Από Κοινού: Συνέλευση για την Αποανάπτυξη και την Άμεση Δημοκρατία

Μαζί στον δρόμο προς έναν μετα-καπιταλιστικό κόσμο: με το πρόταγμα της Αποανάπτυξης-Τοπικοποίησης, του Κοινοτισμού και της Άμεσης Δημοκρατίας.
Καθόλα αυτά τα χρόνια της λεγόμενης οικονομικής κρίσης έχει λάβει χώρα στην νεοελληνική κοινωνία μία διαδικασία, με κεντρικό άξονα την επανανοηματοδότηση του αξιακού μας συστήματος και των πολιτικών μας προταγμάτων.
Μεμονωμένα άτομα αλλά και ομάδες, συλλογικότητες και κινήματα έχουν αναπτυχθεί παντού στην Ελλάδα, έχουν αφήσει πίσω τους το «αναπτυξιακό» μοντέλο που προωθεί τον καταναλωτικό τρόπο ζωής και έχουν υιοθετήσει άλλες φιλοσοφίες και άλλους τρόπους προσωπικής και συλλογικής διαβίωσης.
Η πολύχρονη πορεία ζωής όλων αυτών των ανθρώπων και ομάδων έχει αποδείξει ότι υπάρχουν υγιή και δυναμικά κοινωνικά κύτταρα, οι δράσεις των οποίων επιθυμούν να συναντηθούν και να συντονιστούν, έτσι ώστε να εκφραστεί η κοινή πολιτική τους φιλοσοφία, σε μια προοπτική μετασχηματισμού που ανοίγει το δρόμο για μια κοινωνία που θα στηριχθεί:

  • στο αποαναπτυξιακό μοντέλο της οικονομίας των αναγκών, της επάρκειας και του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στη βάση της αφθονίας των υλικών και άυλων Κοινών,
  • στην κοινοτική οργάνωση με βάση την προσωπική και συλλογικήαυτονομία,
  • σε αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς και στη θέσμιση της άμεσης δημοκρατίας με τη μορφή του ομοσπονδιακού Κοινοτισμού.

Πρόκειται για τη διάδοση της παραπάνω θέσης μας, που διευρύνεται και διασυνδέεται εδώ και τώρα. Και εν μέρει, λόγω της επιρρεπούς στην κρίση φύσης του σημερινού κοινωνικού συστήματος, είναι δυνατόν να γίνει πράξη και λογική της πλειοψηφίας.
Στα σημερινά εγχειρήματα του πολύμορφου αυτού κινήματος και στις δραστηριότητές του, εμπεριέχονται οι δυνατότητες μιας κοινωνίας σε μετακαπιταλιστική μετάβαση. Στοιχεία της έχουν ήδη δημιουργηθεί, εάν και ακόμα ξετυλίγονται και δεν είναι πλήρη. Τέτοια στοιχεία είναι αυτά της άμεσης δημοκρατίας στα πλαίσια της λειτουργίας των εγχειρημάτων, της οικολογίας με τη μορφή του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στις οικονομικές δραστηριότητές τους, της οικονομίας των αναγκών στις πρακτικές της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας που υλοποιούν. Της ισότητας των αμοιβών και των αυτοκαθοριζόμενων συνθηκών εργασίας από τα μέλη τους, της ισότητας των φύλων και των μειονοτήτων στη συμμετοχή και στη λήψη των αποφάσεων κ.λπ.
Ταυτόχρονα αυτά τα εγχειρήματα είναι πάντα εκτεθειμένα στον κίνδυνο να εκληφθούν ως ιδιοτελείς προσπάθειες για βελτίωση των συνθηκών ζωής μόνο των μελών τους και όχι και των κοινοτήτων γύρω τους. Αμυντικές μάχες, συγκρούσεις και διαπραγματεύσεις για οικειοποίηση κοινών πόρων απαιτούνται για όσο διάστημα το ιεραρχικό εθνικό κράτος και η καπιταλιστική αγορά με τίς αντίστοιχες λογικές τους κυριαρχούν. Αυτές οι μάχες θα γίνονται πιο επιτυχείς, αν δίνονται στο πλαίσιο ενός ισχυρού, κοινού και πάνω από όλα χειραφετικού κοινωνικού κινήματος.
Το συγκεκριμένο μετα-καπιταλιστικό όραμα είναι ένας κόσμος που δεν είναι ιεραρχικός, αλλά συνδεδεμένος με δίκτυα λειτουργικά όλων των επιπέδων και δεσμών, είναι αυτο-οργανωμένος και οι βασικές προσωπικές ανάγκες όλων των πολιτών μπορούν να ικανοποιηθούν μέσω της αφθονίας των συλλογικών αγαθών (Commons). Αυτός ο κόσμος θα χαρακτηρίζεται εξάλλου από αυτοκαθοριζόμενες και γεμάτες ευθύνη σχέσεις δραστηριοτήτων και εργασίας, οι οποίες θα φέρνουν χαρά και νόημα, χωρίς υπερβολική εκμετάλλευση πόρων ή καταστροφή οικοσυστημάτων.
