Μετά το 3ο και το συνεχές-με "κόφτη"- Μνημόνιο

Τ

Τι περιμένουμε; Δεν υπάρχουν "σωτήρες"
Οι περισσότεροι νεοέλληνες περίμεναν μετέωροι και άπρακτοι την κυβέρνηση "κοινωνικής σωτηρίας" της αριστεράς με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ για να μας λύσει όλα τα προβλήματα! Να συμφωνήσει με τους "θεσμούς", να εξασφαλίσει χρηματοδότηση, να αποτρέψει τη "λιτότητα" και την "ανθρωπιστική κρίση". Και αυτή η Κυβέρνηση κάθε άλλο παρά έλυσε αυτά τα προβλήματα, έφερε ένα σκληρότερο μνημόνιο, σαν αποτέλεσμα της "σθεναράς διαπραγμάτευσης" με τους πιστωτές. Και για να το εφαρμόσει χωρίς τα "βαρίδια" της, έκανε "φαστ τρακ" εκλογές, για μια νέα "ισχυρή εντολή" από το ζαλισμένο "πόπολο". Πριν προλάβει αυτό να αντιληφθεί ότι οι υποσχέσεις των εκλογών, θα ακολουθήσουν το δρόμο των προηγούμενων που δεν κρατήθηκαν παρά το ότι ο Τσίπρας ήθελε να "πρωτοτυπήσει και να τις κρατήσει".
Και πραγματικά: με το 3ο και διαρκές μνημόνιο, που μας έφερε η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, καταρρέουν και οι τελευταίες ελπίδες του ζαλισμένου "πόπολου".
​Για όσους έχουν αντιληφθεί καθαρά αυτές τις εξελίξεις, δεν μας μένει παρά:
να διαμορφώσουμε «από τα κάτω» ένα απαραίτητο ρεαλιστικό και ελκυστικό πολιτικό πρόγραμμα για το ξεπέρασμα της σημερινής κατάρρευσης και συγχρόνως για τη μετάβαση σε μια μετακαπιταλιστική κοινωνία, που θα στηριχθεί:
-στην οικονομία των βιοτικών αναγκών και στα "κοινά" όσον αφορά στο περιεχόμενο,
-στον συνεργατισμό-συνεταιρισμό όσον αφορά στις σχέσεις παραγωγής,
-στη συλλογική-κοινοτική-δημοτική ιδιοκτησία όσον αφορά στα μέσα παραγωγής,
-στην εγγύτητα, τις μικρές αποστάσεις και την ελεύθερη ενέργεια των ΑΠΕ, όσον αφορά στο μικρότερο δυνατό οικολογικό αποτύπωμα
-Στην άμεση δημοκρατία όσον αφορά στις αποφάσεις και τους πολιτικούς θεσμούς

Δε μας μένει τίποτα άλλο σε αυτή την χώρα, από το να αναζητήσουμε ριζοσπαστικές λύσεις.
Παρακάτω περιγράφουμε τη στρατηγική της Τοπικοποίησης για τη μετάβαση σε μετακαπιταλιστικές κοινωνίες:

Η Στρατηγική της Τοπικοποίησης
1. Το παγκόσμιο πλαίσιο
Η ελληνική κρίση είναι η «εξτρέμ» έκφραση της παγκόσμιας κρίσης, στην οποία βρίσκεται το καπιταλιστικό σύστημα υπό την ηγεσία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου.
Υπάρχει μια χρηματοπιστωτική φούσκα διογκωμένη τουλάχιστον κατά 10 φορές. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να έχουν αυξηθεί υπέρμετρα οι σημερινές χρηματικές περιουσίες της ελίτ του 1% του παγκόσμιου πληθυσμού. Αυτή η ελίτ διακινώντας και δανείζοντας αυτόν τον τεράστιο χρηματικό όγκο μπορεί και ελέγχει την «ευημερία» του υπόλοιπου 99%. Αυτό είναι δυνατόν γιατί έχει εξαρτήσει από αυτό το χρήμα και τις πλειοψηφίες των «από κάτω».

Πραγματικά, η μεγάλη αύξηση της παγκόσμιας κατανάλωσης τα τελευταία 15-20 χρόνια (βασικά μεταξύ 1990-2007) πυροδοτήθηκε και στηρίχθηκε από την μαζική χορήγηση δανείων από τις τράπεζες. Είχαμε παντού αυξανόμενα επίπεδα χρέους. Των νοικοκυριών, των επιχειρήσεων, των κυβερνήσεων.

