Από Κοινού: Συνέλευση για την Αποανάπτυξη και την Άμεση Δημοκρατία

Μαζί στον δρόμο προς έναν μετα-καπιταλιστικό κόσμο: με το πρόταγμα της Αποανάπτυξης-Τοπικοποίησης, του Κοινοτισμού και της Άμεσης Δημοκρατίας.
Καθόλα αυτά τα χρόνια της λεγόμενης οικονομικής κρίσης έχει λάβει χώρα στην νεοελληνική κοινωνία μία διαδικασία, με κεντρικό άξονα την επανανοηματοδότηση του αξιακού μας συστήματος και των πολιτικών μας προταγμάτων.
Μεμονωμένα άτομα αλλά και ομάδες, συλλογικότητες και κινήματα έχουν αναπτυχθεί παντού στην Ελλάδα, έχουν αφήσει πίσω τους το «αναπτυξιακό» μοντέλο που προωθεί τον καταναλωτικό τρόπο ζωής και έχουν υιοθετήσει άλλες φιλοσοφίες και άλλους τρόπους προσωπικής και συλλογικής διαβίωσης.
Η πολύχρονη πορεία ζωής όλων αυτών των ανθρώπων και ομάδων έχει αποδείξει ότι υπάρχουν υγιή και δυναμικά κοινωνικά κύτταρα, οι δράσεις των οποίων επιθυμούν να συναντηθούν και να συντονιστούν, έτσι ώστε να εκφραστεί η κοινή πολιτική τους φιλοσοφία, σε μια προοπτική μετασχηματισμού που ανοίγει το δρόμο για μια κοινωνία που θα στηριχθεί:

  • στο αποαναπτυξιακό μοντέλο της οικονομίας των αναγκών, της επάρκειας και του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στη βάση της αφθονίας των υλικών και άυλων Κοινών,
  • στην κοινοτική οργάνωση με βάση την προσωπική και συλλογικήαυτονομία,
  • σε αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς και στη θέσμιση της άμεσης δημοκρατίας με τη μορφή του ομοσπονδιακού Κοινοτισμού.

Πρόκειται για τη διάδοση της παραπάνω θέσης μας, που διευρύνεται και διασυνδέεται εδώ και τώρα. Και εν μέρει, λόγω της επιρρεπούς στην κρίση φύσης του σημερινού κοινωνικού συστήματος, είναι δυνατόν να γίνει πράξη και λογική της πλειοψηφίας.
Στα σημερινά εγχειρήματα του πολύμορφου αυτού κινήματος και στις δραστηριότητές του, εμπεριέχονται οι δυνατότητες μιας κοινωνίας σε μετακαπιταλιστική μετάβαση. Στοιχεία της έχουν ήδη δημιουργηθεί, εάν και ακόμα ξετυλίγονται και δεν είναι πλήρη. Τέτοια στοιχεία είναι αυτά της άμεσης δημοκρατίας στα πλαίσια της λειτουργίας των εγχειρημάτων, της οικολογίας με τη μορφή του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στις οικονομικές δραστηριότητές τους, της οικονομίας των αναγκών στις πρακτικές της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας που υλοποιούν. Της ισότητας των αμοιβών και των αυτοκαθοριζόμενων συνθηκών εργασίας από τα μέλη τους, της ισότητας των φύλων και των μειονοτήτων στη συμμετοχή και στη λήψη των αποφάσεων κ.λπ.
Ταυτόχρονα αυτά τα εγχειρήματα είναι πάντα εκτεθειμένα στον κίνδυνο να εκληφθούν ως ιδιοτελείς προσπάθειες για βελτίωση των συνθηκών ζωής μόνο των μελών τους και όχι και των κοινοτήτων γύρω τους. Αμυντικές μάχες, συγκρούσεις και διαπραγματεύσεις για οικειοποίηση κοινών πόρων απαιτούνται για όσο διάστημα το ιεραρχικό εθνικό κράτος και η καπιταλιστική αγορά με τίς αντίστοιχες λογικές τους κυριαρχούν. Αυτές οι μάχες θα γίνονται πιο επιτυχείς, αν δίνονται στο πλαίσιο ενός ισχυρού, κοινού και πάνω από όλα χειραφετικού κοινωνικού κινήματος.
Το συγκεκριμένο μετα-καπιταλιστικό όραμα είναι ένας κόσμος που δεν είναι ιεραρχικός, αλλά συνδεδεμένος με δίκτυα λειτουργικά όλων των επιπέδων και δεσμών, είναι αυτο-οργανωμένος και οι βασικές προσωπικές ανάγκες όλων των πολιτών μπορούν να ικανοποιηθούν μέσω της αφθονίας των συλλογικών αγαθών (Commons). Αυτός ο κόσμος θα χαρακτηρίζεται εξάλλου από αυτοκαθοριζόμενες και γεμάτες ευθύνη σχέσεις δραστηριοτήτων και εργασίας, οι οποίες θα φέρνουν χαρά και νόημα, χωρίς υπερβολική εκμετάλλευση πόρων ή καταστροφή οικοσυστημάτων.
Το κίνημα των κοινοτήτων εμπιστεύεται το ανθρώπινο δυναμικό και μεταφράζει την έννοια της βιωσιμότητας στη γλώσσα των ανθρώπινων αναγκών: Υπάρχει μια βασική ανάγκη, η διατήρηση του πλανήτη, η οποία μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο εάν οργανώσουμε την ικανοποίηση, τόσο των ατομικών όσο και των συλλογικών αναγκών, σε αρμονία με τα όρια που βάζουν οι δυνατότητες των οικοσυστημάτων της γης. Η κοινή χρήση είναι ένας συγκεκριμένος τρόπος αντιμετώπισης της ανθρώπινης και μη ανθρώπινης φύσης, ο οποίος δεν βασίζεται στους καταναγκασμούς του αφηγήματος της «ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων», αλλά αναγνωρίζει ότι εμείς οι άνθρωποι είμαστε ένα (ανα)παραγόμενο στοιχείο του πλανήτη γη. Τα Κοινά (Commons) βέβαια ενδέχεται να μην επιλύσουν μακροπρόθεσμα όλα τα προβλήματα του κόσμου. Αλλά ζούμε το τέλος του καπιταλιστικού κόσμου, στο οποίο δυστοπικό τέλος, οι αντιθέσεις μάλλον τείνουν να επιδεινώνονται και οι συγκρούσεις γίνονται όλο και πιο βάναυσες. Για αυτό είναι ιδιαίτερης σημασίας η δημιουργία θετικών προοπτικών, η διατύπωση και - περισσότερο από οτιδήποτε - η πρακτική ενός αλληλέγγυου οράματος.
Για το μέλλον, φαίνεται επιθυμητό και απαραίτητο να βρεθεί κοινά αποφασισμένη και συντονισμένη κατεύθυνση για την προοπτική του κινήματος. Ο όρος σύγκλισηταιριάζει σε τέτοιες διαδικασίες σχηματισμού συμμαχιών και περιλαμβάνει επίσης πολλά άλλα ρεύματα που κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Ταυτόχρονα, πρέπει επίσης να εντατικοποιηθούν οι συζητήσεις γύρω από το περιεχόμενο, ώστε να αναλυθούν παραπέρα και τα στρατηγικά ζητήματα, αλλά και να συζητηθούν ανοιχτά τα αμφιλεγόμενα ζητήματα. Μόνο έτσι μπορεί να αποφευχθεί η σημερινή πραγματικότητα, όπου τα διαφορετικά ρεύματα δεν είναι συνδεδεμένα και δρουν παράλληλα και απομονωμένα. Θα χρειασθεί να ληφθεί μέριμνα ώστε να προέλθει μια διασύνδεση που θα χαρακτηρίζεται βέβαια από ποικιλομορφία και όχι οπωσδήποτε από ταύτιση.
Θα χρειασθεί επίσης να γίνει κοινά αποδεκτός ένας όρος που θα μπορέσει να αποτελέσει την κοινή στέγη, τον κοινό στόχο και να περιλαμβάνει τον κοινό ορίζοντα κατανόησης των διαφορετικών ρευμάτων, που δεν μπορεί να είναι άλλος από το ξεπέρασμα του καπιταλισμού.
Γενικότερα, ήρθε ο καιρός, που τα όποια-σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο- σημερινά κοινωνικά κινήματα θα χρειασθεί, στηριζόμενα στη αναβίωση του πνεύματος του κοινοτισμού στις σύγχρονες σημερινές συνθήκες και συνδεόμενα μεταξύ τους, να μετατραπούν σε ενιαίο πολιτικό κίνημα μετάβασης για την μετακαπιταλιστική κοινωνία.
Ειδικά για τη χώρα, που βρίσκεται σε συνθήκες οικονομικού πολέμου και έχει μετατραπεί σε αποικία χρέους, το πολύμορφο αυτό κίνημα θα χρειασθεί να διαμορφώσει ένα ελκυστικό πρόγραμμα διεκδίκησης της «εδώ και τώρα» αλλαγής πορείας, δημιουργώντας ταυτόχρονα τα στοιχεία και τις κοινωνικές δομές του νέου κόσμου που οραματίζεται, αφήνοντας πίσω τον καπιταλιστικό κόσμο που μας οδηγεί στην κοινωνική και οικολογική κατάρρευση.
Η μελλοντική επιδίωξη της κοινωνικής χειραφέτησης και της ένταξης των ανθρώπινων κοινοτήτων –πέρα από σύνορα-με ισορροπία στα πλαίσια ενός πεπερασμένου πλανητικού οικοσυστήματος, θα μπορέσει να υλοποιηθεί μόνο από μια σύγκλιση, στη δράση και στη σκέψη, των παραπάνω κοινωνικοπολιτικών ρευμάτων, και στο επίπεδο της καθημερινής ζωής, και στο επίπεδο της κοινωνικής και πολιτικής θέσμισης. Και καταρχήν στην διαπαιδαγώγηση –μέσα από την συμμετοχή-του απαραίτητου ανθρωπολογικού τύπου -σε κρίσιμο αριθμό- που θα βάλει όλη την κοινωνία σε περίοδο κοινωνικοοικολογικού μετασχηματισμού. Ξεκινώντας βασικά από κάθε τοπική κοινωνία.