Το κίνημα των κοινοτήτων εμπιστεύεται το ανθρώπινο δυναμικό και μεταφράζει την έννοια της βιωσιμότητας στη γλώσσα των ανθρώπινων αναγκών: Υπάρχει μια βασική ανάγκη, η διατήρηση του πλανήτη, η οποία μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο εάν οργανώσουμε την ικανοποίηση, τόσο των ατομικών όσο και των συλλογικών αναγκών, σε αρμονία με τα όρια που βάζουν οι δυνατότητες των οικοσυστημάτων της γης. Η κοινή χρήση είναι ένας συγκεκριμένος τρόπος αντιμετώπισης της ανθρώπινης και μη ανθρώπινης φύσης, ο οποίος δεν βασίζεται στους καταναγκασμούς του αφηγήματος της «ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων», αλλά αναγνωρίζει ότι εμείς οι άνθρωποι είμαστε ένα (ανα)παραγόμενο στοιχείο του πλανήτη γη. Τα Κοινά (Commons) βέβαια ενδέχεται να μην επιλύσουν μακροπρόθεσμα όλα τα προβλήματα του κόσμου. Αλλά ζούμε το τέλος του καπιταλιστικού κόσμου, στο οποίο δυστοπικό τέλος, οι αντιθέσεις μάλλον τείνουν να επιδεινώνονται και οι συγκρούσεις γίνονται όλο και πιο βάναυσες. Για αυτό είναι ιδιαίτερης σημασίας η δημιουργία θετικών προοπτικών, η διατύπωση και - περισσότερο από οτιδήποτε - η πρακτική ενός αλληλέγγυου οράματος.
Για το μέλλον, φαίνεται επιθυμητό και απαραίτητο να βρεθεί κοινά αποφασισμένη και συντονισμένη κατεύθυνση για την προοπτική του κινήματος. Ο όρος σύγκλισηταιριάζει σε τέτοιες διαδικασίες σχηματισμού συμμαχιών και περιλαμβάνει επίσης πολλά άλλα ρεύματα που κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Ταυτόχρονα, πρέπει επίσης να εντατικοποιηθούν οι συζητήσεις γύρω από το περιεχόμενο, ώστε να αναλυθούν παραπέρα και τα στρατηγικά ζητήματα, αλλά και να συζητηθούν ανοιχτά τα αμφιλεγόμενα ζητήματα. Μόνο έτσι μπορεί να αποφευχθεί η σημερινή πραγματικότητα, όπου τα διαφορετικά ρεύματα δεν είναι συνδεδεμένα και δρουν παράλληλα και απομονωμένα. Θα χρειασθεί να ληφθεί μέριμνα ώστε να προέλθει μια διασύνδεση που θα χαρακτηρίζεται βέβαια από ποικιλομορφία και όχι οπωσδήποτε από ταύτιση.
Θα χρειασθεί επίσης να γίνει κοινά αποδεκτός ένας όρος που θα μπορέσει να αποτελέσει την κοινή στέγη, τον κοινό στόχο και να περιλαμβάνει τον κοινό ορίζοντα κατανόησης των διαφορετικών ρευμάτων, που δεν μπορεί να είναι άλλος από το ξεπέρασμα του καπιταλισμού.
Γενικότερα, ήρθε ο καιρός, που τα όποια-σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο- σημερινά κοινωνικά κινήματα θα χρειασθεί, στηριζόμενα στη αναβίωση του πνεύματος του κοινοτισμού στις σύγχρονες σημερινές συνθήκες και συνδεόμενα μεταξύ τους, να μετατραπούν σε ενιαίο πολιτικό κίνημα μετάβασης για την μετακαπιταλιστική κοινωνία.
Ειδικά για τη χώρα, που βρίσκεται σε συνθήκες οικονομικού πολέμου και έχει μετατραπεί σε αποικία χρέους, το πολύμορφο αυτό κίνημα θα χρειασθεί να διαμορφώσει ένα ελκυστικό πρόγραμμα διεκδίκησης της «εδώ και τώρα» αλλαγής πορείας, δημιουργώντας ταυτόχρονα τα στοιχεία και τις κοινωνικές δομές του νέου κόσμου που οραματίζεται, αφήνοντας πίσω τον καπιταλιστικό κόσμο που μας οδηγεί στην κοινωνική και οικολογική κατάρρευση.
Η μελλοντική επιδίωξη της κοινωνικής χειραφέτησης και της ένταξης των ανθρώπινων κοινοτήτων –πέρα από σύνορα-με ισορροπία στα πλαίσια ενός πεπερασμένου πλανητικού οικοσυστήματος, θα μπορέσει να υλοποιηθεί μόνο από μια σύγκλιση, στη δράση και στη σκέψη, των παραπάνω κοινωνικοπολιτικών ρευμάτων, και στο επίπεδο της καθημερινής ζωής, και στο επίπεδο της κοινωνικής και πολιτικής θέσμισης. Και καταρχήν στην διαπαιδαγώγηση –μέσα από την συμμετοχή-του απαραίτητου ανθρωπολογικού τύπου -σε κρίσιμο αριθμό- που θα βάλει όλη την κοινωνία σε περίοδο κοινωνικοοικολογικού μετασχηματισμού. Ξεκινώντας βασικά από κάθε τοπική κοινωνία.