Με τη μορφή καταναλωτικών χρεών, χρηματοπιστωτικών επενδύσεων, δημοσίων χρεών, εξωτερικών χρεών σε κάθε χώρα. Στο προηγούμενο της κρίσης διάστημα το χαρακτηριστικό ήταν η αύξηση ιδίως των καταναλωτικών χρεών. Χρησιμοποιήθηκαν σαν μηχανισμός, ώστε η κατανάλωση να γίνει ο βασικός μοχλός της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Στην κουλτούρα του «δανείσου και ξόδευε» τα πιο ευάλωτα ήταν τα κοινωνικά στρώματα χαμηλού εισοδήματος, ιδίως της μεσαίας τάξης.
Η «αριστοκρατία» των μεσοστρωμάτων και των μισθωτών εργαζομένων είχαν κατορθώσει να εξασφαλίσουν για τον εαυτό τους σημαντικό μέρος της πίτας και προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να μη βρεθούν στη θέση των «από κάτω».
Οι κυρίαρχες ελίτ και τάξεις κατόρθωναν μέχρι τώρα να έχουν την συναίνεση αυτών των στρωμάτων, υποσχόμενες ότι μπορούν να τους αυξάνουν το μερίδιο της πίτας με το να τις βοηθούν να μεγαλώνουν τη συνολική πίτα μέσω της «ανάπτυξης και της προόδου». Κατορθώνοντας δηλαδή να περάσει στη συνείδηση των «από κάτω» της πυραμίδας, σαν υπέρτατη αξία-σχεδόν σα νέα θρησκεία- την «άνετη» ζωή μέσα από την συνεχή αύξηση της κατανάλωσης.
Αυτό λειτουργούσε, όσο οι λαοί πίστευαν ακόμα σε μια «εικόνα» ενός απέραντου και απεριορίστων δυνατοτήτων πλανήτη, και όσο οι οικονομολόγοι μπορούσαν να υποστηρίζουν ότι η καμπύλη της οικονομίας είναι εκθετικά αυξητική.
Όμως και η αυξημένη κατανάλωση υλικών αγαθών και η αυξημένη παραγωγή τους απαιτούν αυξημένη χρήση υλικών και ενέργειας. Περιβαλλοντικοί παράγοντες, ελλείψεις πόρων, η οικονομική διεύρυνση στην Ν.Α. Ασία (αναδυόμενες χώρες) κ.λπ., μειώνουν τη διάρκεια ζωής των πεπερασμένων αποθεμάτων που έχουν απομείνει.
Ο ανταγωνισμός μεταξύ της εξασφάλισης τροφής και της εξασφάλισης της μετακίνησης (τρόφιμα ή βιοκαύσιμα) συμβάλει π.χ. στην αύξηση των τιμών των τροφίμων.
Η αύξηση των εκπομπών του άνθρακα και η συνακόλουθη κλιματική αλλαγή, η μείωση της βιοποικιλότητας, η αποψίλωση και οι πυρκαγιές των δασών, η μείωση των ιχθυαλιευμάτων, η έλλειψη νερού, η υποβάθμιση των καλλιεργούμενων εδαφών συμβάλλουν στην μείωση της αποδοτικότητας και των οικονομικών δραστηριοτήτων των ανθρώπων και διογκώνουν το πρόβλημα της ικανοποίησης των βιοτικών αναγκών τους.
Το τελικό αποτέλεσμα των αυξημένων οικονομικών δραστηριοτήτων του οποιασδήποτε μορφής κεφαλαίου είναι η κατάρρευση των αποθεμάτων των φυσικών πόρων του πλανήτη. Αλλά και του περιβάλλοντός του, γιατί επίσης έχουν αυξημένη παραγωγή αποβλήτων, όσο και να αυξάνεται ο βαθμός απόδοσης της χρησιμοποιημένης τεχνολογίας.
Δεν είναι βασικά η «ανευθυνότητα» ή η «απληστία» των αγορών -αν και έπαιξε σημαντικό ρόλο- η αιτία της συνεχιζόμενης οικονομικής κρίσης και της κρίσης των δημοσιονομικών χρεών. Η βασικότερη αιτία είναι η ίδια η επιδίωξη της οικονομικής ανάπτυξης και της αντίστοιχης ιδεολογίας της.
Αυτή η ιδεολογία, προς το παρόν οδηγεί σε οικονομική και περιβαλλοντική καταστροφή ολόκληρες χώρες και περιοχές, και στο μέλλον σε κατάρρευση ολόκληρο τον πλανήτη: οι υλικές και οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις της επιδιωκόμενης ανάπτυξης μας οδηγεί εκτός της δημιουργίας οικονομικών χρεών και στη δημιουργίαοικολογικών χρεών.
Η ανικανότητά μας να ρυθμίσουμε τις χρηματοοικονομικές αγορές συνδυάζεται με την ανικανότητά μας να προστατέψουμε τους φυσικούς πόρους και να περιορίσουμε τις οικολογικές καταστροφές.
Τα χρέη που αφήνουμε στα παιδιά μας και τις μελλούμενες γενιές δεν θα είναι μόνο οικονομικά προς τους πιστωτές μας. Θα είναι και οικολογικά προς τον πλανήτη και τα οικοσυστήματα, τα οποία ανήκουν σε όλους και δεν έχουν σύνορα. Και αυτά θα πρέπει να τα ξεπληρώσουν –οι νέες γενιές-αποκαθιστώντας ότι έχουμε καταστρέψει οι παλιότερες. Αν θέλουν φυσικά να επιβιώσουν στο μέλλον.
Με το κυρίαρχο σημερινό μοντέλο υπερκατανάλωσης, μέχρι το 2030 θα χρειαζόμασταν έναν δεύτερο πλανήτη σαν τη γη. Ο καπιταλισμός λοιπόν αντιμετωπίζοντας αυτή την πραγματικότητα, από τη μία εξασφαλίζει για τις ελίτ όλο και μεγαλύτερο κομμάτι της υπάρχουσας πεπερασμένης πίτας καταναλώνοντας τους εναπομείναντες πόρους και από την άλλη-για να συνεχίζει να καλλιεργεί τη ψευδαίσθηση της αύξησης της πίτας-την«φουσκώνει», αφού δε μπορεί να την μεγαλώνει.
Αλλά όσο μεγαλώνουν οι φούσκες τόσο πιο εύκολα «σπάνε» και έτσι δε μπορεί πια να εξασφαλίζει εύκολα τη συναίνεση των μεσαίων τάξεων. Αυτή η συναίνεση εξέλεγε μέχρι τώρα τις κυβερνήσεις των κομμάτων εξουσίας παντού. Με την άρση της έχουμε και αμφισβήτηση του πολιτικού συστήματος της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης και διακυβέρνησης, ιδίως στα κράτη της Ν. Ευρώπης.
2. Όσον αφορά στην Ελλάδα
Η Ελλάδα έγινε ο αδύνατος κρίκος στον παγκόσμιο καπιταλισμό, λόγω της μανίας της πολιτικής και οικονομικής ελίτ, για ανάπτυξη που δεν στηριζόταν στον πρωτογενή- δευτερογενή τομέα (γεωργία, μεταποίηση, καινοτομία κ.λπ.), αλλά στον τριτογενή (κατανάλωση, εμπόριο, τουριστικές υπηρεσίες κ.λπ.) και στις κάθε είδους οικοδόμηση και κατασκευές.
Ο «εκσυγχρονισμός» που υποτίθεται έγινε -χωρίς να υπολογίζεται το οικονομικό και το περιβαλλοντικό κόστος του-στηρίχθηκε σε δάνεια κύρια από το εξωτερικό. Σε αυτό βοήθησε και η είσοδος στην Ευρωζώνη, γιατί αύξησε τη δανειοληπτική πίστη λόγω του κοινού νομίσματος. Όλοι άρχισαν να δανείζονται εύκολα.
Η κυβέρνηση και οι τράπεζες από τις «χρηματοπιστωτικές αγορές», οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά από τις τράπεζες. Το Ευρώ και τα δάνεια βοήθησαν ιδιαίτερα στο να ικανοποιείται η μανία της ελληνικής ελίτ για έργα φαραωνικά ( π.χ. των ολυμπιακών του 2004 ), για γέφυρες λιμάνια, δρόμους, αεροδρόμια και στάδια, αλλά και για τη δημιουργία ενός υπερμεγέθους πελατειακού κράτους στην υπηρεσία της.
Σε όλη τη μεταπoλεμική περίoδo μόvo τo 15% τωv συvoλικώv επεvδύσεωv παγίoυ κεφαλαίoυ στρεφόταv στη μεταπoίηση, εvώ τo 42% τωv ιδιωτικώv επεvδύσεωv στρεφόταv στην οικοδομή και τα 2/3 τωv δημoσίωv στηv υπoδoμή.
Ο τουρισμός αναδείχθηκε στη «μεγάλη βιομηχανία» της χώρας και ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού προσπάθησε να επιβιώσει προσφέροντας υπηρεσίες κατά τη «τουριστική σαιζόν», αφήνοντας κατά μέρος τις άλλες δραστηριότητες και τη γεωργία.
Και αυτή η κατεύθυνση -που υλοποιούταν από ένα πολιτικό προσωπικό κάθε άλλο παρά αξιόλογο-κατέρρευσε στα πλαίσια της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης.
Λόγω της άρσης της «εμπιστοσύνης των πιστωτών», η δομική κατά βάση ελληνική κρίση μετατράπηκε σε κρίση των δημοσιονομικών χρεών. Αυτή έφερε και τις πολιτικές της τρόικας και των «μνημονίων».
Και η σημερινή, αλλά και οι επόμενες κυβερνήσεις των κομμάτων εξουσίας, θα είναι υποχρεωμένες –με τη «βοήθεια» της τρόικα ή των θεσμών της ΕΕ στη συνέχεια-να εφαρμόσουν τέτοιες πολιτικές, ώστε να επιστραφούν με ένα τρόπο τα χρέη στους διεθνείς και ντόπιους πιστωτές.
Εξάλλου η ευρωπαϊκή ελίτ δε μπορεί πια να διατηρεί πολυπληθείς μεσαίες τάξεις και θέλει να τις συρρικνώσει, ξεκινώντας από την Ελλάδα και τη Ν. Ευρώπη. Με τα προγράμματα «σωτηρίας» επιδιώκει τη «φτωχοποίησή» τους. Τελικά όχι μόνο των μεσαίων τάξεων.
Όσον αφορά στην Ελλάδα λοιπόν, που υπήρξε ιδιαίτερα επιρρεπής στο «να καταναλώνει περισσότερο από ό,τι παράγει», το «πρόγραμμα αναπροσαρμογής» οδηγεί στη «φτωχοποίηση» ολόκληρης της ελληνικής κοινωνίας και του περιβάλλοντος της χώρας.
Η ζωή θα γίνει για τους περισσότερους Έλληνες –εκτός της τοπικής ελίτ-σε μεγάλο βαθμό αβίωτη. Είναι γενικά φανερό ότι η πολυπληθής ελληνική μεσαία τάξη περνά σε αυτούς που αποκαλούμε «από κάτω».
Παρόλο το αίσθημα ενοχής, που κυριαρχεί σήμερα στα περισσότερα στρώματα λόγω και της προπαγάνδας του «όλοι μαζί τα φάγαμε», κάποια στιγμή, ιδίως τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα των ανειδίκευτων εργαζομένων και των ανέργων δε θα μπορούν να αποδεχθούν άλλο την εξαθλίωσή τους. Μαζί με κάποια μέχρι τώρα βολεμένα, αλλά «νεόπτωχα» πλέον στρώματα, θα πάψουν να συναινούν στην υπάρχουσα Ε.Ε. Δε θα μπορούν να δεχθούν για τη χώρα τον ρόλο που θα της έχει αναθέσει ο παγκόσμιος καπιταλιστικός καταμερισμός της εργασίας. Σαν χώρας δηλαδή που θα έχει χάσει την αυτάρκεια, θα έχει καταστρέψει το περιβάλλον της και θα έχει γίνει περιοχή φθηνών υπηρεσιών και τουρισμού. Σαν χώρας εξαρτημένης πλήρως από τις εισαγωγές για την ικανοποίηση των βιοτικών αναγκών του πληθυσμού με δημιουργία ελλειμμάτων και άρα ανάγκης για συνέχιση της δανειοδότησης από τους «πιστωτές» και της πληρωμής των δανείων από τα σημερινά και αυριανά «υποζύγια». Για να συνεχίζεται η εξάρτησή της για να συνεχίζεται το «πάρτυ» της ντόπιας και διεθνούς κυρίαρχης τάξης.
Αλλά ταυτόχρονα θα καταλάβουν ότι δε μπορούν να γυρίσουν προς τα πίσω, στο προηγούμενο της κρίσης μοντέλο ανάπτυξης που στηριζόταν στον υπερκαταναλωτικό τρόπο ζωής και στο μεγενθυμένο οικολογικό αποτύπωμα. Θα χρειασθεί, μέσα από την όξυνση της κρίσης, να αντιληφθούμε όλοι ότι είναι ψευδαίσθηση η επιθυμία μας να «ανελιχθούμε» κοινωνικά και να επιδιώξουμε την «ευημερία» μας μέσω της αύξησης του κομματιού της πίτας που μας αναλογεί. Θα χρειασθεί να αντιληφθούμε καθαρά ότι η ευζωία μας δε μπορεί να ταυτισθεί με την ατομική κατανάλωση .
Μπορεί να επιτευχθεί αν επιδιώξουμε την ευζωία μέσω της ανάδειξης άλλων σημαντικών αξιών και προτεραιοτήτων: της αλληλεγγύης, της συνεργασίας, της κοινότητας, της φιλίας, της ελευθερίας, του αυτοκαθορισμού, της κοινωνικής-αλληλέγγυας οικονομίας, της στήριξης στην αφθονία των κοινωνικών-συλλογικών αγαθών μας και στους δίκαια κατανεμημένους περιορισμένους φυσικούς πόρους μας.
Να αντιληφθούμε ότι δε μπορεί να συναινούμε πλέον στον μέχρι τώρα τρόπο ανάπτυξης και διακυβέρνησης που μας οδήγησε εδώ.
