, όπου η αποϋλοποίηση και η πράσινη ανάπτυξη εξακολουθούν να θεωρούνται όχι μόνο ως δυνατές, αλλά πιθανότατες.

Απαιτείται επίσης περισσότερη έρευνα για να κατανοήσουμε πώς και γιατί οι άνθρωποι και τα έθνη προσαρμόζονται στην έλλειψη ανάπτυξης, γιατί άλλοι εναλλακτικοί θεσμοί επιτυγχάνουν και αμφισβητούν τον καπιταλισμό, άλλοι καταρρέουν ή ενσωματώνονται στο κυρίαρχο ρεύμα, ή πώς και υπό ποιες προϋποθέσεις, θεσμοί όπως η κατανομή της εργασίας ή ένα βασικό και ανώτατο εισόδημα θα ήταν αποτελεσματικοί, όπως ισχυρίζονται οι συνήγοροί τους.

Ένα άλλο ερώτημα αφορά στην κοινωνική δυναμική, στις συμμαχίες, και στις διαδικασίες που θα βάλουν μπροστά μια Μετάβαση. Το ερώτημα αυτό δεν είναι μόνο διανοητικό και δεν μπορεί να απαντηθεί μόνο από την έρευνα. Η κοινωνική αλλαγή είναι μια διαδικασία δημιουργίας και είναι αδύνατο να προβλεφθεί εκ των προτέρων. Κάποιες ακαδημαϊκές μελέτες πάνω στην αποανάπτυξη θα μπορούσαν να προσφέρουν νέες αφηγήσεις για να εμπνεύσουν και να ενεργοποιήσουν πολιτικές μετάβασης. Η έρευνα για την αποανάπτυξη δεν είναι μόνο δια- και διεπιστημονική. Είναι διαφανής όσον αφορά τις αξίες και τις πολιτικές της, και βασίζεται ρητά σε ένα μοντέλο μετα-κανονικής επιστήμης, σε ερευνητές, ανθρώπους της πράξης και ακτιβιστές που συνεργάζονται σε νέα δίκτυα, όπως για παράδειγμα, οι ομάδες εργασίας των διεθνών διασκέψεων για την αποανάπτυξη. Οι 10 θέσεις που παρουσιάζονται εδώ είναι τα αποτελέσματα αυτής της διαδικασίας και εμψυχώνουν την πολιτική πρακτική. Αλλά αν θέλουμε η συζήτηση για την αποανάπτυξη να διατηρήσει τη δυναμική της, δεν υπάρχει λόγος να παγιωθεί σε αυτές.

Στην ιστοσελίδα της Τοπικοποίησης κάνουμε μια προσπάθεια για παραπέρα συγκεκριμενοποίηση των παραπάνω θέσεων και ο στόχος μας είναι να διατυπωθεί μια ολοκληρωμένη πρόταση για την μετάβαση σε κοινωνίες Αποανάπτυξης-Τοπικοποίησης με τον Κοινοτισμό και την  Άμεση δημοκρατία.



[1] Τέλος στα αρχαιοελληνικά: ολοκλήρωση, τελείωση, εκπλήρωση

Θεσμικές αλλαγές και Αποανάπτυξη-Τοπικοποίηση-Κοινοτισμός

 Η Αποανάπτυξη μπορεί να οριστεί ως σταθερή και δίκαιη μείωση της παραγωγής και κατανάλωσης -των εισροών και εκροών- μιας κοινωνίας.


1) Καταρχήν αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από μεμονωμένες ατομικές μειώσεις στην κατανάλωση ενέργειας ή υλικών, όπως π.χ. με τη χρήση οικονομικών λαμπτήρων ή με την οδήγηση ηλεκτρικών αυτοκινήτων. Οι υποστηρικτές της Αποανάπτυξης υποστηρίζουν την «εθελοντική απλότητα» σαν ένα διευρυμένο, ολοκληρωμένο και δεσμευτικό πακέτο τρόπων ζωής που υπερβαίνει τις μεμονωμένες καταναλωτικές αποφάσεις και, ως εκ τούτου μειώνει, αν και δεν εξαλείφει, τη δυνατότητα για επιστροφή στην υπερκατανάλωση.


Υπάρχει όμως ένα παράδοξο στη βασική θέση της αποανάπτυξης. Η μειωμένη ζήτηση λόγω εξοικονόμησης πόρων από ορισμένους, μπορεί να μειώσει το κόστος των πόρων σε άλλους και έτσι να αυξήσει την συνολική κατανάλωση. Ως εκ τούτου, η προαιρετική απλότητα είναι απαραίτητη μεν, αλλά όχι και αναγκαία προϋπόθεση για μια βιώσιμη συρρίκνωση. 

Θεσμικές παρεμβάσεις και περιορισμοί σε διάφορες κλίμακες, είναι αναγκαίες για να εξασφαλιστεί ότι τα κέρδη της μείωσης της χρήσης πόρων από την απλότητα, δεν θα επενδύονται σε διαδικασίες περαιτέρω συσσώρευσης κεφαλαίου και σε επέκταση της χρήσης τους, καθιστώντας την απλότητα ουσιωδώς ανενεργή.
Οι υποστηρικτές της αποανάπτυξης αναγνωρίζουν επίσης ότι ο εθελοντισμός μόνο δεν μπορεί να πάει μακριά, αν δεν εκφράζεται σε συλλογική και πολιτική δράση για να εξασφαλιστούν οι απαραίτητες προϋποθέσεις για να υλοποιηθεί η απλότητα ή για να διασφαλιστεί ότι η εξοικονόμηση πόρων δεν οδηγεί σε περαιτέρω συσσώρευση. Αντί για εθελοντική απλότητα, προτιμούν να μιλάνε για "το δικαίωμα στην απλότητα". Αυτό αφορά την προστασία ενός συνόλου κοινωνικών και θεσμικών συνθηκών που καθιστούν την επιλογή αυτή ευκολότερη και έτσι θα διευκολύνει την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή και στο τέλος των φθηνών ορυκτών καυσίμων.

2) Κατά δεύτερον, οι υπέρμαχοι της αποανάπτυξης δεν προτείνουν «σχέδια αποανάπτυξης», όπως γίνεται από τους εμπειρογνώμονες και Κυβερνήσεις. Προτείνουν διαφορετικές πιθανές θεσμικές παρεμβάσεις. Θεσμοί που αναδιανέμουν το κόστος, τα οφέλη και τα  κίνητρα της οικονομικής δραστηριότητας μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών παραγόντων, λιγότερες εργάσιμες ώρες, ένα βασικό και ένα ανώτατο εισόδημα, συνεταιριστικές μορφές ιδιοκτησίας, κ. λπ. Είναι ορισμένες από τις πολλές θεσμικές προτάσεις που έχουν συζητηθεί στο πλαίσιο της αποανάπτυξης.


Οι υποστηρικτές της αποανάπτυξης δεν κάνουν κάτι διαφορετικό από οποιονδήποτε άλλο επιστήμονα ή κοινωνικό παράγοντα που προτείνει πολιτικές παρεμβάσεις ή σκόπιμη συλλογική δράση για την επίτευξη ορισμένων στόχων και τη διαμόρφωση των ανθρώπινων υποθέσεων. Κανείς από την Κοινότητα της Αποανάπτυξης δεν μιλά για "βέλτιστα σχέδια αποανάπτυξης". Αντλώντας έμπνευση από το έργο του πολιτικού φιλόσοφου Κορνήλιου Καστοριάδη, υποστηρίζουν την άμεση δημοκρατία μέσω ανοικτών συμμετοχικών διαδικασιών συνέλευσης. Η Αποανάπτυξη προτείνεται σαν «λέξη πύραυλος», σαν μια νέα σημασιολογική έννοια που ενεργοποιεί νέες διαβουλεύσεις για εναλλακτικούς τρόπους μελλοντικής προσαρμογής στις μεταβαλλόμενες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες.