Κυριακή, 17 Ιουνίου 2018

Η μαφία της άμμου


Η άμμος και το χαλίκι είναι τα πλέον εξαγόμενα υλικά στον κόσμο, υπερβαίνοντας τα ορυκτά καύσιμα και τη βιομάζα (μετρούμενα κατά βάρος).
Η αυξανόμενη έλλειψη άμμου σε μέρη του κόσμου είναι ένα σύγχρονo σοβαρό ζήτημα και συνδέεται με τα πάντα, από το οργανωμένο έγκλημα μέχρι τις φυσικές καταστροφές. Για τους περισσότερους η άμμος φαντάζει ως ένας απεριόριστος πόρος και είναι φυσικά δύσκολο να φανταστεί κανείς πώς η άμμος μπορεί να μην φτάνει, όταν στις ερήμου του κόσμου υπάρχει προφανώς μια ατέρμονη προμήθεια.
Αλλά δεν είναι όλες οι άμμοι ίδιες. Υπάρχουν πολλά είδη άμμου και μόνο κάποια από αυτά χρησιμοποιούνται στην ανθρώπινη δραστηριότητα. Η λεπτή άμμος της Σαχάρας, για παράδειγμα, δεν παράγει κατάλληλο δομικό υλικό. Έτσι, η εξόρυξη πρέπει να γίνει στις όχθες των ποταμών και των ακτών. Η άμμος λοιπόν όχι μόνο δεν είναι απεριόριστη αλλά ταυτόχρονα η ανεξέλεγκτη χρήση της προκαλεί τεράστια περιβαλλοντικά προβλήματα.
https://tvxs.gr/news/kosmos/i-mafia-tis-ammoy

Καπιταλισμός και η ουδετερότητα της τεχνοεπιστήμης


Ι. Ν. Μαρκόπουλος *
Πόσο ουδέτερη ήταν, κοινωνικά και ηθικά, η χρήση χημικών όπλων κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και η χρήση πυρηνικών όπλων στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι; Πόσο ουδέτεροι ήταν οι θάλαμοι αερίων, πόσο ουδέτερα τα πειράματα ευγονικής του Μένγκελε; Πόσο ουδέτερη είναι η χρήση της γενετικής μηχανικής ή η παραγωγή και χρήση μεταλλαγμένων τροφίμων, και μάλιστα συχνά δίχως την απαραίτητη σήμανση και την ενημέρωση του καταναλωτή;
Πόσο ουδέτερη είναι η κλωνοποίηση του ανθρώπου, πόσο ουδέτερη θα είναι, στο άμεσο μέλλον, η δημιουργία υβριδικών και χιμαιρικών οντοτήτων, όπως τα Cyborgs, και πόσο ουδέτερα είναι τα επιστημονικά πειράματα σε ανθρώπους και ζώα; Σειρά ερωτημάτων που θα μπορούσε να συνεχιστεί για πολύ ακόμη.
Πόσο ουδέτερη μπορεί λοιπόν να είναι, από κοινωνική και ηθική άποψη, η επιστήμη και η τεχνολογία στη σύγχρονή μας εποχή; Το ερώτημα αυτό, ιδιαίτερα σημαντικό για την εξέλιξη της τεχνοεπιστήμης και την κοινωνική της διάσταση και αποδοχή, ήταν βέβαια πάντοτε επίκαιρο, σε όλες τις περιόδους της επιστημονικής και της τεχνολογικής ανάπτυξης.
Σήμερα, ωστόσο, αποκτά μια βαθύτερη διάσταση, επειδή δεν μπορεί πλέον να απαντηθεί αποκομμένο από το επικυρίαρχο κοινωνικοπολιτικό και οικονομικό σύστημα, που έχει την επιστημονική γνώση και την τεχνική καταστατικά ενταγμένες σε ένα υπερσύστημα μιας καπιταλιστικά παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας, που συνολικά πλέον ομνύει στην ανθρώπινη εκμετάλλευση και τον Μαμωνά (βλ. και «Εφ.Συν.», 14/2/2018).
Δεν αρκεί επομένως να απαντήσουμε ότι η ουδετερότητα της τεχνοεπιστήμης εξαρτάται από τη χρήση της και δεν αρκεί να δώσουμε την κοινότοπη απάντηση ότι όπως με ένα μαχαίρι μπορείς να καθαρίσεις ένα μήλο, μπορείς να σκοτώσεις και έναν άνθρωπο.
Δεν αρκεί λοιπόν η απλή αυτή απάντηση, γιατί η παραγωγή των «μαχαιριών» είναι τώρα ενταγμένη σε ένα πλανητικά επικυρίαρχο πολιτικο-οικονομικό σύστημα, που δεν καθορίζεται πλέον από μια ουδέτερης φύσης χρηστική, πρακτική ανάγκη, αλλά πολύ περισσότερο από παγκόσμια διαρθρωμένα οικονομικά και χρηματοπιστωτικά συμφέροντα, καθώς επίσης και από εξειδικευμένες μεθόδους και πρακτικές μιας πολύ υψηλής τεχνολογίας, που καθοριστικά εκπορεύεται από την πολεμική βιομηχανία.
Το επικυρίαρχο αυτό σύστημα αποσκοπεί στην όλο και πιο αποτελεσματική χρήση της τεχνοεπιστήμης για την καταδυνάστευση και εκμετάλλευση ανθρώπου και φύσης, και όχι, δυστυχώς, για την κοινωνική ευημερία, η οποία εμφανίζεται –όσο παράλογο και παράδοξο κι αν αυτό ακούγεται– ως ένα αποδεκτό και ευπρόσδεκτο, όσο και καταναλωτικά θεωρούμενο παραπροϊόν. Εδώ μιλάμε δηλαδή γι' αυτό που ο Φουκό αποκαλεί «βιοπολιτική» και «βιοεξουσία» (Μισέλ Φουκό, «Ιστορία της σεξουαλικότητας. 1: η δίψα της γνώσης», μτφρ. Γκλόρυ Ροζάκη, επιμ. της μετάφρασης Γιάννης Κρητικός, εκδ. Ράππα, Αθήνα 1978, σσ. 170-178), που με τα συχνά απρόσωπα χαρακτηριστικά της αλλά και με την ανάπτυξη της γενετικής μηχανικής και της ιατρικής τεχνολογίας, της ρομποτικής και ιδιαίτερα των τεχνολογιών της πληροφορίας και της επικοινωνίας προσλαμβάνει σήμερα ένα ιδιαίτερο επιστημολογικό όσο και βιοηθικό ενδιαφέρον.
Βέβαια, η σημασία της επιστήμης και της τεχνολογίας για τις πολεμικές επιχειρήσεις είναι ήδη δεδομένη από την εποχή της αρχαιότητας, γίνεται όμως πιο σημαντική με τον Μεσαίωνα, την Αναγέννηση και την είσοδο στους Νέους Χρόνους. Ωστόσο η σημασία αυτή ήταν μικρής κλίμακας, χωρίς ακόμη να μπορεί να γίνει καθοριστική, παρουσιάζοντας (όπως πλέον στις μέρες μας) τα παθολογικά χαρακτηριστικά μιας σύμπραξης της τεχνοεπιστήμης με την παγκοσμιοποιημένη οικονομία της ελεύθερης αγοράς και του ελεύθερου ανταγωνισμού.
Ιδιαίτερα στις μέρες μας δεν είναι πλέον μυστικό ότι η ραγδαία ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών της πληροφορίας και της επικοινωνίας, ολόκληρου του διαδικτύου, είναι στενά συνδεδεμένη με τις στρατιωτικές τεχνολογίες και τις ανάγκες της πολεμικής βιομηχανίας. Υπό αυτό το πρίσμα, και με δεδομένο το πλαίσιο του άκρατου laissez-faire καπιταλισμού της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας –που με απληστία και βαρβαρότητα καταστρέφει τον πλανήτη και καθιστά τους πλούσιους πλουσιότερους και τους φτωχούς φτωχότερους– θα πρέπει να συνειδητοποιηθεί ότι οι δυνάμεις της καταπίεσης, της επιτήρησης και του ελέγχου, της εκμετάλλευσης και του θανάτου είναι πλέον εγγενή, καταστατικά στοιχεία της τεχνοεπιστήμης και της ώθησης για την ανάπτυξή της, έτσι τουλάχιστον όπως η νεοφιλελεύθερη αφροσύνη και απληστία έχει φαντασιωθεί την «πρόοδο» και την ευημερία της.
Σε αυτό το πλαίσιο της πρωτοκαθεδρίας των στρατιωτικών τεχνολογιών και του τεχνοκρατικού και τεχνοκρατούμενου νεοφιλελευθερισμού, μία από τις σημαντικότερες εργαλειακές/λειτουργικές, αλλά και επιστημικές, «αξίες» ενός συμβατικού ή μη συμβατικού όπλου είναι αυτή της μέγιστης δυνατής θανάτωσης ανθρώπων (θα χρησιμοποιούσα τον όρο «φονικότητα», στα αγγλικά lethality, deadliness).
Τα περί της ουδετερότητας της τεχνοεπιστήμης και οι σχετικές εδώ θέσεις μου θα μπορούσαν να αποτελέσουν και μέρος ενός ευρύτερα στοιχειοθετημένου υποστηρικτικού λόγου για τη διδακτική και ερευνητική αναγκαιότητα της φιλοσοφίας της τεχνοεπιστήμης στις φιλοσοφικές σχολές όσο, με κατάλληλη προσαρμογή, και στις φυσικομαθηματικές, τις πολυτεχνικές και τις παιδαγωγικές σχολές, και τις σχολές κοινωνικών επιστημών.
* καθηγητής Φιλοσοφίας της Τεχνοεπιστήμης στο Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών του ΠΤΔΕ του ΑΠΘ
http://www.efsyn.gr/arthro/kapitalismos-kai-i-oydeterotita-tis-tehnoepistimis

The Future of Work - Ένας κόσμος χωρίς εργασία;


Θα πάρουν τις δουλειές μας τα ρομπότ; Θα ζούμε από τα δικά μας πρότζεκτ; Θα συνεχίσουμε να δουλεύουμε σε δουλειές μισές, άχαρες και κακοπληρωμένες;
Ή μήπως δε θα δουλεύουμε καθόλου;

Στο workshop ‘Future of Work’ θα εξερευνήσουμε:
· τεχνολογικές τάσεις που μεταμορφώνουν τον κόσμο της εργασίας (αυτοματοποίηση, τεχνητή νοημοσύνη, ψηφιακές πλατφόρμες εργασίας).
· εργασιακές διεκδικήσεις για τον 21ο αιώνα (μειωμένη εβδομάδα εργασίας, εγγυημένο βασικό εισόδημα για όλους/ες).
· το πώς η σχέση που έχουμε με την εργασία στο τώρα διαμορφώνει το μέλλον.

