Μετά το 3ο και το συνεχές-με "κόφτη"- Μνημόνιο

Τ

Τι περιμένουμε; Δεν υπάρχουν "σωτήρες"
Οι περισσότεροι νεοέλληνες περίμεναν μετέωροι και άπρακτοι την κυβέρνηση "κοινωνικής σωτηρίας" της αριστεράς με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ για να μας λύσει όλα τα προβλήματα! Να συμφωνήσει με τους "θεσμούς", να εξασφαλίσει χρηματοδότηση, να αποτρέψει τη "λιτότητα" και την "ανθρωπιστική κρίση". Και αυτή η Κυβέρνηση κάθε άλλο παρά έλυσε αυτά τα προβλήματα, έφερε ένα σκληρότερο μνημόνιο, σαν αποτέλεσμα της "σθεναράς διαπραγμάτευσης" με τους πιστωτές. Και για να το εφαρμόσει χωρίς τα "βαρίδια" της, έκανε "φαστ τρακ" εκλογές, για μια νέα "ισχυρή εντολή" από το ζαλισμένο "πόπολο". Πριν προλάβει αυτό να αντιληφθεί ότι οι υποσχέσεις των εκλογών, θα ακολουθήσουν το δρόμο των προηγούμενων που δεν κρατήθηκαν παρά το ότι ο Τσίπρας ήθελε να "πρωτοτυπήσει και να τις κρατήσει".
Και πραγματικά: με το 3ο και διαρκές μνημόνιο, που μας έφερε η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, καταρρέουν και οι τελευταίες ελπίδες του ζαλισμένου "πόπολου".
​Για όσους έχουν αντιληφθεί καθαρά αυτές τις εξελίξεις, δεν μας μένει παρά:
να διαμορφώσουμε «από τα κάτω» ένα απαραίτητο ρεαλιστικό και ελκυστικό πολιτικό πρόγραμμα για το ξεπέρασμα της σημερινής κατάρρευσης και συγχρόνως για τη μετάβαση σε μια μετακαπιταλιστική κοινωνία, που θα στηριχθεί:
-στην οικονομία των βιοτικών αναγκών και στα "κοινά" όσον αφορά στο περιεχόμενο,
-στον συνεργατισμό-συνεταιρισμό όσον αφορά στις σχέσεις παραγωγής,
-στη συλλογική-κοινοτική-δημοτική ιδιοκτησία όσον αφορά στα μέσα παραγωγής,
-στην εγγύτητα, τις μικρές αποστάσεις και την ελεύθερη ενέργεια των ΑΠΕ, όσον αφορά στο μικρότερο δυνατό οικολογικό αποτύπωμα
-Στην άμεση δημοκρατία όσον αφορά στις αποφάσεις και τους πολιτικούς θεσμούς

Δε μας μένει τίποτα άλλο σε αυτή την χώρα, από το να αναζητήσουμε ριζοσπαστικές λύσεις.
Παρακάτω περιγράφουμε τη στρατηγική της Τοπικοποίησης για τη μετάβαση σε μετακαπιταλιστικές κοινωνίες:

Η Στρατηγική της Τοπικοποίησης
1. Το παγκόσμιο πλαίσιο
Η ελληνική κρίση είναι η «εξτρέμ» έκφραση της παγκόσμιας κρίσης, στην οποία βρίσκεται το καπιταλιστικό σύστημα υπό την ηγεσία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου.
Υπάρχει μια χρηματοπιστωτική φούσκα διογκωμένη τουλάχιστον κατά 10 φορές. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να έχουν αυξηθεί υπέρμετρα οι σημερινές χρηματικές περιουσίες της ελίτ του 1% του παγκόσμιου πληθυσμού. Αυτή η ελίτ διακινώντας και δανείζοντας αυτόν τον τεράστιο χρηματικό όγκο μπορεί και ελέγχει την «ευημερία» του υπόλοιπου 99%. Αυτό είναι δυνατόν γιατί έχει εξαρτήσει από αυτό το χρήμα και τις πλειοψηφίες των «από κάτω».

Πραγματικά, η μεγάλη αύξηση της παγκόσμιας κατανάλωσης τα τελευταία 15-20 χρόνια (βασικά μεταξύ 1990-2007) πυροδοτήθηκε και στηρίχθηκε από την μαζική χορήγηση δανείων από τις τράπεζες. Είχαμε παντού αυξανόμενα επίπεδα χρέους. Των νοικοκυριών, των επιχειρήσεων, των κυβερνήσεων.