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2018

Η εμπειρία από την μέχρι τώρα κλιματική αλλαγή και το κίνημα "αλλάξτε το σύστημα και όχι το κλίμα"


Ο στόχος που συμφωνήθηκε στο Παρίσι, δηλαδή να περιορισθεί η υπερθέρμανση του πλανήτη σε 1,5 βαθμούς Κελσίου σε σχέση με την προ-βιομηχανική περίοδο, παρέχει το κριτήριο αξιολόγησης για την αποτελεσματικότητα των μέτρων μείωσης των εκπομπών, με εμπειρικό τρόπο. Στην τελευταία έκθεσή της, η επιτροπή IPCC του ΟΗΕ αναφέρει ένα υπόλοιπο 270 δισεκατομμυρίων τόνων άνθρακα (C) ή ισοδύναμων 991 δισεκατομμυρίων τόνων CO2 που μπορεί, στην καλύτερη περίπτωση, να απορροφήσει η ατμόσφαιρα στην περίοδο 2013-2100, αν ο στόχος του 1, 5 ° τηρηθεί. Με βάση αυτό, μπορεί εύκολα να καθορισθούν οι ετήσιες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου που αντιστοιχούν σε κάθε άτομο: Στα τέσσερα χρόνια μετά την αναφορά αυτή (2013-2016) οι εκπομπές ήταν στα 160 δισεκατομμύρια τόνους CO2, που αν αφαιρεθούν από τους 991 που ήταν ο προϋπολογισμός του 2013, μένουν 831 δισεκατομμύρια τόνοι CO2 που μπορούμε να εκπέμψουμε συνολικά από το 2017 έως το τέλος αιώνα. Διαιρεμένο με τα 83 χρόνια που μένουν, έχουμε ως αποτέλεσμα έναν ετήσιο προϋπολογισμό 10 δισεκατομμυρίων τόνων CO2. Με έναν αναμενόμενο, για το υπόλοιπο του αιώνα, παγκόσμιο πληθυσμό 9 δισεκατομμυρίων ανθρώπων, αυτό οδηγεί σε ένα ετήσιο ποσό εκπομπής ενός περίπου τόνου CO2 ανά άτομο.
Ας δούμε τι συμβαίνει π.χ. με τη Γερμανία, που δηλώνει πρώτη ότι θα πάρει τα απαιτούμενα μέτρα για τη μείωση των εκπομπών της και η Μέρκελ μετά το 2009 -όπου στη συνάντηση της Κοπεγχάγης ο Ομπάμα αποποιήθηκε τη δυνατότητα των ΗΠΑ να λάβει δραστικά μέτρα- διεκδίκησε τον ρόλο της ηγέτιδας δύναμης για την προστασία του κλίματος. Ο προϋπολογισμός για όλους τους ανθρώπους στη Γερμανία των 83 εκατομμυρίων κατοίκων είναι 83 εκατομ. τόνοι, που είναι ένα φυσικό όριο το οποίο δεν πρέπει να υπερβαίνουν οι ετήσιες γερμανικές εκπομπές. Αλλά το 2015 η Γερμανία υπερέβη αυτόν τον προϋπολογισμό κατά δέκα φορές τουλάχιστον, αφού είχε εκπομπές 908 εκατομμυρίων τόνων CO2. Και σε αυτές δεν περιλαμβάνονται οι «ενσωματωμένες εκπομπές» που εμπίπτουν στατιστικά σε διαφορετικές περιοχές του κόσμου για τα αμέτρητα καταναλωτικά αγαθά τα οποία, αν και παράγονται εκεί, στη συνέχεια καταναλώνονται αποκλειστικά από τους ανθρώπους στη Γερμανία. Το όριο εκπομπών των 749 εκατομμυρίων τόνων που ορίζει η ομοσπονδιακή κυβέρνηση της Γερμανίας για το 2020, θα υπερβεί κατά 9 φορές τον πραγματικό εθνικό της προϋπολογισμό. Με αυτό το στόχο, ο γερμανικός προϋπολογισμός του αιώνα θα δαπανηθεί σε λιγότερο από δέκα χρόνια. Με αυτή την έννοια τίποτα δεν μπορεί να δικαιολογήσει τον επιδιωκόμενο από τη Γερμανία ποσό εκπομπών των 62,5 έως 250 εκατομμυρίων τόνων CO2, για το 2050 – ένας στόχος με ανακρίβεια 400% .
Τα εμπειρικά ευρήματα δείχνουν την αδικία αυτού του σκόπιμου σχεδιασμού: το κλίμα  δεν έχει αποσταθεροποιηθεί εντελώς μέχρι σήμερα, μόνο και μόνο επειδή άλλοι άνθρωποι σε άλλα μέρη της γης εκπέμπουν πολύ λιγότερο από ό, τι δικαιούνται, σύμφωνα με τον παραπάνω προϋπολογισμό. Ζουν στην Αφρική, την Ασία, την Κεντρική και τη Νότια Αμερική και έχουν επωφεληθεί μόνο περιθωριακά από την ορυκτή ενέργεια. Και είναι ακριβώς αυτοί οι άνθρωποι που ζουν στις περιοχές που αντιμετωπίζουν σήμερα τους μεγαλύτερους κινδύνους από την αλλαγή του κλίματος μέσω των ολοένα συχνότερων και μεγαλύτερων τυφώνων, των πλημμυρών και της ξηρασίας. Οι άνθρωποι στα νησιωτικά κράτη του Ειρηνικού π.χ. πρέπει να φοβούνται ότι θα χάσουν ολόκληρα τα νησιά τους στη θάλασσα.
Οι μη ρεαλιστικοί στόχοι που επέλεξε η σημερινή γενιά ενηλίκων είναι όμως  και μια επιβολή για τις επόμενες γενιές: όσο περισσότερο ξοδεύεται σήμερα ο προϋπολογισμός, τόσο λιγότερα θα μείνουν για τα παιδιά και τα εγγόνια που έχουν γεννηθεί σήμερα και που χρειάζονται επειγόντως πρόσθετους πόρους για να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Οι σημερινές γενιές δανείζονται σήμερα υπέρμετρους πόρους από τις επόμενες και τους κληρονομούν μεγάλα οικολογικά χρέη.
Το πάρτυ τέλειωσε!