Και τέλος θα συζητήσουμε: Μπορούμε να φανταστούμε έναν κόσμο όπου δε θα χρειάζεται να δουλεύουμε; Τον θέλουμε; Και πώς μπορούμε να τον κατακτήσουμε;

Το ‘Future of Work’ είναι ένα συμμετοχικό εργαστήρι ανοιχτό σε όλες/όλους. Δεν χρειάζεται προηγούμενη εμπειρία με τα θέματα που πραγματεύεται.

Η συμμετοχή είναι δωρεάν, για κράτηση θέσης με email στο hello@ludd.gr και τίτλο Future of Work.

*** Προωθείστε και καλέστε τις φίλες και φίλους που
* επιβιώνουν την σημερινή κρίση της εργασίας (μέσα από ανεργία, επισφάλεια κ.α..)
* διαμορφώνουν το μέλλον της εργασίας (μέσα από συνεταιρισμούς, συνεργατικά εγχειρήματα, εργασιακούς αγώνες, δημιουργικές ομάδες, start-ups ή ό,τι άλλο)
* ή απλώς αγωνιούν για αυτό.

Το workshop θα παρουσιάσει η Μάρω Πανταζίδου, ερευνήτρια και συντονίστρια σε προγράμματα για τους κοινωνικούς μετασχηματισμούς με Centre for Applied Human Rights/University of York, Amnesty International, Future Society Forum κ.α.

Στο χώρο θα σερβίρονται δροσερές λεμονάδες, τσάι, καφέδες, και παγωμένες μπύρες.
Μετά το τέλος της εκδήλωσης θα ακολουθήσει μουσική χαλάρωση ή ένταση, καθώς θα χωνεύουμε το εργασιακό μας μέλλον!


Πέμπτη, 26 Απριλίου 2018

Αποανάπτυξη και οραματική(;) αριστερά!

Ο σημαντικότερος παράγοντας για την κρίση στην ευρωπαϊκή και την ντόπια αριστερά είναι η έλλειψη οράματος. Είναι η δυσφορία που νοιώθουν οι αριστεροί-αναρχικοί από το γεγονός ότι η αριστερά όλων των κατευθύνσεων, έχει χάσει προ πολλού τη δυνατότητα να φαντασθεί έναν καλύτερο κόσμο και έχει παραιτηθεί από τον αγώνα για την επιδίωξή του! Από το γεγονός ότι έχει ουσιαστικά εσωτερικεύσει τον νεοφιλελεύθερο μύθο της μη ύπαρξης εναλλακτικής προς το αναπτυξιακό παραγωγο-καταναλωτικό μοντέλο του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού.  
Για αυτό, η αριστερά –σε όλες τις εκφάνσεις της ακόμα και η ελευθεριακή- δεν είναι πια η ελπιδοφόρα δύναμη του μέλλοντος, δεν μπορεί να γίνει ο οδηγός για την ευζωία των «από κάτω», δεν αποτελεί πηγή ενέργειας για μεγάλες κοινωνικές αλλαγές υπέρ των πολλών. Δεν έχει δική της αφήγηση –πέρα από το αναμασημένο μοντέλο του σοσιαλισμού που επιμένει κάποια κατεύθυνσή της και έχει απορριφθεί από την κοινωνική συνείδηση των σημερινών «από κάτω»-για μια κοινωνία πέρα από τον παγκόσμιο ανταγωνισμό, την απεριόριστη ανάπτυξη, την περιβαλλοντική καταστροφή τόπων, τη διάλυση των τοπικών κοινοτήτων και των τρόπων ζωής τους, την ληστεία των τοπικών πόρων ζωής και των κοινών μέσα από τη μετατροπή τους σε εμπόρευμα.
Προς το παρόν στα προγράμματα των κομμάτων της αριστεράς-κοινοβουλευτικών και εξωκοινοβουλευτικών-η λέξη «ανάπτυξη» είναι μια από κείνες που αναφέρονται περισσότερο. Δεν αμφισβητείται το πρότυπο της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Ταυτίζεται με την ιστορικά κληρονομημένη έννοια του μαρξισμού-λενινισμού της «ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων»-την οποία κάνει σε μεγάλο βαθμό ο καπιταλισμός-η οποίες παραγωγικές δυνάμεις κάποια στιγμή -με αλλαγή των παραγωγικών σχέσεων –θα μπουν και στην υπηρεσία των εργαζομένων και θα βελτιώσουν τη ζωή τους, ελαχιστοποιώντας τις κοινωνικές ανισότητες.
Υπάρχουν τα οράματα. Απλώς πρέπει να εκφρασθούν, να συζητηθούν και πάνω απ 'όλα να βιωθούν.
Αναφερόμαστε στις δράσεις της κοινωνίας των πολιτών, στα πλαίσια π.χ. της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας και των δικτύων της ομότιμης παραγωγής ("peer-to-peer") ή της διαχείρισης των «Κοινών»(Commons), καθώς και στις προσεγγίσεις που βάζει η συζήτηση για την κοινωνική και ατομική συνείδηση. Όλες αυτές οι δραστηριότητες και ιδέες έχουν την προέλευσή τους στην ανάγκη να δημιουργηθεί ένα βιώσιμο μέλλον για όλους τους ανθρώπους μέσα στα οικολογικά όρια του κάθε τόπου και του πλανήτη. Να επισημάνουμε δε ότι πολλές ιδέες και οράματα υπάρχουν ήδη και βιώνονται στα πλαίσια των αντίστοιχων κοινοτήτων ανθρώπων. Ωστόσο, προς το παρόν, αυτά τα συναρπαστικά πειράματα, συχνά, υπάρχουν παράλληλα και δίπλα-δίπλα, χωρίς να το γνωρίζουν και μη έχοντας τη δυνατότητα να μαθαίνουν το ένα από το άλλο. Εκείνο που βιώνουν παντού είναι ότι οι κυρίαρχες πολιτικές όχι μόνο δεν τα προωθούν, αλλά αντίθετα τα εμποδίζουν να ξεδιπλωθούν, σύμφωνα με τη δυναμική τους. Αυτές τις πολιτικές καλείται η «κυβερνώσα» και μη αριστερά να ανατρέψει, αν θέλει να είναι μέρος του μέλλοντος.
Ειδικά η «κυβερνώσα»-όπως αρέσκεται να ονομάζεται-αριστερά στην Ελλάδα, δεν μπορεί να είχε σαν στόχο, αυτό που αποδείχθηκε πολύ γρήγορα: συμβολή της κυβέρνησης Τσίπρα στην πρακτική επιβολή της ιδέας «ΤΙΝΑ» (There Is No Alternative: Δεν Υπάρχει Εναλλακτική» της Θάτσερ), τόσο αναίμακτα στη χώρα!
Το νέο δίλημμα με το οποίο μας ζητά να πορευτούμε, η «κυβερνώσα» αριστερά μετά το «αριστερό» μνημόνιο λοιπόν, είναι το: Ανάπτυξη ή Στασιμότητα. Κανένα όραμα για το μέλλον. Ανάπτυξη για να επιστρέψουμε στην προ μνημονίων καθημερινότητα ή στασιμότητα στην «μνημονιακή» εποχή! Σαν σύνθημα έχει πλεονέκτημα υπέρ της διατήρησής της στην κυβέρνηση, γιατί κανείς δεν είναι υπέρ της στασιμότητας. Οι περισσότεροι νεοέλληνες είναι αφοσιωμένοι οπαδοί της «Ανάπτυξης», της συνδεδεμένης με την «ευημερία» της ατομικής υπερκατανάλωσης. Στην ουσία δεν διαφέρει με αυτό το μη δίλημμα από τους νεοφιλελεύθερους. Και αυτοί είναι υπέρ της ανάπτυξης και δεν θέλουν τη στασιμότητα. Διαφέρουν στον τρόπο με τον οποίο επιδιώκουν να ξεκινήσει η ανάπτυξη, με διαφορετική σειρά των απαιτούμενων βημάτων:  
Φιλελεύθεροι: Πρώτα ιδιωτική αποταμίευση στις τράπεζες και μετά επενδύσεις των επιχειρήσεων-μέσω δανείων από τις τράπεζες- για νέες θέσεις εργασίας και παραγωγή ανταγωνιστικών στη διεθνή αγορά προϊόντων, με αποτέλεσμα την αύξηση του ΑΕΠ και άρα την ανάπτυξη!(Στουρνάρας).
Κυβερνώσα αριστερά: ώθηση πρώτα της ιδιωτικής κατανάλωσης με νέο χρήμα στην αγορά από τις τράπεζες, κέρδη από τις επιχειρήσεις, επενδύσεις των νέων κερδών σε νέες θέσεις εργασίας με αυξημένες αποδοχές, αύξηση ΑΕΠ, ανάπτυξη! (Τσακαλώτος).
Αλλά αυτά που λέει η θεωρία και των δύο, δεν είναι προφανές ότι θα εξασφαλισθούν τα επόμενα χρόνια στη χώρα: ούτε αφενός, η μαζική ιδιωτική αποταμίευση είναι λογικό να ξεκινήσει τουλάχιστον άμεσα –εκτός αν οι «πατριώτες» επιχειρηματίες φέρουν ξανά πίσω στις ελληνικές τράπεζες τα κεφάλαια που έχουν φυγαδεύσει σε ξένες τράπεζες ή οφ σορ εταιρείες τους- ούτε αφετέρου, μπορούμε να αναμένουμε αύξηση της κατανάλωσης, αφού θα υπάρξουν και τα επόμενα χρόνια μεγάλες περικοπές και στις συντάξεις, αλλά και στα χαμηλά εισοδήματα από τη μείωση του αφορολόγητου, όσο και αν ελπίζει σε ξένες επενδύσεις τύπου Ελντοράντο στην Χαλκιδική, οι οποίες αντίθετα θα μειώσουν το τοπικό εισόδημα από άλλες δραστηριότητες που καταστρέφουν. Άρα «ανάπτυξη» όπως την εννοούν και οι δύο πλευρές, δεν πρόκειται να έρθει. Η πολυπληθής ελληνική μεσαία τάξη-αυτή που αναδεικνύει και τις κυβερνήσεις με τους ψήφους της-δεν θα πρέπει να περιμένει ότι θα επωφεληθεί και θα επιστρέψει στο προ κρίσης καταναλωτικό μοντέλο.
Αλλά και γενικότερα και εκτός Ελλάδας: Είναι σαφές ότι η οικονομική «ανάπτυξη» και η με κάθε κόστος μεγέθυνση έχει επικρατήσει σαν ο «ουκ άνευ» στόχος σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά εξίσου σαφές είναι ότι υπάρχουν τα οικολογικά όρια που βάζουν οι δυνατότητες των οικοσυστημάτων και του πλανήτη. Η πραγματική οικονομία δεν μπορεί να διογκωθεί πλέον και το μόνο που «φουσκώνει» είναι η χρηματοπιστωτική οικονομία και οι αντίστοιχοι δείκτες της. Εξάλλου, για την αριστερά, θα  πρέπει να βρεθούν και τρόποι για τον εκδημοκρατισμό μιας οικονομικής σφαίρας, που έχει πάει στα ύψη τις κοινωνικές ανισότητες[1]. Και όπου η πίτα δεν μεγαλώνει, όπως θα συμβεί ούτως ή άλλως και σύντομα στον παγκόσμιο Βορρά, η κοινωνική δικαιοσύνη πρέπει να επιτευχθεί μέσω της ανακατανομής των πόρων διαβίωσης. Το ίδιο θα χρειασθεί να συμβεί και στις σχέσεις Βορρά-Νότου, με πολιτικές ευζωίας που να βασίζονται σε μια παγκόσμια αναδιανομή.
Αν μιλάμε για μια κοινωνία μετακαπιταλιστική, δεν μπορούμε παρά να αναφερόμαστε σε μια «μεταναπτυξιακή» κοινωνία, με την έννοια ότι θα πρέπει να επιτύχει έναν περιεκτικό, διαγενεαλογικό και ενδογενώς δίκαιο και οικολογικό τρόπο ζωής. Αυτό θα είναι δυνατό, αν καταφέρουμε να συνδέσουμε αυτές τις δύο συζητήσεις μεταξύ τους: αυτήν της έλλειψης οράματος της πολιτικής αριστεράς και της αναγκαιότητας ενός αγώνα για τη διαμόρφωση μιας εναλλακτικής αφήγησης έναντι του παντοδύναμου οικονομισμού. Αυτές οι δύο συζητήσεις -μέσω της σύνδεσής τους -  έχουν τη δυναμική να δημιουργήσουν έναν ούριο άνεμο για τις προοπτικές μιας μετα-καπιταλιστικής κοινωνίας. Η μια κυρίως για το περιεχόμενο, και η άλλη, ειδικά, για το πώς τα συμπεράσματά της θα μπορούσαν να συζητηθούν και να περάσουν πλατιά στην κοινωνία και στην καθημερινότητα των πολιτών. Οι ιδέες, οι συνεργασίες και τα δίκτυα που μπορεί κάποια μέρα να αναδυθούν, θα μπορούσαν να συμβάλουν στο να σκεφθούμε και να πραγματώσουμε ένα μέλλον που να αξίζει να ζήσουν οι μέλλουσες γενιές, με βασικό για τη σημερινή νεολαία σύνθημα: Να περιγράψουμε τα οράματα και να ζήσουμε τις ουτοπίες!