Στην Αποανάπτυξη έχουν εμπλακεί  πραγματικά υφιστάμενα μετα-κανονικά, «εκτεταμένα δίκτυα ομότιμης παραγωγής ",επιστημονικές διαδικασίες σε διάφορες κλίμακες και φόρουμ, όπως στα “15M” και “Occupy” κινήματα στην Ισπανία και αλλού, πρόσωπα από διαφορετικούς τομείς κοινωνικής ζωής, μεταξύ αυτών και επιστήμονες, που συναντιούνται σε δημόσιες πλατείες για την αντιμετώπιση των οικονομικών και πολιτικών κρίσεων. Οι διεθνείς διασκέψεις για την Αποανάπτυξη βασίζονται στην Κοινότητα της ομότιμης παραγωγής γνώσης . Επιστήμονες, ακτιβιστές και υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής συνέρχονται  και συν-διαβουλεύονται με την πρόθεση της συν-παραγωγής γνώσεων και την υπαγωγή των απόψεών τους στην αλληλοκριτική αξιολόγηση.


Σε αυτές και σε άλλες δημόσιες συζητήσεις, οι προτάσεις για την Αποανάπτυξη είναι προσωπικές «γνώμες»(«δόξες», όπως τις αποκαλεί ο Καστοριάδης), που πρέπει να «διαβουλευθούν» από τους συμμετέχοντες και την κοινωνία γενικότερα. Δεν είναι «λύσεις» ή «συνταγές»  προγραμματικές.


3) Μια από αυτές τις διστακτικές «γνώμες»,  που εμφανίστηκαν στις  συζητήσεις για την Αποανάπτυξη είναι και η πρόταση για μειωμένο ωράριο εργασίας. Έχουν εκφρασθεί τρεις λόγοι για αυτό: α) Αν στο επίπεδο της οικονομίας περιοριστεί η παραγωγικότητα από τις πολιτικές της κλιματικής αλλαγής , θα δημιουργήσει μαζική ανεργία. Μόνο η μείωση του ωραρίου και η ανακατανομή της εργασίας, μπορεί να διατηρήσει και την απασχόληση και το κλίμα.β) Η αυξανόμενη ανακατανομή-αναδιανομή της εργασίας στις δυτικές κοινωνίες, από τον απλήρωτο στον αμοιβόμενο τομέα, αύξησε την εμπορευματοποίηση και τη χρηματοποίηση στην καθημερινή ζωή, πράγμα που έχει αρνητικές επιπτώσεις στην κοινωνική συνοχή και την ποιότητα ζωής. Υπάρχει ένα επιχείρημα ευημερίας για την αντιστροφή της εμπορευματοποίησης  της εργασίας και την αναδιανομή της από τον αμειβόμενο στον μη αμειβόμενο τομέα, ανεξάρτητα από τις ανησυχίες για την κλιματική αλλαγή. γ) Οι υποστηρικτές της Αποανάπτυξης δεν βλέπουν κανένα λόγο να εξαρτώνται τόσο πολύ από τους μισθούς η διανομή προϊόντων και υπηρεσιών, όπως γίνεται τώρα. Ένα οικουμενικό βασικό εισόδημα θα μπορούσε να εισαχθεί ως δικαίωμα. Να επισημανθεί βέβαια ότι η πρόταση της αποανάπτυξης  απαιτεί μείωση του ωραρίου στον τομέα της μισθωτής εργασίας , η οποία θα υποκαθίσταται από πιο χρήσιμη και, αν είναι δυνατόν, πιο ευχάριστη εργασία στον αυτοαπασχολούμενο ή μη αμειβόμενο τομέα. Δεν είναι μια καθολική έκκληση για μείωση της εργασίας.
Η σημασιολογική διάκριση μεταξύ αμειβόμενης και μη αμειβόμενης (αναπαραγωγικής) εργασίας  θεωρείται ως δεδομένη, είναι μια σύγχρονη δυτική πραγματικότητα. Κοινότητες και κοινωνίες βιοπορισμού, για παράδειγμα, αναμιγνύουν παραγωγική, αναπαραγωγική και συλλογική εργασία, ή εργασία και παιχνίδι. Είναι η δουλειά για ένα σπιτικό φαγητό στον κήπο ή για ένα τοπικό φεστιβάλ ,πραγματικά,  "εργασία" ή "αναψυχή"; Τέτοιες σημασιολογικές κατηγοριοποιήσεις αλλάζουν, καθώς αλλάζουν οι κοινωνίες. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να επιστρέψουμε σε μια οικονομία βιοπορισμού, μόνο ότι μπορεί να υπάρξει περισσότερη ελαστικότητα για μια δεδομένη κατανομή μεταξύ αμειβόμενης και μη αμειβόμενης εργασίας.


4) Ανεξάρτητα από τις σημασιολογικές κατηγοριοποιήσεις φυσικά, υπάρχει και ένα απόλυτο όριο στο πραγματικό απόθεμα χρόνου, που τα μέλη μιας κοινότητας ή ο πληθυσμός μιας κοινωνίας μπορεί να διαθέσει για παραγωγή και αναπαραγωγή. Εξάλλου, καθώς η ενέργεια θα γίνεται όλο και πιο σπάνια, θα απαιτηθεί περισσότερη συνολική εργασία(ανθρώπινη βιολογική ενέργεια) σαν εξίσωση για να παραχθεί το ίδιο επίπεδο κοινωνικών λειτουργιών. Είναι σωστός επίσης ο ισχυρισμός  ότι η παραγωγικότητα δεν είναι ένας εξωγενής παράγοντας που αυξάνεται αυτόματα. Το οικονομικό όφελος από την υψηλή  παραγωγικότητα βασίζεται σε φθηνές πηγές ενέργειας και όσο αυτές τελειώνουν, θα χρειαστεί να εργαστούμε περισσότερο. Ακόμα και οι πολιτικές για την προστασία του κλίματος-όπως επίσης και η ίδια η κλιματική αλλαγή- μπορούν  να  μετατοπίσουν την κατανάλωση προϊόντων και υπηρεσιών που είναι ενεργοβόρες και εντάσεως εργασίας.


5)Σε αντίθεση με κάποιους υποστηρικτές της αποανάπτυξης, η κλιματική αλλαγή και τα ενεργειακά όρια μπορεί να απαιτούν περισσότερη, και όχι λιγότερη εργασία. Ωστόσο, πρώτον, ενώ μακροπρόθεσμα τα ενεργειακά όρια μπορεί να έχουν σαν αποτέλεσμα τη μείωση της παραγωγικότητας, βραχυπρόθεσμα η παραγωγικότητα μπορεί να συνεχίζει να αυξάνεται και να δημιουργεί ανεργία υπό συνθήκες μη ανάπτυξης. Μπορούμε να το ξεπερέσουμε αυτό με το να εργαζόμαστε λιγότερο, τουλάχιστον χρονικά. Η συλλογικά μοιρασμένη εργασία σε δομές αυτοδιαχείρισης της εργασίας, μπορεί να μειώσει την ανεργία προσωρινά, χωρίς να αποκλείεται η δυνατότητα να χρειαστεί να εργαστούμε περισσότερο ξανά στο μέλλον.
Δεύτερον, και ζωτικής σημασίας, οι υποστηρικτές της αποανάπτυξης δεν υποστήριξαν ποτέ ότι μπορούμε να εργαστούμε λιγότερο διατηρώντας το ίδιο επίπεδο «αφθονίας». Η πρόταση της αποανάπτυξης δεν είναι λιγότερες ώρες εργασίας για το ίδιο ΑΕΠ και ίδια πλεονάσματα, για το ίδιο πακέτο κοινωνικά επιθυμητών λειτουργιών. Είναι ένα κάλεσμα για αλλαγή των κοινωνικών λειτουργιών, που θα επιτρέψουν λιγότερη εργασία ακόμα και αν διαθέτουμε λιγότερη ενέργεια στο μέλλον. Επιπλέον, η λιγότερη εργασία στον αμειβόμενο τομέα τώρα, θα οδηγήσει στο μέλλον σε μετατόπιση των αξιών και των αντιλήψεων, που θα καταστήσουν ευκολότερη τη κλιμακούμενη μείωση των επιθυμητών λειτουργιών.