Μελετώντας τα στοιχεία για τη Γερμανία(γιατί για τη χώρα μας στην ουσία δεν υπάρχουν): μεταξύ του 2012 και 2015, η Γερμανία μείωσε τις εκπομπές κατά 3% (από 926 εκατομμύρια τόνους σε 908 εκατομμύρια τόνους). Για να επιτευχθεί μέχρι το 2020 ο-κατά 9 φορές υψηλότερος-καθορισμένος στόχος των 749 εκατομμυρίων τόνων που αναφέραμε πιο πάνω, απαιτείται μείωση των εκπομπών κατά 17% των εκπομπών του 2015. Για το πόσο βαθιά θα επηρεάσει αυτή η απαιτούμενη μείωση το οικονομικό σύστημα, μπορεί κανείς να το καταλάβει από την εφάπαξ μείωση των εκπομπών κατά 7% από το 2008 έως το 2009, κατά τη διάρκεια της πιο σοβαρής οικονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσης από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτή η βραχυπρόθεσμη επίδραση αποδεικνύει τη θανατηφόρα σχέση εξάρτησης μεταξύ των κοινωνικών συστημάτων, της καπιταλιστικής οικονομίας της αγοράς και της χρήσης ενέργειας και πόρων.
Μείωση στο ένα δέκατο[1], αυτό είναι το πρωτοφανές καθήκον της εποχής μας, στον «αναπτυγμένο» κόσμο. Οι καταναλωτικές κοινωνίες του παγκόσμιου Βορρά-Δύσης βρίσκονται μπροστά στην ανάγκη για μια βαθιά πολιτιστική αλλαγή. Για να είναι αυτή εποικοδομητική (γιατί ένα τελευταίο ξέσπασμα βίας και πόλεμος θα καταναλώσει τον πλανήτη γρήγορα και οριστικά), χρειάζεται δικαιοσύνη. Αλλά η νομολογία και η έρευνα αντί να εισαγάγουν το Δίκαιο ως εργαλείο ειρηνικής και φωτισμένης αλλαγής στις διαπραγματεύσεις και την οικουμενική πολιτική συζήτηση, κρύβονται πίσω από τα εναλλακτικά δεδομένα των επίσημων πλάνων προστασίας του κλίματος και των αναποτελεσματικών συστημάτων εμπορίας εκπομπών, πράγμα που συνιστά αφέλεια, αν όχι κάτι άλλο.
Η σημερινή νομολογία δεν κάνει το απαραίτητο παραπέρα βήμα και αγνοεί την εμπειρική σχέση μεταξύ των καταναγκασμών της καπιταλιστικής ανάπτυξης και των οικοσυστημάτων που καταρρέουν ανεπανόρθωτα. Είναι αδιανόητο ότι οι άνθρωποι συνεχίζουν να σπαταλούν τους σπάνιους πόρους με την υπερπαραγωγή αυγών και τόνων φθηνού κρέατος ή να επιτρέπεται να τους «καίνε» σε ταξίδια του Σαββατοκύριακου με αεροπλάνο, επειδή «αξίζει» και "πληρώνουν". Μια μόνο υπερατλαντική πτήση αρκεί για την υπέρβαση του ετήσιου προϋπολογισμού CO2 του ταξιδιώτη και οι αεροπορικές εταιρείες εξακολουθούν να μην πληρώνουν μέχρι σήμερα ούτε ένα σεντς φόρου πετρελαιοειδών για τα καύσιμα των αεροσκαφών τους. Η λογική μιας παγκόσμιας οικονομίας στην οποία λίγοι άνθρωποι έχουν τα πάντα και 2 δισεκατομμύρια δεν έχουν τίποτα, δεν μπορεί να σταθεί με τίποτα. Αυτό το πάρτι έχει ήδη τελειώσει, έτσι και αλλιώς.
Υπάρχει κάποια αλλαγή σε εξέλιξη
Όταν το 2004, ο βρετανός ερευνητής Rob Hopkins ίδρυσε το δίκτυο των πόλεων σε μετάβαση(Transition-Town Net ), ήταν ήδη γνωστό ότι η καύση των εντοπισμένων κοιτασμάτων άνθρακα, πετρελαίου και αερίου θα προκαλούσε αύξηση θερμοκρασίας από 6 έως 8 ° Κελσίου έως το έτος 2100. Με τη βοήθεια των τοπικών νομισμάτων, ο Χόπκινς θέλει να επιτύχει τη μαζική επανατοπικοποίηση μιας παραγωγής βασισμένης στην επιστροφή στα βασικά αναγκαία αγαθά. Αντί για βιομηχανικά γεωργικά προϊόντα των οποίων οι τιμές διαπραγματεύονται στα χρηματιστήρια σε όλο τον κόσμο και με αυτόν τον τρόπο έχουμε κερδοσκοπία σε βάρος των φτωχότερων αγροτών, οι περιφερειακές γεωργικές δομές πρέπει να επιτρέπουν και να επιδιώκουν την οικολογική και κοινωνικά δίκαιη παραγωγή από ελεύθερους αγρότες-ισες. Από το 2005, οι πόλεις Kinsale στην Ιρλανδία και Totnes στην Αγγλία εφαρμόζουν αυτό το πλάνο με τους κατοίκους τους.
Οι άνθρωποι εδώ επιθυμούν να συμμετάσχουν στη διαδικασία απεξάρτησης από τα καύσιμα. Σε μόλις ένα χρόνο, αναπτύχθηκαν π.χ. στο  Totnes ένα τοπικό νόμισμα, αστικοί κήποι, ανταλλακτικά δίκτυα και η συμμετοχή των πολιτών σε έναν δημοκρατικό διάλογο.
Και στη Γερμανία οι άνθρωποι γίνονται δημιουργικοί για να ξεφύγουν από τους καταναγκασμούς του κέρδους και της ανάπτυξης και να ρυθμίσουν εκ νέου και με καλύτερη ποιότητα την καθημερινότητά τους. Για περισσότερα από 25 χρόνια, γίνεται πράξη ο συνδυασμός του κλασικού εταιρικού δικαίου με αυτό των συλλόγων κοινού σκοπού, όπως είναι η πανσπερμία των συλλόγων που ασχολούνται με τον ενεργειακό εφοδιασμό από Ήπιες Μορφές Ενέργειας,  πράγμα που επιτρέπει την αυτοδιαχείριση των συνθηκών ζωής και τη μακροχρόνια απεξάρτηση από την ιδιοκτησία.