[1] Στην έκθεση της Oxfam, στα πλαίσια του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ στο Νταβός της Ελβετίας για το 2017: Στα χέρια του 1% κατέληξε το 82% του παγκόσμιου πλούτου. 3,5 δισεκατομμύρια άνθρωποι, το φτωχότερο 50% του παγκόσμιου πληθυσμού, κατέχουν όσο οι 62 πλουσιότεροι, αυτού του πλανήτη.

Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2018

Η Βιόσφαιρα είναι στην ουσία της αντικαπιταλιστική!


Η πραχτική και οι πολιτικές παρεμβάσεις των κομμάτων και των οργανώσεων της αριστεράς-συμπεριλαμβανομένου και του ελευθεριακού και αντιεξουσιαστικού χώρου- μέχρι τώρα , είχαν σαν βασικό αντικείμενο τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ανθρώπινη φτώχεια και τις ανισότητες, τις ταξικές κοινωνικές-οικονομικές σχέσεις και τις σχέσεις εξουσίας στα πλαίσια των καπιταλιστικών κοινωνικών σχηματισμών. Τα περιβαλλοντικά πράσινα κόμματα αντίστοιχα, εκτός από τα παραπάνω που τα έβαζαν σε δεύτερη μοίρα, στόχευσαν κυρίως στα δικαιώματα της φύσης και των άλλων μορφών ζωής, κριτικάροντας το γεγονός ότι το ανθρώπινο παραγωγικό και καταναλωτικό σύστημα βάζει σε κίνδυνο τις συνθήκες ύπαρξης της ίδιας της ζωής-άρα και της ανθρώπινης- με τη ρύπανση-μόλυνση του περιβάλλοντος από τα απόβλητά του και την επερχόμενη κλιματική αλλαγή.
Από την οπτική των πρώτων ξεφεύγει σε μεγάλο βαθμό η επίλυση των παγκόσμιων και τοπικών οικολογικών προβλημάτων, από την οπτική των δεύτερων ότι η επίλυση των οικολογικών προβλημάτων συνδέεται άμεσα με την επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων και το ζήτημα της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας στα πλαίσια των κοινωνιών και όχι στα πλαίσια των αγορών(αν π.χ. επιβληθεί το «πράσινο» κεφάλαιο). Από την οπτική και των δύο μορφών πολιτικής παρέμβασης σήμερα λείπει η οπτική που θα μπορούσε να τις ενώσει και να τις ομογενοποιήσει: η αντιμετώπιση της βιόσφαιρας-της οποίας μέρος είναι οι ανθρώπινες κοινότητες-σαν μιας σφαίρας, στην ουσία της αντικαπιταλιστική.  
Πάνω σε αυτόν τον πλανήτη, εδώ και κάποια δις χρόνια, υπάρχει από τη βιόσφαιρα μια επιτυχής διαχείριση των φυσικών πλανητικών πόρων που διαθέτει ο «οίκος» γη-ενέργεια, υλικά, όντα, σχέσεις και νοήματα όλων αυτών . Αν το γήινο αυτό νοικοκυριό της βιόσφαιρας, στο οποίο μετέχουν σαν «νοικοκύρηδες» όλα τα είδη των ζωντανών οργανισμών, το ονομάσουμε εμείς οι άνθρωποι οικο-λογία (τι δηλαδή σκεφτόμαστε εμείς οι άνθρωποι, σαν ένας από τους νοικοκύρηδες του κοινού με τα άλλα είδη οίκου μας), τότε αυτό που ονομάσαμε εμείς πάλι οικονομία, δηλαδή το ανθρώπινο νοικοκυριό, εμπεριέχεται στο νοικοκυριό της βιόσφαιρας. Αυτό είναι που στην ουσία μας εξασφαλίζει την ύπαρξη και του δικού μας επί μέρους νοικοκυριού. Φως, οξυγόνο, νερό, κλίμα, έδαφος, πρώτες ύλες, ενέργεια κ.λπ., που χρειάζονται για το ανθρώπινο νοικοκυριό, είναι προϊόντα του βιοσφαιρικού νοικοκυριού.
Το πώς λειτουργεί επιτυχώς η  φύση και η βιόσφαιρα εδώ και εκατομμύρια χρόνια, σαν δηλαδή μια οικονομία των «κοινών» πόρων, θα πρέπει να είναι και το κατεξοχήν παράδειγμα για το πώς θα πρέπει να λειτουργεί και η ανθρώπινη οικονομία. Για πολύ καιρό στην ανθρώπινη ιστορία λειτούργησαν με αυτόν τον τρόπο και οι ανθρώπινες κοινότητες, στηριζόμενες ακριβώς στην οικονομία των «κοινών» συλλογικών αγαθών. Από κάποια στιγμή όμως και μετά αυτό άλλαξε. Άλλαξε από τότε που ο άνθρωπος εφεύρε τη γεωργία , εξημέρωσε τα ζώα και θεσμοθέτησε την ατομική ιδιοκτησία, μια διαδικασία που άρχισε πριν από περίπου 12 χιλ. χρόνια.
Στη συνέχεια επικράτησαν εξουσιαστικές σχέσεις στα πλαίσια των πολύπλοκα εξελισσόμενων ανθρώπινων κοινωνιών και οι εξουσιαστικές ελίτ για να δικαιολογήσουν την ύπαρξή τους διαμόρφωσαν θεωρίες για θεϊκά στην αρχή σχέδια και στη συνέχεια επιστημονικά, σύμφωνα με τα οποία: αντί η κοινωνία και οι δράσεις της να εντάσσονται συμβατά στις λειτουργίες της φύσης και της βιόσφαιρας, οι θεωρίες και το μοντέλο που δημιούργησαν για τη φύση εξηγούσαν και νομιμοποιούσαν το μοντέλο της κρατούσας κάθε φορά κοινωνικής οργάνωσης.
 Πριν από 200 χρόνια περίπου, μετά τον Δαρβίνο και τον Άνταμ Σμιθ , οι ιδέες για τη ζωή και τη φύση καθορίσθηκαν από τις ιδέες των κυρίαρχων οικονομικών σχέσεων της εποχής. Έτσι η ιδέα του Δαρβίνου για την «επιβίωση του ισχυρότερου» μεταφράσθηκε στα σιωπηλά στα φυσικά αξιώματα του τύπου: «αγώνας για την ύπαρξη», «ανταγωνισμός», «επέκταση», «μεγέθυνση», «επιδίωξη του βέλτιστου» κ.λπ. με διττή εφαρμογή, στη φύση και στην κοινωνία:
Στη Φύση-Βιόσφαιρα
Στην Οικονομία-Κοινωνία
Ανταγωνισμός ειδών
Ανταγωνισμός ατόμων-επιχειρήσεων
Εξασφάλιση ζωτικών χώρων
Εξασφάλιση αγορών
Επιδίωξη μέγιστης πιθανότητας επιβίωσης
Επιδίωξη μεγιστοποίησης περιθωρίων κέρδους
Οι «αδύνατοι» εξαφανίζονται
Οι αναποτελεσματικοί δηλώνουν πτώχευση
Κάθε εξέλιξη και πρόοδος, είτε βιολογική, είτε τεχνολογική, είτε κοινωνική, θεωρήθηκε ότι γεννήθηκε μόνο από το άθροισμα των δράσεων των μεμονωμένων εγωιστικών ατόμων. Στην μεταφυσική αυτή αντίληψη για τη  βιόσφαιρα και την ανθρώπινη κοινωνία-οικονομία στηρίχθηκαν οι καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις και αναδείχθηκαν κυρίαρχες την ίδια περίοδο.
Αλλά αυτή ακριβώς η αντίληψη δεν αφορά στην ουσία τη φύση, αλλά πρόκειται για την εικόνα και τη θεώρηση που είχε η καπιταλιστική κοινωνία για τον εαυτό της, όταν αναδυόταν από τα σπλάχνα του φεουδαρχισμού, και την πρόβαλε και στη φύση για να μπορεί να ισχυρίζεται στη συνέχεια ότι πρόκειται για τη φυσική της εξέλιξη. Το παλιό: «αυξάνεστε και πληθύνεστε και κατακυριεύσατε τη γη», οι φυσικές και οι κοινωνικές επιστήμες το έλεγαν τώρα με άλλα λόγια: «ο homo oeconomicus, ο ορθολογικός-ωφελιμιστικός  άνθρωπος –βιολογική μηχανή, θα θέσει στην υπηρεσία του όλη τη βιόσφαιρα, επιδιώκοντας μέσω της κατανάλωσης την ευμάρειά του».
Στη δε επιστημονική και φιλοσοφική κριτική που ασκήθηκε σε αυτή τη θεώρηση από ανεξάρτητους επιστήμονες και «αιρετικούς» φιλοσόφους, ότι δηλαδή ο άνθρωπος δεν είναι μηχανή(αλλά κάτι παραπάνω), η εξέλιξή του δεν στηρίχθηκε στα μονωμένα άτομα του είδους(αλλά στην ομάδα και την κοινότητα), ότι δεν πρόκειται μόνο για βιολογική εξέλιξη(αλλά και για πολιτισμική και κοινωνική κατασκευή), ότι δεν χαρακτηρίζεται μόνο από τον ανταγωνισμό(αλλά και από την συνεργασία, τη συλλογικότητα και την αλληλεγγύη), ούτε μόνο από τον εγωισμό(αλλά και από την ανάγκη αναγνώρισης από τους άλλους), η απάντηση ήταν: «τι να κάνουμε, έτσι είναι από τη φύση του ο άνθρωπος, η συμπεριφορά του καθορίζεται από το εγωιστικό γονίδιο που έχει μέσα του και κυριαρχεί».    
 Ο καπιταλισμός λοιπόν πέρασε στην ατομική και τη κοινωνική συνείδηση την παραπάνω θεώρηση, σαν επιστημονικά κυρίαρχη. Δημιούργησε μια τεχνοεπιστήμη που στηρίχθηκε στο συνδυασμό της βιολογίας και της οικονομίας και την ανέδειξε σαν την καινούργια ιδεολογία (σχεδόν θρησκεία, θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε και «ιδεολογία της φυσικής οικονομίας»), που θα δώσει τις λύσεις σε όλα τα προβλήματα της ανθρωπότητας, ακόμα και σε αυτά που δημιούργησε η ίδια στον εαυτό της και στη βιόσφαιρα, σαν παρενέργειες.
  Είναι όμως έτσι τα πράγματα στη φύση και στη βιόσφαιρα και άρα και στον άνθρωπο σαν μέρος της;
Ας εξετάσουμε ένα- ένα τα βασικά αξιώματα στα οποία στηρίζεται ο καπιταλισμός:
  1. Αποτελεσματικότητα/αποδοτικότητα:
Το «όλο και μεγαλύτερη βελτίωση του βαθμού απόδοσης », που είναι εκ των ουκ άνευ για τον καπιταλισμό, δεν ισχύει στη φύση και τη βιόσφαιρα. Η φύση-βιόσφαιρα δεν είναι αποδοτική. Μπορούμε να αναφέρουμε πολλά παραδείγματα[1]. Να μερικά: Τα θερμόαιμα ζώα χρησιμοποιούν πάνω από το 97% της ενέργειάς τους για συντήρηση-ευχαρίστηση του σώματος. Η φωτοσύνθεση έχει ένα πολύ χαμηλό βαθμό απόδοσης που δεν ξεπερνά το 7%. Ψάρια, αμφίβια και έντομα συχνά θα πρέπει να ωοτοκούν εκατομμύρια αυγά για να αφήσουν έναν απόγονο.
Αντί να είναι αποδοτική, η φύση επιτρέπει στον εαυτό της να είναι «χουβαρντάς». Μπορεί να έχει απώλειες, γιατί τις αντισταθμίζει με ατελείωτη προσφορά και αφθονία που σου κόβει την ανάσα. Δεν είναι «σπαγκοραμμένη» γιατί η βάση για τις «δουλειές» της είναι η ηλιακή ενέργεια, που πέφτει «δωρεάν» από τον ουρανό. Αντίθετα οι κοινότητες των ανθρώπων,  έχοντας σαν είδος αποκτήσει λογική, φροντίζουν από τη δική τους μεριά, με όσα λιγότερα από κείνα που τους αντιστοιχούν, να πετύχουν τα περισσότερα για αυτές και τα όλο και περισσότερα μέλη τους(αύξηση του ανθρώπινου πληθυσμού). Αυτό το αξίωμα του ανθρώπινου νοικοκυριού, στην ουσία του κληροδοτήθηκε από τη φύση, μέσω της ευφυΐας.  
  1. Ταχύτητα:
Το «όλο και πιο γρήγορα», που είναι ένα άλλο επίσης μότο του καπιταλισμού, δεν ισχύει για τη φύση, η οποία είναι αργή και «τεμπέλα», με την έννοια ότι «πειραματίζεται» με τις διάφορες μορφές ζωής για πάρα πολλά για την αντίληψή[2] μας χρόνια, μέχρι να παραχθεί ένα νέο είδος ή μια νέα ποικιλία ή μια ράτσα. Αυτό που συμβαίνει στη βιόσφαιρα πραγματικά, περιγράφεται καλύτερα στη ρήση του Λάο Τσε: «Η φύση δεν βιάζεται, κι όμως πάντα φθάνει στον προορισμό της». Το ίδιο εκφράζει και ο μύθος του Αισώπου για τον λαγό και τη χελώνα, όπου η επιτυχία του στόχου δεν είναι ζήτημα ταχύτητας, αλλά του ιδιαίτερου από τη φύση του χρόνου που χρειάζεται ο καθένας για την επιτυχία. Αλλά και ο Χριστός, στην «επί του όρους ομιλία» λέει: «Δες τε τα κρίνα του αγρού, πως μεγαλώνουν, δεν δουλεύουν, δεν κινιούνται, και όμως σας λέω ότι ούτε ο Σολομών με όλη του τη μεγαλοπρέπεια δεν ήταν τόσο όμορφα ντυμένος».
Η επιτυχία στη φύση δεν στηρίζεται στην ταχύτητα. Είναι ζήτημα χρόνου, τον οποίο διαθέτει άφθονο, χωρίς να βιάζεται. Και ο άνθρωπος έχει «δικαίωμα στην τεμπελιά», έγραψε ο  Πωλ Λαφάργκ που ήταν γαμπρός του Καρλ Μαρξ και απαντούσε στην προτεσταντικής προέλευσης  προτροπή των καπιταλιστών προς την εργατική τάξη για περισσότερη δουλειά, απόδοση και ταχύτητα στη παραγωγή, την εποχή του. Αλλά το «δικαίωμα στη δουλειά», που από τη μεριά των εργατικών οργανώσεων σήμερα αποβλέπει στην εξασφάλιση εισοδήματος για την αναπαραγωγή της εργατικής τάξης, στην ουσία δεν αντιβαίνει στον τελικό στόχο των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και κατανάλωσης, που δεν είναι άλλος από τη μεγιστοποίηση του κέρδους.