6) Υπάρχει βέβαια το επιχείρημα ότι η εθελοντική αλλαγή στις κοινωνικές λειτουργίες είναι απίθανο να συμβεί, επειδή θα οδηγήσει σε χαμηλότερους μισθούς και σε άσχημα αμειβόμενη εργασία που κανείς δεν επιθυμεί. Να σημειωθεί καταρχήν ότι οι μισθοί εξαρτώνται και από το επίπεδο των τιμών των προϊόντων, όμως στην ουσία είναι μια πολύπλοκη συνάρτηση της κατανομής του συνολικού προϊόντος μεταξύ κεφαλαίου- εργασίας, και μεταξύ των ατόμων, καθώς και συνάρτηση της προσφοράς και της ζήτησης για αμειβόμενη εργασία. Πώς θα επιδράσουν τέτοιοι παράγοντες στο μέλλον είναι μια συναρπαστική ερευνητική ερώτηση, αλλά η απάντηση δεν μπορεί να είναι γνωστή εκ των προτέρων. Για παράδειγμα, σε πολλές περιπτώσεις, τα συνδικάτα κατάφεραν να αυξήσουν το ωρομίσθιο μέσω συμφωνιών μειωμένου ωραρίου εργασίας. Μελλοντικές μεταβολές του πληθυσμού και των δημογραφικών στοιχείων, προς τα πάνω ή προς τα κάτω δύσκολο να προβλεφθεί, μπορεί να αλλάξουν την εργασία εφοδιασμού. Οι αναδιανεμητικές πολιτικές μπορεί να μετατοπίσουν τα έσοδα από αμοιβές - κεφάλαιο στην εργασία. Η κατανομή των μισθών εξαρτάται επίσης όχι μόνο από την προσφορά και τη ζήτηση, αλλά και από κανόνες και σχέσεις εξουσίας, οι οποίες μπορούν να αλλάξουν μαζί τους. Έτσι, ακόμα και άν το κατά κεφαλήν ΑΕΠ μειωθεί λόγω των ενεργειακών περιορισμών και/ή των αλλαγών στις ανάγκες και επιθυμίες της κοινωνίας, αυτό δεν σημαίνει ότι οι μισθοί θα μειωθούν σε αναλογία 1:1.


7) Να αναφέρουμε επίσης ότι η ευημερία (αν όχι ευζωία) που απορρέει από ένα δεδομένο επίπεδο μισθών δεν είναι μια σταθερή ποσότητα. Η ονομαστική αξία ενός μισθού λέει λίγα. Ο μισθός κάποιου αξίζει ό,τι μπορεί αυτός να αγοράσει. Καθώς οι μισθοί μειώνονται, άλλο τόσο μειώνονται και οι τιμές των εμπορευμάτων. Εάν μειωθούν οι ανισότητες και όλοι έχουν τον ίδιο μισθό, οι τιμές των αγαθών μπορεί να πέσουν. Επίσης, το τι επιθυμεί κάποιος να αγοράσει δεν είναι κάτι το σταθερό: αλλάζει με τον χρόνο, καθώς οι κανόνες και οι προσδοκίες αλλάζουν. Σε ένα κόσμο που η ενέργεια σπανίζει μπορεί κανείς να επιθυμεί λιγότερα υλικά αγαθά και μείωση της εργασίας και αποδοχή χαμηλότερων ανταμοιβών από τον αμειβόμενο τομέα, αν υπάρξουν τρόποι αύξησης της ευζωίας μέσω της αναψυχής ή της εργασίας στον μη αμειβόμενο τομέα. Ένας χαμηλός μισθός με τα σημερινά πρότυπα μπορεί να είναι υψηλός αρκετά με τα αυριανά πρότυπα. Και πάλι, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι πιθανό να πρέπει επίσης να εργαστούμε περισσότερο ή σκληρότερα, αλλά αυτό δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένο. Σε έναν κόσμο με σπανιότητα πόρων η μέση θέση εργασίας θα εγγυάται πιθανώς την πρόσβαση σε χαμηλότερη ποσότητα ενέργειας και υλικών. Αλλά και πάλι, δεν μπορούμε να υποθέσουμε εκ των προτέρων αν αυτό θα βιωθεί από τους ανθρώπους ως απώλεια ευημερίας, για μια αρχική μεταβατική περίοδο. Η έννοια της «φτώχειας» ή του «πλούτου» είναι σχετικές και εξαρτώνται πάντα από συγκρίσεις για το τι συμβαίνει  με το επίπεδο ζωής όλων των άλλων. Για παράδειγμα, η κατοχή και χρήση ενέργειας ή υλικών από έναν  πλούσιο μεσαιωνικό έμπορο, μάλλον ήταν ισοδύναμη με αυτήν ενός φτωχού σήμερα. Αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι στη μεσαιωνική εποχή θα χαίρονταν να εργαστούν για τις απολαβές ενός εμπόρου, οι οποίες ήταν υψηλές σύμφωνα με τα πρότυπα της εποχής τους. Ισοδύναμα, σε έναν σημαντικά φτωχότερο κόσμο αύριο, οι άνθρωποι μπορεί να δουλεύουν για πολύ λιγότερα από σήμερα, αρκεί να είναι αρκετά. Δεν υπάρχουν αντικειμενικοί «υψηλοί» και «χαμηλοί» μισθοί και «καλές» ή «κακές» θέσεις εργασίας, ανεξάρτητα από τις επικρατούσες κοινωνικές συνθήκες, από συγκρίσεις, κανόνες και δυνατότητες. Οι προσδοκίες προσαρμόζονται.


8) Όλα αυτές οι θεωρητικές υποθέσεις δεν γίνονται για να συμπεράνουμε ότι δεν θα χρειαστεί να εργαστούμε περισσότερο στο μέλλον. Απλώς υποδηλώνει ότι το μέλλον της εργασίας-αμειβόμενης  ή μη αμειβόμενης, παραγωγικής ή αναπαραγωγικής, συνεργατικής ή εθελοντικής, εκτός σπιτιού ή οικιακής-καθορισμένης από τα μελλοντικά ενεργειακά όρια, θα είναι ένα περίπλοκο ζήτημα που χρειάζεται διερεύνηση. Γίνεται πιο περίπλοκο όταν λάβουμε υπόψη την ποιότητα της εργασίας, ή τις συνθήκες υπό τις οποίες οι μειώσεις στην αμειβόμενη εργασία μπορεί να βιωθούν ως όφελος , παρά τις απώλειες. Αντί να πάρουμε μια δογματική θέση υπέρ ή κατά της  μείωσης του (αμειβόμενου) εργάσιμου ωραρίου, θα ήταν καλύτερο να συνεχίσουμε να μελετάμε διάφορους δρόμους και σενάρια για την εναλλακτική Αποανάπτυξη και το ωράριο εργασίας.


9) Από τη μεριά μας θα προτείναμε περιληπτικά: Σε μια Οικονομία Αποανάπτυξης, οι περισσότεροι από μας μελλοντικά, θα χρειαζόμαστε μόνο 20 ώρες τη βδομάδα να δουλεύουμε για το μεροκάματο, όσο θα υπάρχει ακόμα τοπική αγορά εργασίας. Τον υπόλοιπο χρόνο θα τον χρησιμοποιούμε για να καλλιεργούμε λαχανικά, από κοινού με άλλους, να επιδιορθώνουμε ποδήλατα ή να φροντίζουμε άλλα αδύνατα μέλη των διευρυμένων οικογενειών-κοινοτήτων μας. Το μέλλον της εργασίας σε μια μετα-αναπτυξιακή κοινωνία θα είναι εξασφαλισμένο και ευχάριστο. 