Με τη μορφή καταναλωτικών χρεών, χρηματοπιστωτικών επενδύσεων, δημοσίων χρεών, εξωτερικών χρεών σε κάθε χώρα. Στο προηγούμενο της κρίσης διάστημα το χαρακτηριστικό ήταν η αύξηση ιδίως των καταναλωτικών χρεών. Χρησιμοποιήθηκαν σαν μηχανισμός, ώστε η κατανάλωση να γίνει ο βασικός μοχλός της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Στην κουλτούρα του «δανείσου και ξόδευε» τα πιο ευάλωτα ήταν τα κοινωνικά στρώματα χαμηλού εισοδήματος, ιδίως της μεσαίας τάξης.
Η «αριστοκρατία» των μεσοστρωμάτων και των μισθωτών εργαζομένων είχαν κατορθώσει να εξασφαλίσουν για τον εαυτό τους σημαντικό μέρος της πίτας και προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να μη βρεθούν στη θέση των «από κάτω».
Οι κυρίαρχες ελίτ και τάξεις κατόρθωναν μέχρι τώρα να έχουν την συναίνεση αυτών των στρωμάτων, υποσχόμενες ότι μπορούν να τους αυξάνουν το μερίδιο της πίτας με το να τις βοηθούν να μεγαλώνουν τη συνολική πίτα μέσω της «ανάπτυξης και της προόδου». Κατορθώνοντας δηλαδή να περάσει στη συνείδηση των «από κάτω» της πυραμίδας, σαν υπέρτατη αξία-σχεδόν σα νέα θρησκεία- την «άνετη» ζωή μέσα από την συνεχή αύξηση της κατανάλωσης.
Αυτό λειτουργούσε, όσο οι λαοί πίστευαν ακόμα σε μια «εικόνα» ενός απέραντου και απεριορίστων δυνατοτήτων πλανήτη, και όσο οι οικονομολόγοι μπορούσαν να υποστηρίζουν ότι η καμπύλη της οικονομίας είναι εκθετικά αυξητική.
Όμως και η αυξημένη κατανάλωση υλικών αγαθών και η αυξημένη παραγωγή τους απαιτούν αυξημένη χρήση υλικών και ενέργειας. Περιβαλλοντικοί παράγοντες, ελλείψεις πόρων, η οικονομική διεύρυνση στην Ν.Α. Ασία (αναδυόμενες χώρες) κ.λπ., μειώνουν τη διάρκεια ζωής των πεπερασμένων αποθεμάτων που έχουν απομείνει.
Ο ανταγωνισμός μεταξύ της εξασφάλισης τροφής και της εξασφάλισης της μετακίνησης (τρόφιμα ή βιοκαύσιμα) συμβάλει π.χ. στην αύξηση των τιμών των τροφίμων.
Η αύξηση των εκπομπών του άνθρακα και η συνακόλουθη κλιματική αλλαγή, η μείωση της βιοποικιλότητας, η αποψίλωση και οι πυρκαγιές των δασών, η μείωση των ιχθυαλιευμάτων, η έλλειψη νερού, η υποβάθμιση των καλλιεργούμενων εδαφών συμβάλλουν στην μείωση της αποδοτικότητας και των οικονομικών δραστηριοτήτων των ανθρώπων και διογκώνουν το πρόβλημα της ικανοποίησης των βιοτικών αναγκών τους.
Το τελικό αποτέλεσμα των αυξημένων οικονομικών δραστηριοτήτων του οποιασδήποτε μορφής κεφαλαίου είναι η κατάρρευση των αποθεμάτων των φυσικών πόρων του πλανήτη. Αλλά και του περιβάλλοντός του, γιατί επίσης έχουν αυξημένη παραγωγή αποβλήτων, όσο και να αυξάνεται ο βαθμός απόδοσης της χρησιμοποιημένης τεχνολογίας.
Δεν είναι βασικά η «ανευθυνότητα» ή η «απληστία» των αγορών -αν και έπαιξε σημαντικό ρόλο- η αιτία της συνεχιζόμενης οικονομικής κρίσης και της κρίσης των δημοσιονομικών χρεών. Η βασικότερη αιτία είναι η ίδια η επιδίωξη της οικονομικής ανάπτυξης και της αντίστοιχης ιδεολογίας της.
Αυτή η ιδεολογία, προς το παρόν οδηγεί σε οικονομική και περιβαλλοντική καταστροφή ολόκληρες χώρες και περιοχές, και στο μέλλον σε κατάρρευση ολόκληρο τον πλανήτη: οι υλικές και οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις της επιδιωκόμενης ανάπτυξης μας οδηγεί εκτός της δημιουργίας οικονομικών χρεών και στη δημιουργίαοικολογικών χρεών.
Η ανικανότητά μας να ρυθμίσουμε τις χρηματοοικονομικές αγορές συνδυάζεται με την ανικανότητά μας να προστατέψουμε τους φυσικούς πόρους και να περιορίσουμε τις οικολογικές καταστροφές.
Τα χρέη που αφήνουμε στα παιδιά μας και τις μελλούμενες γενιές δεν θα είναι μόνο οικονομικά προς τους πιστωτές μας. Θα είναι και οικολογικά προς τον πλανήτη και τα οικοσυστήματα, τα οποία ανήκουν σε όλους και δεν έχουν σύνορα. Και αυτά θα πρέπει να τα ξεπληρώσουν –οι νέες γενιές-αποκαθιστώντας ότι έχουμε καταστρέψει οι παλιότερες. Αν θέλουν φυσικά να επιβιώσουν στο μέλλον.
Με το κυρίαρχο σημερινό μοντέλο υπερκατανάλωσης, μέχρι το 2030 θα χρειαζόμασταν έναν δεύτερο πλανήτη σαν τη γη. Ο καπιταλισμός λοιπόν αντιμετωπίζοντας αυτή την πραγματικότητα, από τη μία εξασφαλίζει για τις ελίτ όλο και μεγαλύτερο κομμάτι της υπάρχουσας πεπερασμένης πίτας καταναλώνοντας τους εναπομείναντες πόρους και από την άλλη-για να συνεχίζει να καλλιεργεί τη ψευδαίσθηση της αύξησης της πίτας-την«φουσκώνει», αφού δε μπορεί να την μεγαλώνει.
Αλλά όσο μεγαλώνουν οι φούσκες τόσο πιο εύκολα «σπάνε» και έτσι δε μπορεί πια να εξασφαλίζει εύκολα τη συναίνεση των μεσαίων τάξεων. Αυτή η συναίνεση εξέλεγε μέχρι τώρα τις κυβερνήσεις των κομμάτων εξουσίας παντού. Με την άρση της έχουμε και αμφισβήτηση του πολιτικού συστήματος της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης και διακυβέρνησης, ιδίως στα κράτη της Ν. Ευρώπης.
2. Όσον αφορά στην Ελλάδα
Η Ελλάδα έγινε ο αδύνατος κρίκος στον παγκόσμιο καπιταλισμό, λόγω της μανίας της πολιτικής και οικονομικής ελίτ, για ανάπτυξη που δεν στηριζόταν στον πρωτογενή- δευτερογενή τομέα (γεωργία, μεταποίηση, καινοτομία κ.λπ.), αλλά στον τριτογενή (κατανάλωση, εμπόριο, τουριστικές υπηρεσίες κ.λπ.) και στις κάθε είδους οικοδόμηση και κατασκευές.
Ο «εκσυγχρονισμός» που υποτίθεται έγινε -χωρίς να υπολογίζεται το οικονομικό και το περιβαλλοντικό κόστος του-στηρίχθηκε σε δάνεια κύρια από το εξωτερικό. Σε αυτό βοήθησε και η είσοδος στην Ευρωζώνη, γιατί αύξησε τη δανειοληπτική πίστη λόγω του κοινού νομίσματος. Όλοι άρχισαν να δανείζονται εύκολα.
Η κυβέρνηση και οι τράπεζες από τις «χρηματοπιστωτικές αγορές», οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά από τις τράπεζες. Το Ευρώ και τα δάνεια βοήθησαν ιδιαίτερα στο να ικανοποιείται η μανία της ελληνικής ελίτ για έργα φαραωνικά ( π.χ. των ολυμπιακών του 2004 ), για γέφυρες λιμάνια, δρόμους, αεροδρόμια και στάδια, αλλά και για τη δημιουργία ενός υπερμεγέθους πελατειακού κράτους στην υπηρεσία της.
Σε όλη τη μεταπoλεμική περίoδo μόvo τo 15% τωv συvoλικώv επεvδύσεωv παγίoυ κεφαλαίoυ στρεφόταv στη μεταπoίηση, εvώ τo 42% τωv ιδιωτικώv επεvδύσεωv στρεφόταv στην οικοδομή και τα 2/3 τωv δημoσίωv στηv υπoδoμή.
Ο τουρισμός αναδείχθηκε στη «μεγάλη βιομηχανία» της χώρας και ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού προσπάθησε να επιβιώσει προσφέροντας υπηρεσίες κατά τη «τουριστική σαιζόν», αφήνοντας κατά μέρος τις άλλες δραστηριότητες και τη γεωργία.
Και αυτή η κατεύθυνση -που υλοποιούταν από ένα πολιτικό προσωπικό κάθε άλλο παρά αξιόλογο-κατέρρευσε στα πλαίσια της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης.
Λόγω της άρσης της «εμπιστοσύνης των πιστωτών», η δομική κατά βάση ελληνική κρίση μετατράπηκε σε κρίση των δημοσιονομικών χρεών. Αυτή έφερε και τις πολιτικές της τρόικας και των «μνημονίων».
Και η σημερινή, αλλά και οι επόμενες κυβερνήσεις των κομμάτων εξουσίας, θα είναι υποχρεωμένες –με τη «βοήθεια» της τρόικα ή των θεσμών της ΕΕ στη συνέχεια-να εφαρμόσουν τέτοιες πολιτικές, ώστε να επιστραφούν με ένα τρόπο τα χρέη στους διεθνείς και ντόπιους πιστωτές.
Εξάλλου η ευρωπαϊκή ελίτ δε μπορεί πια να διατηρεί πολυπληθείς μεσαίες τάξεις και θέλει να τις συρρικνώσει, ξεκινώντας από την Ελλάδα και τη Ν. Ευρώπη. Με τα προγράμματα «σωτηρίας» επιδιώκει τη «φτωχοποίησή» τους. Τελικά όχι μόνο των μεσαίων τάξεων.
Όσον αφορά στην Ελλάδα λοιπόν, που υπήρξε ιδιαίτερα επιρρεπής στο «να καταναλώνει περισσότερο από ό,τι παράγει», το «πρόγραμμα αναπροσαρμογής» οδηγεί στη «φτωχοποίηση» ολόκληρης της ελληνικής κοινωνίας και του περιβάλλοντος της χώρας.
Η ζωή θα γίνει για τους περισσότερους Έλληνες –εκτός της τοπικής ελίτ-σε μεγάλο βαθμό αβίωτη. Είναι γενικά φανερό ότι η πολυπληθής ελληνική μεσαία τάξη περνά σε αυτούς που αποκαλούμε «από κάτω».
Παρόλο το αίσθημα ενοχής, που κυριαρχεί σήμερα στα περισσότερα στρώματα λόγω και της προπαγάνδας του «όλοι μαζί τα φάγαμε», κάποια στιγμή, ιδίως τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα των ανειδίκευτων εργαζομένων και των ανέργων δε θα μπορούν να αποδεχθούν άλλο την εξαθλίωσή τους. Μαζί με κάποια μέχρι τώρα βολεμένα, αλλά «νεόπτωχα» πλέον στρώματα, θα πάψουν να συναινούν στην υπάρχουσα Ε.Ε. Δε θα μπορούν να δεχθούν για τη χώρα τον ρόλο που θα της έχει αναθέσει ο παγκόσμιος καπιταλιστικός καταμερισμός της εργασίας. Σαν χώρας δηλαδή που θα έχει χάσει την αυτάρκεια, θα έχει καταστρέψει το περιβάλλον της και θα έχει γίνει περιοχή φθηνών υπηρεσιών και τουρισμού. Σαν χώρας εξαρτημένης πλήρως από τις εισαγωγές για την ικανοποίηση των βιοτικών αναγκών του πληθυσμού με δημιουργία ελλειμμάτων και άρα ανάγκης για συνέχιση της δανειοδότησης από τους «πιστωτές» και της πληρωμής των δανείων από τα σημερινά και αυριανά «υποζύγια». Για να συνεχίζεται η εξάρτησή της για να συνεχίζεται το «πάρτυ» της ντόπιας και διεθνούς κυρίαρχης τάξης.
Αλλά ταυτόχρονα θα καταλάβουν ότι δε μπορούν να γυρίσουν προς τα πίσω, στο προηγούμενο της κρίσης μοντέλο ανάπτυξης που στηριζόταν στον υπερκαταναλωτικό τρόπο ζωής και στο μεγενθυμένο οικολογικό αποτύπωμα. Θα χρειασθεί, μέσα από την όξυνση της κρίσης, να αντιληφθούμε όλοι ότι είναι ψευδαίσθηση η επιθυμία μας να «ανελιχθούμε» κοινωνικά και να επιδιώξουμε την «ευημερία» μας μέσω της αύξησης του κομματιού της πίτας που μας αναλογεί. Θα χρειασθεί να αντιληφθούμε καθαρά ότι η ευζωία μας δε μπορεί να ταυτισθεί με την ατομική κατανάλωση .
Μπορεί να επιτευχθεί αν επιδιώξουμε την ευζωία μέσω της ανάδειξης άλλων σημαντικών αξιών και προτεραιοτήτων: της αλληλεγγύης, της συνεργασίας, της κοινότητας, της φιλίας, της ελευθερίας, του αυτοκαθορισμού, της κοινωνικής-αλληλέγγυας οικονομίας, της στήριξης στην αφθονία των κοινωνικών-συλλογικών αγαθών μας και στους δίκαια κατανεμημένους περιορισμένους φυσικούς πόρους μας.
Να αντιληφθούμε ότι δε μπορεί να συναινούμε πλέον στον μέχρι τώρα τρόπο ανάπτυξης και διακυβέρνησης που μας οδήγησε εδώ.