  1. Ανάπτυξη-Μεγέθυνση:
Η βιόσφαιρα δεν μεγεθύνεται. Η συνολική ποσότητα της βιομάζας δεν αυξάνει. Η συνολική απόδοση δεν ανεβαίνει: η οικονομία της φύσης είναι μια «οικονομία σταθερής κατάστασης»( steady-state economy)[3], όπως λένε οι οικονομολόγοι. Ακόμα και ο αριθμός των διαφορετικών ειδών δεν αυξάνει απαραίτητα, σε κάποιες περιόδους αυξάνει, σε κάποιες λιγοστεύει. Μόνο ο άνθρωπος την τελευταία περίοδο απειλεί να σπάσει την ισορροπία και να μειώσει αισθητά κάποια άλλα είδη. Αυτό πάντως που αυξάνει είναι η διαφορετικότητα: τα είδη αισθήσεων-εντυπώσεων, τα είδη έκφρασης, οι παραλλαγές στην εμφάνιση και την ύπαρξη, η βιοποικιλότητα. Με αυτούς όμως τους τρόπους η φύση δεν κερδίζει σε βιομάζα, αλλά σε βάθος και ποιότητα. Δεν αυξάνει την ποσότητα, αλλά την ποιότητα.
  1. Ανταγωνισμός:
Ποτέ δεν υπήρξε αποδεδειγμένα η εμφάνιση ενός νέου είδους σαν αποτέλεσμα του ανταγωνισμού για κάποιον πόρο. Τα είδη γεννιούνται τυχαία: με ξαφνικές μεταλλάξεις, με την απομόνωση κάποιας ομάδας από το υπόλοιπο του είδους, με απρόσμενες συμβιώσεις, δηλαδή μέσω συνεργασίας και αλληλοεπίδρασης. Η υψηλή ανταγωνιστικότητα-π.χ. για έναν περιορισμένο πόρο-οδηγεί συνήθως σε βιολογική ερήμωση και εξαφάνιση.  
  1. Σπανιότητα:
Ο βασικός ενεργειακός πόρος στη φύση είναι η ηλιακή ενέργεια και αυτή βρίσκεται σε αφθονία και σχεδόν παντού. Αυτή μετατρέπεται σε όλες τις άλλες μορφές ενέργειας(αιολική, βιομάζας, χημική κ.λπ) και αποθηκεύεται στα οικοσυστήματα, ώστε να είναι στη διάθεση όλων των ειδών της βιόσφαιρας. Ένας άλλος βασικός πόρος που δεν έχει όριο προς τα πάνω, είναι ο αριθμός των συμβιοτικών-οικολογικών σχέσεων και των νέων ζωτικών χώρων, η βιοποικιλότητα. Ο μεγάλος αριθμός διαφορετικών ειδών και οι σχέσεις μεταξύ τους στα επί μέρους και στο πλανητικό οικοσύστημα, οδηγούν στη διαμόρφωση ζωτικών χώρων, που χαρακτηρίζονται όχι από την όξυνση του ανταγωνισμού και την «επικράτηση του ισχυρότερου», αλλά από την πολυπλοκότητα και την δημιουργία όλο και περισσότερων σχέσεων μεταξύ των ειδών και άρα στην αύξηση της ελευθερίας επιλογών, βασισμένης στην αύξηση της αλληλοεξάρτησης. Αυτό μετατρέπει τη σπατάλη που υπάρχει στη φύση, στην ουσία σε μεγαλύτερο πλούτο. Με αυτή την έννοια μπορούμε να μιλάμε για αφθονία των βιολογικών «κοινών»
  1. Ιδιοκτησία:
Στη βιόσφαιρα δεν υπάρχει ιδιοκτησία. Ακόμα και το ίδιο το σώμα ενός ατόμου κάποιου είδους δεν ανήκει στο άτομο. Το υλικό από το οποίο αποτελείται το σώμα αλλάζει και αντικαθίσταται συνεχώς από οξυγόνο, διοξείδιο ή τροφή. Η ομιλία και η γλώσσα ομιλίας π.χ. στον άνθρωπο προήλθε από την κοινότητα των ομιλητών αυτής της γλώσσας. Η άγρια φύση, η οποία μπορεί να μη φαίνεται στο εξελιγμένο άτομο, διατρέχει την εσωτερική του ταυτότητα. Κάθε ατομικότητα, κάθε, μέσω άλλων ζωών επιτυχής ατομική ζωή, οφείλεται τόσο στα βιολογικά «κοινά»(“commons”), όσο επίσης και στα πολιτιστικά και συμβολικά «κοινά»(φαντασθείτε να ιδιωτικοποιούνταν τα γράμματα μιας αλφαβήτου κάποιας γλώσσας). 
Τα «κοινά»(“commons”) είναι τα βασικά στοιχεία στη βιόσφαιρα
Όπως αναφέραμε ήδη, η φύση σαν μια ολότητα είναι μια οικονομία των κοινών πόρων. Δεν υπάρχει κανένα μονοπώλιο σε αυτήν, όλα είναι «ανοικτού κώδικα». Η πεμπτουσία του οργανικού κόσμου δεν είναι το «εγωιστικό γονίδιο», αλλά ο ανοικτός κώδικας, πηγή κάθε γενετικής πληροφορίας. Ακόμα και τα γονίδια που πατεντάρονται σήμερα, από τη φύση τους δεν είναι ανταγωνιστικά, ούτε αποκλειστικά , μόνο έτσι μπορούν να φέρουν μαζί τους κάτι νέο. Αυτό το νέο μπορεί να εκφρασθεί μόνο με τη συνεργασία των διπλανών γονιδίων, δηλαδή από το γονιδίωμα σαν σύνολο. Το DNA μπόρεσε και διακλαδώθηκε σε τόσα πολλά διαφορετικά είδη, επειδή όλα τα άτομα κάθε είδους μπορούσαν να κάνουν χρήση του ανοικτού κώδικά και το καθένα μπορούσε να συναρμολογήσει το βέλτιστο για τον εαυτό. Έτσι το ανθρώπινο γενετικό υλικό αποτελείται π.χ. κατά το ένα πέμπτο περίπου από γονίδια ιών.
Από την άλλη, όπως δεν υπάρχει ιδιοκτησία στη φύση, έτσι δεν υπάρχει ούτε και απόβλητο. Όλα τα προϊόντα αποσύνθεσης κάποιων οργανισμών είναι τροφή για άλλους οργανισμούς. Κάθε άτομο ενός είδους, όταν πεθαίνει, προσφέρεται σαν δώρο σε άλλα άτομα διαφορετικού είδους, όπως ακριβώς η ίδια η ύπαρξή του ήταν κατά βάθος δώρο της ηλιακής ακτινοβολίας. Μεταξύ αυτού του «δώσε και πάρε» της φύσης επικρατεί μια σχέση που καθορίζεται από τη διαλεκτική απώλειας-παραγωγικότητας.
Στα φυσικά «κοινά» υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός διαφορετικών ειδών και ατόμων τους που βρίσκονται σε πολλαπλές σχέσεις- συνεργασίας και ανταγωνιστικότητας, συνεταιρικότητας και καταναγκασμού, παραγωγής-σύνθεσης-ζύμωσης και αποσύνθεσης-διάλυσης, δημιουργικότητας και καταστροφής. Όλες αυτές οι σχέσεις υπακούουν σε μια ανώτερη αναγκαιότητα της φύσης: μακροπρόθεσμα μπορεί να σταθεί μόνο τέτοια συμπεριφορά, η οποία προσφέρει δυνατότητες παραγωγικότητας-δημιουργικότητας για το οικοσύστημα και δεν καταστρέφει απότομα τον πλούτο του δικτύου αυτών των πολλαπλών σχέσεων. 
Το άτομο σαν στοιχείο σε αυτές τις σχέσεις, μπορεί να πραγματωθεί, όταν πραγματώνεται το υπερσύνολο και το υποσύνολο των σχέσεων που ανήκει(οι μαθηματικοί θα λέγανε: η λύση στην ειδική περίπτωση σε μια εξίσωση είναι αποδεκτή, όταν υπακούει στη γενική λύση της). Η ελευθερία π.χ. του ανθρώπινου ατόμου έχει οικολογικά χαρακτηριστικά και μπορεί να υπάρξει όταν υπακούει στην παραπάνω αναγκαιότητα. Η ατομική αυτονομία π.χ., το ολοκληρωμένο πρόσωπο, όπως διατυπώνεται από κάποιους πολιτικούς φιλοσόφους, είναι αποτέλεσμα ισορροπίας μεταξύ του αυτοπροσδιορισμού του ατόμου και της ένταξής του στην κοινότητα που ανήκει. Αυτή η διαδικασία ισορροπίας της αυτονομίας του ατόμου στα πλαίσια των δυνατοτήτων του τοπικού και πλανητικού περιβάλλοντος και των ιστορικών καταβολών(κοινωνικών, πολιτιστικών, πολιτικών) της τοπικά οργανωμένης κοινωνίας, είναι δημιουργική ως προς την αύξηση των δυνατοτήτων της κοινότητας μέσω της αυτοπραγμάτωσης των μελών της και το αντίστροφο. Αρκεί να έχουν βρεθεί κάθε φορά τα σημεία ισορροπίας που θα πρέπει να διατυπώνονται καθαρά από την θεσμικά δημοκρατική οργανωμένη κοινότητα. Η ατομική ελευθερία δε μπορεί να σταθεί μακροπρόθεσμα, αν η υλοποίησή της καταστρέφει τις πολλαπλές σχέσεις μεταξύ των μελών μιας κοινότητας, που με αυτή την έννοια αποτελεί το τοπικό κοινωνικό οικοσύστημα.
Όσο πιο βαθιές είναι οι αναφορές στο όλον και το τοπικό οικοσύστημα λοιπόν, τόσο περισσότεροι δημιουργικοί ζωτικοί χώροι προσφέρονται από αυτά στα άτομα –συμμέτοχούς τους. Μια πιο ολοκληρωμένη ανάλυση της οικονομίας της βιόσφαιρας μπορεί να μας κάνει να μιλάμε για μεγάλο πλούτο των σχεσιακών βιολογικών αγαθών στο πλανητικό οικοσύστημα. Το ίδιο μπορούμε να μιλάμε και για μεγάλο πλούτο που μπορούν να προσφέρουν σε κάθε ανθρώπινη κοινότητα οι πολλαπλές σχέσεις των μελών της. Αυτό θα εκφράζεται και στο νοικοκυριό της, στην οικονομία της. Μπορούμε να μιλάμε λοιπόν και για τον πλούτο των κοινωνικών- οικονομικών σχεσιακών αγαθών.
Η έννοια των λεγόμενων «κοινών»(“commons”), προσφέρει τη δυνατότητα σύνδεσης των φυσικών κοινών αγαθών-δηλαδή του κόσμου της αυτοπραγμάτωσης των διάφορων όντων και ειδών-και των κοινών κοινωνικών ή πολιτιστικών αγαθών της σφαίρας της ανθρώπινης δραστηριότητας(σύμβολα και κώδικες, γνώσεις, παραγωγή σχέσεων και αντικειμένων, βίωση συναισθημάτων και δικαιωμάτων κ.π). Προσφέρει στους ανθρώπους-πολίτες που συμμετέχουν σε αυτή τη διαδικασία των κοινών, να αντιληφθούν εκ νέου και στην βαθιά της ουσία, την ίδια την ποιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης στα πλαίσια της βιολογικής και κοινωνικής ζωής. Προσφέρει τη δυνατότητα για επιλογή ενός ανθρώπινου νοικοκυριού που θα στηρίζεται στην αφθονία των συλλογικών αγαθών, των βιολογικών, των σχεσιακών και των κοινωνικών αγαθών. 
 Τα «κοινά» (“commons”) είναι η βάση για μια οικονομία στηριγμένη στα συλλογικά βιολογικά και κοινωνικά αγαθά.
    