Γιατί τότε η οικονομία θα σταματήσει να αναπτύσσεται όπως σήμερα: «κυρίαρχος δε θα είναι όποιος έχει τα πολλά,  αλλά όποιος χρειάζεται τα λιγότερα». Από τώρα ήδη χρειαζόμαστε αγαθά που θα κατασκευάζονται με τέτοιο τρόπο, ώστε όχι μόνο οι ειδικοί, αλλά και οι χρήστες τους να είναι σε θέση να τα επισκευάζουν όταν θα χρειασθεί.
Αρκετοί οικονομολόγοι στα σημερινά πανεπιστήμια, δοκιμάζουν διάφορα μοντέλα εργασίας. Ένα από αυτά που αποδεχόμαστε ανεπιφύλακτα, προτείνει: «λιγότερη αμειβόμενη εργασία και αντί αυτής περισσότερη συλλογική». 20 ώρες αμειβόμενης εργασίας θα είναι αρκετές για την ικανοποίηση των αναγκών, ενώ θα μένει περισσότερος χρόνος ώστε από κοινού με άλλους να δημιουργούμε κάτι έξω από την αγορά, για αυτοκατανάλωση ή ανταλλαγή. Έναν λαχανόκηπο, ένα εργαστήριο επισκευών αντικειμένων του νοικοκυριού ή τη συλλογική φροντίδα των αδύναμων μελών ή των παιδιών. Τέτοιες εργασίες θα εκτιμηθούν πολύ στα πλαίσια της κοινωνίας αποανάπτυξης-τοπικοποίησης και κοινοτισμού και θα διασφαλίζουν την ικανοποίηση των αναγκών που έχουμε σαν κοινωνικά-κοινοτικά όντα, αλλά και θα παράγουν λιγότερα απόβλητα ενώ ταυτόχρονα βάζουν τις βάσεις για  μια συνολικά ευτυχέστερη κοινωνία.


Η λέξη-κλειδί είναι «επάρκεια». Η επάρκεια είναι συνώνυμη με την εξασφάλιση των απαραίτητων βιοτικών αγαθών (μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε και τον νεολογισμό «αρκετότητα» ή την πληρότητα), με την επιβράδυνση στους ρυθμούς, με την εκκαθάριση των περισσευμάτων και των αχρείαστων, με την  απελευθέρωση από τον καταναγκασμό της αφθονίας. Ο στόχος δεν είναι η παραίτηση ή η στέρηση, αλλά μάλλον να κάνουμε αναπροσαρμογή και να βάλουμε σε διαφορετική σειρά και προτεραιότητα τα κίνητρα και τους στόχους που θέτουμε στους εαυτούς μας και να απορρίψουμε τα «πρέπει» που δεν μπορούμε πλέον να φέρουμε σε πέρας. Να απορρίψουμε την υπερκατανάλωση και να βάλουμε μπροστά την εγκράτεια και την επάρκεια, ζώντας με αντίστοιχο τρόπο, να πούμε απαραίτητα αντίο στην έννοια της ανάπτυξης και της μεγέθυνσης!

Η σκοπιμότητα της κοινωνικής και θεσμικής αλλαγής


Υπάρχει από κάποιους η άποψη ότι η εθελούσια σμίκρυνση που μεσολαβείται από μια πολιτική-θεσμική αλλαγή, είναι εξαιρετικά δύσκολο να επιτευχθεί σήμερα, μέσα σε ένα δεδομένο κυρίαρχο παραγωγικο-καταναλωτικό πλαίσιο. Υπάρχει επίσης και σκεπτικισμός για θέματα όπως οι μειωμένες ώρες εργασίας ή για το αν οι άνθρωποι θα επιλέξουν εκουσίως τα Λιγότερα.


Οι σκεπτικιστές λένε: καθώς οι κοινωνίες αναπτύχθηκαν όλο και περισσότερο, καθώς αντιμετώπιζαν όλο και περισσότερα προβλήματα στα οποία απαντούσαν με την προσθήκη περισσότερης θεσμικής πολυπλοκότητας, καθώς η διακυβέρνηση και το κράτος επεκτείνονταν για να αντιμετωπίσει τα νέα προβλήματα και φορολογούσε, για παράδειγμα, όλο και περισσότερο τα κοινωνικά ή ενεργειακά πλεονάσματα, έφθανε σε σημείο να οδηγεί σε κατάρρευση το ίδιο το κοινωνικό σύστημα. Έτσι εξηγούν π.χ. τη «πτώση της Ρώμης». Οι σκεπτικιστές θεωρούν σήμερα ότι οι θεσμικές αλλαγές για την αντιμετώπιση της τρέχουσας ενεργειακής-οικονομικής κρίσης είναι καταδικασμένες να αποτύχουν, καθώς οι λύσεις μπορεί να έρθουν μόνο με το κόστος μετάβασης σε αυξημένη θεσμική πολυπλοκότητα1 και συνεπώς με την αύξηση της χρήσης ενέργειας.


 Αλλά μια οργανωμένη κοινωνία αποανάπτυξης και συρρίκνωσης των οικονομιών κλίμακας(τοπικοποίση παραγωγής και διανομής) δεν θα αυξήσει την πολυπλοκότητα , ούτε αναγκαστικά το θεσμικό κόστος μετάβασης σε αυτήν.
Οι υποστηρικτές της αποανάπτυξης-τοπικοποίησης δεν προβλέπουν μεγαλύτερη κρατική γραφειοκρατία και περισσότερο συγκεντρωτικό κράτος, αλλά  αντίθετα μια μετάβαση προς αποκεντρωμένες, αμεσοδημοκρατικές και κοινότητες διαβούλευσης. Κάποιοι το βλέπουν να γίνεται αυτό με συνδυασμό κρατικής/αντιπροσωπευτικής και τοπικής/αμεσοδημοκρατικής μορφής διακυβέρνησης. Εμείς προτείνουμε στο καινούργιο μας βιβλίο για την Κοινότητα των Κοινοτήτων τον Συμβουλιακό Ομοσπονδιακό Κοινοτισμό σαν μορφή αυτοδιακυβέρνησης.


Είναι αλήθεια ότι όλα αυτά μπορεί να είναι ασαφή για την ώρα και είναι ένα όραμα, το οποίο δεν μπορούμε να ξέρουμε αν θα λειτουργήσει ή πώς μπορεί να επιτευχθεί. Το ζήτημα όμως είναι ότι δεν υπάρχει γενικός ιστορικός νόμος  που να λέει ότι τα προβλήματα μπορεί να επιλυθούν μόνο με την αύξηση της πολυπλοκότητας και γραφειοκρατίας, ή ότι η εξέλιξη των αποκεντρωμένων μορφών διακυβέρνησης είναι αδύνατη ή αναγκαστικά οπισθοδρομική. Είναι θέμα κοινωνικών διεκδικήσεων και αγώνων στο πολιτικό πεδίο κάθε φορά.


Οι  περιορισμοί που βάζουν τα τοπικά και πλανητικά οικοσυστήματα είναι αναπόφευκτοι, αλλά οι κοινωνίες εξακολουθούν να έχουν μια ελεύθερη επιλογή για το πώς θα προσαρμοστούν σε αυτούς. Η επιλογή γίνεται ευκολότερη αν ένας απλούστερος μη καταναλωτικός τρόπος ζωής είναι κοινωνικοπολιτικά υλοποιήσιμος για να υπάρξει θετικό αποτέλεσμα. Η  προϋπόθεση για να γίνει αυτό είναι η υλοποίηση θεσμικών αλλαγών. Μια τέτοια θεσμική αλλαγή ξεκινά από την πρόταση ότι η Αποανάπτυξη δεν είναι απαραίτητη μόνο επειδή «θα μείνουμε από βενζίνη και καθαρή ατμόσφαιρα», αλλά επειδή ένας αποαναπτυξιακός κόσμος μπορεί να είναι-υπό ορισμένες προϋποθέσεις- και πιο δίκαιος, και πιο δημοκρατικός , και πιο αξιοβίωτος. Μπορεί αυτή η αισιόδοξη πρόταση να είναι ακόμα μη ολοκληρωμένη, αλλά ας μην βιαστούμε να την απορρίψουμε εκ των προτέρων.


1. Αυτό θα σήμαινε ότι η αμερικανική αυτοκρατορία θα καταρρεύσει επειδή η κυβέρνησή της και το κράτος της αυξάνεται υπέρμετρα. Το ερώτημα είναι εάν -μετά από δεκαετίες πολιτικών Ρηγκανισμού-αυτό είναι πραγματικά το πρόβλημα, ή ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή η συρρίκνωση της κυβέρνησης και η αποδυνάμωση των ικανοτήτων της να επιβλέπει τον ιδιωτικό τομέα και να ρυθμίζει την ποιότητα ζωής με περιβαλλοντικές και άλλες πολιτικές για τα δημόσια αγαθά.