Πραγματικά, η απομυθοποίηση του καπιταλισμού και της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, μπορεί να μας πείσει πιο εύκολα πια, ότι η εκχώρηση της αντιπροσώπευσης και η διαμεσολάβηση από τους επαγγελματίες πολιτικούς των κομμάτων, δεν είναι ο καλύτερος τρόπος διακυβέρνησης. Ότι θα πρέπει να αναλάβουμε οι ίδιοι τη διαμόρφωση των συνθηκών της ζωής μας, προχωρώντας σε δομές αυτοοργάνωσης και αυτοκυβέρνησης.
Πριν από όλα να μην αισθανόμαστε φτωχοί επειδή πιθανά δεν έχουμε χρήματα, ούτε άχρηστοι επειδή δεν έχουμε κάποια μισθωτή θέση εργασίας στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις ή στο κράτος. Να μη αισθανόμαστε αδύναμοι, επειδή το κόμμα που ψηφίζαμε δεν μας εκπροσωπεί τελικά και έτσι να αποσυρόμαστε από τα «κοινά».
Αν σταματήσουμε να συμπεριφερόμαστε σαν καταναλωτές πολιτικών και αποφασίσουμε να συμμετάσχουμε στις διεργασίες διαμόρφωσης της πολιτικής, στις προσπάθειες δημιουργίας συλλογικών μορφών εργασίας και παραγωγής για την ικανοποίηση βιοτικών κατ αρχήν αναγκών, θα αντιληφθούμε, ότι ο καλύτερος διαμεσολαβητής είμαστε οι ίδιοι για τον εαυτό μας.
Ένα κίνημα, που θα ξεκινήσει από την «άμυνα», από τα συνθήματα των «πλατειών»: δεν «πληρώνουμε τα χρέη τους», «δε πουλάμε τα κοινωνικά και δημόσια αγαθά μας, ούτε το περιβάλλον μας», «δε χρειαζόμαστε τα λεφτά τους» κ.λπ., θα πρέπει να προχωρήσει επιθετικά στη δημιουργία εναλλακτικών μορφών ατομικής και κοινωνικής ύπαρξης. Να διαμορφώσει και να βάλει σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα από τα κάτω, για τους «από κάτω», που θα δίνει λύσεις στην καθημερινότητά τους,αποτινάζοντας από πάνω τους το καθεστώς της αποικίας χρέους, στο οποίο βρίσκεται η χώρα, αλλά θα αλλάζει και την κυρίαρχη ατομική και κοινωνική συνείδηση του ατομικισμού που έχει διαμορφώσει τονκυρίαρχο σημερινό ανθρωπολογικό τύπο της ελληνικής κοινωνίας, ανεξάρτητα της ταξικής του προέλευσης.
Όσα κόμματα και πολιτικές οργανώσεις θα θέλουν να βοηθήσουν σε αυτό, θα χρειασθεί να ρίξουν το βάρος τους, όχι στις εκλογές, αλλά στην αυτοοργάνωση των πολιτών.
Ένα τέτοιο κίνημα μπορεί να γίνει κάποια στιγμή πλειοψηφικό στην κοινωνία, και να την οδηγήσει σε ένα νέο «κοινωνικό συμβόλαιο» για μετάβαση σε μια μετακαπιταλιστική οργάνωσή της, αν αρνηθεί τη θέση της χώρας στα πλαίσια του παγκοσμιοποιημένου καπιταλιστικού μοντέλου ανάπτυξης και της ευρωζώνης και δε συμμορφωθεί με τα μέτρα που θα προωθήσουν οι επόμενες κυβερνήσεις, για να εξαναγκασθούν να κάνουν στάση πληρωμών τόκων και χρεολυσίων και να στραφούν στη στήριξη των συλλογικών αγαθών και μισθών ικανών να ικανοποιούν τις βιοτικές ανάγκες του πληθυσμού.
Αν διαμορφώσει συνθήκες ενδογενούς και τοπικής παραγωγής και διανομής, ώστε σημαντικές κοινωνικές κατηγορίες να βελτιώσουν τα εισοδήματά τους μέσα από την προώθηση ομάδων παραγωγών, συνεταιρισμών παραγωγών-καταναλωτών για απευθείας διακίνηση τροφίμων και άλλων χρηστικών προϊόντων χωρίς μεσάζοντες, συνεταιριστικών μικρών μαγαζιών, δικτύων διανομής και τοπικών συστημάτων ανταλλαγών με δικό τους νόμισμα κ.λ.π. Αν βοηθήσει να επαναπροσδιορισθούν γενικότερα από την κοινωνία οι βασικές μας ανάγκες και ο τρόπος ικανοποίησή τους-όσο γίνεται λιγότερο μέσω των αγορών και της ατομικής κατανάλωσης- με στήριξη στα συλλογικά αγαθά και με μικρότερο κοινωνικό και οικολογικό αποτύπωμα, επιδιώκοντας την «ευζωία με ατομική εγκράτεια και μέσα από τη συλλογική αφθονία». Επιδιώκοντας περισσότερο την αυτοανάπτυξη-αυτοπραγμάτωσή μας σαν ανθρώπινα όντα μέσα από τη συμμετοχή μας στις δομές αυτοοργάνωσης όλων των επιπέδων (οικονομικών, κοινωνικών, πολιτιστικών, πολιτικών), μέσα από τη κοινωνικοποίηση της εκπαίδευσης και παιδείας και την ενσωμάτωσή της στην κοινωνική ζωή και στην παραγωγική διαδικασία-σε ισορροπία με τη φύση -και κάτω από τον έλεγχο των πολιτών και των άμεσων παραγωγών.
3. Ο ρόλος της Τοπικοποίησης
Η Τοπικοποίηση προτείνεται σαν μια στρατηγική -στα πλαίσια της αποανάπτυξης-για στροφή σε μια αποκεντρωμένη, αυτοδιαχειριζόμενη, οικολογική και αταξική κοινωνία της ισοκατανομής πόρων και εξουσιών.
• Στήριξη όσο γίνεται περισσότερο στους τοπικούς πόρους κάθε περιοχής και όσον αφορά στη Γεωργία στις τοπικές ποικιλίες και ράτσες
• Τοπική ποιοτική παραγωγή για τις ανάγκες κυρίως της αλυσίδας: πολίτης, κοινότητα, δήμος-περιφέρεια και επικράτεια και όχι οπωσδήποτε με κριτήριο το συγκριτικό πλεονέκτημα στη παγκόσμια αγορά
• Δίκτυα Ανταλλαγών-Τοπικά Νομίσματα- Tοπική αγορά των μικρών αποστάσεων
• Μεγαλύτερη δυνατότητα συμμετοχής σε θεσμούς αυτοδιαχείρισης μικρής κλίμακας. Πιο εύκολος ο έλεγχος από την τοπική κοινωνία
Για τη χώρα μας:
Nα αναβιώσουμε το κοινοτικό πνεύμα για να ξεπεράσουμε τη κρίση, αλλά και για να αποχαιρετήσουμε τον καπιταλισμό που μας οδηγεί στη βαρβαρότητα και την οικο-καταστροφή
Θα χρειασθεί να στηριχθούμε στις κοινότητες κάθε είδους- αστικές ή της υπαίθρου, αλλά και επαγγελματικές, κοινωνικής ή συνεργατικής οικονομίας, τις κοινότητες ενδιαφερόντων ή του διαδικτύου(π.χ. κοινότητες «κοινής χρήσης» κατοικιών, αυτοκινήτων κ.λπ) -σαν κύτταρα της νέας κοινωνίας που θα επιδιώξουμε.
Εφαλτήρας για την οικονομία μπορεί να γίνει ο αγροδιατροφικός τομέας, ο τομέας ένδυσης-υπόδησης, ο ενεργειακός τομέας με αιχμή στις ΑΠΕ και ο τομέας του ήπιου οικοτουρισμού για δημιουργία επιπλέον τοπικού εισοδήματος
Εφαλτήρας για τη διαμόρφωση αντίστοιχης πολιτικής οι τοπικές κινήσεις πολιτών που παρεμβαίνοντας στις τοπικές κοινωνίες και συμμετέχοντας στις τοπικές εκλογές θα απαιτήσουν «συμμετοχικούς προϋπολογισμούς» στους δήμους.
4. Ο ρόλος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης
•Τ.Α. θέτει πόρους στη διάθεση συλλογικών δομών εργασίας, με τη μορφή κοινωνικών επιχειρήσεων (συνδυασμός αμειβόμενης εργασίας για ανέργους - εξειδικευμένης από υπαλλήλους του δήμου -εθελοντικής εργασίας από εθελοντές που μαζί με τους υπαλλήλους παίζουν το ρόλο του "εμψυχωτή")
•Δημιουργεί χώρους παραγωγής και αυτοπαραγωγής (π.χ. εργαστηρίων επαναχρησιμοποίησης ηλεκτρικών - ηλεκτρονικών ειδών, επίπλων, ρούχων, κομποστοποίησης -λιπασματοποίησης οργανικών αποβλήτων, δημοτικών λαχανόκηπων, μεταποιητηρίων γεωργικών προϊόντων κ.λπ.)
•Χώρους απασχόλησης παιδιών ,ανταλλαγής ειδών από «δεύτερο χέρι»,γραφείων «συνταξιδιωτών» κ.λπ
•οργάνωση γραφείων-συνεργείων από άνεργους αρχιτέκτονες-οικοδόμους για κατασκευή-μετατροπή κτιρίων σε βιοκλιματικά, συνεργείων για τη δημιουργία «πράσινων στεγών» και «ηλιακών στεγών»
•Ειδική περίπτωση: αυτοδιαχειριζόμενα συνεργεία και όχι ιδιώτες εργολάβοι να αναλαμβάνουν συγκεκριμένες εργασίες του δήμου
5. Ο ρόλος του κοινοτισμού
Ο ρόλος του κοινοτισμού για το ξεπέρασμα της σημερινής κρίσης (αλλά και για το πέρασμα σε μετακαπιταλιστική κοινωνία) θα είναι πολύ σημαντικός:
• Να αναβιώσουμε και σήμερα το κοινοτικό πνεύμα για να ξεπεράσουμε τη κρίση, αλλά και για να αποχαιρετήσουμε τον καπιταλισμό που μας οδηγεί στη βαρβαρότητα και την οικο-καταστροφή
• Να στηριχθούμε στις κοινότητες σαν κύτταρα της νέας κοινωνίας που θα επιδιώξουμε.
• Όχι μόνο στις χωρικές-αστικές ή της υπαίθρου-αλλά και στις επαγγελματικές, τα εγχειρήματα της κοινωνικής-συνεργατικής οικονομίας ή τις κοινότητες ενδιαφερόντων ή του διαδικτύου (π.χ. κοινότητες «κοινής χρήσης» κατοικιών, αυτοκινήτων κ.λπ)
Σήμερα υπάρχουν ήδη πάνω από 2600 εγχειρήματα κοινοτικού χαρακτήρα στη χώρα, που δεν περιμένουν την επανάσταση ή κάποια «κυβέρνηση κοινωνικής σωτηρίας» για να δώσει λύση. Εμφορούνται από την αντίληψη ότι μπορούν να δημιουργήσουν από τώρα στοιχεία «του κόσμου που θέλουν, μέσα στον κόσμο που θέλουν να ανατρέψουν και να αφήσουν πίσω τους».
Η δική μας συνολική πρόταση:
Να διαμορφωθεί «από τα κάτω» και από τους έλληνες «από κάτω» ένα απαραίτητο ρεαλιστικό και ελκυστικό πρόγραμμα για το ξεπέρασμα της κρίσης και συγχρόνως για τη μετάβαση σε μια μετακαπιταλιστική κοινωνία, σε μια κοινωνία δημοκρατικής αυτονομίας που θα στηριχθεί:
• στην οικονομία των βιοτικών αναγκών όσον αφορά στο περιεχόμενο,
• στον συνεργατισμό-συνεταιρισμό όσον αφορά στις σχέσεις παραγωγής,
• στη συλλογική-κοινοτική-δημοτική ιδιοκτησία όσον αφορά στα μέσα παραγωγής,
• στην εγγύτητα και τις μικρές αποστάσεις όσον αφορά στο μικρότερο δυνατό οικολογικό αποτύπωμα,
• στην άμεση δημοκρατία των συνελεύσεων και των ανακλητών εκπροσώπων, όσο αφορά στις διαδικασίες αποφάσεων, πολιτικής θέσμισης και διακυβέρνησης
6. Ο Συνομοσπονδισμός
Εφαλτήρας για τη διαμόρφωση της κοινοτικής πολιτικής θέσμισης οι τοπικές κινήσεις πολιτών για τη δημοκρατική αυτονομία –με τη μορφή της δημοκρατίας εν δράσει και κοινή ονομασία π.χ. Κίνηση για τη "Δημοκρατική Αυτονομία"-που παρεμβαίνοντας στις τοπικές κοινωνίες στη βάση των προβλημάτων της καθημερινότητας και δημιουργώντας θεσμούς άμεσης δημοκρατίας σε όλα τα επίπεδα- θα μπορέσουν-συνδεόμενες και μεταξύ τους- να διαμορφώσουν ένα πρόγραμμα μετάβασης σε ένα σύστημα αποκεντρωμένης δημοκρατικής αυτονομίας και κοινοτισμού, σε μια κοινωνία ελευθερίας, ειρήνης, κοινωνικής και φυλετικής ισότητας, δικαιοσύνης και οικολογικής ισορροπίας.
Αυτές οι Κινήσεις θα απαιτήσουν από τους υπάρχοντες δήμους«συμμετοχικούς προϋπολογισμούς και προγραμματισμούς»(οργανώνοντας π.χ. στις γειτονιές των πόλεων και τα χωριά συνελεύσεις πολιτών όπου θα γίνονται οι προτάσεις και θα αποφασίζονται οι προτεραιότητες και στη συνέχεια Συντονιστικά Συμβούλια με ανακλητούς εκπροσώπους[1] για την προώθηση των λύσεων προς την Τ.Α. Όταν μπορέσουν να αλλάξουν τους πολιτικούς συσχετισμούς και συμμετέχοντας στις τοπικές εκλογές πάρουν την πλειοψηφία σε κάποιους δήμους, τότε τους μετατρέπουν σε θεσμούς πραγματικής αυτοδιοίκησης και αυτοκυβέρνησης (μικραίνοντας το μέγεθός τους-επιστρέφοντας τουλάχιστον στο καποδιστριακό τους μέγεθος- και θεσμοθετώντας τηνκοινότητα δρόμου στις πόλεις και την αγροτική κοινότητα σαν το μικρότερο κύτταρο της δημοκρατικής αυτονομίας, τα Συμβούλια Συνοικιών στη συνέχεια και τα Συμβούλια Πόλης.