[1] Αναφέρονται και στο Βιβλίο: Commons, für eine neue Politik jenseits von Markt und Staat, εκδόσεις transcript, σελ. 34
[2] Χιλιάδες, αν όχι εκατομμύρια χρόνια, για τον άνθρωπο, μπορεί να είναι μια στιγμή για τη φύση
[3] Μια κατάσταση της οικονομίας, όπου όλες οι σχετικές μεταβλητές έχουν σταθερή μεταξύ τους σχέση. Αν μεταβάλλεται η μία, μεταβάλλονται και οι άλλες κατά τέτοιο τρόπο, ώστε το συνολικό αποτέλεσμα να είναι σταθερό. Με απλά λόγια: αν κάπου χάνει, κερδίζει κάπου αλλού.

Κυριακή, 25 Φεβρουαρίου 2018

ΠΑΓΙΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΡΚΕΙΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΣΤΗΝ ΕΡΤ ΧΑΝΙΩΝ: μια συζήτηση με τον Γιώργο Κολέμπα

Μια συζήτηση στα πλαίσια της εκδήλωσης: “Η Κοινωνική Οικονομία Αγαθό για Όλη την Κοινωνία”. Όλη η συζήτηση εδώ

Δευτέρα, 12 Φεβρουαρίου 2018

Ο νέος πατριωτισμός


Ο φυσικός απλός άνθρωπος αγαπούσε πάντα τον τόπο που γεννήθηκε, που μεγάλωσε και αντιλήφθηκε τον κόσμο και την φύση γύρω του. 