Οι συνεταιριστικές ενώσεις ειδικά στη γεωργία, είχαν μια παράδοση στην Ευρώπη και πριν τη κρίση. Την συνεχίζουν εντονότερα και κατά τη διάρκειά της. Αναπτύσσεται τα τελευταία χρόνια ένα μοντέλο της λεγόμενης Κοινοτικά Υποστηριζόμενης Γεωργίας (ΚΥΓΕΩ), στο οποίο τα μέλη μπορούν να επισκέπτονται συμμετέχοντα αγροκτήματα και μαζί με τους αγρότες, υπολογίζουν τα έξοδα (μισθούς, υλικές δαπάνες, ζωοτροφές κ.λπ.) που απαιτούνται για την διαχείρισή τους κατά το επόμενο έτος. Αυτά τα έξοδα στη συνέχεια, μετατρέπονται ως μηνιαίες συνεισφορές για όλα τα μέλη, τα οποία βέβαια λαμβάνουν ως αντάλλαγμα για τις συνεταιριστικές μετοχές τους, εβδομαδιαίες μερίδες λαχανικών, γάλακτος και κρέατος. Διανέμονται δηλαδή πάντα μόνο αυτά που υπάρχουν κάθε φορά στα αγροκτήματα-μέλη. Το μοντέλο αποτελεί παράδειγμα γεωργίας που χαρακτηρίζεται από την ποιότητα, τη διαφάνεια, την αυτοδιαχείριση και κυρίως από τη μικρή αποδεκτή κλίμακα και την εγγύτητα των αποστάσεων.
Στην Ελλάδα της κρίσης και των «μνημονίων» έχει επιστρέψει σε ένα βαθμό το κοινοτικό πνεύμα. Καθόλα αυτά τα χρόνια έχει λάβει χώρα στην νεοελληνική κοινωνία μία  διαδικασία, με κεντρικό άξονα την επανανοηματοδότηση του αξιακού μας συστήματος και των πολιτικών μας προταγμάτων. Μεμονωμένα άτομα αλλά και ομάδες, συλλογικότητες και κινήματα έχουν αναπτυχθεί παντού, έχουν αφήσει πίσω τους το «αναπτυξιακό» μοντέλο που προωθεί τον καταναλωτικό τρόπο ζωής και έχουν υιοθετήσει άλλες φιλοσοφίες και άλλους τρόπους προσωπικής και συλλογικής διαβίωσης. Υπάρχουν κινήματα υπεράσπισης των κοινών αγαθών, αντίστασης στην εκποίηση των φυσικών πόρων και στις κατά τόπους καταστροφές που προκαλεί ή απειλεί να προκαλέσει η ανάπτυξη των πολυεθνικών και του γιγαντισμού στους τομείς των εξορύξεων, της ενέργειας, του τουρισμού κ.α. Υπάρχουν επίσης συλλογικότητες κοινωνικής αλληλεγγύης και συνεργατικών εγχειρημάτων αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας στους τομείς του εμπορίου και της πρωτογενούς παραγωγής.
 Η πολύχρονη πορεία ζωής όλων αυτών των ανθρώπων, ομάδων και συλλογικοτήτων έχει αποδείξει ότι υπάρχουν υγιή και δυναμικά κοινωνικά κύτταρα, οι δράσεις των οποίων επιθυμούν να συναντηθούν και να συντονιστούν, έτσι ώστε να εκφραστεί η κοινή πολιτική τους φιλοσοφία, σε μια προοπτική μετασχηματισμού που ανοίγει το δρόμο για μια κοινωνία που θα στηριχθεί:
•             στο αποαναπτυξιακό μοντέλο της οικονομίας των αναγκών, της επάρκειας και του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στη βάση της αντίληψης της λιτής αφθονίας,
•             στην κοινοτική οργάνωση με βάση την προσωπική και συλλογική αυτονομία,
•             σε αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς και στη θέσμιση της άμεσης δημοκρατίας με τη μορφή του ομοσπονδιακού Κοινοτισμού.

Υπάρχουν λοιπόν στοιχεία που δείχνουν ότι επανεξετάζουμε και ξανασκεφτόμαστε την ανθρώπινη συνύπαρξη, την οικονομία, τη δομή των πόλεων και των κοινοτήτων κλπ., όταν δεν καθορίζουν τη ζωή μας και δεν έχουν και τόση σημασία οι καταναγκασμοί του κέρδους και της «ανάπτυξης». Το ερώτημα "τι έχει νόημα;" στη ζωή μας, μπορεί να αποκτήσει κεντρική σημασία τα επόμενα χρόνια για το κίνημα προστασίας του κλίματος που έχει βάλει στόχο "να αλλάξει το σύστημα και όχι το κλίμα".
Σε αυτό, υπάρχουν πολλά που έχουν να κάνουν οι νομικοί, για παράδειγμα. Μπορούν να επεξεργαστούν διαρθρωτικές προτάσεις για την αποτελεσματική, κανονιστική διόρθωση των αγορών, έτσι ώστε να επιτευχθεί δημιουργία τοπικών αξιών και δίκαιη, βιώσιμη διανομή αγαθών και υπηρεσιών σε όλες τις περιοχές. Προτάσεις για το πώς μπορεί η εργασία να κατανεμηθεί και να οργανωθεί δίκαια, χωρίς να βαλτώνει σε μια γραφειοκρατική υπηρεσία σχεδιασμού ή να αντικατασταθεί από τα ρομπότ μέσα από την τεχνητή νοημοσύνη και την ψηφιοποίηση-αυτοματοποίηση-ρομποτοποίηση της παραγωγικής και διανεμητικής διαδικασίας. Προτάσεις νομολογίας για υποχρεωτική αναγνώριση των παγκόσμιων ζωνών περατότητας. Για το πώς επιτυγχάνεται η εξισορρόπηση στη διαχείριση των παγκόσμιων ζημιών από την αλλαγή του κλίματος.