Τρίτη, 9 Ιουνίου 2020

Το νέο συλλογικό βιβλίο μας: ΕΝΑΣ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΦΙΚΤΟΣ. Να θεμελιώσουμε τον πολιτισμό της κοινωνικής ισότητας

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΟΥΚΚΙΔΑ & ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
 

ΕΝΑΣ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΦΙΚΤΟΣ.
Να θεμελιώσουμε τον πολιτισμό της κοινωνικής ισότητας
Επιμέλεια και Πρόλογος: Κώστας Λάμπος
 
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΟΥΚΚΙΔΑ

Από τότε που η Γαλλική επανάσταση ‘της ελευθερίας, της ισότητας και της αδελφότητας’, κατάληξε στον υπαρκτό καπιταλισμό της ακραίας ανισότητας, της ανελευθερίας, της εχθρότητας, του μίσους και της μεγάλης σφαγής στο βωμό του ιδιωτικού κέρδους.
Από τότε που η Οκτωβριανή επανάσταση έγινε για να περάσει ‘Όλη εξουσία στα Σοβιέτ’, δηλαδή στα ‘Εργατικά Συμβούλια’, που σημαίνει ότι έγινε για την Δημοκρατία του Προλεταριάτου, δηλαδή για μια Κοινωνική Δημοκρατία, αλλά η ηγεσία του ΚΚΣΕ επέβαλε την ‘Δικτατορία του Προλεταριάτου’ που κι αυτή εκφυλλίστηκε στην Δικτατορία του Κόμματος.
Από τότε ολόκληρη η εργαζόμενη ανθρωπότητα, δηλαδή, οι δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού προσπαθούν να ξαναμαζέψουν τα συντρίμμια τους, να επιστρέψουν στις επαναστατικές αφετηρίες τους και να συνεχίσουν τους διαχρονικούς αγώνες τους με στρατηγικό στόχο τους την κοινωνική ισότητα και τον αταξικό οικουμενικό ουμανισμό.
Στο μεταξύ ο λεγόμενος ‘μεγάλος θρίαμβος του νεοφιλελευθερισμού’ με την αποκρουστική μορφή του μανιακού αμερικανισμού και των ‘πρόθυμων συνοδοιπόρων’ και ‘χρήσιμων ηλιθίων’ συμμάχων του της λεγόμενης Δύσης και του ΝΑΤΟ και η βίαιη παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου, συμπτώματα της παρακμής του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, κατάληξαν στην καπιταλιστική βαρβαρότητα, στον χειρότερο εφιάλτη για την ανθρωπότητα, πράγμα που ξανάφερε στη σκέψη των εργαζόμενων την έννοια μιας σύγχρονης ουμανιστικής επανάστασης με στόχο την κοινωνική αυτοδιεύθυνση που θα ολοκληρώσει όλες τις προηγούμενες επαναστάσεις και θα οδηγήσει την ανθρωπότητα σ’ έναν καινούργιο και καλύτερο κόσμο.
ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΥΝ:
Γιώργος Χατζηκωνσταντίνου
Μεταξύ εφικτού και ανέφικτου
Γιώργος Στάμκος
Ενέργεια. Το μέτρο της εξέλιξης του ανθρώπινου πολιτισμού. (Ελεύθερη Ενέργεια για όλους)
Γιώργος Κολέμπας
Για τη μορφή και το περιεχόμενο ενός επιθυμητού, αναγκαίου και εφικτού κόσμου: Μια πρόταση
Γιώργος Λιερός
Ξερίζωμα, Επανάσταση, Ρίζωμα. (Δυστοπίες και ευτοπίες)
Δημήτρης Κωνσταντακόπουλος
‘Το μέλλον δεν είναι αυτό που θα συμβεί, είναι αυτό που θα κάνουμε’. (Είναι ο παρών κόσμος βιώσιμος;)
Κώστας Λάμπος
Σκέψεις για μια οικονομία της κοινωνικής ισότητας και της ελευθερίας
________________________________
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΟΥΚΚΙΔΑ & ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ.
Θεμιστοκλέους 37. 106 77 ΑΘΗΝΑ

Τηλ. 2103802644, E-mail. Koukkida.edit@yahoo.gr

Πέμπτη, 28 Μαΐου 2020

Για έναν πολιτισμό «μετά την ανάπτυξη»