Όταν γίνει αυτό σε αρκετούς δήμους τους ομοσπονδοποιούν και λειτουργούν για ένα πιθανά μεγάλο διάστημα σαν αυτόνομη ομοσπονδίασε σχέση συμπλήρωσης, αντιπαράθεσης και ρήξης με το κεντρικό κράτος( ένα είδος δυαδικής αντιεξουσίας) έως ότου καταλήξουμε σε ένα νέο «Κοινωνικό Συμβόλαιο» και μια δημοκρατική συνομοσπονδιακή κοινοπολιτεία στην ελληνική επικράτεια (ελπίζουμε ειρηνικά και αναίμακτα, αλλά και προετοιμαζόμενοι για πιθανές συγκρούσεις με αυτοάμυνα και αντίσταση και μεθόδους που θα έχει αναπτύξει το κίνημα εντωμεταξύ).
Από τον «αδύνατο καπιταλιστικό κρίκο της «Ενωμένης Ευρώπης» να μετατρέψουμε τη χώρα σε κόμβο κοινωνικής, πολιτικής και οικολογικής ανάτασης στα πλαίσια του πραγματικού μας «οίκου» που είναι η Μεσόγειος και τα Βαλκάνια. Όπου ανεξάρτητα των θρησκευτικών και φυλετικών διαφορών, καθώς και συνόρων, μπορούν να δημιουργηθούνσυνομοσπονδισμένες βιοπεριφέρειες, που θα στηρίζονται σε ένα εκτεταμένο δίκτυο συνεργασιών και μεταξύ τους ροών και θα αναπτύσσουν το μοντέλο της ευζωίας χωρίς «ανάπτυξη» και καταναλωτισμό , αλλά με κοινωνική ισότητα και ατομική εγκράτεια, στηριζόμενοι στα κοινωνικά και συλλογικά αγαθά και την άμεση δημοκρατία.
7. Ο ρόλος και η έννοια της Βιο-περιφέρειας στα πλαίσια της στρατηγικής της τοπικοποίησης (Ρεγκιοναλισμού)
Δεν ταυτίζεται με την έννοια της διοικητικής περιφέρειας, όπως εκφράζεται στον «Καλλικράτη», όπου είναι μια δομή του περιφερειακού κράτους. Ούτε 100% με την έννοια της γεωγραφικής περιφέρειας. Το ίδιο δεν ταυτίζεται με την έννοια ενός οικοσυστήματος ή μιας οικοπεριοχής- όπως ορίζονται στην επιστήμη της οικολογίας- γιατί είναι συνήθως μεγαλύτερη. Δεν ταυτίζεται επίσης με μια οικοζώνη, από την οποία είναι μικρότερη. Πρόκειται για μια οικολογική και γεωγραφική ταυτόχρονα περιοχή, που αποτελεί ένα χώρο με κοινές φυσικές και γεωγραφικές συνθήκες, αρκετό για να εξασφαλίζει τους κύκλους της ζωής και των θρεπτικών φυσικών στοιχείων και υλικών, καθώς και την ενσωμάτωση των αποβλήτων, αλλά και κοινές ιστορικές καταβολές και ηθικές αξίες των ανθρώπινων κοινοτήτων της, που της δίνουν μια ταυτότητα.
Χαρακτηρίζεται από τον τρόπο που εντάσσεται η ανθρώπινη κοινωνία της με το φυσικό της περιβάλλον. Από το πως δένονται οι διανθρώπινες σχέσεις με τους τοπικούς φυσικούς πόρους, όπως π.χ με τις λεκάνες απορροής του νερού, με τις άλλες μορφές ζωής και το πλέγμα των οικοσυστημάτων της περιοχής, εξασφαλίζοντας την αρμονική ενότητα του τόπου, της κοινότητας των ανθρώπων που τον κατοικούν και του συνόλου των παραγωγικών τους δραστηριοτήτων. Η εγγύτητα καθορίζει τη διαχείριση των εισροών και των εκροών των παραγωγικών μονάδων και των ανταλλαγών, με βάση τη σχετική αυτάρκεια-αυτοδυναμία της. Μπορεί να είναι μια περιοχή στα πλαίσια μιας νομαρχίας του παρελθόντος (π.χ. Μαγνησίας) με 1-2 αστικούς δήμους και μερικούς περιφερειακούς δήμους και κοινότητες, που μπορεί να εξασφαλίζει αυτοδυναμία πόρων και ενέργειας. Μπορεί βέβαια να επεκταθεί και στα πλαίσια μιας υπάρχουσας περιφέρειας του "Καλλικράτη", όπως η Θεσσαλία, αλλά θα εξαρτάται και από τον ανθρώπινο πληθυσμό της που δε θα πρέπει να υπερβαίνει το 1.000.000. Πολλές φορές θα χρειασθεί να μη ληφθούν υπόψη υπάρχοντα εθνικά σύνορα και να διαμορφωθεί από το διασυνοριακό κίνημα του συνομοσπονδισμού «σκιωδώς» διασυνοριακά!
Για τον καθορισμό της λοιπόν σαν μια δομή στα πλαίσια της ελλαδικής Αυτοδιοίκησης με τα σημερινά δεδομένα του Καλλικράτη, απαιτείται νομική παρέμβαση από τη πλευρά της υπάρχουσας κεντρικής εξουσίας με νέο νόμο για την Τοπική Αυτοδιοίκηση και με μεταφορά πόρων προς αυτήν. Για την ολοκλήρωσή της όμως σαν θεσμός άμεσης δημοκρατίας, θα απαιτηθεί ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο από μια μετακαπιταλιστική κοινωνία μετάβασης στην άμεση δημοκρατία και τον δημοκρατικό συνομοσπονδισμό, και μάλιστα με επέκταση στα Βαλκάνια και τη Μεσόγειο.
Η Αυτοδιοίκηση στα πλαίσια μιας τέτοιας βιοπεριφέρειας μπορεί να στηρίζεται σε δομές σαν τις παρακάτω:
• Πέρα από τη πυρηνική οικογένεια, είναι επιθυμητό να δημιουργηθούν και να επικρατήσουν «διευρυμένες» οικογένειες (όχι γενετικής συγγένειας, αλλά περισσότερο ιδεολογικής συγγένειας και με όλες τις ηλικίες- η τρίτη ηλικία μπορεί να είναι πολύ χρήσιμη , η επιβίωσή της αδύνατη στο μέλλον από ένα καταρρέον συνταξιοδοτικό σύστημα), σαν κύτταρα των μελλοντικών χωρικών κοινοτήτων-δήμων. Το κοινό χαρακτηριστικό τους το «κοινό ταμείο».
• Στην επανασύσταση ως αυτοδιοικητικών μονάδων των υπαρχόντων χωρικών κοινοτήτων της υπαίθρου της.
• Στην επανασύσταση των μικρών δήμων, με το χωρισμό των μεγάλων πόλεων σε δήμους κάτω των 50.000 κατοίκων, οι οποίοι συστήνουν με τη σειρά τους αστικές κοινότητες με βάση τις οδούς στις γειτονιές των πόλεων που δεν ξεπερνούν π.χ. τους 1000-2000 κατοίκους.
8. Η παρέμβαση των Τοπικών Κινήσεων Δημοκρατικής Αυτονομίας με βάση τη Βιοπεριφέρεια:
Έως ότου επιτευχθεί αυτό με νόμο από τη Κεντρική Εξουσία, το κίνημα για την Δημοκρατική Αυτονομία… (και οι αναφερθείσες Τοπικές Κινήσεις Πολιτών που θα έχει δημιουργήσει) λειτουργεί και παρεμβαίνει με βάση τη παραπάνω «σκιώδη»διαμόρφωση της Τ.Α. από τη δική του μεριά (π.χ. τον «Καλλικρατικό Βόλο» θα τον χωρίσει σε Βόλο και Νέα Ιωνία, όπως ήταν πριν το «Καλλικράτη), σε αντιπαράθεση με την υφιστάμενη Τ.Α., όσο αυτή υπάρχει. Συστήνει λοιπόν στα χωριά και στις πόλεις, με βάση την οδό( σε μεγάλη πόλη) ή την μικρή γειτονιά-σαν κοινοτικά κύτταρα- Συνελεύσεις Πολιτών(ΣΠ), όπου συμμετέχουν, συζητούν και αποφασίζουν-όσοι ενεργοί πολίτες ενδιαφέρονται στην αρχή και στη συνέχεια όσοι πείθονται ότι έχει σημασία για αυτούς- για τον προγραμματισμό και τον προϋπολογισμό του δήμου στον οποίο ανήκουν. Συστήνει επακόλουθα με εκλεγμένα και ανακλητά μέλη (με ποσόστωση 50-50 άνδρες γυναίκες και ανεξάρτητα της υπηκοότητας των πολιτών) Συντονιστικά Συμβούλια Κοινοτήτων(ΣΣΚ)- αυτών των υπό διαμόρφωση κοινοτήτων- για την προώθηση των αποφάσεών τους προς τα υπάρχοντα δημοτικά συμβούλια, θέτοντάς τα προ των ευθυνών τους και πιέζοντάς τα να τις λάβουν υπόψη στον προγραμματισμό-προϋπολογισμό του υπάρχοντος δήμου. Καλύτερα θα μπορούσε να συσταθεί μια επιπλέον δομή, δηλαδή από όλα τα ΣΣΚ εκλέγεται ένα ολιγομελές Συντονιστικό Συμβούλιο Πόλης (ΣΣΠ) ήΣυντονιστικό Συμβούλιο Ενότητας Χωριών (ΣΣΕΧ)-όπου με την Ενότητα Χωριών εννοούμε κοντινά χωριά που ανήκαν πριν σε «Καποδιστριακό Δήμο»- που θα αναλάβει την προώθηση των αποφάσεων των υπό διαμόρφωση κοινοτήτων ανάλογα με την προτεραιότητα των αναγκών τους, την οποία προτεραιότητα αποφασίζει δημοκρατικά το ΣΣΠ ή ΣΣΕΧ, προς τους δήμους.
Από όλα τα ΣΣΠ και ΣΣΕΧ εκλέγεται δημοκρατικά με ανακλητά μέλη και την ίδια ποσόστωση το Συντονιστικό Περιφερειακό Συμβούλιο (ΣΠΣ), το οποίο παρεμβαίνει στην υπάρχουσα Περιφέρεια και προωθεί εκείνα τα αιτήματα των κοινοτήτων που αφορούν στην Περιφέρεια.
Ένα τέτοιο Σύστημα Συμβουλίων (ΣΣ), εξελισσόμενο από βαθμίδα σε βαθμίδα, θα αποτελέσει τον πολιτικό κορμό για τη μετάβαση σε μια κοινωνία Δημοκρατικής Αυτονομίας και θα πρέπει να ενεργοποιήσει και να εμπλέξει όσο γίνεται μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού στις διεργασίες του, ώστε το πρόγραμμα μετάβασης που θα αναπτύξει να είναι όσο γίνεται πιο αντιπροσωπευτικό.
Επειδή θεωρούμε τον αγροδιατροφικό τομέα σαν εφαλτήρα για τη μετάβαση προς αυτή την κατεύθυνση θα είναι από την αρχή αναγκαίο να συσταθεί και ιδιαίτερο Συντονιστικό Συμβούλιο Αγροδιατροφικού Τομέα (ΣΣΑΤ), το οποίο με βάση τις διατροφικές ανάγκες που θα έχουν προταθεί από τις υπό διαμόρφωση Κοινότητες και σε συνεργασία με το ΣΣ, θα ολοκληρώσει και ένα πρόγραμμα για τις αγροδιατροφικές οικονομικές δραστηριότητες στα πλαίσια του κάθε δήμου και στη συνέχεια της περιφέρειας. Επίσης θα είναι σημαντικό να γίνει σε κάθε δήμο ένα ιδιαίτερο Συμβούλιο Δημοτικού Τομέα Οικονομίας (ΣΔΤΟ),για τη στήριξη του ιδιαίτερου οικονομικού ρόλου του δήμου που θα αφορά σε όλους τους πολίτες
Το ίδιο θα χρειασθεί να γίνει και για κάθε άλλον τομέα της οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας-στηριγμένης στη συνεργατική και συνεταιριστική οργάνωσή της- στους δήμους και τις περιφέρειες, όπως για την υγεία, την χειραφετητική παιδεία-εκπαίδευση, τη δικαιοσύνη, τη βιοτεχνική- βιομηχανική παραγωγή, τον ενεργειακό εφοδιασμό, τοπεριβάλλον και την οικολογική ισορροπία, την αυτοάμυνα κ.λπ.
9. Και μια σημείωση σχετικά με την ιδιοκτησία
Το ζήτημα δεν μπορεί να ξεκαθαρισθεί εκ των προτέρων και θα εξαρτηθεί από τις οικονομικές δομές που θα δημιουργήσει κάθε τοπική κοινωνία ισοκατανομής (οικονομικής-κοινωνικής-οικολογικής-πολιτικής). Από τη στιγμή όμως που το βασικό κύτταρό της θα είναι η κοινότητα, είτε χωρική θα είναι αυτή, είτε δραστηριοτήτων, είτε ενδιαφερόντων, είναι προφανές ότι θα προάγεται η συλλογική ιδιοκτησία. Η ατομική δεν θα έχει καμία τύχη, γιατί οι άνθρωποι θα οργανώσουν την καθημερινότητά τους βασισμένοι στις αξίες της συλλογικότητας και της αλληλεγγύης. Μάλλον δεν θα προτιμήσουν την πυρηνική οικογένεια, αλλά τη «διευρυμένη οικογένεια» που θα περιλαμβάνει περισσότερους γονείς καθώς και τις 3 γενιές τους (παππούδες-γιαγιάδες-παιδιά), εκφράζοντας έτσι την αλληλεγγύη των γενιών. Θα είναι η ευνοϊκότερη (σε σχέση με την πυρηνική οικογένεια) εξέλιξη της παλιάς αυτοδύναμης-αυτάρκους πολυπληθούς πατριαρχικής ή μητριαρχικής οικογένειας (Οι υπάρχουσες σήμερα "ομάδες συγγένειας" της καθημερινής ζωής ή οι οικοκοινότητες, μπορούν να δώσουν μια εικόνα της «διευρυμένης οικογένειας»).
Αυτό σημαίνει λοιπόν ότι θα χάσει το έδαφος κάτω από τα πόδια της η ατομική ιδιοκτησία και θα εντάσσεται με τη θέλησή της στη συλλογική-κοινοτική ή ακόμα καλύτερα στη δημοτική ιδιοκτησία, αφού θα δοθεί προτεραιότητα στον δημοτικό τομέα οικονομίας. Δεν θα χρειασθεί να γίνει «δημοτικοποίηση» των μέσων παραγωγής και της γης (με νόμο και με βία), όπως απαίτησε η «κρατικοποίηση», όπου εφαρμόσθηκε μέχρι τώρα.