Ο φυσικός άνθρωπος, εκτός από τη βιολογική του μάνα, είχε πάντα και άλλες δυο «μάνες» που τον έφεραν σαν είδος ως εδώ. Τη φύση και τα τοπικά οικοσυστήματά της τα οποία τον τρέφουν, τον ντύνουν και του προσφέρουν καταφύγιο και κατοικία, και την ανθρώπινη ομάδα-κοινότητα-κοινωνία, στα πλαίσια της οποίας μπορεί να εξασφαλίσει όχι μόνο την επιβίωση, αλλά και το «ευ ζειν», την ευζωία του.
Όλες αυτές οι μάνες, που αγαπούσε βέβαια με φυσικό τρόπο, επειδή συνδέονταν με κάποιον συγκεκριμένο τόπο στον οποίο ήταν εγκαταστημένος μόνιμα-μετά το στάδιο του περιπλανώμενου συλλέκτη και το πέρασμα στο γεωργικό τρόπο ζωής της ανθρωπότητας- τον έκαναν-από παιδί αλλά και μεγαλώνοντας- να αγαπά με την ίδια φυσική αγάπη και τον συγκεκριμένο αυτόν τόπο. Με αυτήν την έννοια γεννήθηκε ο πρώτος πατριωτισμός που ήταν σε μεγάλο βαθμό φυσικός. Και πατριώτες ήταν αυτοί που υπερασπιζόταν τον τόπο τους, τους οικισμούς τους, τις πολιτιστικές τους συνήθειες, τα έργα και τις κατασκευές τους, τις καλλιέργειες και τις εκτροφές τους, τον τρόπο ζωής τους στα πλαίσια των κοινοτήτων τους κ.λπ., από τυχόν εισβολείς-σφετεριστές της τοπικής πατρίδας.
Στη συνέχεια βέβαια από τις τοπικές κοινότητες ο άνθρωπος πέρασε στις γενικότερες εθνοκοινότητες δημιουργώντας πόλεις-κράτη, βασίλεια και αυτοκρατορίες και έπαψε να είναι φυσικός άνθρωπος ενταγμένος στο φυσικό οικοσύστημα της περιοχής που ζούσε, αποκτώντας και επιγενετικά πολιτισμικά στοιχεία, τα οποία διαμόρφωσαν τους διάφορους ανθρωπολογικούς τύπους, με βασικούς αυτούς των εξουσιαστών και των εξουσιαζομένων. Από κάποια χρονική στιγμή η υπεράσπιση της ιδιαίτερης πατρίδας μετατράπηκε-με αμυντικούς ή επιθετικούς πολέμους-σε υπεράσπιση των συμφερόντων της εξουσιαστικής τάξης σε κάθε μικρό ή μεγάλο κράτος. Και όταν στην νεωτερική εποχή δημιουργήθηκαν τα εθνικά αστικά κράτη με τις αντίστοιχες αγορές και τα εθνικά τους νομίσματα, η έννοια της πατρίδας συνδέθηκε στην ουσία με τον ζωτικό χώρο δραστηριότητας των απρόσωπων κεφαλαίων και των «ανώνυμων» εταιρειών που είχαν την έδρα τους στην πατρίδα.  Στον ανταγωνισμό τους για εξασφάλιση αγορών, οι οικονομικές ελίτ του κάθε εθνικού κράτους έχοντας στα χέρια τους τους ιδεολογικούς μηχανισμούς, καλλιέργησαν και στο φαντασιακό των υπηκόων τους ανταγωνιστικούς εθνικισμούς, εκμεταλλευόμενες το πατριωτικό τους αίσθημα και πολλές φορές τους οδηγούσαν και σε πολέμους. Στην ιστορική περίοδο της νεοτερικότητας στην Ευρώπη-κυρίως-αλλά και αλλού έχουμε τη φαντασιακή δημιουργία ανταγωνιζόμενων εθνικισμών στα πλαίσια των εθνικά δημιουργημένων κρατών όπου επικράτησαν οι αστικές καπιταλιστικές τάξεις.
Στη συνέχεια υπήρξαν «διεθνείς» ή και παγκόσμιες αγορές που δημιουργήθηκαν από διεθνή-πολυεθνικά κεφάλαια και εταιρείες-επιχειρήσεις, στα χέρια υπερεθνικών οικονομικών ελίτ.  Για τις δραστηριότητες αυτών των κεφαλαίων των παγκόσμιων επενδυτών-κύρια χρηματοπιστωτικών-τα εθνικά σύνορα έγιναν εμπόδιο. Το ίδιο και το πατριωτικό ή το εθνικιστικό φαντασιακό των ανθρώπων. Έτσι στο στάδιο της παγκοσμιοποίησης του καπιταλισμού απαιτείται και ένα αντίστοιχο φαντασιακό των ανθρώπων πέρα από εθνικά σύνορα. Το φαντασιακό της κατανάλωσης ήταν αυτό που θα μπορούσε να ενοποιήσει και να ομογενοποιήσει τους ανθρώπους. Για αυτό ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός μετέτρεψε τα πρόσωπα των τοπικών και εθνικών κοινοτήτων σε καταναλωτικά άτομα-ιδιώτες. Δημιούργησε τον ομογενοποιημένο κυρίαρχο ανθρωπολογικό τύπο του καταναλωτή, όπου επικρατούσαν οι καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις και αγορές.
Σήμερα, στην περίοδο της παγκοσμιοποίησης, ο παλιός φυσικός άνθρωπος-πρόσωπο έχει μετατραπεί σε οικονομικό-καταναλωτικό άτομο. Έχει χάσει την επαφή του με τη μάνα φύση και τη μάνα κοινότητα, και τις έχει παραδώσει στις εταιρείες και τις επιχειρήσεις προς εκμετάλλευση, με αντάλλαγμα την φθηνή κατανάλωση των παραγόμενων από αυτές προϊόντων και υπηρεσιών. Έχει χάσει δηλαδή την αγάπη για τον τόπο που γεννήθηκε και μεγάλωσε. Δεν υπερασπίζεται τα κοινά συλλογικά αγαθά, όπως ο καθαρός αέρας, το ποιοτικό νερό, το δάσος, την βιοποικιλότητα κ.λπ., ούτε ενδιαφέρεται για τη διατήρηση ή την επέκταση των κοινωνικών αγαθών, όπως τα δίκτυα ενεργειακού εφοδιασμού, οι δρόμοι, τα λιμάνια ή αεροδρόμια κ.λπ., τα οποία είναι έργα των προηγούμενων και νυν ανθρώπινων κοινοτήτων.
Από αδιαφορία για τα παραπάνω και γενικά από «απο-πατριωτικοποίηση» χαρακτηρίζεται βέβαια μόνο ο κυρίαρχος σημερινός ανθρωπολογικός τύπος. Παράλληλα και ταυτόχρονα με αυτόν όμως υπάρχουν και ανθρωπολογικοί τύποι που δεν έχουν ενστερνισθεί –στον έναν ή στον άλλο βαθμό-τις αξίες και τα κυρίαρχα νοήματα του υπερκαταναλωτικού μοντέλου του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού και της «κοσμοπολίτικης» πολιτιστικής ταυτότητας που το συνοδεύει. Χαρακτηρίζονται από παλιότερα νοήματα και αξίες προηγούμενων τρόπων παραγωγής και τρόπων ζωής, αλλά και νέων τρόπων που έχουν δημιουργηθεί ήδη ή είναι υπό δημιουργία.
Υπάρχει ο ανθρωπολογικός τύπος που στρέφεται στο παρελθόν και διακατέχεται από τα προϋπάρχοντα εθνικιστικά ιδεώδη και αντιστέκεται στον κοσμοπολιτισμό με επιστροφή στον φυλετικό ή ρομαντικό εθνικισμό. Μην ξεχνάμε ότι εκτός από τους νεοναζιστές υπάρχουν και τα μη διεθνοποιημένα κεφάλαια σε κάθε χώρα που μη μπορώντας να ανταγωνισθούν τα διεθνοποιημένα ζητούν την επιστροφή στο αντίστοιχο εθνικό κράτος με την προστατευμένη εθνική αγορά, σαν ασπίδα. Η ιδεολογία τους δεν χρειάζεται να ταυτίζεται με τον φασισμό και τον ναζισμό-πράγμα που θα ήταν δύσκολο να επανέλθει στην κοινωνική συνείδηση εκτός από τη συνείδηση μιας μειοψηφίας. Μπορεί να περάσει εύκολα στους «από κάτω» της πατρίδα τους, με το να ντυθεί τον μανδύα του πατριωτικού εθνικισμού και της εθνοκαπηλείας, στηριζόμενη στη ρομαντική αγάπη των «από κάτω» προς την πατρίδα και στην αναβίωση της νοσταλγίας τους για την εθνοκοινότητα.