Καταρχήν, στον «αναπτυγμένο κόσμο» όλοι θεωρούν ότι η  οικονομική ανάπτυξη μπορεί να λύσει όχι μόνο τα οικονομικά προβλήματα, όπως το χρέος ή την έλλειψη θέσεων εργασίας, αλλά και κοινωνικά προβλήματα, όπως η ανισότητα ή έλλειψη θέσεων στα νηπιαγωγεία. Πολλοί μάλιστα-περισσότερο πράσινοι- έχουν και την ελπίδα ότι "πράσινη ανάπτυξη"- μέσω της ενεργειακής πολιτικής και τεχνολογικής καινοτομίας-θα λύσει και τα οικολογικά προβλήματα. Στη Δύση και τον Βορρά, στασιμότητα σημαίνει για όλους κοινωνική κρίση: ανεργία, ελλείμματα προϋπολογισμού, φτώχεια. Όλα τα κόμματα – ακόμα και της αριστεράς ή των πρασίνων - εστιάζουν στην περαιτέρω οικονομική ανάπτυξη.
 «Χωρίς ανάπτυξη, δε γίνεται τίποτα", αυτό είναι το κλειδί στην ιδεολογία της καπιταλιστικής κοινωνίας η οποία έχει παγκοσμιοποιηθεί πλέον και έχει γίνει και κυρίαρχη ιδεολογία και στις «αναδυόμενες» ή τις «υπο-ανάπτυξη» χώρες. Η πίστη στον επεκτατικό μοντερνισμό έχει γενικευθεί γιατί αυτός υποτίθεται ότι θα μας οδηγήσει σε «κοινωνίες ευημερίας» παντού, και στο Νότο -Ανατολή : η ανάπτυξη είναι η πανάκεια, το ελιξίριο, το καθολικό μέτρο της προόδου, του εκσυγχρονισμού , της ευημερίας μέσω της αύξησης της κατανάλωσης του προσδόκιμου χρόνου ζωής και του κατά κεφαλήν εισοδήματος,  της ίδιας της εξέλιξης του ανθρώπου σε «μετάνθρωπο».
Αλλά είναι πραγματικά έτσι;
Κανείς δεν αρνείται ότι η οικονομική ανάπτυξη κατά το παρελθόν (χρονολογία κλειδί 1980) και σε λιγότερο πλούσιες χώρες (Κίνα) σχετίζεται με την αύξηση της ευημερίας των χαμηλότερων και μεσαίων τάξεων: αλλά η μεγάλη αύξηση της παγκόσμιας κατανάλωσης τα τελευταία χρόνια(βασικά μεταξύ 1990-2007) πυροδοτήθηκε και στηρίχθηκε από την μαζική χορήγηση δανείων από τις τράπεζες. Είχαμε παντού αυξανόμενα επίπεδα χρέους. Των νοικοκυριών, των επιχειρήσεων, των κυβερνήσεων. Με τη μορφή καταναλωτικών χρεών, χρηματοπιστωτικών επενδύσεων, δημοσίων χρεών, εξωτερικών χρεών σε κάθε χώρα. Στο προηγούμενο της κρίσης διάστημα το χαρακτηριστικό ήταν η αύξηση ιδίως των καταναλωτικών χρεών.  Χρησιμοποιήθηκαν σαν μηχανισμός, ώστε η κατανάλωση να γίνει ο βασικός μοχλός της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Εκ των πραγμάτων τα καταναλωτικά δάνεια χρησιμοποιήθηκαν για να αποσυνδέσουν τις καταναλωτικές δαπάνες των εργαζομένων και των μισθωτών από τα αντίστοιχα εισοδήματά τους(« Δεν έχεις τα λεφτά για μεγαλύτερο και καινούργιο αυτοκίνητο; Πάρε το με χρηματοδότηση από την τράπεζά σου». «Δεν έχεις όλα τα λεφτά για ιδιόκτητο και μεγάλο σπίτι; Πάρε στεγαστικό δάνειο». Στην κουλτούρα του «δανείσου και ξόδευε» είναι πιο ευάλωτα τα κοινωνικά στρώματα χαμηλού εισοδήματος και η μεσαία τάξη. Όμως αυτή η κουλτούρα δεν φέρνει μακροπρόθεσμα ευημερία για αυτά, αλλά στο τέλος-όταν δεν μπορούν να εξυπηρετήσουν τα δάνεια-μάλλον φέρνει δυστυχία, αφού τα κάνουν έρμαια των πιστωτών). Σε προσωπικό επίπεδο, η κουλτούρα της κατανάλωσης διευκολύνει απλά την εδραίωση ενός τρόπου ζωής που μας καλεί να συγχέουμε την ευτυχία με την κατανάλωση.
Οι κυβερνήσεις τείνουν συνήθως να δανείζονται χρήματα για να τονώσουν την «ανάκαμψη». Χρειάσθηκαν π.χ. τεράστια χρηματικά ποσά στο τέλος του 2008 και αρχές 2009, ώστε να «σταθεροποιηθεί» το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα, και αυτά εξασφαλίσθηκαν από αυξημένο δημόσιο δανεισμό σε όλες τις πληγείσες από την κρίση χώρες: υπολογίζεται πάνω από 7-8 τρισεκατομμύρια δολάρια. Θα χρειασθούν στη συνέχεια πολλά δάνεια για να αντιμετωπίσουν την υγειονομική κρίση και την ερχόμενη οικονομική κρίση λόγω του κορονοϊού. Το γεγονός αυτό-της αύξησης των χρεών- έχει σαν αποτέλεσμα εκτός από το μεγάλωμα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής «φούσκας» και την κατάρρευση της ίδιας της χρηματοπιστωτικής αγοράς, λόγω απώλειας της «εμπιστοσύνης». Οι ίδιες οι πρακτικές των κυβερνήσεων και των οικονομικών ιθυνόντων, που εφαρμόστηκαν για να τονώσουν την οικονομική ανάπτυξη, οδηγούν τελικά στην κατάρρευση, όχι μόνο την οικονομική. 
Υπάρχει σοβαρός κίνδυνος μιας γενικής κατάρρευσης του συστήματος, σε σύντομο χρονικό διάστημα. Υπάρχει κίνδυνος η κατάρρευση να μη συμβεί σε εκατό χρόνια, αλλά μεταξύ 2020 και 2050. Αυτή μεταφράζεται στην κατάρρευση όλων των θεσμών και των σχέσεων που γνωρίζουμε σήμερα. Και θα έχει χαρακτήρα μη αναστρέψιμο. Όταν οι κοινωνίες γίνονται όλο και πιο σύνθετες, για να λύσουν τα προβλήματά τους απαιτούν κάθε φορά μεγαλύτερη παραγωγή, μεγαλύτερη κατανάλωση και μεγαλύτερες ποσότητες ενέργειας σε μια εποχή που η ενέργεια αρχίζει να σπανίζει.
Παρά το γεγονός ότι υπάρχουν δύο κύριες αιτίες για την κατάρρευση – η κλιματική αλλαγή  και η εξάντληση των πρώτων υλών- πρέπει να δοθεί προσοχή και σε άλλες- φαινομενικά μικρότερες αιτίες- που θα μπορούσαν να πολλαπλασιάσουν τα προβλήματα. Αυτές είναι: τα δημογραφικά προβλήματα, η περιθωριοποίηση των γυναικών, η λεηλάτηση του πλούτου του Νότου, οι μεταναστευτικές ροές. Σήμερα δίνουμε μεγαλύτερη προσοχή στην υγειονομική -χρηματοπιστωτική κρίση, και αυτό είναι λογικό. Εάν όμως η κάθε μία από αυτές τις κρίσεις ξεχωριστά είναι ανησυχητική, ο συνδυασμός τους καταλήγει εκρηκτικός.
Από την άλλη, υπάρχουν αρκετοί λόγοι για τη μη δυνατότητα «αέναης ανάπτυξης», αναφέρουμε δυο:
 1) Πολυάριθμες μελέτες δείχνουν ότι η οριακή χρησιμότητα κάθε επιπλέον ευρώ στην αύξηση της ευημερίας, για παράδειγμα, μειώνεται σημαντικά, ενώ αντίθετα το κόστος της ανάπτυξης αυξάνεται. Από ένα ορισμένο επίπεδο εισοδήματος - και αυτό οι περισσότεροι άνθρωποι στις αναπτυγμένες χώρες το έχουν επιτύχει στη δεκαετία του 1980 - τελειώνει η ανάλογη σχέση μεταξύ ανάπτυξης και ευημερίας: από τότε και μετά,  παρά την οικονομική ανάπτυξη, η ικανοποίηση των ανθρώπων από τη ζωή-ευζωία το λέμε αυτό- όχι μόνο λιμνάζει, αλλά και μειώνεται (παράδοξο του Easterlin ονομάσθηκε αυτό, από το όνομα του καθηγητή που το παρατήρησε πρώτος στις έρευνές του στην Αμερική για την ανθρώπινη ευτυχία). Και όμως η πυξίδα που καθοδηγούσε μέχρι τώρα τις πολιτικές των κυβερνήσεων των αναπτυγμένων χωρών, αλλά όχι μόνο, ήταν η οικονομική ανάπτυξη με κριτήριο μέτρησής της το ΑΕΠ. Αυτό καθόρισε τη λογική όχι μόνο του πολιτικού προσωπικού, αλλά ολόκληρων των κοινωνιών και των πολιτών-καταναλωτών. Όλοι παρακολουθούσαν με αγωνία τις προγνώσεις για την ανάπτυξη σε κάθε χώρα εσωτερικά, αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο. Τα προγράμματα όλων των κομμάτων, ακόμα και αυτών που δεν πήραν ποτέ την εξουσία, ήταν και είναι ακόμα γεμάτα με προτάσεις για πολιτικές μεγαλύτερης κάθε φορά ανάπτυξης.
2) Ένας δεύτερος σημαντικός λόγος είναι η αυξανόμενη ανισότητα. Γιατί από την αύξηση των ΑΕΠ και των εισοδημάτων των τελευταίων 25 ετών – οι ιδεολόγοι της ανάπτυξης αδιαφοροποίητα γιόρτασαν αυτό σαν την «τεράστια επιτυχία της ανάπτυξης» - έχουν de facto μερικοί μόνο κερδίσει. Το πλουσιότερο 5% έχει οικειοποιηθεί το μισό από τα κέρδη αυτά των εισοδημάτων. Εν τω μεταξύ, 62 άτομα κατείχαν το 2017 τόσα πολλά, όσα το μισό του παγκόσμιου πληθυσμού και η συγκεντροποίηση του πλούτου συνεχίζεται χρόνο με το χρόνο.  Η όποια ισότητα ή το όποιο καλό κοινωνικό σύστημα δεν είναι φυσική απόρροια της οικονομικής ανάπτυξης, αλλά το αποτέλεσμα των κοινωνικών αγώνων και των διαδικασιών πολιτικής διαπραγμάτευσης. Μη ξεχνάμε ότι: Η «ανάπτυξη» στην περίπτωση των «πλούσιων» χωρών, οφείλεται στην λεηλασία των πόρων των «φτωχών» χωρών τους τελευταίους αιώνες. Η λεηλασία αυτή έχει μετατρέψει σε «φτωχές», χώρες που στην ουσία είναι πλούσιες σε πόρους και ενέργεια!
Η επιδίωξη της «καταναλωτικής ευημερίας» παντού σήμερα-και στην Ανατολή, Νότο-έχει φθάσει στα όρια. Αυτό δείχνει η παρούσα οικονομική-υγειονομική κρίση: πίσω από αυτές βρίσκεται στην ουσία η οικολογική κρίση. Με την έννοια της μείωσης της βιοποικιλότητας και της έλλειψης πόρων και ενέργειας από τη μια και την πεπερασμένη δυνατότητα του πλανητικού συστήματος να απορροφήσει τον μεγάλο όγκο των αποβλήτων μας από την άλλη. Στην πραγματικότητα δεν έχουμε φθάσει στην οικολογική καταστροφή και στην πτώχευση της «ΑΕ ΓΗΣ», επειδή δεν υπάρχει –πέρα από την κοινωνική δικαιοσύνη-και αυτό που έχει ονομασθεί οικολογική δικαιοσύνη: με βάση τις εκπομπές Διοξειδίου του Άνθρακα -πριν τη Συμφωνία του Παρισιού το 2015- για παράδειγμα, ο μέσος κάτοικος των ΗΠΑ εξέπεμπε περίπου 20 τόνους, της Γερμανίας 10 τόνους, της Κίνας 4.6 τόνους, ενώ  αντίθετα του Μπαγκλαντές 0,3 τόνους και του Μάλι μόνο 50 κιλά. Για τον μέσο Έλληνα δεν έχουμε ακριβή στοιχεία, σύμφωνα όμως με στοιχεία του ΟΟΣΑ, στη 10ετία του 2000-2009 ο μέσος κάτοικος της χώρας εξέπεμπε κατά μέσο όρο 8,7 τόνους CO2.