Τι να κάνουμε: τα πρώτα βήματα, μετά τη κατάρρευση της οικονομίας και της πολιτικής των «μνημονίων»

Περισσότερα στο:
http://topikopoiisi.blogspot.gr/p/blog-page_10.html


Επισκεφθείτε και την νέα ιστοσελίδα μας: http://www.topikopoiisi.eu/






Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2016

«Aνάπτυξη» ενάντια στην «Eυζωία»!

Η «ανάπτυξη» που πιπιλίζουν όλοι, από τα ΜΜΕ μέχρι και τους πολιτικούς, είναι ενάντια στην ευζωία των πολλών.
Είτε πρόκειται για δημοσιογράφους και ΜΜΕ, είτε για πολιτικούς: είναι αλλεργικοί στην κριτική της ανάπτυξης. Τα επιχειρήματα δεν παίζουν κανένα ρόλο. Η αλλεργία τους οφείλεται σε προκαταλήψεις και φόβους. Παρόλο που υπάρχουν τόσοι πολλοί καλοί λόγοι για να επιδιώξουμε ένα μέλλον πέρα από την ανάπτυξη.
Ο ισχυρισμός τους δεν είναι μόνο ότι η ανάπτυξη με τη μορφή της αύξησης των οικονομικών μεγεθών είναι αυτονόητη επιδίωξη των ανθρώπων και των κοινωνιών. Υποστηρίζουν κυρίως ότι αυτοί που την κριτικάρουν είναι εχθροί της προόδου. Η κριτική της ανάπτυξης, που φέρνει στο φως τις αρνητικές επιπτώσεις της για την ζωή των «απο κάτω», είναι ένα αχρείαστη, είναι πολυτέλεια, λένε, που δεν έχει επιχειρήματα από τη μεριά της και που αποτυγχάνει γιατί στρέφεται ενάντια στην «ανθρώπινη φύση».  
Δεν ασχολούνται, ούτε θέλουν να ακούσουν καθόλου τα επιχειρήματα και τα συμπεράσματα μελετών αρκετών πανεπιστημιακών που ασχολούνται με τη λεγόμενη «Νέα Οικονομία». Που διαμορφώνουν σήμερα το πρόταγμα του κοινωνικο-οικολογικού μετασχηματισμού της υπάρχουσας κυρίαρχης πολιτικής οικονομίας. Αυτοί, οι όχι αγοραίοι οικονομολόγοι, είναι πεπεισμένοι-μέσα από τις έρευνές τους-ότι η συνεχής μεγέθυνση της υπάρχουσας οικονομίας στις πλούσιες αναπτυγμένες χώρες, δεν έχει ως αποτέλεσμα την καλή ζωή για τις πλειοψηφίες των πολιτών, αλλά στέκεται απέναντι σε κάτι τέτοιο. Γιατί οι αναλύσεις τους δείχνουν: από την ανάπτυξη κερδίζουν κυρίως οι πιο πλούσιοι, όταν ταυτόχρονα δημιουργεί οξεία φτώχεια και αποκλεισμό και υπερβαίνει τα μέγιστα τα οικολογικά όρια του πλανήτη. Η αποανάπτυξη ή μετα-ανάπτυξη δεν είναι παραίτηση, στέρηση και οπισθοδρόμηση, αλλά μια προοδευτική εναλλακτική λύση στις προσταγές της ανάπτυξης.
Η επικράτηση της ιδεολογίας της ανάπτυξης
Ζούμε σε μια καπιταλιστική οικονομία «ανάπτυξης». Ότι η παραπέρα ανάπτυξη είναι δυνατή, επιθυμητή και αναγκαία, είναι ένα από τα ιδεολογικά θεμέλια των καπιταλιστικών κοινωνιών μας, που κρύβει το γεγονός ότι ποτέ μέχρι σήμερα σε ολόκληρη την ανθρώπινη Ιστορία δεν υπήρξαν τόσο πολλοί άνθρωποι να παράγουν τόσο πολύ πλούτο για λογαριασμό τόσο λίγων ανθρώπων σε κάθε χώρα. Όταν το λεγόμενο ΑΕΠ μιας χώρας αυξάνεται, χειροκροτούν όλοι. Αν δεν αυξάνεται τότε κάνουν  ό, τι είναι δυνατόν για να αλλάξει αυτό (ας θυμηθούμε τις τοξικές πριμοδοτήσεις στη διάρκεια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του σήμερα). Όταν κάποιος αυξάνει το εισόδημά του και το οικογενειακό ακαθάριστο προϊόν τότε θεωρείται επιτυχημένος, ενώ αν μείνει άνεργος, χωρίς μισθό είναι ο αποτυχημένος. Η ευθύνη για την επιτυχία ή την αποτυχία θεωρείται προσωπική και συχνά αποδίδεται στην εργατικότητα, στην ευφυία, στην μοίρα ή στο θέλημα του θεού, για να γίνεται γενικώς αποδεκτή. Η ιδεολογία της ανάπτυξης έχει και το αντίστοιχο αξιακό σύστημα.
Η οικονομική ανάπτυξη θα πρέπει βέβαια να λύσει όχι μόνο τα οικονομικά προβλήματα, όπως το χρέος ή την έλλειψη θέσεων εργασίας, αλλά και κοινωνικά προβλήματα, όπως η ανισότητα ή έλλειψη θέσεων στα νηπιαγωγεία, ισχυρίζονται, ιδίως οι αριστεροί. Πολλοί μάλιστα-περισσότερο πράσινοι- έχουν και την ελπίδα ότι "πράσινη ανάπτυξη"- μέσω της ενεργειακής πολιτικής και τεχνολογικής καινοτομίας-θα λύσει και τα οικολογικά προβλήματα. Η στασιμότητα σημαίνει για όλους κοινωνική κρίση: ανεργία, ελλείμματα προϋπολογισμού, φτώχεια. Όλα τα κόμματα – ακόμα και της αριστεράς ή των πρασίνων - εστιάζουν στην περαιτέρω οικονομική ανάπτυξη.
 «Χωρίς ανάπτυξη, δε γίνεται τίποτα", αυτό είναι το κλειδί στην ιδεολογία της καπιταλιστικής κοινωνίας. Η πίστη στον επεκτατικό μοντερνισμό δεν θέλει να σπάσει: η ανάπτυξη είναι η πανάκεια, το ελιξίριο, το καθολικό μέτρο της προόδου, του εκσυγχρονισμού και της εξέλιξης. Αλλά είναι πραγματικά έτσι; Και υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις;
Οι συρρίκνωση των πλεονεκτημάτων της ανάπτυξης
Όταν οι ιδεολόγοι της ανάπτυξης ισχυρίζονται ότι η μεγέθυνση, η επέκταση, ταχύτητα και όλα τα χαρακτηριστικά της ανάπτυξης, είναι κεντρικής σημασίας για την ευημερία της κοινωνίας, και ότι το ΑΕΠ είναι μέχρι σήμερα το καταλληλότερο μέτρο του πλούτου ενός έθνους και των ανθρώπων του, ο ισχυρισμός αυτός είναι μάλλον αμφίβολος. Ούτε καν οι εφευρέτες του ΑΕΠ το 1930, δεν συμμερίζονταν αυτήν την άποψη. Σήμερα αμφισβητείται αυτό και υπάρχουν οικονομολόγοι, κυβερνήσεις και διεθνείς οργανισμοί που εργάζονται εδώ και δεκαετίες για τη διαμόρφωση καλύτερων δεικτών ευημερίας, διότι η προσήλωση στο ΑΕΠ θέτει στο περιθώριο της κοινωνικής συνείδησης το περιβαλλοντικό και κοινωνικό κόστος της ανάπτυξης.
Σαν μοναδική απόδειξη για την καταλληλότητα του ΑΕΠ σαν δείκτη ευημερίας, οι υποστηρικτές της ανάπτυξης  χρησιμοποιούν τη συσχέτιση μεταξύ του προσδόκιμου χρόνου ζωής και του κατά κεφαλήν εισοδήματος. Όσο σημαντική είναι αυτή η συσχέτιση, τόσο λίγο έχει να κάνει με την κριτική της ανάπτυξης. Κανείς δεν αρνείται ότι η οικονομική ανάπτυξη κατά το παρελθόν (χρονολογία κλειδί 1980) και σε λιγότερο πλούσιες χώρες (Κίνα) σχετίζεται με την αύξηση της ευημερίας των χαμηλότερων και μεσαίων τάξεων. Η αποανάπτυξη αρνείται όμως ότι αυτό μπορεί να συνεχιστεί στο διηνεκές, για πάντα.
Υπάρχουν αρκετοί λόγοι για αυτό, αναφέρουμε δυο:
 1) Πολυάριθμες μελέτες δείχνουν ότι η οριακή χρησιμότητα κάθε επιπλέον ευρώ στην αύξηση της ευημερίας, για παράδειγμα, μειώνεται σημαντικά, ενώ αντίθετα το κόστος της ανάπτυξης αυξάνεται. Από ένα ορισμένο επίπεδο εισοδήματος - και αυτό οι περισσότεροι άνθρωποι στις αναπτυγμένες χώρες το έχουν επιτύχει στη δεκαετία του 1980 - τελειώνει η ανάλογη σχέση μεταξύ ανάπτυξης και ευημερίας: από τότε και μετά,  παρά την οικονομική ανάπτυξη, η ικανοποίηση των ανθρώπων από τη ζωή όχι μόνο λιμνάζει, αλλά και μειώνεται (παράδοξο του Easterlin ονομάσθηκε αυτό, από το όνομα του καθηγητή που το παρατήρησε πρώτος στις έρευνές του για την ανθρώπινη ευτυχία). Και όμως η πυξίδα που καθοδηγούσε μέχρι τώρα τις πολιτικές των κυβερνήσεων των αναπτυγμένων χωρών, αλλά όχι μόνο, ήταν η οικονομική ανάπτυξη με κριτήριο μέτρησής της το ΑΕΠ. Αυτό καθόρισε τη λογική όχι μόνο του πολιτικού προσωπικού, αλλά ολόκληρων των κοινωνιών και των πολιτών-καταναλωτών. Όλοι παρακολουθούσαν με αγωνία τις προγνώσεις για την ανάπτυξη σε κάθε χώρα εσωτερικά, αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο. Τα προγράμματα όλων των κομμάτων, ακόμα και αυτών που δεν πήραν ποτέ την εξουσία, ήταν και είναι ακόμα γεμάτα με προτάσεις για πολιτικές μεγαλύτερης κάθε φορά ανάπτυξης.
2) Ένας δεύτερος σημαντικός λόγος είναι η αυξανόμενη ανισότητα. Γιατί από την αύξηση των ΑΕΠ και των εισοδημάτων των τελευταίων 25 ετών – οι ιδεολόγοι της ανάπτυξης αδιαφοροποίητα γιόρτασαν αυτό σαν την «τεράστια επιτυχία της ανάπτυξης» - έχουν de facto μερικοί μόνο κερδίσει. Το πλουσιότερο 5% έχει οικειοποιηθεί το μισό από τα κέρδη αυτά των εισοδημάτων. Εν τω μεταξύ, 62 άτομα κατέχουν τόσα πολλά, όσα το μισό του παγκόσμιου πληθυσμού.  Η όποια ισότητα ή το όποιο καλό κοινωνικό σύστημα δεν είναι φυσική απόρροια της οικονομικής ανάπτυξης, αλλά το αποτέλεσμα των κοινωνικών αγώνων και των διαδικασιών πολιτικής διαπραγμάτευσης.
Ανάπτυξη=Πρόοδος;
Η πρόοδος έχει ταυτιστεί παντού στον κόσμο με την αύξηση του ΑΕΠ. Είναι μια πλατιά διαδεδομένη άποψη αυτό. Αλλά πιθανά αυτή η προσκόλληση στην ανάπτυξη να είναι εμπόδιο για μια πραγματική πρόοδο , που είναι το πέρασμα σε έναν κοινωνικά δίκαιο  και οικολογικό κόσμο.
Όποιος εκθειάζει τα οφέλη της ανάπτυξης, παραπέμπει συνήθως σε πολύ φτωχότερες χώρες ή σε ένα παρελθόν με ξύλινες καλύβες. Αλλά η Κίνα για παράδειγμα, δεν είναι η Γερμανία. Εάν η ανάπτυξη των τελευταίων δεκαετιών στην Κίνα βελτίωσε τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων, αυτό δεν σημαίνει ότι το ίδιο έχει συμβεί στη Γερμανία, όπου το ίδιο διάστημα τα κέρδη του ιδιωτικού κεφαλαίου έχουν οκταπλασιασθεί, ενώ οι μισθοί παρέμειναν στο ίδιο επίπεδο. Και δεν είναι σήμερα το 1800. Φυσικά, οι επικριτές της ανάπτυξης ξεκινούν από το τρέχον επίπεδο της ευημερίας και την σημερινή χρήση των πόρων και δεν θα ζητούσαν Αποανάπτυξη το 1800.
Οι ίδιοι οι υποστηρικτές της ανάπτυξης λένε ότι οι επικριτές της έχουν "μια στενή, μηχανιστικά και υλιστικά καθοδηγούμενη, έννοια της ανάπτυξης." Το αντίθετο συμβαίνει: οι αντίπαλοι της ανάπτυξης δεν είναι εγγενώς εναντίον της ανάπτυξης, αλλά διαφοροποιούνται μεταξύ του τι είναι επιθυμητό και τι πρέπει να αποδοκιμασθεί  από τα προτεινόμενα της ανάπτυξης. Για παράδειγμα, η διαφορά μεταξύ του συστήματος υγείας των ΗΠΑ και της Σουηδίας δεν μπορεί να εξηγηθεί από το επίπεδο των αντίστοιχων ΑΕΠ. Ίσως η  ιδέα της προόδου είναι μάλλον στενή μηχανιστικά και υλιστικά, για να υποβαθμίζεται και να ταυτίζεται με την αύξηση του ΑΕΠ.
Η ψευδαίσθηση της πράσινης ανάπτυξης
Αέναη ανάπτυξη δεν είναι δυνατή σε ένα πεπερασμένο πλανήτη. Διότι η ανάπτυξη βασίζεται πάντα στην ανθρώπινη εργασία και την κατανάλωση των περιορισμένων πόρων. Παρά το γεγονός ότι οι τεχνολογικές καινοτομίες, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και η μετάβαση σε «κοινωνίες υπηρεσιών» έχουν οδηγήσει σε κάποια σχετική αποσύνδεση της υπερκατανάλωσης των πόρων με την ανάπτυξη, δεν έχει αλλάξει ριζικά τίποτα. Μέχρι τώρα, η ανάπτυξη πάει πάντα χέρι-χέρι με την αύξηση της κατανάλωσης των πόρων.
Αυτό ισχύει και για την Apple και τη Google, δύο από τις «μεγαλύτερες σε αξία εισηγμένες στα χρηματιστήρια εταιρείες στον κόσμο", που οι συμβατικοί και πράσινοι οικονομολόγοι θεωρούν σαν μη προβληματικές οικολογικά ("Εδώ δεν έχουμε απόβλητα και δε βρωμάει τίποτα»). Ακριβώς σε αυτά τα σκοτεινά σημεία εκείνων που λατρεύουν την ανάπτυξη είναι που στρέφει την προσοχή του το κίνημα της Αποανάπτυξης: διότι δεν ζούμε σε έναν κόσμο, όπου τα iPhone-Chips γίνονται από άμμο των παραλιών του Σαν Φρανσίσκο και επεξεργάζονται στη συνέχεια σε κινητά τηλέφωνα από καλά αμειβόμενους απασχολούμενους. Αντ 'αυτού, το επιχειρηματικό μοντέλο της Apple χρειάζεται σπάνιες γαίες, που η εξόρυξή τους συνοδεύεται από ερήμωση τοπίων και εκτοπισμό ανθρώπων. Οδηγεί στην υπερκατανάλωση ενέργειας των τεχνολογιών της πληροφορίας και της επικοινωνίας (ήδη σχεδόν στο ένα πέμπτο της συνολικής ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας) και βασίζεται σε κακές συνθήκες εργασίας και υπερεκμετάλλευσης των εργαζομένων. Είναι ένα τέλειο παράδειγμα της ψευδαίσθησης μιας «πράσινης, ανεπτυγμένης οικονομίας", η οποία οποιοδήποτε απόβλητο το μετακινεί εκεί όπου επιδρά, ρυπαίνει ή μολύνει άλλους. Και στη συνέχεια προσποιείται ότι δεν βρωμάει.
Το κίνημα της Αποανάπτυξης δεν είναι εναντίον των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και της πολιτικής της επάρκειας, αλλά επισημαίνει ότι σε έναν κόσμο με αυξανόμενη οικονομική ανάπτυξη αυτές οι στρατηγικές προσήλωσης στην τεχνολογία δεν αρκούν. Ειδικά όταν θα πρέπει να καταστεί δυνατό ένα παρόμοιο βιοτικό επίπεδο για όλους τους ανθρώπους, χωρίς να καταστρέψουμε τον πλανήτη.
Εδώ αρχίζει η Παγκόσμια Δικαιοσύνη
Οι επικριτές της ανάπτυξης δεν είναι ενάντια σε μια ανοικτή κοινωνία, όπως ισχυρίζονται κάποιοι. Αντιθέτως: Πρόκειται για τον περιορισμό της διακίνησης των κεφαλαίων και εμπορευματικών ροών (βλέπε π.χ. στόχο της ΤΤΙΡ) και την επέκταση της ελεύθερης κυκλοφορίας των ανθρώπων.
Είναι ακριβώς οι συνέπειες της αδίστακτης καπιταλιστικής οικονομίας ανάπτυξης, που αναγκάζουν πολλούς ανθρώπους σε φυγή και μετανάστευση. Όπως λέγεται συχνά από φυγάδες: Είμαστε εδώ γιατί εσείς καταστρέφετε τις χώρες μας. Και όχι μόνο με τα όπλα (που και αυτά εσείς εξάγετε). Αλλά και με τις συνέπειες του μοντέλου της «ευημερίας της παγκόσμιας τάξης των καταναλωτών». Είναι ακριβώς και αποκλειστικά αυτή η λογική της ανάπτυξης - θα αυξήσουμε την ευημερία μας, ακόμη και εις βάρος των άλλων, αρκεί τα αμπάρια μας να είναι γεμάτα – που στήνει φράχτες και κτίζει τα τείχη γύρω από το φρούριο της Ευρώπης, όταν χρειάζεται. Και αυτό πρέπει να ξεπεραστεί.
Η Αποανάπτυξη δεν είναι στέρηση και οπισθοδρόμηση
Η Από-ανάπτυξη είναι μια πρόκληση, μια προβοκάτσια, αν το θέλετε, στον όρο ανάπτυξη. Ακριβώς όπως η συμβολική εικόνα του σαλιγκαριού που χρησιμοποιεί συχνά το κίνημα, και που «σέρνεται» σιγά-σιγά και υπομονετικά στο έδαφος και ανάλογα με τις δυσκολίες του καθορίζει με τις κεραίες την πορεία του . Είναι μια πρόκληση κατά της κοινωνικής τάξης στην οποία όλοι ανταγωνίζονται μεταξύ τους, στην οποία όλοι στρέφουν τις επιδιώξεις τους προς την κατεύθυνση των συνθημάτων: ψηλότερα, γρηγορότερα, παραπέρα! Ανεξάρτητα αν αυτές ακριβώς οι επιδιώξεις καταστρέφουν τις ίδιες τις βάσεις της ύπαρξής μας.
Οι υπέρμαχοι της ανάπτυξης κατηγορούν το κίνημα ότι καθορίζεται από τη λογική της στέρησης και της λιτότητας και ότι παλεύει ενάντια στην ίδια την ανθρώπινη φύση ως εχθρό του. Για την Αποανάπτυξη είναι ακριβώς αυτό το σημαντικό: να αμφισβητηθεί αυτή η κοσμοθεωρία, ότι τάχα η «ανθρώπινη φύση» ταυτίζεται με του homo economicus, ο οποίος προσπαθεί ατομικά να μεγιστοποιήσει τα οφέλη του. Το αντίθετο: οι άνθρωποι είναι σχεσιακά όντα, που οδηγούνται από πολύπλοκα κίνητρα. Και το κίνημα της Αποανάπτυξης το ενδιαφέρει πρωτίστως να διερευνήσει και να ολοκληρώσει τις μορφές εκείνες των διανθρώπινων σχέσεων που δεν ακολουθούν την εγωιστική, ωφελιμιστική και χρηστική λογική.
Αλλά Αποανάπτυξη είναι επίσης μια πρόταση. Όχι για την ατομική στέρηση και θυσία, αλλά για ένα μετασχηματισμό των πλουσιότερων κοινωνιών προς δομές που δεν βασίζονται στην αέναη και μόνιμη μεγέθυνση, αλλά στην επάρκεια. Δεν ταυτίζεται με τις προτάσεις της «λιτανάπτυξης» που κάνουν κάποιοι πολιτικοί και οικονομολόγοι της δεξιάς και της αριστεράς- εντωμεταξύ( «λιτανάπτυξη»: ο όρος που χρησιμοποίησε η Κριστίν Λαγκάρντ του ΔΝΤ, για το ξεπέρασμα της κρίσης μέσα από τη λιτότητα-για τους πολλούς- και της ανάπτυξης –για τους λίγους).  Η Αποανάπτυξη αντιπροσωπεύει ένα απελευθερωτικό, χωρίς κυριαρχία και χωρίς αποκλεισμούς μέλλον.