Πραγματικά, η απομυθοποίηση του καπιταλισμού και της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, μπορεί να μας πείσει πιο εύκολα πια, ότι η εκχώρηση της αντιπροσώπευσης και η διαμεσολάβηση από τους επαγγελματίες πολιτικούς των κομμάτων, δεν είναι ο καλύτερος τρόπος διακυβέρνησης. Ότι θα πρέπει να αναλάβουμε οι ίδιοι τη διαμόρφωση των συνθηκών της ζωής μας, προχωρώντας σε δομές αυτοοργάνωσης και αυτοκυβέρνησης.
Πριν από όλα να μην αισθανόμαστε φτωχοί επειδή πιθανά δεν έχουμε χρήματα, ούτε άχρηστοι επειδή δεν έχουμε κάποια μισθωτή θέση εργασίας στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις ή στο κράτος. Να μη αισθανόμαστε αδύναμοι, επειδή το κόμμα που ψηφίζαμε δεν μας εκπροσωπεί τελικά και έτσι να αποσυρόμαστε από τα «κοινά».
Αν σταματήσουμε να συμπεριφερόμαστε σαν καταναλωτές πολιτικών και αποφασίσουμε να συμμετάσχουμε στις διεργασίες διαμόρφωσης της πολιτικής, στις προσπάθειες δημιουργίας συλλογικών μορφών εργασίας και παραγωγής για την ικανοποίηση βιοτικών κατ αρχήν αναγκών, θα αντιληφθούμε, ότι ο καλύτερος διαμεσολαβητής είμαστε οι ίδιοι για τον εαυτό μας.
Ένα κίνημα, που θα ξεκινήσει από την «άμυνα», από τα συνθήματα των «πλατειών»: δεν «πληρώνουμε τα χρέη τους», «δε πουλάμε τα κοινωνικά και δημόσια αγαθά μας, ούτε το περιβάλλον μας», «δε χρειαζόμαστε τα λεφτά τους» κ.λπ., θα πρέπει να προχωρήσει επιθετικά στη δημιουργία εναλλακτικών μορφών ατομικής και κοινωνικής ύπαρξης. Να διαμορφώσει και να βάλει σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα από τα κάτω, για τους «από κάτω», που θα δίνει λύσεις στην καθημερινότητά τους,αποτινάζοντας από πάνω τους το καθεστώς της αποικίας χρέους, στο οποίο βρίσκεται η χώρα, αλλά θα αλλάζει και την κυρίαρχη ατομική και κοινωνική συνείδηση του ατομικισμού που έχει διαμορφώσει τονκυρίαρχο σημερινό ανθρωπολογικό τύπο της ελληνικής κοινωνίας, ανεξάρτητα της ταξικής του προέλευσης.
Όσα κόμματα και πολιτικές οργανώσεις θα θέλουν να βοηθήσουν σε αυτό, θα χρειασθεί να ρίξουν το βάρος τους, όχι στις εκλογές, αλλά στην αυτοοργάνωση των πολιτών.
Ένα τέτοιο κίνημα μπορεί να γίνει κάποια στιγμή πλειοψηφικό στην κοινωνία, και να την οδηγήσει σε ένα νέο «κοινωνικό συμβόλαιο» για μετάβαση σε μια μετακαπιταλιστική οργάνωσή της, αν αρνηθεί τη θέση της χώρας στα πλαίσια του παγκοσμιοποιημένου καπιταλιστικού μοντέλου ανάπτυξης και της ευρωζώνης και δε συμμορφωθεί με τα μέτρα που θα προωθήσουν οι επόμενες κυβερνήσεις, για να εξαναγκασθούν να κάνουν στάση πληρωμών τόκων και χρεολυσίων και να στραφούν στη στήριξη των συλλογικών αγαθών και μισθών ικανών να ικανοποιούν τις βιοτικές ανάγκες του πληθυσμού.
Αν διαμορφώσει συνθήκες ενδογενούς και τοπικής παραγωγής και διανομής, ώστε σημαντικές κοινωνικές κατηγορίες να βελτιώσουν τα εισοδήματά τους μέσα από την προώθηση ομάδων παραγωγών, συνεταιρισμών παραγωγών-καταναλωτών για απευθείας διακίνηση τροφίμων και άλλων χρηστικών προϊόντων χωρίς μεσάζοντες, συνεταιριστικών μικρών μαγαζιών, δικτύων διανομής και τοπικών συστημάτων ανταλλαγών με δικό τους νόμισμα κ.λ.π. Αν βοηθήσει να επαναπροσδιορισθούν γενικότερα από την κοινωνία οι βασικές μας ανάγκες και ο τρόπος ικανοποίησή τους-όσο γίνεται λιγότερο μέσω των αγορών και της ατομικής κατανάλωσης- με στήριξη στα συλλογικά αγαθά και με μικρότερο κοινωνικό και οικολογικό αποτύπωμα, επιδιώκοντας την «ευζωία με ατομική εγκράτεια και μέσα από τη συλλογική αφθονία». Επιδιώκοντας περισσότερο την αυτοανάπτυξη-αυτοπραγμάτωσή μας σαν ανθρώπινα όντα μέσα από τη συμμετοχή μας στις δομές αυτοοργάνωσης όλων των επιπέδων (οικονομικών, κοινωνικών, πολιτιστικών, πολιτικών), μέσα από τη κοινωνικοποίηση της εκπαίδευσης και παιδείας και την ενσωμάτωσή της στην κοινωνική ζωή και στην παραγωγική διαδικασία-σε ισορροπία με τη φύση -και κάτω από τον έλεγχο των πολιτών και των άμεσων παραγωγών.
3. Ο ρόλος της Τοπικοποίησης
Η Τοπικοποίηση προτείνεται σαν μια στρατηγική -στα πλαίσια της αποανάπτυξης-για στροφή σε μια αποκεντρωμένη, αυτοδιαχειριζόμενη, οικολογική και αταξική κοινωνία της ισοκατανομής πόρων και εξουσιών.
• Στήριξη όσο γίνεται περισσότερο στους τοπικούς πόρους κάθε περιοχής και όσον αφορά στη Γεωργία στις τοπικές ποικιλίες και ράτσες
• Τοπική ποιοτική παραγωγή για τις ανάγκες κυρίως της αλυσίδας: πολίτης, κοινότητα, δήμος-περιφέρεια και επικράτεια και όχι οπωσδήποτε με κριτήριο το συγκριτικό πλεονέκτημα στη παγκόσμια αγορά
• Δίκτυα Ανταλλαγών-Τοπικά Νομίσματα- Tοπική αγορά των μικρών αποστάσεων
• Μεγαλύτερη δυνατότητα συμμετοχής σε θεσμούς αυτοδιαχείρισης μικρής κλίμακας. Πιο εύκολος ο έλεγχος από την τοπική κοινωνία
Για τη χώρα μας:
Nα αναβιώσουμε το κοινοτικό πνεύμα για να ξεπεράσουμε τη κρίση, αλλά και για να αποχαιρετήσουμε τον καπιταλισμό που μας οδηγεί στη βαρβαρότητα και την οικο-καταστροφή
Θα χρειασθεί να στηριχθούμε στις κοινότητες κάθε είδους- αστικές ή της υπαίθρου, αλλά και επαγγελματικές, κοινωνικής ή συνεργατικής οικονομίας, τις κοινότητες ενδιαφερόντων ή του διαδικτύου(π.χ. κοινότητες «κοινής χρήσης» κατοικιών, αυτοκινήτων κ.λπ) -σαν κύτταρα της νέας κοινωνίας που θα επιδιώξουμε.
Εφαλτήρας για την οικονομία μπορεί να γίνει ο αγροδιατροφικός τομέας, ο τομέας ένδυσης-υπόδησης, ο ενεργειακός τομέας με αιχμή στις ΑΠΕ και ο τομέας του ήπιου οικοτουρισμού για δημιουργία επιπλέον τοπικού εισοδήματος
Εφαλτήρας για τη διαμόρφωση αντίστοιχης πολιτικής οι τοπικές κινήσεις πολιτών που παρεμβαίνοντας στις τοπικές κοινωνίες και συμμετέχοντας στις τοπικές εκλογές θα απαιτήσουν «συμμετοχικούς προϋπολογισμούς» στους δήμους.
4. Ο ρόλος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης
•Τ.Α. θέτει πόρους στη διάθεση συλλογικών δομών εργασίας, με τη μορφή κοινωνικών επιχειρήσεων (συνδυασμός αμειβόμενης εργασίας για ανέργους - εξειδικευμένης από υπαλλήλους του δήμου -εθελοντικής εργασίας από εθελοντές που μαζί με τους υπαλλήλους παίζουν το ρόλο του "εμψυχωτή")
•Δημιουργεί χώρους παραγωγής και αυτοπαραγωγής (π.χ. εργαστηρίων επαναχρησιμοποίησης ηλεκτρικών - ηλεκτρονικών ειδών, επίπλων, ρούχων, κομποστοποίησης -λιπασματοποίησης οργανικών αποβλήτων, δημοτικών λαχανόκηπων, μεταποιητηρίων γεωργικών προϊόντων κ.λπ.)
•Χώρους απασχόλησης παιδιών ,ανταλλαγής ειδών από «δεύτερο χέρι»,γραφείων «συνταξιδιωτών» κ.λπ
•οργάνωση γραφείων-συνεργείων από άνεργους αρχιτέκτονες-οικοδόμους για κατασκευή-μετατροπή κτιρίων σε βιοκλιματικά, συνεργείων για τη δημιουργία «πράσινων στεγών» και «ηλιακών στεγών»
•Ειδική περίπτωση: αυτοδιαχειριζόμενα συνεργεία και όχι ιδιώτες εργολάβοι να αναλαμβάνουν συγκεκριμένες εργασίες του δήμου
5. Ο ρόλος του κοινοτισμού
Ο ρόλος του κοινοτισμού για το ξεπέρασμα της σημερινής κρίσης (αλλά και για το πέρασμα σε μετακαπιταλιστική κοινωνία) θα είναι πολύ σημαντικός:
• Να αναβιώσουμε και σήμερα το κοινοτικό πνεύμα για να ξεπεράσουμε τη κρίση, αλλά και για να αποχαιρετήσουμε τον καπιταλισμό που μας οδηγεί στη βαρβαρότητα και την οικο-καταστροφή
• Να στηριχθούμε στις κοινότητες σαν κύτταρα της νέας κοινωνίας που θα επιδιώξουμε.
• Όχι μόνο στις χωρικές-αστικές ή της υπαίθρου-αλλά και στις επαγγελματικές, τα εγχειρήματα της κοινωνικής-συνεργατικής οικονομίας ή τις κοινότητες ενδιαφερόντων ή του διαδικτύου (π.χ. κοινότητες «κοινής χρήσης» κατοικιών, αυτοκινήτων κ.λπ)
Σήμερα υπάρχουν ήδη πάνω από 2600 εγχειρήματα κοινοτικού χαρακτήρα στη χώρα, που δεν περιμένουν την επανάσταση ή κάποια «κυβέρνηση κοινωνικής σωτηρίας» για να δώσει λύση. Εμφορούνται από την αντίληψη ότι μπορούν να δημιουργήσουν από τώρα στοιχεία «του κόσμου που θέλουν, μέσα στον κόσμο που θέλουν να ανατρέψουν και να αφήσουν πίσω τους».
Η δική μας συνολική πρόταση:
Να διαμορφωθεί «από τα κάτω» και από τους έλληνες «από κάτω» ένα απαραίτητο ρεαλιστικό και ελκυστικό πρόγραμμα για το ξεπέρασμα της κρίσης και συγχρόνως για τη μετάβαση σε μια μετακαπιταλιστική κοινωνία, σε μια κοινωνία δημοκρατικής αυτονομίας που θα στηριχθεί:
• στην οικονομία των βιοτικών αναγκών όσον αφορά στο περιεχόμενο,
• στον συνεργατισμό-συνεταιρισμό όσον αφορά στις σχέσεις παραγωγής,
• στη συλλογική-κοινοτική-δημοτική ιδιοκτησία όσον αφορά στα μέσα παραγωγής,
• στην εγγύτητα και τις μικρές αποστάσεις όσον αφορά στο μικρότερο δυνατό οικολογικό αποτύπωμα,
• στην άμεση δημοκρατία των συνελεύσεων και των ανακλητών εκπροσώπων, όσο αφορά στις διαδικασίες αποφάσεων, πολιτικής θέσμισης και διακυβέρνησης
6. Ο Συνομοσπονδισμός
Εφαλτήρας για τη διαμόρφωση της κοινοτικής πολιτικής θέσμισης οι τοπικές κινήσεις πολιτών για τη δημοκρατική αυτονομία –με τη μορφή της δημοκρατίας εν δράσει και κοινή ονομασία π.χ. Κίνηση για τη "Δημοκρατική Αυτονομία"-που παρεμβαίνοντας στις τοπικές κοινωνίες στη βάση των προβλημάτων της καθημερινότητας και δημιουργώντας θεσμούς άμεσης δημοκρατίας σε όλα τα επίπεδα- θα μπορέσουν-συνδεόμενες και μεταξύ τους- να διαμορφώσουν ένα πρόγραμμα μετάβασης σε ένα σύστημα αποκεντρωμένης δημοκρατικής αυτονομίας και κοινοτισμού, σε μια κοινωνία ελευθερίας, ειρήνης, κοινωνικής και φυλετικής ισότητας, δικαιοσύνης και οικολογικής ισορροπίας.
Αυτές οι Κινήσεις θα απαιτήσουν από τους υπάρχοντες δήμους«συμμετοχικούς προϋπολογισμούς και προγραμματισμούς»(οργανώνοντας π.χ. στις γειτονιές των πόλεων και τα χωριά συνελεύσεις πολιτών όπου θα γίνονται οι προτάσεις και θα αποφασίζονται οι προτεραιότητες και στη συνέχεια Συντονιστικά Συμβούλια με ανακλητούς εκπροσώπους[1] για την προώθηση των λύσεων προς την Τ.Α. Όταν μπορέσουν να αλλάξουν τους πολιτικούς συσχετισμούς και συμμετέχοντας στις τοπικές εκλογές πάρουν την πλειοψηφία σε κάποιους δήμους, τότε τους μετατρέπουν σε θεσμούς πραγματικής αυτοδιοίκησης και αυτοκυβέρνησης (μικραίνοντας το μέγεθός τους-επιστρέφοντας τουλάχιστον στο καποδιστριακό τους μέγεθος- και θεσμοθετώντας τηνκοινότητα δρόμου στις πόλεις και την αγροτική κοινότητα σαν το μικρότερο κύτταρο της δημοκρατικής αυτονομίας, τα Συμβούλια Συνοικιών στη συνέχεια και τα Συμβούλια Πόλης.