Η εισαγωγή μιας οικολογικής μεθόδου ερμηνείας μπορεί να βοηθήσει στη λήψη των αποφάσεων και στις καλύτερες εκτιμήσεις για την βαρύτητα των περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Ποια μορφή μπορούν να πάρουν τα συντάγματα σε κάθε χώρα, μετά το τέλος της ανάπτυξης; Πώς πρέπει να οργανωθεί η Ευρώπη και τα κράτη της, προκειμένου να προωθηθεί η παγκοσμιοποίηση της συνύπαρξης-η νέα οικουμενικότητα δηλαδή- και όχι η παγκοσμιοποίηση των εμπορευμάτων; Είναι ερωτήματα που μπορούν να απαντηθούν στα πλαίσια ενός νέου αξιακού συστήματος που θα υιοθετηθεί από τις κοινωνίες αποανάπτυξης.
Θα είναι ενδιαφέρον όταν οι νομικές επιστημονικές αναλύσεις αναγνωρίσουν την πεπερασμένη φύση των πλανητικών πόρων και την υπερκατανάλωσή τους από τις οικονομίες του παγκόσμιου βορρά και προτείνουν λύσεις σε αυτή τη βάση. Η απομάκρυνση από την ανάπτυξη είναι μια ασύγκριτα μεγάλη παρέμβαση και στο νομικό σύστημα κάθε χώρας. Θα πρέπει να πούμε αντίο στους καπιταλιστικούς νόμους της αγοράς: ανταλλαγή αντί αγοράς, μοίρασμα και δανεισμός αντί ενοικίασης, κατοίκηση αντί κατοχής, δωρεά αντί μάρκετινγκ, περιορισμός αντί επέκτασης, εργασία αντί εκμετάλλευσης, συμφωνία και αποδοχή αντί διαταγής και υπακοής, νόημα και ουσία στην παραγωγή και τη χρήση αντί κατανάλωσης και επιδίωξης κέρδους.
Συνεπώς, εκτός από τους εμπειρογνώμονες στον τομέα της οικονομίας, θα πρέπει με βεβαιότητα να επανεκπαιδευτούν και οι νομικοί επιστήμονες και θα χρειασθεί επίσης να διαμορφωθεί ένα σύστημα δικαστικής δικαιοσύνης που να λειτουργήσει στην προοπτική μιας κοινωνίας αποανάπτυξης.
Οι νομικοί θα πρέπει να βάλουν μπροστά μια συστηματική αναθεώρηση των νόμων και να εξάγουν πρακτικές γνώσεις από την καθημερινή διαχείριση των συγκρούσεων. Οι συγκρούσεις σίγουρα δεν θα λείπουν εάν για παράδειγμα τα αεροπλάνα θα πρέπει να κρατηθούν στο έδαφος, αν οι πόλεις αποκλείσουν τους κινητήρες καύσης από τα κέντρα τους ή εάν οι ιδιοκτήτες σπιτιών δεν θα μπορούν πλέον να έχουν μια άνετη ζωή με εισοδήματα από τις πληρωμές των ενοικιαστών τους.
Ακόμη και μια υπάρχουσα κρατική μηχανή με εκατομμύρια υπαλλήλους στις δημόσιες υπηρεσίες, δεν μπορεί να μετατραπεί σε έναν επιθυμητό ενεργητικό μηχανισμό πρόληψης, βιώσιμου σχεδιασμού και λήψης αποφάσεων, χωρίς το Δίκαιο ως όργανο οργάνωσης και ελέγχου. Αλλά φαντασθείτε τι μπορεί να επιτευχθεί και τι αποτελέσματα μπορούμε να έχουμε, εάν το κίνημα της αποανάπτυξης-άμεσης δημοκρατίας-κοινοτισμού, καταφέρει να περάσει ως βασική αρχή το τέλος της ανάπτυξης, σε μια σειρά δημόσιες δομές, όπως ο αστικός και περιφερειακός προγραμματισμός, οι οικονομικές και πολιτιστικές υπηρεσίες, τα σχολεία και τα πανεπιστήμια. Αν μπορέσουν όλες αυτές οι- αναβαθμισμένες από αυτό το κίνημα –δομές, να διαμορφώσουν εναλλακτικές λύσεις και βιώσιμες πρακτικές  στο πλαίσιο των καθορισμένων αρμοδιοτήτων τους.
Η ανθρωπότητα βρίσκεται σε σημείο καμπής. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε το πεπερασμένο του κόσμου, αλλά εμάς τους ίδιους και την κοινωνία, ναι μπορούμε!