H Eργασία και η Oικονομία Aποανάπτυξης

Περιληπτικά: 
Σε αυτήν, οι περισσότεροι από μας μελλοντικά, θα χρειαζόμαστε μόνο 20 ώρες τη βδομάδα να δουλεύουμε για το μεροκάματο, όσο θα υπάρχει ακόμα τοπική αγορά εργασίας. Τον υπόλοιπο χρόνο θα τον χρησιμοποιούμε για να καλλιεργούμε λαχανικά, από κοινού με άλλους, να επιδιορθώνουμε ποδήλατα ή να φροντίζουμε άλλα αδύνατα μέλη των διευρυμένων οικογενειών-κοινοτήτων μας. Το μέλλον της εργασίας σε μια μετα-αναπτυξιακή κοινωνία θα είναι εξασφαλισμένο και ευχάριστο.
Γιατί τότε η οικονομία θα σταματήσει να αναπτύσσεται όπως σήμερα: «κυρίαρχος δε θα είναι όποιος έχει τα πολλά,  αλλά όποιος χρειάζεται τα λιγότερα». Από τώρα ήδη χρειαζόμαστε αγαθά που θα κατασκευάζονται με τέτοιο τρόπο, ώστε όχι μόνο οι ειδικοί, αλλά και οι χρήστες τους να είναι σε θέση να τα επισκευάζουν όταν θα χρειασθεί.