Το κλίμα  δεν έχει αποσταθεροποιηθεί εντελώς μέχρι σήμερα λοιπόν, μόνο και μόνο επειδή άλλοι άνθρωποι σε άλλα μέρη της γης εκπέμπουν πολύ λιγότερο από ό, τι δικαιούνται. Ζουν στην Αφρική, την Ασία, την Κεντρική και τη Νότια Αμερική και έχουν επωφεληθεί μόνο περιθωριακά από την ορυκτή ενέργεια. Και είναι ακριβώς αυτοί οι άνθρωποι που ζουν στις περιοχές που αντιμετωπίζουν σήμερα τους μεγαλύτερους κινδύνους από την αλλαγή του κλίματος μέσω των ολοένα συχνότερων και μεγαλύτερων τυφώνων, των πλημμυρών και της ξηρασίας. Οικολογική –Κλιματική Δικαιοσύνη θα σήμαινε σήμερα: Αν ο μέσος Ευρωπαίος εκπέμπει 10 τόνους διοξειδίου το χρόνο, και ο στόχος της αύξησης της υπερθέρμανσης κατά 1,5 βαθμούς απαιτεί εκπομπή ενός μόνο τόνου[1], τότε απαιτείται μείωση στο ένα δέκατο. Αυτό είναι το πρωτοφανές καθήκον της εποχής μας, στον «αναπτυγμένο» κόσμο. Οι καταναλωτικές κοινωνίες του παγκόσμιου Βορρά-Δύσης βρίσκονται μπροστά στην ανάγκη για μια βαθιά πολιτιστική αλλαγή. Για να είναι αυτή εποικοδομητική (γιατί ένα τελευταίο ξέσπασμα βίας και πόλεμος θα καταναλώσει τον πλανήτη γρήγορα και οριστικά), χρειάζεται οικολογική δικαιοσύνη και ισοκατανομή βαρών. Αν υπάρξει ισοκατανομή βαρών και κοινωνική-οικολογική-κλιματική δικαιοσύνη, τότε οι «φτωχές» σήμερα χώρες μπορούν πιο εύκολα να στηρίξουν την μετάβασή τους σε κοινωνίες αποανάπτυξης και μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος, γιατί δεν θα είναι αναγκασμένες να παραιτηθούν από την υπερκατανάλωση-πράγμα που δεν είχαν τη δυνατότητα οι πλειοψηφίες των πληθυσμών τους- όπως θα χρειασθεί να συμβεί στις πλούσιες χώρες!
Ο καπιταλισμός ήταν και είναι ένα σύστημα που έχει ιστορικά επιδείξει μια τεράστια ικανότητα προσαρμογής στις διάφορες προκλήσεις. Η αδυναμία του  όμως να αντιαντιμετωπίσει σήμερα την οικολογική κρίση δείχνει ότι γρήγορα πηγαίνει σε μια φάση της τελικής διάβρωσης, από την οποία έχει μόνο μία διέξοδο: τον οίκο-φασισμό, μια προοπτική που βασίζεται στην ιδέα ότι πολλοί άνθρωποι στον πλανήτη περισσεύουν. Δρα περιθωριοποιώντας αυτούς που περισσεύουν. Αυτό το κάνει ήδη και στην πιο σκληρή του εκδοχή, τους εξοντώνει, μπροστά στην επικείμενη γενική έλλειψη δείχνει όλο και πιο αποφασισμένος να διατηρήσει τους σπάνιους πόρους σε λίγα χέρια.
Από την άλλη, οι σημερινές γενιές των ανθρώπων-ακόμα και των λεγόμενων «από κάτω» που εκμεταλλεύονται από τον καπιταλισμό- κληρονομούν στα παιδιά τους όχι μόνο οικονομικά χρέη, αλλά και οικολογικά! Με την έννοια ότι οι νέες γενιές θα πρέπει να τα ξεπληρώσουν αποκαθιστώντας και ανανεώνοντας τις συνθήκες ζωής και τα οικοσυστήματα του πλανήτη, αν θέλουν φυσικά να επιβιώσουν στο μέλλον.
Ειδικά για την ελληνική κοινωνία και την Ελλάδα, που ήταν έτσι και αλλιώς ο «ναυαγός της ανάπτυξης»: οι ημέρες της φαινομενικής ευμάρειας έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Η επιστροφή στην μια από τα ίδια «ανάπτυξη» που ευαγγελίζεται και η σημερινή κυβέρνηση  και η προηγούμενη της αριστεράς,  δεν πρόκειται να γίνει με τους όρους που έχουν επιβληθεί από την ΕΕ. Θα χρειασθεί και στην Ελλάδα και παντού να επιδιώξουμε-οι «από κάτω» φυσικά, γιατί οι ελίτ δεν έχουν λόγο-την ευζωία με επάρκεια με επιλογή της κατεύθυνσης της Αποανάπτυξης-Τοπικοποίησης-κοινοτισμού-Άμεσης Δημοκρατίας
Η απομάκρυνση από την ανάπτυξη είναι μια ασύγκριτα μεγάλη παρέμβαση. Θα πρέπει να πούμε αντίο στους καπιταλιστικούς νόμους της αγοράς:
ανταλλαγή αντί αγοράς, μοίρασμα και δανεισμός αντί ενοικίασης, κατοίκηση αντί κατοχής, δωρεά αντί μάρκετινγκ, περιορισμός αντί επέκτασης, εργασία αντί εκμετάλλευσης, συμφωνία και αποδοχή αντί διαταγής και υπακοής, νόημα και ουσία στην παραγωγή και τη χρήση αντί κατανάλωσης και επιδίωξης κέρδους. Θα πρέπει να μειώσουμε όχι μόνο τον χρόνο εργασίας με ισοκατανομή της κοινωνικά αναγκαίας εργασίας, αλλά και με εισαγωγή ενός Βασικού Εισοδήματος.
Η «πράσινη ανάπτυξη» στα πλαίσια του καπιταλισμού: το καλύτερο που θα προσφέρει είναι μια παράταση χρόνου στην κατάρρευση: Η Παγκόσμια τράπεζα προβλέπει ότι για την «πράσινη ανάπτυξη» θα χρειασθούμε μέχρι το 2050 ραγδαία αύξηση των εξορύξεων των ορυκτών μετάλλων: αλουμινίου, χαλκού, μόλυβδου, νικελίου και χάλυβα, εντατικοποίηση στην εκμετάλλευση σπάνιων γαιών(ίνδιο, μολυβδένιο, νεοδύμιο) και ειδικότερα για υλικά αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας (κοβάλτιο, λίθιο, μαγγάνιο, νικέλιο) αύξηση της ζήτησης έως και 1000%.
Η «αποανάπτυξη», βασισμένη στην αυτο-επάρκεια και την εκούσια απλότητα, φαίνεται να απορρέει από μια μη βίαιη και αντιαυταρχική φιλοσοφία. Από την άλλη, θέση της δεν είναι η παραίτηση από τις απολαύσεις της ζωής. Απεναντίας, διεκδικεί κατηγορηματικά την ανάκτησή τους, απορρίπτοντας την απατηλή λάμψη της αλόγιστης κατανάλωσης.
«Πρόκειται για μια διαδικασία πραγματικής μείωσης της παραγωγής και κατανάλωσης, που θα συνοδεύεται από ένα τρόπο ζωής  κατά τη διάρκεια της οποίας ξανασκεφτόμαστε και επαναϊεραρχούμε τις ανάγκες μας προς την κατεύθυνση της λιγότερης κατανάλωσης και του περισσότερου ελεύθερου χρόνου. Αυτά φαίνεται να μπορούν να σαρκωθούν   μέσα σε μια ατμόσφαιρα «εκούσιας απλότητας» και «συµβιωτικότητας»  μέσω της  αναδιανομής του παραγόµενου πλούτου με στόχο την όσο το δυνατόν µεγαλύτερη κοινωνική δικαιοσύνη, την έμφαση στην πραγµατική αξία χρήσης ενός προϊόντος και όχι στην ανταλλακτική αξία του ως εµπορεύµατος, την ανάδειξη της σημασίας της τοπικής παραγωγής με φτηνές πρώτες ύλες, την επαναχρησιµοποίηση και  την ανακύκλωση καθώς και τους οικολογικούς φόρους. Όλοι οι παραπάνω στόχοι είναι αλληλεξαρτώμενοι».
Ο βασικός στόχος της έννοιας της αποανάπτυξης είναι η αποαποικιοποίηση της ατομικής και κοινωνικής συνείδησης από την ιδεολογία της ανάπτυξης. Μέσα από την κριτική του μοντέλου της. Το ιδεολόγημα της ανάπτυξης κατέχει -μετά τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο και ιδίως την τελευταία 30ετία-θέση θρησκείας. Μιας θρησκείας που μας λέει ότι η οικονομική ανάπτυξη είναι μια ευλογία, ότι μέσω αυτής έχουμε κοινωνική συνοχή, επαρκείς δημόσιες/κοινωνικές υπηρεσίες, υψηλά επίπεδα κατανάλωσης και πως η φτώχεια, η ανισότητα και η ανεργία θα εκλείψουν, αφού μέσα από την συνεχή ανάπτυξη θα μεταβούμε σε «κοινωνίες αφθονίας» και στον «επί γης παράδεισο».
 Στην επιδίωξη αυτού του «παραδείσου» όμως δεν θα μας βοηθήσει η θρησκεία της ανάπτυξης-που όπως προανάφερα» μας οδηγεί στην κατάρρευση-αλλά το ερώτημα «τι έχει νόημα;» στη ζωή μας. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα μπορεί να αποκτήσει κεντρική σημασία τα επόμενα χρόνια.
Η εισαγωγή μιας οικολογικής μεθόδου ερμηνείας και η δημιουργία ενός νέου αξιακού συστήματος συνδεδεμένου περισσότερο με  την έννοια του «ευ ζην» των αρχαίων Ελλήνων, του «buen vivir»(καλή ζωή) των ιθαγενικώ ν κοινοτήτων της λατινικής Αμερικής, καθώς και των «καρακόλ» των Ζαπατίστας και του συστήματος συμβουλίων των Κούρδων της Ροζάβα, μπορεί να βοηθήσει στη λήψη των ατομικών και συλλογικών αποφάσεων για καλύτερες εκτιμήσεις ως προς την βαρύτητα των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, αλλά και για το ποια μορφή είναι απαραίτητο και μπορούν να πάρουν τα συντάγματα σε κάθε χώρα, μετά το τέλος της ανάπτυξης.  Πώς πρέπει να οργανωθεί η Ευρώπη και τα κράτη της, προκειμένου να προωθηθεί η παγκοσμιοποίηση της συνύπαρξης-η νέα οικουμενικότητα δηλαδή- και όχι η παγκοσμιοποίηση των εμπορευμάτων; Είναι ερωτήματα που μπορούν να απαντηθούν στα πλαίσια ενός νέου αξιακού συστήματος που μπορεί να υιοθετηθεί από τις κοινωνίες του πολιτισμού της «μετά την ανάπτυξη» εποχής.
Η πρόταση για την ευζωία με επάρκεια –που έχει διαμορφωθεί προς το παρόν από μια μειοψηφία ανθρώπων που έχουν επιλέξει ήδη σήμερα έναν άλλον τρόπο ζωής και δεν ανήκουν στον κυρίαρχο ανθρωπολογικό τύπο του homo oeconomicus-θα μπορούσε να είναι μια διέξοδος προς τον απαραίτητο νέο ευτοπικό πολιτισμό, που όμως θα πρέπει να επιλεχθεί και από σημαντικές κοινωνικές πλειοψηφίες για να υλοποιηθεί ως εναλλακτική του παρόντος. Και αυτό είναι το στοίχημα που θα χρειασθεί να παίξουν πρωτοβουλίες προσώπων-όχι μονοδιάστατων ατόμων-σε κάθε τοπική κοινωνία, ώστε με διασύνδεση και ομοσπονδιοποίησή τους, να μπορέσουν να το κερδίσουν το στοίχημα, όχι μόνο τοπικά, αλλά και σε επίπεδο εθνικής επικράτειας κάθε φορά. 