[1] Αν ο μέσος Ευρωπαίος σήμερα εκπέμπει 10 τόνους διοξειδίου το χρόνο, και ο στόχος της αύξησης της υπερθέρμανσης κατά 1,5 βαθμούς απαιτεί εκπομπή ενός μόνο τόνου, τότε απαιτείται μείωση στο 1/10

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2018

Η ψευδαίσθηση της «πράσινης ανάπτυξης» και το στοίχημα της «αποανάπτυξης»


Αέναη ανάπτυξη δεν είναι δυνατή σε ένα πεπερασμένο πλανήτη. Διότι αυτή βασίζεται πάντα στην ανθρώπινη εργασία και την κατανάλωση των περιορισμένων πόρων. Παρά το γεγονός ότι οι τεχνολογικές καινοτομίες, οι  ήπιες πηγές ενέργειας και η μετάβαση σε «κοινωνίες υπηρεσιών» έχουν οδηγήσει σε κάποια σχετική αποσύνδεση της υπερκατανάλωσης των πόρων με την ανάπτυξη, δεν έχει αλλάξει ριζικά τίποτα. Μέχρι τώρα, η «ανάπτυξη» πάει πάντα χέρι-χέρι με την αύξηση της κατανάλωσης των πόρων.
Αυτό ισχύει και για την Apple και τη Google, δύο από τις μεγαλύτερες σε αξία εισηγμένες στα χρηματιστήρια εταιρείες στον κόσμο, που οι συμβατικοί και πράσινοι οικονομολόγοι θεωρούν σαν μη προβληματικές οικολογικά ("Εδώ δεν έχουμε απόβλητα και δε βρωμάει τίποτα»). Ακριβώς σε αυτά τα σκοτεινά σημεία εκείνων που λατρεύουν την ανάπτυξη είναι που στρέφει την προσοχή του το κίνημα της Αποανάπτυξης: διότι δεν ζούμε σε έναν κόσμο, όπου τα iPhone-Chips γίνονται από άμμο των παραλιών του Σαν Φρανσίσκο και επεξεργάζονται στη συνέχεια σε κινητά τηλέφωνα από καλά αμειβόμενους απασχολούμενους. Αντ 'αυτού, το επιχειρηματικό μοντέλο της Apple χρειάζεται σπάνιες γαίες, που η εξόρυξή τους συνοδεύεται από ερήμωση τοπίων και εκτοπισμό ανθρώπων. Οδηγεί στην υπερκατανάλωση ενέργειας των τεχνολογιών της πληροφορίας και της επικοινωνίας (ήδη σχεδόν στο ένα πέμπτο της συνολικής ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας) και βασίζεται σε κακές συνθήκες εργασίας και υπερεκμετάλλευσης των εργαζομένων. Είναι ένα τέλειο παράδειγμα της ψευδαίσθησης μιας «πράσινης, ανεπτυγμένης οικονομίας", η οποία οποιοδήποτε απόβλητο το μετακινεί στις φτωχότερες περιοχές του πλανήτη.
Υπάρχουν όρια στις τεχνικές λύσεις

Η πρόταση της «πράσινης ανάπτυξης» ή της «βιώσιμης ανάπτυξης» θεωρεί ότι μέσω της «πράσινης» τεχνολογίας που θα αναπτύξει το «πράσινο» κεφάλαιο κάνοντας επενδύσεις στον τομέα της, θα επιτευχθεί και η προστασία του κλίματος, που βέβαια είναι το πιο σημαντικό, αλλά όχι και μοναδικό παράδειγμα. Για αυτό θα χρειασθεί να πάρουμε τέτοια άμεσα μέτρα τα επόμενα χρόνια, ώστε να πετύχουμε σε παγκόσμιο επίπεδο μηδενικές εκπομπές σε όλους τους τομείς, συμπεριλαμβανομένης της θέρμανσης κτιρίων, της ενεργειακής χρήσης καυσίμων ή των λιπασμάτων. Ωστόσο, για τις δραστικές συνέπειες που συνδέονται με όλα αυτά δεν γίνεται συζήτηση σχεδόν από κανέναν.
Η προστασία του κλίματος και η οποιαδήποτε «ανάπτυξη» συμβαδίζουν, στο βαθμό που βασίζονται αποκλειστικά σε τεχνικές επιλογές, όπως οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και η ενεργειακή απόδοση για την αντικατάσταση των ορυκτών καυσίμων στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, θερμότητας, κίνησης ή λιπασμάτων. Μπορεί να πουληθεί νέα τεχνολογία και έτσι να επιτευχθεί «ανάπτυξη» για το κεφάλαιο που έχει επενδυθεί στον τομέα. Αλλά μόνο με τη βοήθεια της τεχνολογίας, δεν επιτυγχάνονται οι προαναφερόμενοι στόχοι. Η πρόκληση της κλιματικής αλλαγής είναι απλά πάρα πολύ μεγάλη, για να είναι μόνο θέμα τεχνολογίας!
Εξάλλου, τεχνικά γινόμαστε μεν καλύτεροι, αλλά ταυτόχρονα αυξάνουμε τη χρήση υλικών και ενέργειας, πράγμα που σημαίνει ότι παράγονται όλο και περισσότερες εκπομπές. Επιπλέον, λείπουν και κάποιες αποτελεσματικές τεχνικές λύσεις για ορισμένους τομείς εκπομπών, για παράδειγμα στη γεωργία. Οι προηγούμενες στατιστικές και προβλέψεις βασίζονται επίσης σε ωραιοποιημένους μαζικούς υπολογισμούς. Οι βιομηχανικές χώρες όπως π.χ. η Γερμανία ισχυρίζονται ότι μειώνουν τις εκπομπές, αλλά στην πραγματικότητα ο βιομηχανικός και μεταβιομηχανικός τρόπος ζωής σε αυτές τις χώρες τις αυξάνει. Ο τρόπος ζωής μας μεταφέρει τις εκπομπές απλώς στις αναδυόμενες αγορές των υπο «ανάπτυξη» χωρών, καθώς τα καταναλωτικά μας προϊόντα προέρχονται όλο και περισσότερο από εκεί.