20 ώρες αμειβόμενη εργασία θα μπορούσε να είναι αρκετή

Πώς θέλουμε να ζούμε και να εργαζόμαστε στο μέλλον; Με αυτό το ερώτημα ασχολούνται αρκετοί οικονομολόγοι στα σημερινά πανεπιστήμια, δοκιμάζοντας διάφορα μοντέλα εργασίας. Ένα από αυτά προτείνει: «λιγότερη αμειβόμενη εργασία και αντί αυτής περισσότερη συλλογική». 20 ώρες αμειβόμενης εργασίας θα είναι αρκετές για την ικανοποίηση των αναγκών, ενώ θα μένει περισσότερος χρόνος ώστε από κοινού με άλλους να δημιουργούμε κάτι έξω από την αγορά, για αυτοκατανάλωση ή ανταλλαγή. Έναν λαχανόκηπο, ένα εργαστήριο επισκευών αντικειμένων του νοικοκυριού ή τη συλλογική φροντίδα των αδύναμων μελών ή των παιδιών. Τέτοιες εργασίες θα εκτιμηθούν πολύ στα πλαίσια της κοινωνίας αποανάπτυξης και κοινοτισμού και θα διασφαλίζουν την ικανοποίηση των αναγκών που έχουμε σαν κοινωνικά-κοινοτικά όντα, αλλά και θα παράγουν λιγότερα απόβλητα ενώ ταυτόχρονα βάζουν τις βάσεις για  μια συνολικά ευτυχέστερη κοινωνία

​Απελευθέρωση με εγκράτεια ή παραίτηση με στέρηση;

Η λέξη-κλειδί είναι «επάρκεια». Η επάρκεια είναι συνώνυμη με την εξασφάλιση των απαραίτητων βιοτικών αγαθών (μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε και τον νεολογισμό «αρκετότητα» ή την πληρότητα), με την επιβράδυνση στους ρυθμούς, με την εκκαθάριση των περισσευμάτων και των αχρείαστων, με την  απελευθέρωση από τον καταναγκασμό της αφθονίας. Ο στόχος δεν είναι η παραίτηση ή η στέρηση, αλλά μάλλον να κάνουμε αναπροσαρμογή και να βάλουμε σε διαφορετική σειρά και προτεραιότητα τα κίνητρα και τους στόχους που θέτουμε στους εαυτούς μας και να απορρίψουμε τα «πρέπει» που δεν μπορούμε πλέον να φέρουμε σε πέρας. Να απορρίψουμε την υπερκατανάλωση και να βάλουμε μπροστά την εγκράτεια και την επάρκεια, ζώντας με αντίστοιχο τρόπο, να πούμε απαραίτητα αντίο στην έννοια της ανάπτυξης και της μεγέθυνσης!

Tι είναι τα «Kοινά» αγαθά(Commons);

Πως μπορούμε να  εξηγήσουμε την έννοια των «Κοινών» (Commons) αγαθών και να τη διακρίνουμε από την έννοια  των ιδιωτικών και δημόσιων-κρατικών αγαθών. Να αντιληφθούμε ότι τα «Κοινά» δεν είναι απλά εκεί από μόνα τους, αλλά πρέπει να δημιουργηθούν στην ουσία σαν τέτοια, από τις κοινότητες των ανθρώπων και οι οποίες θα πρέπει ταυτόχρονα να τα υπερασπισθούν. Να καταλάβουμε ιδιαίτερα ότι το «Κοινό» αγαθό της γνώσης είναι μια σύγχρονη μορφή των «Κοινών».
Βάλτε στον εαυτό σας τα ερωτήματα:

  •  Τι έχει να κάνει με τα Κοινά αγαθά, μια αγελάδα, ένας μύκητας ή η γνώση;
  • Πώς διαφέρουν, σύμφωνα με την θεωρία της κλασικής οικονομικής επιστήμης,  τα κοινά αγαθά από τα ιδιωτικά ή δημόσια αγαθά;
  • Για ποιο σκοπό οι άνθρωποι χρειάζονται τα κοινά αγαθά; Ποια τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που έχουν;
  • Τι μπορεί να είναι ο ανοιχτός κώδικας; Ποια παραδείγματα και τομείς εφαρμογών ελεύθερου λογισμικού υπάρχουν;
  • Η ιδέα της συλλογικής κοινής γνώσης συμπίπτει με την έννοια των πνευματικών δικαιωμάτων και σε ποιο βαθμό έρχονται σε αντίθεση.
Για την επεξεργασία των πιο πάνω σημείων μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε παραδείγματα σαν τα παρακάτω:
Κάποιος αγοράζει ένα καρβέλι ψωμί και το τρώει. Κάποιος συλλέγει μανιτάρια από το δάσος και τα τρώει. Με την πρώτη ματιά, φαίνονται σαν δύο παρόμοιες πράξεις. Διαφέρουν όμως σε ένα σημαντικό σημείο.
Το ψωμί είναι ένα τυπικό παράδειγμα του πως κάτι χρησιμοποιείται ως ιδιωτικό αγαθό. Οι οικονομολόγοι λένε ότι τα ιδιωτικά αγαθά χαρακτηρίζονται από δύο πράγματα: α) κάποιος μπορεί να αποκλειστεί με απλά μέσα από τη χρήση τους (π.χ. με την υψηλή τιμή του ψωμιού, ή το "κλείδωμα στην ψωμιέρα» ή κάτι παρόμοιο) και β) οι χρήστες ανταγωνίζονται για το σπάνιο πόρο ( τρώγοντάς το εξαφανίζεται το ψωμί, υπάρχει για το άτομο λιγότερο ψωμί, αν αυτό μοιρασθεί).
Είναι διαφορετικά με τα πράγματα που οι οικονομολόγοι αποκαλούν δημόσια αγαθά(παράδειγμα: το φως του ήλιου). Με την πρώτη ματιά εδώ φαίνεται ωσάν η χρήση από τον καταναλωτή 1 να μην επηρεάζει τη χρήση από τον καταναλωτή 2. Το φως του ήλιου δεν γίνεται λιγότερο όταν το μοιραζόμαστε. Ή μήπως δεν είναι έτσι; Να ήμαστε προσεκτικοί! Αν κατασκευάζουμε τα σπίτια μας μέχρι επάνω στον ουρανό, δεν θα πέφτουν οι ηλιαχτίδες κάτω στο έδαφος. Οι άνθρωποι που κατοικούν στα χαμηλότερα πατώματα και σε στενές πίσω αυλές, ξέρουν ότι είναι δυνατό να υπάρχει κατεξοχήν ανταγωνισμός για το φως του ήλιου.
Στο παράδειγμα των άγριων μανιταριών αυτά τα χαρακτηριστικά αναμειγνύονται, σύμφωνα με την οικονομική θεωρία: οι συλλέκτες δεν μπορεί εύκολα να εμποδίζονται από τη συλλογή (≈ κανένας αποκλεισμός / δημόσιο αγαθό), αλλά ο αριθμός των μανιταριών είναι περιορισμένος, έτσι οι συλλέκτες ανταγωνίζονται για τη χρήση (≈ ιδιωτικό αγαθό).
Οι οικονομολόγοι έχουν υιοθετήσει κάποια κριτήρια για να χαρακτηρίζουν τα αγαθά. Αυτά τα κριτήρια – π.χ. η δυνατότητα αποκλεισμού ή  η αντιπαλότητα - περιγράφονται ως ιδιότητες των αγαθών. Αλλά αυτό είναι παραπλανητικό. Στην πράξη, διαπιστώνει κανείς ότι οι υποτιθέμενες ιδιότητες αλλάζουν συνεχώς. Υπάρχει βέβαια μια διαφορά μεταξύ του ψωμιού και του ηλιακού φωτός στο μοίρασμα (αντιπαλότητα), αλλά η εξαίρεση κάποιου από την πρόσβαση και τη χρήση, είναι πολιτικά, νομικά, πολιτιστικά και τεχνικά καθορισμένη. Η αναφορά συγκεκριμένων παραδειγμάτων που να αντιστοιχούν στα Κριτήρια αποκλεισμού και αντιπαλότητας μπορεί να είναι πολύ ενδιαφέρουσα. Έτσι, θα μπορούσε να ωριμάσει η αντίληψη ότι τα αγαθά δεν είναι ιδιωτικά, δημόσια ή κοινοτικά, αλλά ότι καθορίζονται ως τέτοια .
Δεν πρόκειται για τα αγαθά. Έχει να κάνει με εμάς. Για αυτό, θα πρέπει να δοθεί μεγάλη σημασία στο ερώτημα: ποιος κάνει τι, με τι το κάνει και για ποιο σκοπό; Το παράδειγμα των μανιταριών δεν είναι και τόσο σαφές. Τα μανιτάρια είναι πράγματι σε μια σαιζόν σε περιορισμένο αριθμό, αλλά δεν βρίσκονται σε κατάσταση σπάνης. Πάντα μεγαλώνουν ξανά και ξανά και θα ήταν σε αφθονία στο κατάλληλο μέρος, αν τα αφήναμε χώρο για να αναπτυχθούν, αντί να τον εποικίζουμε εμείς οι άνθρωποι. Τα άγρια μανιτάρια του δάσους δεν έχουν καμία τιμή - τουλάχιστον στο δάσος. Η κοινωνία μας το έχει συμφωνήσει και το καθόρισε έτσι είτε εθιμοτυπικά, είτε με νόμο. Θέλουμε τα μανιτάρια σαν κοινοτικό αγαθό, να ανήκουν στα κοινά.
Η συμβατική οικονομική επιστήμη διδάσκει ότι οι άνθρωποι αναζητούν πάντα να μεγιστοποιήσουν τα οφέλη τους (homo economicus). Αυτό το ονομάζει ορθολογισμό. Ωστόσο, ο ορθολογισμός έχει δύο σημασίες: αντίληψη και λογική. Αντίληψη έχει κάποιος που καταλαβαίνει ότι αν ξεριζώσει όσο το δυνατόν περισσότερα  μανιτάρια, πουλώντας τα, θα κερδίσει. Για να αποφευχθεί η εξαφάνισή τους, υπάρχουν προτάσεις για υποχρεωτική αποζημίωση από τους συλλέκτες μανιταριών. Αυτό θα περιόριζε τη συγκομιδή. Αλλά τότε απειλείται ο χαρακτηρισμός τους ως κοινό αγαθό. Πολλοί άνθρωποι ενεργούν όμως όχι μόνο με αντίληψη, αλλά και λογική. Με αντίληψη βλέπει τα πράγματα απομονωμένα, με λογική σε συνδυασμό. Και είναι λογικό να προστατεύουμε τα δάση και το έδαφος, να τηρούμε κανόνες για τη συγκομιδή και να μη συλλέγουμε περισσότερα μανιτάρια από ότι μπορούμε να φάμε, γιατί θα χαλάσουν. Έτσι μπορούν να πολλαπλασιάζονται σαν κοινό καλό: μακροπρόθεσμη χρήση από πολλούς, και όχι βραχυπρόθεσμη μεγιστοποίηση του κέρδους για τους λίγους.
Αλλά αν όλο και περισσότερες περιοχές εποικίζονται από τους ανθρώπους, τότε τα μανιτάρια μπορούν να αναπτυχθούν τελικά μόνο σε θερμοκήπια. Τότε μπορούμε να τα εξασφαλίσουμε μόνο αν έχουμε χρήματα. Σε αυτή την περίπτωση τα μανιτάρια παράγονται ως ιδιωτικά αγαθά. Στην επιστήμη αυτή η διαδικασία, χαρακτηρίζεται ως περίφραξη των Κοινών (περιορισμός των κοινών).
Ταξινόμηση των αγαθών σύμφωνα με την κλασική οικονομία:

                                                   Χωρίς ανταγωνισμό κατανάλωση   Κατανάλωση με ανταγωνισμό

Χωρίς αποκλεισμό                Δημόσιο αγαθό: φως του ήλιου      Κοινοτικό αγαθό: μανιτάρια

Με αποκλεισμό                         Λεσχιακό αγαθό:  Pay-TV                     Ιδιωτικό αγαθό: ψωμί