Σε κάθε περίπτωση βέβαια, ο καπιταλισμός έχει την ικανότητα να αποφεύγει να θέτουμε σημαντικές ερωτήσεις. Λέει, για παράδειγμα, ότι μπορεί και πρέπει να αναζητηθούν νέες πηγές ενέργειας που θα μας επιτρέψουν να διατηρήσουμε ή και να αυξήσουμε αυτά που έχουμε κατακτήσει. Να μην ανησυχούμε γιατί θα εξασφαλισθεί για τον καθένα ένα μεγαλύτερο κομμάτι πίτας. Την ερώτηση όμως που δεν μπορεί να αποφύγει ούτε αυτός ούτε και μεις, είναι: μπορούμε και θέλουμε να συνεχίσουμε να ζούμε, να παράγουμε και να καταναλώνουμε όπως μέχρι τώρα, αποδεχόμενοι το ενδεχόμενο της κατάρρευσης και του οικοφασισμού;


[1] Ο στόχος που συμφωνήθηκε στο Παρίσι, δηλαδή να περιορισθεί η υπερθέρμανση του πλανήτη σε 1,5 βαθμούς Κελσίου σε σχέση με την προ-βιομηχανική περίοδο, παρέχει το κριτήριο αξιολόγησης για την αποτελεσματικότητα των μέτρων μείωσης των εκπομπών, με εμπειρικό τρόπο. Στην τελευταία έκθεσή της, η επιτροπή IPCC του ΟΗΕ αναφέρει ένα υπόλοιπο 270 δισεκατομμυρίων τόνων άνθρακα (C) ή ισοδύναμων 991 δισεκατομμυρίων τόνων CO2 που μπορεί, στην καλύτερη περίπτωση, να απορροφήσει η ατμόσφαιρα στην περίοδο 2013-2100, αν ο στόχος του 1, 5 ° τηρηθεί. Με βάση αυτό, μπορεί εύκολα να καθορισθούν οι ετήσιες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου που αντιστοιχούν σε κάθε άτομο: Στα τέσσερα χρόνια μετά την αναφορά αυτή (2013-2016) οι εκπομπές ήταν στα 160 δισεκατομμύρια τόνους CO2, που αν αφαιρεθούν από τους 991 που ήταν ο προϋπολογισμός του 2013, μένουν 831 δισεκατομμύρια τόνοι CO2 που μπορούμε να εκπέμψουμε συνολικά από το 2017 έως το τέλος αιώνα. Διαιρεμένο με τα 83 χρόνια που μένουν, έχουμε ως αποτέλεσμα έναν ετήσιο προϋπολογισμό 10 δισεκατομμυρίων τόνων CO2. Με έναν αναμενόμενο, για το υπόλοιπο του αιώνα, παγκόσμιο πληθυσμό 9 δισεκατομμυρίων ανθρώπων, αυτό οδηγεί σε ένα ετήσιο ποσό εκπομπής ενός περίπου τόνου CO2 ανά άτομο. Βλέπε: http://www.topikopoiisi.eu/902rhothetarhoalpha/4966263