Όταν γίνει αυτό σε αρκετούς δήμους τους ομοσπονδοποιούν και λειτουργούν για ένα πιθανά μεγάλο διάστημα σαν αυτόνομη ομοσπονδίασε σχέση συμπλήρωσης, αντιπαράθεσης και ρήξης με το κεντρικό κράτος( ένα είδος δυαδικής αντιεξουσίας) έως ότου καταλήξουμε σε ένα νέο «Κοινωνικό Συμβόλαιο» και μια δημοκρατική συνομοσπονδιακή κοινοπολιτεία στην ελληνική επικράτεια (ελπίζουμε ειρηνικά και αναίμακτα, αλλά και προετοιμαζόμενοι για πιθανές συγκρούσεις με αυτοάμυνα και αντίσταση και μεθόδους που θα έχει αναπτύξει το κίνημα εντωμεταξύ).
Από τον «αδύνατο καπιταλιστικό κρίκο της «Ενωμένης Ευρώπης» να μετατρέψουμε τη χώρα σε κόμβο κοινωνικής, πολιτικής και οικολογικής ανάτασης στα πλαίσια του πραγματικού μας «οίκου» που είναι η Μεσόγειος και τα Βαλκάνια. Όπου ανεξάρτητα των θρησκευτικών και φυλετικών διαφορών, καθώς και συνόρων, μπορούν να δημιουργηθούνσυνομοσπονδισμένες βιοπεριφέρειες, που θα στηρίζονται σε ένα εκτεταμένο δίκτυο συνεργασιών και μεταξύ τους ροών και θα αναπτύσσουν το μοντέλο της ευζωίας χωρίς «ανάπτυξη» και καταναλωτισμό , αλλά με κοινωνική ισότητα και ατομική εγκράτεια, στηριζόμενοι στα κοινωνικά και συλλογικά αγαθά και την άμεση δημοκρατία.
7. Ο ρόλος και η έννοια της Βιο-περιφέρειας στα πλαίσια της στρατηγικής της τοπικοποίησης (Ρεγκιοναλισμού)
Δεν ταυτίζεται με την έννοια της διοικητικής περιφέρειας, όπως εκφράζεται στον «Καλλικράτη», όπου είναι μια δομή του περιφερειακού κράτους. Ούτε 100% με την έννοια της γεωγραφικής περιφέρειας. Το ίδιο δεν ταυτίζεται με την έννοια ενός οικοσυστήματος ή μιας οικοπεριοχής- όπως ορίζονται στην επιστήμη της οικολογίας- γιατί είναι συνήθως μεγαλύτερη. Δεν ταυτίζεται επίσης με μια οικοζώνη, από την οποία είναι μικρότερη. Πρόκειται για μια οικολογική και γεωγραφική ταυτόχρονα περιοχή, που αποτελεί ένα χώρο με κοινές φυσικές και γεωγραφικές συνθήκες, αρκετό για να εξασφαλίζει τους κύκλους της ζωής και των θρεπτικών φυσικών στοιχείων και υλικών, καθώς και την ενσωμάτωση των αποβλήτων, αλλά και κοινές ιστορικές καταβολές και ηθικές αξίες των ανθρώπινων κοινοτήτων της, που της δίνουν μια ταυτότητα.
Χαρακτηρίζεται από τον τρόπο που εντάσσεται η ανθρώπινη κοινωνία της με το φυσικό της περιβάλλον. Από το πως δένονται οι διανθρώπινες σχέσεις με τους τοπικούς φυσικούς πόρους, όπως π.χ με τις λεκάνες απορροής του νερού, με τις άλλες μορφές ζωής και το πλέγμα των οικοσυστημάτων της περιοχής, εξασφαλίζοντας την αρμονική ενότητα του τόπου, της κοινότητας των ανθρώπων που τον κατοικούν και του συνόλου των παραγωγικών τους δραστηριοτήτων. Η εγγύτητα καθορίζει τη διαχείριση των εισροών και των εκροών των παραγωγικών μονάδων και των ανταλλαγών, με βάση τη σχετική αυτάρκεια-αυτοδυναμία της. Μπορεί να είναι μια περιοχή στα πλαίσια μιας νομαρχίας του παρελθόντος (π.χ. Μαγνησίας) με 1-2 αστικούς δήμους και μερικούς περιφερειακούς δήμους και κοινότητες, που μπορεί να εξασφαλίζει αυτοδυναμία πόρων και ενέργειας. Μπορεί βέβαια να επεκταθεί και στα πλαίσια μιας υπάρχουσας περιφέρειας του "Καλλικράτη", όπως η Θεσσαλία, αλλά θα εξαρτάται και από τον ανθρώπινο πληθυσμό της που δε θα πρέπει να υπερβαίνει το 1.000.000. Πολλές φορές θα χρειασθεί να μη ληφθούν υπόψη υπάρχοντα εθνικά σύνορα και να διαμορφωθεί από το διασυνοριακό κίνημα του συνομοσπονδισμού «σκιωδώς» διασυνοριακά!
Για τον καθορισμό της λοιπόν σαν μια δομή στα πλαίσια της ελλαδικής Αυτοδιοίκησης με τα σημερινά δεδομένα του Καλλικράτη, απαιτείται νομική παρέμβαση από τη πλευρά της υπάρχουσας κεντρικής εξουσίας με νέο νόμο για την Τοπική Αυτοδιοίκηση και με μεταφορά πόρων προς αυτήν. Για την ολοκλήρωσή της όμως σαν θεσμός άμεσης δημοκρατίας, θα απαιτηθεί ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο από μια μετακαπιταλιστική κοινωνία μετάβασης στην άμεση δημοκρατία και τον δημοκρατικό συνομοσπονδισμό, και μάλιστα με επέκταση στα Βαλκάνια και τη Μεσόγειο.
Η Αυτοδιοίκηση στα πλαίσια μιας τέτοιας βιοπεριφέρειας μπορεί να στηρίζεται σε δομές σαν τις παρακάτω:
• Πέρα από τη πυρηνική οικογένεια, είναι επιθυμητό να δημιουργηθούν και να επικρατήσουν «διευρυμένες» οικογένειες (όχι γενετικής συγγένειας, αλλά περισσότερο ιδεολογικής συγγένειας και με όλες τις ηλικίες- η τρίτη ηλικία μπορεί να είναι πολύ χρήσιμη , η επιβίωσή της αδύνατη στο μέλλον από ένα καταρρέον συνταξιοδοτικό σύστημα), σαν κύτταρα των μελλοντικών χωρικών κοινοτήτων-δήμων. Το κοινό χαρακτηριστικό τους το «κοινό ταμείο».
• Στην επανασύσταση ως αυτοδιοικητικών μονάδων των υπαρχόντων χωρικών κοινοτήτων της υπαίθρου της.
• Στην επανασύσταση των μικρών δήμων, με το χωρισμό των μεγάλων πόλεων σε δήμους κάτω των 50.000 κατοίκων, οι οποίοι συστήνουν με τη σειρά τους αστικές κοινότητες με βάση τις οδούς στις γειτονιές των πόλεων που δεν ξεπερνούν π.χ. τους 1000-2000 κατοίκους.
8. Η παρέμβαση των Τοπικών Κινήσεων Δημοκρατικής Αυτονομίας με βάση τη Βιοπεριφέρεια:
Έως ότου επιτευχθεί αυτό με νόμο από τη Κεντρική Εξουσία, το κίνημα για την Δημοκρατική Αυτονομία… (και οι αναφερθείσες Τοπικές Κινήσεις Πολιτών που θα έχει δημιουργήσει) λειτουργεί και παρεμβαίνει με βάση τη παραπάνω «σκιώδη»διαμόρφωση της Τ.Α. από τη δική του μεριά (π.χ. τον «Καλλικρατικό Βόλο» θα τον χωρίσει σε Βόλο και Νέα Ιωνία, όπως ήταν πριν το «Καλλικράτη), σε αντιπαράθεση με την υφιστάμενη Τ.Α., όσο αυτή υπάρχει. Συστήνει λοιπόν στα χωριά και στις πόλεις, με βάση την οδό( σε μεγάλη πόλη) ή την μικρή γειτονιά-σαν κοινοτικά κύτταρα- Συνελεύσεις Πολιτών(ΣΠ), όπου συμμετέχουν, συζητούν και αποφασίζουν-όσοι ενεργοί πολίτες ενδιαφέρονται στην αρχή και στη συνέχεια όσοι πείθονται ότι έχει σημασία για αυτούς- για τον προγραμματισμό και τον προϋπολογισμό του δήμου στον οποίο ανήκουν. Συστήνει επακόλουθα με εκλεγμένα και ανακλητά μέλη (με ποσόστωση 50-50 άνδρες γυναίκες και ανεξάρτητα της υπηκοότητας των πολιτών) Συντονιστικά Συμβούλια Κοινοτήτων(ΣΣΚ)- αυτών των υπό διαμόρφωση κοινοτήτων- για την προώθηση των αποφάσεών τους προς τα υπάρχοντα δημοτικά συμβούλια, θέτοντάς τα προ των ευθυνών τους και πιέζοντάς τα να τις λάβουν υπόψη στον προγραμματισμό-προϋπολογισμό του υπάρχοντος δήμου. Καλύτερα θα μπορούσε να συσταθεί μια επιπλέον δομή, δηλαδή από όλα τα ΣΣΚ εκλέγεται ένα ολιγομελές Συντονιστικό Συμβούλιο Πόλης (ΣΣΠ) ήΣυντονιστικό Συμβούλιο Ενότητας Χωριών (ΣΣΕΧ)-όπου με την Ενότητα Χωριών εννοούμε κοντινά χωριά που ανήκαν πριν σε «Καποδιστριακό Δήμο»- που θα αναλάβει την προώθηση των αποφάσεων των υπό διαμόρφωση κοινοτήτων ανάλογα με την προτεραιότητα των αναγκών τους, την οποία προτεραιότητα αποφασίζει δημοκρατικά το ΣΣΠ ή ΣΣΕΧ, προς τους δήμους.
Από όλα τα ΣΣΠ και ΣΣΕΧ εκλέγεται δημοκρατικά με ανακλητά μέλη και την ίδια ποσόστωση το Συντονιστικό Περιφερειακό Συμβούλιο (ΣΠΣ), το οποίο παρεμβαίνει στην υπάρχουσα Περιφέρεια και προωθεί εκείνα τα αιτήματα των κοινοτήτων που αφορούν στην Περιφέρεια.
Ένα τέτοιο Σύστημα Συμβουλίων (ΣΣ), εξελισσόμενο από βαθμίδα σε βαθμίδα, θα αποτελέσει τον πολιτικό κορμό για τη μετάβαση σε μια κοινωνία Δημοκρατικής Αυτονομίας και θα πρέπει να ενεργοποιήσει και να εμπλέξει όσο γίνεται μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού στις διεργασίες του, ώστε το πρόγραμμα μετάβασης που θα αναπτύξει να είναι όσο γίνεται πιο αντιπροσωπευτικό.
Επειδή θεωρούμε τον αγροδιατροφικό τομέα σαν εφαλτήρα για τη μετάβαση προς αυτή την κατεύθυνση θα είναι από την αρχή αναγκαίο να συσταθεί και ιδιαίτερο Συντονιστικό Συμβούλιο Αγροδιατροφικού Τομέα (ΣΣΑΤ), το οποίο με βάση τις διατροφικές ανάγκες που θα έχουν προταθεί από τις υπό διαμόρφωση Κοινότητες και σε συνεργασία με το ΣΣ, θα ολοκληρώσει και ένα πρόγραμμα για τις αγροδιατροφικές οικονομικές δραστηριότητες στα πλαίσια του κάθε δήμου και στη συνέχεια της περιφέρειας. Επίσης θα είναι σημαντικό να γίνει σε κάθε δήμο ένα ιδιαίτερο Συμβούλιο Δημοτικού Τομέα Οικονομίας (ΣΔΤΟ),για τη στήριξη του ιδιαίτερου οικονομικού ρόλου του δήμου που θα αφορά σε όλους τους πολίτες
Το ίδιο θα χρειασθεί να γίνει και για κάθε άλλον τομέα της οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας-στηριγμένης στη συνεργατική και συνεταιριστική οργάνωσή της- στους δήμους και τις περιφέρειες, όπως για την υγεία, την χειραφετητική παιδεία-εκπαίδευση, τη δικαιοσύνη, τη βιοτεχνική- βιομηχανική παραγωγή, τον ενεργειακό εφοδιασμό, τοπεριβάλλον και την οικολογική ισορροπία, την αυτοάμυνα κ.λπ.
9. Και μια σημείωση σχετικά με την ιδιοκτησία
Το ζήτημα δεν μπορεί να ξεκαθαρισθεί εκ των προτέρων και θα εξαρτηθεί από τις οικονομικές δομές που θα δημιουργήσει κάθε τοπική κοινωνία ισοκατανομής (οικονομικής-κοινωνικής-οικολογικής-πολιτικής). Από τη στιγμή όμως που το βασικό κύτταρό της θα είναι η κοινότητα, είτε χωρική θα είναι αυτή, είτε δραστηριοτήτων, είτε ενδιαφερόντων, είναι προφανές ότι θα προάγεται η συλλογική ιδιοκτησία. Η ατομική δεν θα έχει καμία τύχη, γιατί οι άνθρωποι θα οργανώσουν την καθημερινότητά τους βασισμένοι στις αξίες της συλλογικότητας και της αλληλεγγύης. Μάλλον δεν θα προτιμήσουν την πυρηνική οικογένεια, αλλά τη «διευρυμένη οικογένεια» που θα περιλαμβάνει περισσότερους γονείς καθώς και τις 3 γενιές τους (παππούδες-γιαγιάδες-παιδιά), εκφράζοντας έτσι την αλληλεγγύη των γενιών. Θα είναι η ευνοϊκότερη (σε σχέση με την πυρηνική οικογένεια) εξέλιξη της παλιάς αυτοδύναμης-αυτάρκους πολυπληθούς πατριαρχικής ή μητριαρχικής οικογένειας (Οι υπάρχουσες σήμερα "ομάδες συγγένειας" της καθημερινής ζωής ή οι οικοκοινότητες, μπορούν να δώσουν μια εικόνα της «διευρυμένης οικογένειας»).
Αυτό σημαίνει λοιπόν ότι θα χάσει το έδαφος κάτω από τα πόδια της η ατομική ιδιοκτησία και θα εντάσσεται με τη θέλησή της στη συλλογική-κοινοτική ή ακόμα καλύτερα στη δημοτική ιδιοκτησία, αφού θα δοθεί προτεραιότητα στον δημοτικό τομέα οικονομίας. Δεν θα χρειασθεί να γίνει «δημοτικοποίηση» των μέσων παραγωγής και της γης (με νόμο και με βία), όπως απαίτησε η «κρατικοποίηση», όπου εφαρμόσθηκε μέχρι τώρα.