Υπάρχει όμως και ένας νέος ανθρωπολογικός τύπος που γεννιέται από τις αντιθέσεις του διεθνοποιημένου καπιταλισμού με την πλανητική φύση και τα πλανητικά ή τοπικά οικοσυστήματα και τους τόπους με τις αντίστοιχες ανθρώπινες κοινότητες, που καταστρέφει χάριν των κερδών. Και επειδή και η επιστροφή στο εθνικό κράτος δεν πρόκειται να σώσει τις φυσικές και πολιτιστικές βάσεις της ζωής των νέων γενιών της κάθε πατρίδας, αφού οι καθαρά εθνικές οικονομικές ελίτ έχουν σαν στόχο –και αυτό το έχουν αποδείξει  στο παρελθόν όταν δεν κυριαρχούσε η υπερεθνική ελίτ, αλλά οι τοπικές ελίτ-την υπερεκμετάλλευση των τοπικών φυσικών και κοινωνικών πόρων της πατρίδας-στους οποίους ανήκει και η εργασία τους-αυτός ο νέος ανθρωπολογικός τύπος κυοφορεί τις αξίες ενός νέου πολιτισμού, μετακαπιταλιστικού, μετααναπτυξιακού, μεταεθνικού. Δημιουργεί ένα νέο αξιακό σύστημα και έναν νέο τρόπο ζωής που θέτει τις βάσεις για μια επιστροφή…προς τα μπρος!  Προς μια τοπική γεωγραφικά ιδιαίτερη πατρίδα (κοινότητα υπαίθρου, πόλη, δήμο, περιφέρεια, επικράτεια) που θα περιέχει και θα εξασφαλίζει την αέναη και βιώσιμη αναπαραγωγή των φυσικών και κοινωνικών συστημάτων της, ώστε να εξασφαλίζει ταυτόχρονα και την ευζωία των σημερινών και μελλοντικών γενιών των ανθρώπων της, η οποία ευζωία θα στηρίζεται στην επάρκεια των τοπικών υλικών και άυλων πόρων και των συλλογικών κοινών αγαθών των ανθρωποκοινοτήτων της.              
Η επιστροφή που απαγγέλλεται είναι μια επιστροφή προς τις δύο μάνες, τον φυσικό τόπο και την κοινότητα-πόλη-δήμο, στις οποίες αναφερόμαστε στην αρχή, η οποία δεν θα είναι προς τα πίσω, αλλά… προς τα εμπρός. Οι γιοί και οι κόρες, τα παιδιά και τα εγγόνια της σημερινής γενιάς των ανθρώπων, «θα χρειασθεί, όχι μόνο να παίρνουν από αυτές τις μάνες και να τις εξαντλήσουν, όπως το κάνανε οι μέχρι τώρα γενιές. Θα χρειασθεί να τις φροντίσουν κιόλας, για να μπορούν να υπάρχουν μαζί και στο μέλλον». Και επειδή αυτές οι μάνες όπως είπαμε συνδέονται με την κάθε τοπική πατρίδα, με την κάθε γεωγραφική περιφέρεια που μπορούμε να ονομάσουμε βιοπεριφέρεια[1], δεν σημαίνει ότι τα τέκνα τους, εμείς οι άνθρωποι δηλαδή, θα πρέπει να τις χωρίζουμε με σύνορα.
Προτείνουμε λοιπόν μια επιστροφή στον νέο πατριωτισμό της υπεράσπισης της ιδιαίτερης πατρίδας από τον σφετερισμό των πολυεθνικών και εθνικών εταιρειών και επενδυτών και όχι στον εθνικισμό του φυλετικού-ρομαντικού έθνους της νεοτερικότητας. Της υπεράσπισης της τοπικής κοινότητας της υπαίθρου, της πόλης, της χωρικής ενότητας, στο δρόμο προς την ομοσπονδία Χωρικών Ενοτήτων  για μια Κοινοπολιτεία Δημοκρατικής Αυτονομίας των Βαλκανίων, για παράδειγμα. Προς τα μπρος… για μια νέα Χάρτα του Ρήγα για τα Βαλκάνια και στην συνέχεια για την Ευρώπη. Προς τα μπρος για μια Νέα Οικουμενικότητα- την Παγκόσμια Κοινότητα των Κοινοτήτων-του μετακαπιταλιστικού πολιτισμού, των Κοινών, της Αποανάπτυξης-Τοπικοποίησης, της Άμεσης Δημοκρατίας και του Κοινοτισμού.
Αυτά τα χαρακτηριστικά θα έχει ο πατριωτισμός από δω και πέρα. Το δείχνουν τα τοπικά κινήματα αντίστασης των «από κάτω» σήμερα. Το δείχνουν στη χώρα μας οι «σκουριασμένες» κοινότητες της Χαλκιδικής ενάντια στην καναδική πολυεθνική Eldorado Gold, οι πρωτοβουλίες πολιτών στις τοπικές κοινωνίες ενάντια στην καταστροφή των βουνών μας από τις εγκαταστάσεις ΒΑΠΕ των ντόπιων και ξένων εταιρειών, οι πολίτες ενάντια στις εξορύξεις υδρογονανθράκων στην Ήπειρο, η αυτοδιαχειριζόμενη ΒΙΟΜΕ, οι «σποροκοινότητες» των ντόπιων ποικιλιών όπως ο Αιγίλοπας και το Πελίτι κ.λπ.
Υπάρχει -και θα υπάρξει πιο έντονα στο μέλλον- μια επιστροφή σε έναν πατριωτισμό που είναι από τη φύση του διεθνικός και οικουμενικός. Που είναι ένας πραγματικός ανιδιοτελής Πατριωτισμός και ανοίγει την αγκαλιά του σε κάθε άνθρωπο, κάθε πατρίδας, φυλής, χρώματος ή θρησκείας, γιατί οι σημερινοί «από κάτω» δεν έχουν να χωρίσουν τίποτα από τα «Κοινά» (Commonς) σε αυτό τον πλανήτη. Κοινή πατρίδα όλων μας είναι η Γαία, αυτός ο μικρός μπλε πλανήτης που ταξιδεύει μοναχικά στο διάστημα χωρίς να υπάρχει όμοιός του δίπλα του, για να μετακομίσουμε, όπως ισχυρίζονται οι νέοι δισεκατομυριούχοι τύπου Μασκ[2] ,που ετοιμάζει διαστημικά ταξίδια για τους «σουπερ λίγους» ή κάποιοι άλλοι που πουλάνε «οικόπεδα στον Άρη» για αυτούς που με ευθύνη τους καταστρέφεται η Γη.


[1] Η έννοια της βιοπεριφέρειας: Πρόκειται για μια οικολογική και γεωγραφική ταυτόχρονα περιοχή, που αποτελεί ένα χώρο με κοινές φυσικές και γεωγραφικές συνθήκες, αρκετό για να εξασφαλίζει τους κύκλους της ζωής και των θρεπτικών φυσικών στοιχείων και υλικών, καθώς και την ενσωμάτωση των αποβλήτων, αλλά και κοινές ιστορικές καταβολές και ηθικές αξίες των ανθρώπινων κοινοτήτων της, που της δίνουν μια ταυτότητα. Ένα βασικό κριτήριο για τον γεωγραφικό προσδιορισμό μιας βιοπεριφέρειας είναι οι λεκάνες απορροής των υδάτων, γιατί ο κύκλος του νερού είναι και ο πιο ζωτικός κύκλος για κάθε μορφή ζωής σε μια περιοχή. Έτσι υπάρχουν και βιοπεριφέρειες που σήμερα είναι διασυνοριακές, διχοτομούνται από σύνορα. Τα οικοσυστήματα όμως δεν διαχωρίζονται με σύνορα και οι ανθρώπινες κοινότητες σε αυτές δεν θα έπρεπε, επίσης.