Βάλτε στον παραπάνω πίνακα άλλα παραδείγματα, όπως: υπόγειο νερό, εμφιαλωμένο νερό, αγρός, παραλία, κώδικας λογισμικού, μουσικό αρχείο κ.λπ. Τι διαπιστώνετε;
Για να μην εξαφανισθούν τα μανιτάρια, για να υπάρχει για όλους ψωμί, και για να μη πρέπει κανείς να ανησυχεί και να θυμώνει για το ότι πράγματα που δεν σπανίζουν καθόλου (γνώση, λογισμικό, φως του ήλιου), γίνονται ακριβώς σπάνια, χρειάζεται ένα κοινωνικό συμβόλαιο (κανόνες χρήσης), το οποίο κάνει δυνατή μια κοινή, δίκαιη και βιώσιμη χρήση. Τα κοινά αγαθά προκύπτουν μόνο αν έχουμε τη κοινωνική θέληση για αυτά!
Η επαπειλούμενη υπερ-χρήση των πραγμάτων που όλοι χρειαζόμαστε για να ζούμε, ονομάζεται- ακριβώς για να προκαλέσει εντύπωση- τραγωδία των κοινών(παραδείγματα: υπέρ-αλίευση, κάθοδος του υδροφόρου ορίζοντα). Η επαπειλούμενη υπό-χρήση των πραγμάτων που υπάρχουν, αλλά δεν επιτρέπεται να γίνεται κοινή τους χρήση (για παράδειγμα, λόγω κυριότητας ή μη απελευθέρωσης των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας) χαρακτηρίζεται, ως τραγωδία των αντι-κοινών(Παραδείγματα: ακατοίκητα κτίρια λόγω κερδοσκοπίας, κινηματογραφικά αρχεία).
Ορισμένοι οικονομολόγοι, λόγω της απειλής της υπερεκμετάλλευσης, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι θα είναι καλύτερα, εν δυνάμει κοινά αγαθά να μετατρέπονται, εάν είναι δυνατόν, σε ιδιωτικά αγαθά (δηλαδή: φράχτης γύρω από το δάσος και τιμολόγηση ανά κιλό των μανιταριών που μαζεύτηκαν). Η απειλή υπό-κατανάλωσης (για παράδειγμα, με μέτρα προστασίας κατά της αντιγραφής-copy, download) είναι μάλλον σπανιότερο ζήτημα. Αν και με την αντιγραφή παραμένουν τα πράγματα στους ανθρώπους που τα έχουν και δεν μπορούν να αφαιρεθούν από κανέναν. Αν κάποιος "παίρνει" μια ιδέα από κάποιον άλλο ή αντιγράψει ένα τραγούδι του, ο άλλος το έχει ακόμα, με μια έννοια αυτό δεν είναι κλεψιά!
Άλλοι επιστήμονες προτείνουν να βασιζόμαστε σε κανόνες χρήσης που λειτουργούν καλά. Αυτούς τους κανόνες θα πρέπει να τους προσδιορίζουν οι ίδιοι οι χρήστες. Παραδείγματα φυσικών πόρων που μπορούμε να χρησιμοποιούμε ως Κοινά, είναι τα αλιεύματα κυρίως τα υπεράκτια, οι εσωτερικοί πλωτοί οδοί, πάρκα, σιντριβάνια, πεζόδρομοι, ραδιο-τηλε-συχνότητες ή πληροφοριακοί λεωφόροι και Διαδίκτυο. Πάντα μπορούν να βρεθούν συμφωνίες για τη χρήση τους από τις κοινότητες των ανθρώπων. Ωστόσο, φαίνεται επίσης ότι οι σαφείς κανόνες χρήσης δεν εμποδίζουν πάντα την υπερεκμετάλλευσή τους.  Ακριβώς έτσι, όπως και η ιδιωτικοποίηση του δημόσιου πλούτου δεν εμπόδισε την κατάχρηση των βάσεων της ζωής μας.
Το 2009 απονεμήθηκε το βραβείο Νόμπελ οικονομίας στη- πρώτη μάλιστα γυναίκα επιστήμονα- Elinor Ostrom για το έργο της ζωής της, που αφιερώθηκε κυρίως στην οργάνωση των Κοινών. Οι έρευνές της δείχνουν ότι επιτυχημένοι κανόνες χρήσης θα πρέπει να ακολουθούν ορισμένες αρχές, μεταξύ των οποίων:

  • αποκεντρωμένη οργάνωση των κοινών από τους χρήστες σε συνεργασία με την τοπική αυτοδιοίκηση
  • σχεδιασμός μια καθαρής διαχωριστικής γραμμής μεταξύ δικαιούχων/μη δικαιούχων χρηστών
  • βαθμιαίες κυρώσεις στους παραβάτες των κανόνων
  • συνεχής παρακολούθηση της κατάστασης των πόρων και των μορφών χρήσης από τους ίδιους τους χρήστες ή από πρόσωπα που έχουν καταστήσει αυτοί σαν υπεύθυνα.
  • γρήγορη, φθηνή και τοπικά διαθέσιμη διαδικασία επίλυσης συγκρούσεωνμεταξύ των χρηστών και μεταξύ των χρηστών- Διοίκησης.

Τα Κοινά είναι τόσο παλιά όσο και η ανθρωπότητα και τόσο σύγχρονα όσο το Διαδίκτυο. Δεν είναι ένα ιστορικά ξεπερασμένο φαινόμενο, αλλά τα βρίσκουμε μπροστά μας σε όλο τον κόσμο. Εναπόκειται στους ανθρώπους να τα διατηρήσουν και να βρίσκουν κατάλληλες μορφές διαχείρισης, ώστε ξανά και ξανά να παράγονται νέα Κοινά.
 Μια από τις σημερινές τους μορφές είναι το Διαδίκτυο. Οι δυνατότητες να αναπτύξουμε μέσω του δικτύου τις γνώσεις μας, να τις μοιρασθούμε και να τις διαδώσουμε, είναι ατελείωτες. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η γνώση-διαφορετικά από ότι το νερό ή τη γη- δεν μπορεί να υφίσταται υπέρ-χρήση. «Η γνώση είναι σαν ένα κερί: Εάν ένα κερί ανάψει το επόμενο κερί, δεν μειώνεται η φωτεινότητά του", έλεγε ο Τόμας Τζέφερσον, ο τρίτος Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών μετά τους αγώνες ανεξαρτησίας. Όταν χρησιμοποιούμε το Διαδίκτυο για την παραγωγή γνώσης, συμβάλλουμε στον εμπλουτισμό της κοινής μας γνώσης. Και αντλούμε από αυτή την κοινή γνώση, αν θέλουμε να μάθουμε κάτι. Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους οι άνθρωποι στο Διαδίκτυο παράγουν, από κοινού, γνώση κοινή για όλους(ομότιμη παραγωγή έχει ονομασθεί αυτό). Υπάρχουν και πολλοί άλλοι λόγοι. Δεν το κάνουν πρώτιστα για να κερδίζουν χρήματα. Το γεγονός ότι το Διαδίκτυο απογειώνεται χωρίς την αγορά, αλλά η αγορά δεν μπορεί να κάνει χωρίς το Διαδίκτυο, έρχεται σε αντίθεση με ορισμένα συμφέροντα. Για αυτό και επανειλημμένα προσπαθούν να περιορίσουν τη δημιουργία μέσα από την πληρότητα και τον πλούτο της γνώσης. Έτσι εμποδίζεται η δυνατότητα να χρησιμοποιηθεί κάτι, το οποίο είναι στην πραγματικότητα άφθονο (εμπόδια πληρωμών, απαγόρευση αντιγράφων, καταγγελίες-μηνύσεις του μοιράσματος αρχείων -fileshare). Και το κράτος επίσης μπορεί να έχει ένα ενδιαφέρον για την "υπό-αξιοποίηση» του Διαδικτύου(π.χ. τα φίλτρα στο Internet που βάζουν αυταρχικά- απολυταρχικά κράτη).
Η βασική ιδέα των γνωστικών Κοινών  έρχεται σε αντίθεση με την ιδέα ότι οι άνθρωποι μπορούν να έχουν ιδιοκτησία στη γνώση. Τα πνευματικά δικαιώματα όμως προέρχονται ακριβώς από αυτή την ιδέα. Ρυθμίζουν το καθεστώς με το οποίο το κάθε πνευματικό έργο είναι στη διάθεση μόνο του δημιουργού του, του πνευματικού του πατέρα. Αναγνωρίζουν όχι μόνο την πατρότητα του έργου του (ηθικό δικαίωμα), αλλά και του δίνουν το αποκλειστικό δικαίωμα της εκμετάλλευσής του  (δικαιώματα εκμετάλλευσης). Ο πνευματικός πατέρας(συγγραφέας, συνθέτης κ.λπ.) μπορεί να διαχειρισθεί το δικαίωμα της εκμετάλλευσης ο ίδιος ή να το παραχωρήσει σε άλλους δικαιούχους διαχειριστές(εκδότες, εταιρείες διαχείρισης, κλπ). Το Copyright μετατρέπει έτσι τις γνώσεις και τις ιδέες σε ένα ιδιωτικό αγαθό. Το επιχείρημα είναι ότι αυτό δημιουργεί κίνητρα για την παραγωγή πνευματικών αξιών, αφού αυτές είναι κερδοφόρα αξιοποιήσιμες. Αυτή η αξιοποίηση του έργου που φέρνει κέρδος στον δημιουργό του, οφείλεται στον περιορισμό πρόσβασης που θέτει ο νόμος των πνευματικών δικαιωμάτων  στους άλλους. Το παράδειγμα του Διαδικτύου δείχνει ότι αυτά τα κίνητρα δεν είναι πάντα απαραίτητα.
Μια άλλη σκέψη ακολουθεί το κίνημα του κοινοτισμού και της αποανάπτυξης σήμερα. Η ανθρώπινη γνώση θεωρείται σαν Πολιτιστική Παγκόσμια Κληρονομιά και έχει αναπτυχθεί από κοινού. Ειδικότερα, το κίνημα του ελεύθερου λογισμικού και η οργάνωση Creative Commons έχουν πρωτοπορήσει. Έχουν αναπτύξει ελεύθερες και ανοιχτές άδειες. Αυτές οι άδειες διαμορφώνονται μεν πάνω στην πνευματική ιδιοκτησία, αλλά δεν περιορίζουν την πρόσβαση σε άλλους ή την περιορίζουν λιγότερο. Μπορεί να είναι προς το συμφέρον της κοινωνίας, μέσω της εύκολης πρόσβασης στη γνώση και με μια ευρεία γενική εκπαίδευση, να αυξηθεί το κοινωνικό αναπτυξιακό δυναμικό της. Το κοινοτικό κίνημα προωθεί τη συλλογική παραγωγή της γνώσης και υποστηρίζει ότι θα πρέπει να αρθούν τα τεχνητά και από τη λογική της αξιοποίησης κατευθυνόμενα εμπόδια στη γνώση και τον πολιτισμό. Οι δημιουργοί διατηρούν βέβαια τα προσωπικά ηθικά δικαιώματά τους. Μπορούν να αποφασίζουν μόνοι τους ποια δικαιώματα διαθέτουν ελεύθερα και ποια όχι. Με τις ελεύθερες πατέντες- άδειες, όπως η General Public Licence (GPL) ή τις έξι Creative Commons-licence, έχουμε σαφείς κανόνες για τη χρήση κειμένων, λογισμικών κωδίκων, μουσικής κ.ά. Αυτά τα περιεχόμενα γίνονται με αυτόν τον τρόπο κοινή ιδιοκτησία και διαθέσιμα χωρίς χρέωση- για παράδειγμα η Wikipedia ή οι υπηρεσίες κοινής πύλης για τα σχολεία. Αντί να είναι ιδιωτικό αγαθό, η γνώση μετατρέπεται έτσι σε κοινοτικό αγαθό, για από κοινού χρήση. Γίνεται κοινή ιδιοκτησία.
Τι είναι αυτό που κινητοποιεί τους ανθρώπους να παράγουν γνώση και πολιτισμό και να συμβάλουν στην Wikipedia, αν δεν είναι το χρήμα; Το ερώτημα χρήζει παραπέρα διερεύνησης και θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης σε αυτή την ιστοσελίδα!
Καλείσθε να εκφράσετε τις απόψεις σας!!!