Τι να κάνουμε: τα πρώτα βήματα, μετά τη κατάρρευση της οικονομίας και της πολιτικής των «μνημονίων»

Περισσότερα στο:
http://topikopoiisi.blogspot.gr/p/blog-page_10.html


Επισκεφθείτε και την νέα ιστοσελίδα μας: http://www.topikopoiisi.eu/






Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2017

Για την ευζωία μας: αποανάπτυξη-τοπικοποίηση του αγροδιατροφικού τομέα

1.       Ανθρώπινη διατροφή
Είναι σήμερα κατανοητό ότι τα ανθρώπινα σώματα χρειάζονται ενέργεια για την ανάπτυξη και συντήρησή τους. Αλλά όχι μόνο. Oι διατροφολόγοι λένε ότι εκτός από ενέργεια χρειάζονται και «λάδωμα» για τις διάφορες λειτουργίες τους (χρειάζονται π.χ. ουσίες που δρουν σαν μεσάζοντες σε διάφορους μεταβολικούς κύκλους και διαδρομές), καθώς και διάφορα «δομικά υλικά» για να «κτίζουν» ή να «ανακαινίζουν» τη σάρκα. Όλα αυτά εξασφαλίζονται από τη κατανάλωση της τροφής[1], από τα συστατικά που την απαρτίζουν.
Τα απαραίτητα συστατικά της τροφής είναι: υδατάνθρακες, λίπη, πρωτεΐνες-τα λεγόμενα «μακροθρεπτικά» συστατικά- και επίσης μέταλλα, βιταμίνες, ανόργανα στοιχεία-τα λεγόμενα «μικροθρεπτικά» συστατικά. Οι άνθρωποι χρειάζονται κατά Μ.Ο. περίπου 2700 θερμίδες[2], σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Τροφίμων. Το διατροφικό μοντέλο των πλουσίων δυτικών περιέχει πολύ κρέας, άρα πολλά λίπη. Συνήθως εξασφαλίζουν το 40% των θερμίδων τους από το λίπος. Τα πολλά λίπη όμως επιφυλάσσουν όχι μόνο μεγάλο βάρος, αλλά και πολλά είδη καρκίνων και καρδιακά νοσήματα (στεφανιαία κυρίως). Η ιδανική δίαιτα θα ήταν αν εξασφαλίζαμε γύρω στο 20% των θερμίδων από λίπη[3]
Οι πρωτεΐνες είναι –μαζί με το νερό-κύριο συστατικό του σώματος (στους μυς, στις μεμβράνες, ερυθρά αιμοσφαίρια, αντισώματα, ορμόνες, ένζυμα κ.λπ). Παλιότερα στη Δύση-Βορρά κυριαρχούσε η άποψη ότι χρειαζόμαστε καθημερινά μεγάλες ποσότητες ζωικών πρωτεϊνών για να είμαστε υγιείς (δίαιτα με 12-15% πρωτεϊνη). Σήμερα μελέτες δείχνουν ότι το καλύτερο είναι μια δίαιτα με λιγότερο από 5% πρωτεϊνη[4] και αντιλαμβανόμαστε ότι οι άνθρωποι μπορούν να πάρουν την απαραίτητη για αυτούς πρωτεϊνη από τα δημητριακά και τα όσπρια, πράγμα που έκαναν μέχρι τώρα μόνο οι χορτοφάγοι (αποδεδειγμένα πιο υγιείς σε σχέση με τους ευτραφείς υπέρβαρους αυτού του κόσμου). Φυσικά τα ζωικά προϊόντα μας εξασφαλίζουν και κάποια απαραίτητα συστατικά όπως τα βασικά μέταλλα ασβέστιο και ψευδάργυρο, που δεν υπάρχουν σε ικανές ποσότητες στα φυτικά αντίστοιχα. Δεν θα πρέπει να τα διαγράψουμε εντελώς από τη καθημερινή μας δίαιτα, αλλά δεν χρειάζεται να στηρίζουμε τη δίαιτά μας κύρια στα ζωικά προϊόντα.
Αυτό θα έχει επιπτώσεις για τη μελλοντική «φωτισμένη» γεωργία: θα πρέπει να σταματήσει η σημερινή επιμονή στην εντατική κτηνοτροφία και η μεγάλη ζήτηση για τα προϊόντα της, ώστε να είναι δυνατόν να διατρέφεται ο παγκόσμιος πληθυσμός πλουσιοπάροχα με σιτηρά και όσπρια. Τα ζώα να είναι ενταγμένα με ισορροπία σε ολοκληρωμένα αγροκτήματα και τα ζωικά προϊόντα να είναι συμπληρωματικά στην ανθρώπινη διατροφή.   Από την άλλη θα χρειασθεί να επανέλθει στην πραχτική των αγροτικών κοινοτήτων η καλλιέργεια των ντόπιων εγκλιματισμένων ποικιλιών, που δεν χρειάζονται πολλές εξωτερικές εισροές και αντέχουν καλύτερα στις ντόπιες συνθήκες κλίματος και εδάφους, καθώς αντίστοιχα  και η εκτροφή των ντόπιων ρατσών ζώων και πουλερικών[5].
Σε παγκόσμιο επίπεδο: η υπάρχουσα παραγωγή τροφίμων μπορεί να θρέψει με τροφή 2700 θερμίδων ημερησίως, 12 δισεκατομ. ανθρώπους. Δεν θα έπρεπε να πεινάει κανείς, δεδομένου ότι είμαστε προς το παρόν περίπου 7 δις. Όμως 40 εκατομ. πεθαίνουν από πείνα κάθε χρόνο και κάπου 850 εκατομ. υποφέρουν από υποσιτισμό, εκ των οποίων το 34% (Αφρικανοί) ζουν με κάτω από 300 θερμίδες την ημέρα. Το πρόβλημα βεβαίως δεν είναι της παραγωγής, που θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε, αλλά της διανομής της τροφής[6] και του εισοδήματος (φτώχεια) και άρα κοινωνικοπολιτικό και παίρνει διαφορετική μορφή, ανάλογα με τη χώρα και την περιοχή.
Όταν τρώμε τη τροφή μας, στην ουσία τρώμε φυτικούς και ζωικούς ιστούς με όμορφες δομές στις οποίες έχει αποθηκευτεί χημική ενέργεια. Η βάση αυτών των δομών είναι η γλυκόζη-μια όμορφη τρισδιάστατη κρυστάλλινη μορφή-  που δημιουργείται από το διοξείδιο του άνθρακα και το νερό μέσω της φωτοσύνθεσης στα φυτά και παροχής ενέργειας από τον ήλιο. Στην ουσία η χημική ενέργεια που παίρνουμε από τη τροφή είναι ηλιακή ενέργεια που έχει μετατραπεί.
2.       Ανθρώπινο γάλα-Ζωϊκό γάλα
Η αποτυχία του θηλασμού στην Ελλάδα είναι σύμπτωμα κοινωνικής παθολογίας, με κοινωνικές, πολιτισμικές, πολιτικές – και, φυσικά, οικονομικές αιτίες. Πόσο κοστίζει η διατροφή ενός βρέφους με τεχνητό γάλα; Το μηνιαίο κόστος μπορεί να φτάσει τα 300 ευρώ ανά βρέφος, για τουλάχιστον 12 μήνες. Είναι δυνατόν; Ενώ 90% των εγκύων δηλώνει ότι επιθυμεί να θηλάσει, μόλις το 8-10% το καταφέρνει ως τον 4ο μήνα ζωής του βρέφους (ο ΠΟΥ συστήνει ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ διατροφή με μητρικό γάλα για τους πρώτους 6 μήνες) ενώ η πλειονότητα θηλάζει μόνο για ένα μήνα.
Το μητρικό γάλα έχει προσαρμοστεί στις ανθρώπινες ανάγκες μέσα από χιλιάδες χρόνια εξέλιξης. Η αγελάδα δεν είναι άνθρωπος. Το νεογέννητο μοσχάρι είναι σχετικά ώριμος οργανισμός. Διαθέτει σχετικά ώριμους νεφρούς, στομάχι και συκώτι, γι’ αυτό και το αγελαδινό γάλα έχει πολύ αλάτι και μεγάλο υπόλειμμα. Χρειάζεται να αναπτύξει γρήγορα τους μυς του, γι’ αυτό το αγελαδινό γάλα έχει πάρα πολλές πρωτεΐνες. Χρειάζεται να κοιμάται πολύ ώστε να μπορεί η μητέρα του να τρώει χορταράκι όλη μέρα χωρίς παρεμπόδιση. Γι’ αυτό το αγελαδινό γάλα έχει μεταξύ άλλων πολλή καζεΐνη ώστε να φέρνει πλήρωση, νωθρότητα και ύπνο… Τι συμβαίνει με τα μικρά των ανθρώπων; Πρόκειται για τα πιο «ανώριμα» νεογέννητα στη φύση. Η επίδραση του περιβάλλοντος σε αυτήν τη διαδικασία είναι μεγάλη και κρίσιμη. Ο εγκέφαλος στα πρώτα χρόνια της ζωής αναπτύσσεται ραγδαία, τριπλασιάζεται σε όγκο και μορφοποιείται υπό την επίδραση των πλούσιων ερεθισμάτων του περιβάλλοντος (νευρικές διασυνδέσεις κυττάρων, μυελινοποίηση, κτλ.) Το ανθρώπινο γάλα είναι το πιο γλυκό από οποιοδήποτε άλλο γάλα θηλαστικού, περιέχοντας πολλή λακτόζη, το απαραίτητο καύσιμο για τον εγκέφαλο των βρεφών μας. Τεράστια ποσά ωφέλιμων λιπαρών και χοληστερίνης συγκριτικά με το αγελαδινό γάλα δίνουν ώθηση στην ανάπτυξη. Το γάλα της μαμάς πρέπει να είναι φιλικό για τα ανώριμα όργανα του μωρού, το έντερο, το συκώτι, τους νεφρούς του. Δεν περιέχει πλεόνασμα ουσιών, και ότι περιέχει χρησιμοποιείται στο έπακρο χωρίς να προκύπτουν ‘σκουπίδια’ στον οργανισμό του μωρού. Το μητρικό γάλα πρέπει να μη φέρνει υπερβολικό ύπνο στο μωρό, ώστε να μπορέσει να δεθεί με τη μητέρα του και να εξερευνήσει γρήγορα τον κόσμο γύρω του.
Η κατανάλωση επεξεργασμένου γάλακτος, στη Δύση-Βορρά κυρίως, είναι αυξητική. Από έρευνες (π.χ για το 2010) προκύπτει ότι από τα 20 δις δολάρια που είναι ο τζίρος για βρεφικές τροφές, τα 2/3 προέρχονται από βρεφικά γάλατα. Η Ευρώπη είναι η μεγαλύτερη αγορά παγκοσμίως με πωλήσεις πάνω από 2 δις ετησίως (www.strategyr.com/Baby_Foods_and_Infant_Formula_Market_Report.asp).
Οι προσδοκίες του κλάδου είναι να ξεπεράσουν τα 80 δις το χρόνο. Τα περιθώρια αύξησης κερδών είναι μεγάλα, και προσπαθούν με συστηματική προπαγάνδα να απομακρύνουν τις γυναίκες από το θηλασμό. Στην προσπάθειά τους αυτή βρίσκουν ως σημαντικό σύμμαχο τους γιατρούς, τα νοσοκομεία και τα συστήματα υγείας.
Η εξάρτηση των βρεφών από το επεξεργασμένο γάλα αγελάδας έχει και οικολογικές επιπτώσεις:
Πέρα από τα θέματα υγείας, ενώ το μητρικό γάλα είναι μια «ανανεώσιμη πηγή ενέργειας», τα όλο και περισσότερα κουτιά τεχνητού γάλακτος που καταναλώνονται σημαίνουν περισσότερη αποψίλωση των δασών, διάβρωση των εδαφών, ρύπανση από διοξίνες και άλλες τοξίνες, κλιματικές αλλαγές και σπατάλη πόρων. Για κάθε κουτί γάλακτος σε σκόνη που παράγεται, καταναλώνεται ενέργεια στη διαδικασία της επεξεργασίας και της παραγωγής, διανύονται χιλιάδες χιλιόμετρα για τη διεθνή μεταφορά τους, καταναλώνεται ενέργεια και νερό στο σπίτι για το καθάρισμα των συσκευών και την προετοιμασία του μπουκαλιού και παράγονται σκουπίδια από μέταλλο, πλαστικό και χαρτί.
Ένα άλλο σημαντικό που πρέπει να τονισθεί είναι η κατανάλωση γάλακτος από τους ενήλικες. Οι εταιρείες έχουν καταφέρει να πιστέψουμε ότι και σαν ενήλικες μας είναι απαραίτητο το γάλα από τα ζώα. Για τους περισσότερους ανθρώπους, υπάρχει δυσανεξία στη λακτόζη που επιδεινώνεται με την πάροδο του χρόνου λόγω της έλλειψης ενός ενζύμου, της λακτάσης. Μετά το 2ο έτος της ηλικίας, το σώμα αρχίζει να παράγει πολύ λιγότερη λακτάση. Βέβαια, πολλοί άνθρωποι μπορεί να μην παρουσιάσουν συμπτώματα, παρά όταν μεγαλώσουν.
Όλα τα νήπια και τα παιδιά έχουν τα ένζυμα της λακτάσης. Γιαυτό οι γιατροί πίστευαν ότι αυτά τα ένζυμα υπήρχαν σε όλους σχεδόν τους ενήλικες. Όταν έγιναν έρευνες σε ανθρώπους διαφόρων εθνικοτήτων, σχετικά με την πεπτική τους ικανότητα στη λακτόζη, τα αποτελέσματα απέδειξαν πόσο λανθασμένη ήταν αυτή η άποψη. Γενικά, το 75% περίπου του παγκόσμιου πληθυσμού, χάνουν τα ένζυμα της λακτάσης μετά τον απογαλακτισμό.
Δεν υπάρχει κανένας λόγος γι’ αυτούς που παρουσιάζουν δυσανεξία στη λακτόζη, να αναγκάζουν τους εαυτούς τους να πίνουν γάλα, ακόμα και αν αυτό περιέχει μειωμένα ποσοστά λακτόζης (υπάρχει τέτοιο στο εμπόριο, σαν «λύση» στη δυσανεξία στη λακτόζη), γιατί δε λύνει το πρόβλημα, καθώς το άτομο μπορεί να συνεχίσει να υποφέρει από πεπτικές ενοχλήσεις.
Είναι εκπληκτικό, αλλά η κατανάλωση γάλακτος δε φαίνεται καν να προλαμβάνει την ανάπτυξη οστεοπόρωσης, που είναι ο κυριότερος λόγος κατανάλωσής του. Επιστημονικές μελέτες αποκαλύπτουν ότι: «Οι πολιτισμοί με μεγάλη κατανάλωση γάλακτος, έχουν τα υψηλότερα ποσοστά οστεοπόρωσης, μια ασθένεια που σπάνια συναντάται σε πολιτισμούς που δεν καταναλώνουν γάλα».
Στην πραγματικότητα το γάλα και τα λοιπά γαλακτοκομικά προϊόντα, δεν προσφέρουν κανένα θρεπτικό συστατικό που δεν μπορεί να βρεθεί σε υγιεινότερες μορφές τροφών. Αυτό είναι ένα επιπλέον στοιχείο που συνηγορεί υπέρ του ισχυρισμού μας, ότι δηλαδή τα ζωϊκά προϊόντα θα πρέπει να είναι συμπληρωματικά των φυτικών και όχι κύρια για τη διατροφή μας, αν δεν μπορούμε να είμαστε 100% χορτοφάγοι.

Η μελλοντική μας θεωρία για τη διατροφή θα πρέπει να στηριχθεί πάλι στην απλότητα, αν θέλουμε να ξεφύγουμε από το σφιχταγκάλιασμα των ειδικών και των ιθυνόντων κάθε είδους, που ευνοούνται από την πολυπλοκότητα της γνώσης και της κατοχής των αποτελεσμάτων της έρευνας και της «ανάπτυξης». Έχουν γραφεί χιλιάδες εγχειρίδια για τη σωστή και υγιεινή διατροφή. Όλο το περιεχόμενό τους μπορεί να συμπυκνωθεί στην εξής απλή συμβουλή: «πολλά χορταρικά, όσο το δυνατόν λιγότερο κρέας, μεγαλύτερη δυνατή ποικιλία τροφών». Αυτό είναι το συμπέρασμα: η εμπειρία χιλιάδων χρόνων επιβεβαιώνεται και επιστημονικά. Και το ερώτημα και ζήτημα που μας μπαίνει είναι πως θα παράγουμε αυτή την μεγάλη ποικιλία των τροφών που μας χρειάζονται για την ευζωία μας, προωθώντας την «αποανάπτυξη» της σημερινής εντατικής και βιομηχανοποιημένης γεωργίας-κτηνοτροφίας. 
Στην αρχική της μορφή η κτηνοτροφία (επειδή η λέξη κτήνος είναι αρνητικά φορτισμένη θα χρησιμοποιώ τον όρο ζωοεκτροφή από δω και πέρα) είχε στόχο την εξασφάλιση κρέατος για την οικογένεια-ομάδα. Το γάλα δεν το χρησιμοποιούσαν και σαν κτηνοτροφικά προϊόντα θεωρούσαν το μαλλί και τα δέρματα, από τα οποία κατασκεύαζαν ρούχα και διάφορα άλλα αντικείμενα. Η κτηνοτροφία αρχίζει να αποκτά εμπορικό χαρακτήρα με την πλήρη εγκατάσταση των ανθρώπων σε οικισμούς και τον χωρισμό σε αγρότες και ζωοεκτροφείς. Μέχρι πριν από 100 περίπου χρόνια, η ζωοεκτροφή εξακολουθούσε να έχει σαν αποκλειστικό σκοπό τα απαραίτητα ζωικά προϊόντα για την οικογένεια και μόνο ένα μικρό μέρος για την αγορά. Μετά τη βιομηχανική επανάσταση, που όλο και περισσότερος πληθυσμός άρχισε να εγκαταλείπει τις παραδοσιακές ασχολίες και να δουλεύει στα εργοστάσια, άρχισε να δημιουργείται μεγάλη ζήτηση από διάφορα τρόφιμα και φυσικά και ζωικά προϊόντα. Έτσι άρχισαν να δημιουργούνται οι φάρμες, που είχαν σαν αποκλειστική αποστολή την εκτροφή των ζώων και την παραγωγή ζωικών προϊόντων. Έτσι αρχίζει η εποχή της εντατικής ζωοεκτροφής. Κάποια χρήσιμα στοιχεία: Το 40% των εδαφών της Γης είναι καλλιεργήσιμα, εκ των οποίων το 1/3 χρησιμοποιείται για την παραγωγή ζωοτροφών.
Η κατανάλωση κρέατος και γαλακτοκομικών προϊόντων αυξάνεται κάθε χρόνο, ενώ η παγκόσμια παραγωγή κρέατος προβλέπεται να υπερδιπλασιαστεί από τα 229 εκατομμύρια τόνους το 1999/2001 σε 465 εκατομμύρια τόνους το 2050.
Από αρχές του 1960: ο παγκόσμιος πληθυσμός 2-πλασιάσθηκε, η κατανάλωση κόκκινου κρέατος 4-πλασιάσθηκε, κρέατος πουλερικών 10-πλασιάσθηκε. Υπολογίζονται σε 60 δις τα ζώα εκτροφής και συμβαίνει κάτι παράδοξο – στα αναπτυγμένα κράτη περίπου 1 δις άτομα πάσχουν από παχυσαρκία και προβλήματα υγείας που συνδέονται με τον τρόπο διατροφής(Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αναγνωρίζει ότι η επιδημία της παχυσαρκίας αποτελεί ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα υγείας και η κατανάλωση ζωικών λιπών και κτηνοτροφικών προϊόντων ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για αυτό), ενώ στις αναπτυσσόμενες χώρες ο ίδιος αριθμός ατόμων πάσχουν από υποσιτισμό.

Η εκτροφή ζώων είναι ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες των σημερινών σοβαρότατων περιβαλλοντικών προβλημάτων, ιδιαίτερα της κλιματικής αλλαγής. Σύμφωνα με έκθεση του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ που δημοσιεύθηκε στις 29.11.06 η ζωοεκτροφή ευθύνεται για τις παρακάτω εκπομπές αερίων θερμοκηπίου σε παγκόσμιο επίπεδο:
1) 9% του διοξειδίου του άνθρακα
2) 65% του οξειδίου του αζώτου το μεγαλύτερο μέρος του οποίου προέρχεται από την κοπριά και το οποίο είναι 296 φορές πιο επιβαρυντικό σε σχέση με το διοξείδιο του άνθρακα
3) 37% του μεθανίου το οποίο παράγεται κατά ένα μεγάλο μέρος από το πεπτικό σύστημα των μηρυκαστικών και είναι 23 φορές πιο επιβαρυντικό σε σχέση με το διοξείδιο του άνθρακα, και
4) 64% της αμμωνίας που προκαλείται από τα ούρα των ζώων και συμβάλλει σημαντικά στην όξινη βροχή. Χρησιμοποιώντας πλέον το 30% ολόκληρης της επιφάνειας του γήινου εδάφους, αποψιλώνονται ολόκληρα δάση για να μετατραπούν σε βοσκότοπους.
Σύμφωνα με μια επίσημη έρευνα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής: 13% των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου προέρχονται από τη παραγωγή ζωϊκών προϊόντων διατροφής( κρέας, γάλα και αυγά) στην Ε.Ε.
Σύμφωνα με την έρευνα: περισσότερο ζημιογόνα για το κλίμα είναι τα μυρηκαστικά. Έτσι για την παραγωγή 1 κιλού βοδινού κρέατος έχουμε εκπομπή 22 κιλών «ισοδύναμου διοξειδίου», 1 κιλού αρνήσιου-κατσικίσιου κρέατος εκπομπή 20 κιλών, ενώ 1 κιλού χοιρινού εκπομπή μόνο 7,5 κιλών καθώς και 1 κιλού πουλερικών εκπομπή 5 κιλών «ισοδύναμου CO2»…
Η παραγωγή αυγών και γάλακτος είναι πιο φιλική για το κλίμα(επειδή τα ζώα χρειάζονται λιγότερη ενέργεια για αυτό): σε 1 κιλό αυγών ή κατσικίσιου-προβατίσιου γάλακτος αντιστοιχούν 3 κιλά εκπομπή «ισοδύναμου CO2», ενώ σε 1 κιλό αγελαδινού αντιστοιχούν μόνο 1,4 κιλά εκπομπών.

Σύμφωνα βέβαια με τον ΟΗΕ(FAO) η ζωοεκτροφή εκπέμπει το 18% του «ισοδύναμου CO2», σε παγκόσμιο επίπεδο[7].
Ο Γερμανικός Σύνδεσμος Χορτοφάγων-με αφορμή τα αποτελέσματα αυτών των ερευνών-ζητά να ανέβει ο συντελεστής φορολόγησης των προϊόντων κρέατος και γάλακτος από τον πολύ χαμηλό 7% στον 19%, όπως είναι για παράδειγμα ο συντελεστής φορολόγησης του γάλακτος που παράγεται από σόγια[8]
Αντίθετα η Γερμανική Αγροτική Ένωση απέρριψε το αίτημα των Χορτοφάγων και είναι κατά οποιασδήποτε αύξηση της φορολογίας των ζωϊκών προϊόντων.
Από την άλλη: περίπου το 20% των βοσκότοπων έχουν υποβαθμιστεί λόγω της υπερβόσκησης, της διάβρωσης και της ρύπανσης του εδάφους από τα ζωικά απόβλητα, τα αντιβιοτικά, τις ορμόνες, τις χημικές ουσίες από τη βυρσοδεψία, τα λιπάσματα και τα φυτοφάρμακα που χρησιμοποιούνται για να ψεκαστούν οι καλλιέργειες ζωοτροφών. Όσο δε αφορά τους φθίνοντες πλέον υδάτινους πόρους της γης, η κτηνοτροφία χρησιμοποιεί τεράστιες ποσότητες νερού κι είναι ένας σημαντικός παράγοντας ρύπανσης και μόλυνσης του υδροφόρου ορίζοντα.
Υπάρχει επίσης μεγάλη σπατάλη φυσικών πόρων και ενέργειας. Στη Δύση, το μισό από το νερό που καταναλώνεται, πηγαίνει στην εκτροφή. Ενδεικτικά ο παρακάτω πίνακας:
Παραγωγή κρέατος ανά κιλό
Λίτρα νερού που απαιτούνται
1 κ. μοσχαρίσιου κρέατος
22.000 lt
1 κ. βοδινού κρέατος
15.000 lt
1 κ. κρέας κοτόπουλου
3.500–6.000 lt

Παραγωγή γάλατος: για 1 lt γάλατος απαιτούνται 990 lt νερού
Παραγωγή φυτικής τροφής(για σύγκριση): 1 κ. καλαμποκιού απαιτεί 450 lt νερού.

Σύμφωνα με μια έκθεση του Σουηδικού Πανεπιστημίου Γεωργικών Επιστημών ( Lantb ruksuniversitet ), η ενέργεια που καταναλώνεται για την παραγωγή ενός κιλού χοιρινού και ενός κιλού βοδινού, είναι 8.3 και 12.8 kWh αντίστοιχα. Συγκριτικά, η παραγωγή ενός κιλού φασολιών απαιτεί μόνο 0.86 kWh και ενός κιλού πατατών μόνο 0.44 kWh . Δηλαδή, απαιτείται 10-20 φορές περισσότερη ενέργεια για την παραγωγή ζωικών προϊόντων, απ’ότι για την παραγωγή φυτικής τροφής. Τα ζώα καταναλώνουν περισσότερη πρωτεΐνη τρώγοντας φυτά, από την πρωτεΐνη που μπορούν να παράγουν με τη μορφή κρέατος, γάλακτος και αυγών. Για παράδειγμα, 7 κιλά σιτηρών χρειάζονται για να παραχθεί ένα κιλό κρέας. Σαν «μηχανές» για τη μετατροπή της φυτικής πρωτεΐνης σε ζωική πρωτεΐνη, είναι εντελώς αναποτελεσματικά. Ο βαθμός μετατροπής από ζωοτροφή σε τροφή για τον άνθρωπο, κυμαίνεται από 1:30 έως 1:4 ανάλογα με το είδος του ζώου. Παρόλα αυτά τα ζώα τρέφονται με μεγάλες ποσότητες ζωοτροφής υψηλής πρωτεϊνικής αξίας, τη στιγμή που «είναι πιο αποδοτικό να τρώμε απευθείας ό,τι καλλιεργούμε, αντί να το αφήσουμε να περάσει πρώτα μέσα από ένα ζώο». Επίσης η μαζική-εντατική εκτροφή των εκατομμυρίων ζώων αφανίζει τη ζωή και από τις θάλασσες αφού περίπου το 50% των ψαριών που αλιεύονται χρησιμοποιούνται ως τροφή για τα γουρούνια, τις αγελάδες, τα πρόβατα, τα κοτόπουλα κλπ. Αυτά τα ζώα καταναλώνουν περισσότερους τόνους ψαριών από ότι όλοι οι καρχαρίες, τα δελφίνια και οι φώκιες ολόκληρου του πλανήτη. Έτσι οι πληθυσμοί των ψαριών σταδιακά εξαφανίζονται ενώ οι φάλαινες, οι φώκιες, τα δελφίνια και τα θαλασσοπούλια πεθαίνουν από πείνα.
Αν οι «αναπτυγμένες» χώρες μειώσουν την κατανάλωση κρέατος, θα μπορούσαμε επιπλέον να αντιμετωπίσουμε σε σημαντικό βαθμό την παγκόσμια πείνα, η οποία σκοτώνει περίπου 6 εκατομμύρια παιδιά κάθε χρόνο. Το 25% του πληθυσμού της γης υποσιτίζεται λόγω κυρίως της χρησιμοποίησης της γης για την παραγωγή ζωοτροφών και της διατροφής των ζώων με δημητριακά και σόγια, όταν αυτά θα μπορούσαν να θρέψουν τον υποσιτιζόμενο κόσμο.
Για 1 κιλό κρέατος απαιτείται γη που θα μπορούσε να παράγει:
Δημητριακά 6 κιλά
Ρύζι 9 κιλά
Όσπρια 12 κιλά
Λόγω των άθλιων και ανθυγιεινών συνθηκών εκτροφής των ζώων, καθώς και των ορμονών ανάπτυξης και πάχυνσης που τους χορηγούνται για την επιτάχυνση της παραγωγής κρέατος και γάλακτος, ένα σημαντικό ποσοστό της παγκόσμιας παραγωγής αντιβιοτικών (περίπου το 50%) χορηγείται στα εκτρεφόμενα ζώα. Όμως παρά την τόσο απλόχερη ιατρική «φροντίδα», ασθένειες και επιδημίες όπως η νόσος των τρελών αγελάδων και των πτηνών, η γρίπη των χοίρων, ο μελιταίος πυρετός, κλπ. ξέσπασαν σκορπώντας τον πανικό. Η αφύσικη τροφή που τρώνε τα εκτρεφόμενα ζώα (ιχθυάλευρα, αλεσμένα κόκκαλα, νύχια, τρίχες κλπ), οι άθλιες συνθήκες διαβίωσής τους και η υπερβολική χορήγηση αντιβιοτικών και ορμονών, καθιστούν την κατανάλωση κρέατος εντελώς επιβλαβή για την ανθρώπινη υγεία, ενώ οι απάνθρωπες συνθήκες μεταφοράς τους, αλλά και η ίδια η φρικαλέα διαδικασία σφαγής των ζώων θέτουν ζητήματα βιοηθικής. Η σφαγή, η μεταφορά, η επεξεργασία και το μαγείρεμα θεωρούνται επίσης σημαντικό μέρος κατανάλωσης ενέργειας.
Παρόλα όμως αυτά τα τεράστια «εξωτερικά κόστη» στη συμβατική οικονομία, τα ζωϊκά προϊόντα κοστίζουν πολύ λιγότερο σε σχέση με το κόστος παραγωγής τους. Στη πραγματικότητα όμως η παγκόσμια ζωοεκτροφή είναι ουσιαστικώς αντιπαραγωγική. Χρειάζεται επομένως μεγάλη αποανάπτυξη στη ζωοεκτροφή και να πάμε σε μια ζωοεκτροφή στα πλαίσια ολοκληρωμένων αγροκτημάτων. Έτσι θα έχουμε και αποανάπτυξη στη παραγωγή ζωϊκών προϊόντων, καθώς και στη κατανάλωσή τους:
• Αν κάποιος δεν φάει κρέας μία φορά τη βδομάδα, τότε όλο το χρόνο εξοικονομεί 170 κιλά διοξειδίου εκτός του ότι παράλληλα θα εξοικονομήσει φυτική τροφή για τους φτωχούς του κόσμου.
• Αν κάποιος ακολουθήσει τη μεσογειακή δίαιτα και τρώει μια φορά τη βδομάδα κρέας τότε εξοικονομεί 1020 κιλά/έτος=2/3 των εκπομπών ενός νέας τεχνολογίας αυτοκινήτου (150γρ/χιλ x10.000χιλ=1500 κιλ/έτος)
• Έχει αναπτυχθεί κίνημα πόλεων για μια μέρα τη βδομάδα «αποχή κρέατος» (Paul McCartney, ”Less meat, less heat”, The Lanset: μείωση 30% κρέατος, μείωση θανάτων από καρδιαγγειακές παθήσεις κατά 18.000 στη Βρετανία)
• Αν π.χ. οι κάτοικοι του Δήμου Βόλου(περίπου 140.000) ακολουθούσαν τη μεσογειακή διατροφή, τότε θα εξοικονομούσαν: 140.000χ1020=142.800.000 κιλά=0,1428 γιγατόνοι =1% των ετήσιων παγκόσμιων εκπομπών( περίπου 14 γιγατόνοι). Να μια ουσιαστική και όχι μόνο συμβολική καμπάνια σε κάθε δήμο! Μπορεί να εξελίσσεται, συνδεδεμένη και με την οικονομική κρίση, σε πρόταση για μεσογειακή διατροφή, που εκτός της υγείας θα προφυλάξει και το κλίμα
Να δούμε λίγο περισσότερο τι συμβαίνει με την κρεοφαγία σε αντιδιαστολή με τη φυτοφαγία.
Το θέμα είναι αρκετά φορτισμένο, λόγω και της ιδεολογικής αντιπαράθεσης μεταξύ φυτοφάγων-κρεοφάγων, πράγμα που αντιμετωπίζουμε εδώ και χρόνια στα πλαίσια των οικογιορτών, για το αν π.χ. θα πρέπει να συμμετέχουν και παραγωγοί ζωϊκών προϊόντων ή όχι. Το ζήτημα δεν έχει καταλήξει και το αντιμετωπίζουμε μέχρι τώρα συμβιβαστικά: στα πλαίσια της γιορτής οι ζωοτρόφοι μπορούν να παρουσιάζουν την εκτροφή τους με έντυπο κ.λ.π. υλικό, αλλά δεν πωλούν τα προϊόντα σφαγής(αν υπάρχει ψυγείο μπορούν να πωλούν τυριά).
Όπως αναφέρω και πιο πάνω έχουμε αύξηση της παγκόσμιας κατανάλωσης ζωϊκών προϊόντων. Μεγαλύτερη στην 20ετία 1960-80, κάπως λιγότερη στην 20ετία 1980-2000. Στην τελευταία έχουμε συγκεκριμένα τις εξής μεταβολές(στοιχεία παγκόσμιας τράπεζας):
• Παγκόσμια από 29,5 κιλά ανά άτομο το χρόνο σε 36,4 κιλά
• Βιομηχανικές χώρες από 78,5 σε 88,2
• Για σύγκριση Νότια Αφρική από 10,6 σε 9,4
Κάθε χρόνο θανατώνονται 56 δισεκατομμύρια ζώα για να καταναλωθούν από τον άνθρωπο, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη μας τα ψάρια. Εκτός των άλλων έχουμε να κάνουμε και με ένα φιλοσοφικό και βιοηθικό ζήτημα. Δεν είναι πολυτέλεια σήμερα να συμφωνήσουμε ότι τα ζώα και τα άλλα όντα έχουν μια εγγενή αυταξία και πρέπει να τα σεβόμαστε. Ο κυρίαρχος μέχρι τώρα ανθρωποκεντρισμός μας έφερε ως εδώ. Να απειλούμε εμείς οι ίδιοι τις βάσεις της ύπαρξής μας. Γιατί ότι έχει εγγενή αξία μπορεί να έχει και εργαλειακή αξία. Ακόμα και για ωφελιμιστικούς λόγους θα χρειασθεί να αντικαταστήσουμε τον ανθρωποκεντρισμό με τον οικοκεντρισμό!
Στην Ελλάδα δεν μας αρέσει πλέον το ελληνικό-μεσογειακό μενού με τα όσπρια, τα λαχανικά και τα φρούτα[9].
Η κατανάλωση συνολικού πιστοποιημένου κρέατος είναι περίπου 85 κιλά ανά Έλληνα το χρόνο, αν και με τον ερχομό της κρίσης αυτό μπορεί να έχει μειωθεί, ιδίως όσον αφορά στο πιστοποιημένο κρέας. Γιατί θα πρέπει να προστεθεί και το μη πιστοποιημένο που για τις δικές μας συνθήκες δεν θα πρέπει να είναι ευκαταφρόνητο. Αυτό που βέβαια παρατηρούμε είναι ότι δεν έχουμε αυτάρκεια στο κρέας, ιδίως στο βοδινό. Εισάγουμε το 41,6% των συνολικών κρεάτων[10].
Σημαντικό για την αποκατάσταση του περιβάλλοντος, αλλά και για την αντιμετώπιση της παγκόσμιας πείνας είναι να δούμε και τα εξής στοιχεία:
• 1 θερμίδα στο ψωμί προέρχεται από 1 θερμίδα δημητριακών
• 1 θ. στο βοδινό κρέας προέρχεται από κατανάλωση 10 θ. δημητριακών
• 1 θ. στο κρέας πουλερικών προέρχεται από 4 θ. δημητριακών
• 1θ. στο χοιρινό από 3 θ. δημητριακών
Φαίνεται και από αυτά τα στοιχεία ότι «είναι πιο αποδοτικό να τρώμε απευθείας ό,τι καλλιεργούμε, αντί να το αφήσουμε να περάσει πρώτα μέσα από ένα ζώο». Είναι μια τρομερή σπατάλη πόρων και κατανάλωση ενέργειας, δεδομένου ότι σχεδόν το 1/3 της παγκόσμιας συγκομιδής δημητριακών χρησιμοποιείται για την παραγωγή κρέατος.
Με ποια λογική ένας πολιτισμός εξαντλεί τις πηγές του πλανήτη για να παράγει με εντατικό τρόπο όλο και περισσότερα ζωικά προϊόντα για τους πλούσιους του «αναπτυγμένου κόσμου; Η κατανάλωση ζωικών λιπών δεν ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για την παχυσαρκία και τα προβλήματα υγείας που ακολουθούν; Πόσες φορές την εβδομάδα είναι ανάγκη να τρώμε κρέας; Πόσο ζαμπόν; Πόσο γάλα ή τυρί; Γιατί τα ζώα πρέπει να λαμβάνουν τεράστιες ποσότητες πρωτεϊνούχων σπόρων (όπως σόγια) για να παράγουν ακόμα περισσότερο; Διότι κάποιοι έχουν κάνει επενδύσεις και αναζητούν τη μεγαλύτερη δυνατή απόδοση; Διότι οι εταιρείες του γεωργοκτηνοτροφικού τομέα θα πρέπει να μεγιστοποιούν τα κέρδη τους;

Η χορτοφαγία «απελευθερώνει» κατά μέσο όρο γη που θα μπορούσε να θρέψει πολύ περισσότερους ανθρώπους. Ενδεικτικά, ο αριθμός των ανθρώπων που μπορούν να σιτίζονται για ένα χρόνο ανά εκτάριο και ανά είδος διατροφής είναι:
22 άτομα με πατάτες
19 άτομα με ρύζι
1 άτομο με μοσχάρι
2 άτομα με αρνί
Χωρίς υπερβολή, από την προηγούμενη ανάλυση προκύπτει ότι μέχρι τώρα ο κυρίαρχος ανθρωπολογικός τύπος με την κατανάλωση της τροφής του –εκτός των άλλων-παίζει και το μέλλον αυτού του πλανήτη «χάρη στη βουλιμία του για χάμπουργκερ»[11].
Με μια δικαιότερη κατανομή των θρεπτικών πόρων της Γης μπορούμε να εξασφαλίσουμε τη διατροφή όλης της ανθρωπότητας και ταυτόχρονα να έχει υγιεινότερο τρόπο ζωής. Με μια ζωοεκτροφή, ούτε εκτατική ούτε σταυλισμένη, αλλά στα πλαίσια ολοκληρωμένων αγροκτημάτων, όπου τα ζώα παίζουν συμπληρωματικό ρόλο και ανακυκλώνουν την οργανική ύλη, ενώ τα ζωϊκά προϊόντα συμπληρώνουν επίσης τη διατροφή. Δεν θα πρόκειται οπωσδήποτε για χορτοφαγία, αλλά για οικολογική-υγιεινή διατροφή. 
Χρειάζεται όμως αλλαγή του καταναλωτικού και διατροφικού μοντέλου στη δύση με περιορισμό της υπερκατανάλωσης κρέατος και ευρεία ενημέρωση του κόσμου ότι η ζωοεκτροφή συμβάλλει σημαντικά στο φαινόμενο του θερμοκηπίου καθώς και στην κακή υγεία. Χρειάζεται γενικότερα να απορρίψουμε το καπιταλιστικό αναπτυξιακό μοντέλο παραγωγής, συσσώρευσης και κατανάλωσης. Να επιλέξουμε την κατεύθυνση μιας αγροδιατροφικής οικονομίας των αναγκών και όχι των επιθυμιών, των μικρών αποστάσεων και της εγγύτητας μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης, της δίκαιης διανομής των τροφίμων- με αποφυγή των μεσαζόντων- μέσω δικτύων παραγωγο-αναλωτών και τοπικών αυτοδιαχειριζόμενων αγορών. Γενικά μέσα από κοινοτικές αμεσοδημοκρατικές δομές που θα συντονίζονται μέσω διασύνδεσης και ομοσπονδιοποίησης



[1] «Οι άνθρωποι πια δεν λένε “τρώω” ή “πίνω” αλλά λένε “καταναλώνω”. Όλες οι φυσικές πράξεις και λειτουργίες που κρατούν στη ζωή ένα φυσικό πλάσμα άνθρωπο, έχουν αντικατασταθεί από τον όρο κατανάλωση, λες και είναι ο άνθρωπος πλέον μηχάνημα... Αυτή είναι η μέγιστη ύβρις και ο μέγιστος εξευτελισμός της ανθρώπινης ύπαρξης. Η αποδοχή της πλήρους μετάλλαξης του ανθρώπου σε γρανάζι του συστήματος που απομυζεί το οικοσύστημα καταναλώνοντας τους φυσικούς του πόρους αναίσχυντα. Αυτός είναι ο αναίσχυντος σύγχρονος άνθρωπος – καταναλωτής, ο ταυτισμένος με την χυδαιότητα.» Γιάννης Μακριδάκης http://yiannismakridakis.gr/?p=4851

[2] Οι υδατάνθρακες αποτελούν τη βασική πηγή ενέργειας στα περισσότερα ανθρώπινα σιτηρέσια. Δίνουν περίπου 420 θερμίδες ανά 100 γραμμάρια. Ο «μέσος άνθρωπος» λοιπόν μπορεί να πάρει την ενέργεια που χρειάζεται καθημερινά από 500-700 γραμμάρια υδατάνθρακες. Στις παραδοσιακές δίαιτες και σιτηρέσια, τα φυτά οι σπόροι και οι βολβοί είναι η πρωταρχική πηγή ενέργειας. Σε αυτές τις τροφές υπάρχει και πολλή κυτταρίνη στον φλοιό  και επειδή η κυτταρίνη δεν μας παρέχει ενέργεια, οδήγησε παλιότερα στην άποψη ότι δεν μας χρειάζονται τα «πίτουρα» και είναι πιο εύπεπτα τα «λευκά» αλεύρια. Στη συνέχεια όμως αποδείχθηκε ότι τα πίτουρα είναι πολύ σημαντικό συστατικό για την δίαιτα του ανθρώπου. Η παρουσία τους ή η απουσία τους έχει μεγάλη επίδραση στη φυσιολογική λειτουργία του εντέρου, που παίζει σημαντικό βιοχημικό ρόλο για όλο το σώμα. τρώγοντας παραδοσιακά «ανεπεξέργαστους» υδατάνθρακες λοιπόν, έχουμε στη διάθεσή μας πιο υγιεινή τροφή.

[3] Γιατί το λίπος είναι απαραίτητο όχι μόνο σαν πηγή ενέργειας, αλλά σαν σημαντικό δομικό συστατικό του σώματος, σημαντικότερο από τους υδατάνθρακες. Κυρίως είναι χρήσιμο για τη μεμβράνη των κυττάρων(με τη μορφή «λιπιδίων»), τα μέρη του εγκεφάλου και για τα νεύρα. Όμως σαν δομικό συστατικό των παραπάνω πρέπει να είναι με τη μορφή «βασικών» λιπών (κυρίως του τύπου των «πολυακόρεστων». Τέτοια είναι τα λίπη που προέρχονται από τα φύλλα και τους σπόρους των φυτών, καθώς και από τα ψάρια, ιδίως τα λιπαρά, όπως το σκουμπρί. Αλλά τα ψάρια σε παγκόσμιο επίπεδο είναι τροφή για τους λίγους και λόγω της υπεραλίευσης και της μόλυνσης τα αλιεύματα σπανίζουν πια. Πιο ρεαλιστικό είναι να εξασφαλίζουμε τα βασικά λίπη από τα φυτά.
[4] Και καλύτερα με φυτικές πρωτείνες που παίρνονται από τον συνδυασμό δημητριακών και οσπρίων.  Οι άνθρωποι που ακολουθούν παραδοσιακές δίαιτες μπορεί να μη ξέρουν από βιοχημεία, αλλά ξέρουν από τη μακροχρόνια εμπειρία τους ότι δημητριακό και όσπριο είναι ο καλύτερος συνδυασμός στη μαγειρική τους, ώστε να είναι υγιείς. Αποτέλεσμα της μέχρι τώρα κυρίαρχης άποψης για πολλές ζωικές πρωτεϊνες στη διατροφή μας, ήταν τα εντατικά συστήματα ζωοεκτροφής και πτηνοτροφίας με όσο γινόταν πιο πολλά ζώα –πτηνά. Παράλληλα τα δημητριακά, τα όσπρια και η σόγια θεωρούνταν «δεύτερης τάξης» τροφή και προορίζονταν κυρίως για ζωοτροφές. Το αγροδιατροφικό σύστημα χρησιμοποιούσε μέχρι τώρα το 50% της παγκόσμιας παραγωγής σιταριού και κριθαριού, το 80% του καλαμποκιού και το 90% της σόγιας σαν ζωοτροφές (οι ευρωπαίοι καταναλωτές π.χ. επιδοτούν με 2 ευρώ την ημέρα κάθε εκτρεφόμενη με δημητριακά αγελάδα τους, ενώ πάνω από 2 δις άνθρωποι στον τρίτο κόσμο ζούν με 2 ευρώ την ημέρα).
[5] Σήμερα υπάρχει αναγκαιότητα να καλλιεργηθούν τα «ντυμένα» σιτηρά επειδή αντέχουν σε δυσκολότερες εδαφοκλιματολογικές συνθήκες (ξηρασία, άγονα εδάφη), είναι πολύτιμο γενετικό υλικό για τη μελλοντική γεωργία σε συνθήκες κλιματικής αλλαγής, ενώ παράλληλα μπορούν να δώσουν προϊόντα υψηλής διατροφικής αξίας (χωρίς βέβαια να τα θεωρούμε και «υπερτροφές», όπως σκόπιμα διαδίδουν κάποια επιχειρηματικά συμφέροντα εκμεταλλευόμενα τη σύγχυση  και τη μόδα των «προϊόντων χωρίς γλουτένη».
 Γλουτένη: είναι μια πρωτεϊνη των μαλακών κυρίως σιτηρών (υπάρχει και στα σκληρά).Στο νερό παίρνει τη μορφή κολλοειδούς ουσίας, στην οποία οφείλεται και το «φούσκωμα» του ζυμαριού για το ψωμί. Στη βρώμη και το κριθάρι υπάρχει μια χαμηλότερη αναλογία της γλουτένης, όπως και στο μονόκοκκο και στα δίκοκκα σιτάρια. Το κεχρί, καλαμπόκι, ρύζι, κινόα, αμάρανθος, φαγόπυρο δεν περιέχουν γλουτένη. Είναι πλεονέκτημα για την αρτοποιία, αλλά κάποιοι άνθρωποι(όχι όλοι) δεν μπορούν να τη χωνέψουν και τους προκαλεί αλλεργία, δυσανεξία ή «ευαισθησία στη γλουτένη»(πόνο στο στομάχι, καούρες, φούσκωμα και αέρια στα έντερα, πονοκέφαλο, κόπωση κ.λπ.). Στο 1% του πληθυσμού περίπου προκαλεί την επικίνδυνη χρόνια νόσο κοιλιοκάκη στο λεπτό έντερο. Ο κάθε άνθρωπος έχει το δικό του όριο στη ανοχή της γλουτένης και θα πρέπει να το διερευνήσει, ώστε να βρει τρόπους αντιμετώπισης της τυχόν ευαισθησίας του σε αυτήν.
Η σύγχρονη διατροφή μας (τα τελευταία 50 χρόνια κυρίως στη Δύση) είναι «υπερφορτωμένη» με γλουτένη, λόγω της παρουσία της παντού σχεδόν(μπαίνει σαν πρόσθετο) και της υπερκατανάλωσης επεξεργασμένων τροφών που στηρίζονται στο ραφιναρισμένο αλεύρι. 
[6] Μέσα από το εμπορικό σύστημα διανομής, εκτός των άλλων προβλημάτων που δημιουργούνται, έχουμε και το γεγονός ότι πηγαίνει πάνω από το 30% της παραγόμενης τροφής στα σκουπίδια. 14 δισ. στρεμ. (28% των καλλιεργούμενων εδαφών) χρησιμοποιούνται για παραγωγή 1,3 δισ. t πεταμένης από το εμπορικό σύστημα τροφής σε παγκόσμιο επίπεδο.
[7] Η σχέση μεταξύ του βιομηχανικού συστήματος τροφίμων και της υπερθέρμανσης του πλανήτη δεν φαίνεται συχνά να είναι άμεση, λόγω κυρίως του τρόπου με τον οποίο παρουσιάζονται τα στατιστικά στοιχεία. Έχει υπολογισθεί ότι η εκτεταμένη χρήση χημικών λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων, η επέκταση της βιομηχανίας κρέατος με επακόλουθο τη καταστροφή των σαβάνων και των δασών του πλανήτη για να αυξηθούν τα βασικά γεωργικά προϊόντα, είναι από κοινού υπεύθυνες για το ένα τρίτο περίπου των αερίων του θερμοκηπίου, που προκαλούν παγκόσμια αλλαγή του κλίματος. Όταν προσθέσουμε όμως σε αυτά και το ποσό της ενέργειας από ορυκτά καύσιμα που χρησιμοποιείται για την επεξεργασία των γεωργικών προϊόντων, για τη ψύξη και συντήρησή τους, για τη συσκευασία, για τη μεταφορά τους σε όλο τον κόσμο και στη συνέχεια για τη διανομή τους σε σούπερ-μάρκετ, ο ρόλος της βιομηχανίας τροφίμων στη δημιουργία της κλιματικής αλλαγής αυξάνει σημαντικά. Το παγκόσμιο σύστημα τροφίμων μπορεί να είναι υπεύθυνο για το μισό περίπου των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στον κόσμο.
[8]. «Σε κάθε περίπτωση, οι αριθμοί της έρευνας είναι ένα γεγονός το οποίο πρέπει να λάβουμε υπόψη και οι καταναλωτές και οι πολιτικοί», δήλωσε ο πρόεδρος των Χορτοφάγων Sebastian Zösch. «Είναι ένα ακόμα επιχείρημα για τη μείωση της κατανάλωσης κρέατος και των άλλων ζωϊκών προϊόντων».
[9] Σύμφωνα με το Βήμα(30 Νοεμβρίου 2003) στην τελευταία ανανεωμένη έκδοση του προγράμματος «DAFNE», που καταγράφει τις διατροφικές συνήθειες των Ευρωπαίων: «Πρωτιά μεταξύ 13 ευρωπαϊκών χωρών κατέχει η χώρα μας σε ό,τι αφορά την κατανάλωση κόκκινου κρέατος, με μέσο όρο τα 100 γραμμάρια ημερησίως κατ' άτομο, τη στιγμή που σε χώρες όπως η Νορβηγία, η Γερμανία ή η Πολωνία οι κάτοικοι καταναλώνουν σχεδόν τη μισή ποσότητα χοιρινού ή βοδινού κρέατος. Συγκεκριμένα, η μέση ημερήσια κατανάλωση κόκκινου κρέατος στη Νορβηγία είναι 53 γραμμάρια, στη Γερμανία 60 και στην Πολωνία 62 γραμμάρια. Πρωταθλήτρια όμως είναι η Ελλάδα στον συγκεκριμένο τομέα και σε σύγκριση με τους «μεσογειακούς» γείτονές της. H κατανάλωση κόκκινου κρέατος στην Ιταλία είναι 71 γραμμάρια, στην Ισπανία 55, ενώ στην Πορτογαλία 91 γραμμάρια. Οι Πορτογάλοι είναι και οι μόνοι που φαίνεται να μας ακολουθούν κατά πόδας στις διατροφικές ατασθαλίες». Αν κάνουμε μια αναγωγή στο έτος έχουμε 36,5 κιλά κόκκινο κρέας για κάθε Έλληνα. Θα πρέπει βέβαια να προσθέσουμε και τα υπόλοιπα λευκά κρέατα όπως επίσης και τα υπόλοιπα ζωϊκά προϊόντα(αυγά, γάλα κ.λ.π.).
Μια καλύτερη εικόνα έχουμε από μια άλλη μελέτη, που όμως περιλαμβάνει μόνο τα πιστοποιημένα κρέατα (http://www.vakakis.gr/Background/VA/4_enimerosi/Arthra/pdfs/paragogi_kreatos_poiotitas.pdf)

Βοδινό: παραγωγή σε τόνους 58.850, κατανάλωση σε τόνους 189.170, ποσοστό εγχωρίου 32,3%
χοιρινό: παραγωγή 128.730, κατανάλωση 300.370 ποσοστό 45,1 %
Αιγοπρόβειο: παραγωγή 114.612, κατανάλωση 139.450 ποσοστό 88,5 %
Πουλερικά: παραγωγή 176.434, κατανάλωση 211.150 , ποσοστό 77,5%
Λοιπά: παραγωγή 4.429, κατανάλωση 11.030 , ποσοστό 40,3%
Σύνολο: παραγωγή 482.063, κατανάλωση 851.170, ποσοστό 58,4%

[10] Ισοζύγιο αγροτικών προϊόντων της χώρας
Εμπορικό ισοζύγιο αγροτικών προϊόντων.
(σε δις ευρώ).
Έτος
Εξαγωγές
Εισαγωγές
Ισοζύγιο




2002
3,3
5,2
-1,9




2008
3,9
7,1
-3,3




2009
4
6,4
-2,4




2010
4,6
6,5
-1,9




2011
4,8
6,7
-1,9




2012
5,2
6,4
-1,2




2013
5,4
6,5
-1,1




2014
5,1
6,4
-1,3





[11] Singer Peter: Η απελευθέρωση των Ζώων, Αντιγόνη, Θεσσαλονίκη, 2010.