 Εκτός αυτού, όλοι μιλάνε για το κλίμα, αλλά θα πρέπει να αντιμετωπιστούν ταυτόχρονα και άλλα οικολογικά προβλήματα- όπως π.χ. η υποβάθμιση των εδαφών και των οικοσυστημάτων- που θέτουν εξίσου μακροπρόθεσμα σε κίνδυνο την ανθρώπινη ύπαρξη. Η λύση είναι προφανής: να δώσουμε περισσότερο χώρο στη φύση! Η τεχνολογία από μόνη της, είναι ακόμη λιγότερο επαρκής σε αυτές τις περιπτώσεις από ό,τι για την προστασία του κλίματος.
Το κίνημα της Αποανάπτυξης δεν είναι εναντίον των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και της πολιτικής της επάρκειας, αλλά επισημαίνει ότι σε έναν κόσμο με αυξανόμενη οικονομική ανάπτυξη αυτές οι στρατηγικές προσήλωσης στην τεχνολογία δεν αρκούν. Ειδικά όταν θα πρέπει να καταστεί δυνατό ένα παρόμοιο βιοτικό επίπεδο για όλους τους ανθρώπους, χωρίς να καταστρέψουμε τον πλανήτη.
Δεν υπάρχει βιωσιμότητα χωρίς αλλαγή του τρόπου ζωής
Εκτός από την πράσινη τεχνολογία, η προστασία του περιβάλλοντος απαιτεί επίσης έναν πιο χαλαρό-στηριγμένο στην επάρκεια και όχι στην υπερκατανάλωση- τρόπο ζωής. Έτσι δεν αρκεί π.χ. να οδηγούμε μόνο πιο αποδοτικά και ενεργειακά αναβαθμισμένα αυτοκίνητα. Θα χρειασθεί να περπατήσουμε ξανά, ή να χρησιμοποιήσουμε το ποδήλατο, το λεωφορείο και το τρένο. Ενάντια σε αυτήν την δυσάρεστη αλήθεια, δεν βοηθά κανένα πακέτο ψευδαίσθησης, όπως π.χ. των αναδασώσεων, ώστε τα δένδρα να δεσμεύσουν τις εκπομπές που αποσταθεροποιούν το κλίμα. Το μέγεθος των απαραίτητων για αυτό αναδασώσεων, θα πρέπει να είναι τόσο γιγαντιαίο, που θα είναι αδύνατο να τις κάνουμε.
Επομένως, η στροφή προς μια πιο βιώσιμη κοινωνία δεν λειτουργεί χωρίς έναν νέο τρόπο ζωής. Πρέπει να καταναλώνουμε λιγότερα. Έτσι, ενόσω θα επικρατεί η αγορά, θα πωλούνται επίσης λιγότερα. Για παράδειγμα, σημαντικά λιγότερες πτήσεις μακρινών διακοπών ή αυτοκίνητα. Ο τερματισμός της «αναπτυξιακής» κοινωνίας είναι εφικτός μόνο με ένα καλό ξεκίνημα από τις βιομηχανικές χώρες, οι οποίες υποτίθεται ότι ηγούνται της προστασίας του κλίματος βάσει των συμφωνιών του Παρισιού. Από αυτό δεν μπορούμε να ξεφεύγουμε ούτε με το όραμα ενός καθαρού κόσμου υπηρεσιών, χωρίς κανένα οικολογικό αποτύπωμα, όπως το προτείνουν κάποιοι επιστήμονες ή οραματιστές διανοούμενοι. Γιατί-όπως αναφέραμε πιο πάνω και ένας κόσμος υπηρεσιών, όπως των πτήσεων ή των τεχνολογιών πληροφορικής, καταναλώνει πολλούς πόρους.
Το πρόβλημα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε και είναι βασικό: Μέχρι σήμερα, κεντρικοί κοινωνικοί θεσμοί, όπως η αγορά εργασίας, το συνταξιοδοτικό σύστημα, οι τράπεζες και το σύστημα δημόσιου χρέους, εξαρτώνται από την «ανάπτυξη». Οι εναλλακτικές έννοιες για την απελευθέρωσή τους από τους περιορισμούς της «ανάπτυξης»-όπως π.χ. η ιδέα της μείωσης του ωραρίου εργασίας-  δεν έχουν προχωρήσει μέχρι στιγμής. Υπάρχει έλλειψη ιδεών για τις αναγκαίες ριζικές αλλαγές και για τη δύσκολη μεταβατική φάση στην μετά την «ανάπτυξη εποχή»[1] . Για την μετάβαση δηλαδή στην φάση της «αποανάπτυξης», χωρίς μεγάλες καταστροφές και κοινωνικές αναταραχές, όπως έχουμε βιώσει στις χώρες της Ευρωκρίσης, όπου η «ανάπτυξη» μετατράπηκε σε συρρίκνωση-και όχι σε αποανάπτυξη- μέσα σε πολύ λίγο χρονικό διάστημα.
Πολλοί υποστηρικτές της αποανάπτυξης δεν θεωρούν ως πρόβλημα, τα παραπάνω. Τελικά, η συρρίκνωση θα οδηγήσει σταδιακά σε μια βασισμένη και προσανατολισμένη στην αλληλεγγύη και το κοινό καλό οικονομία- όπως λένε-συμπεριλαμβανομένων των αντίστοιχων πολιτικών πλειοψηφιών. Χωρίς τον καπιταλισμό, οι άνθρωποι θα ήταν πιο ευτυχισμένοι, γιατί τότε ο ανταγωνισμός θα είχε ξεπερασθεί. Ο άνθρωπος είναι κυρίως συνεργατικός ή ακόμα και αλτρουιστής. Είναι ο καπιταλισμός που τον διαμορφώνει ως εγωιστή[2].
Ενώ λοιπόν η «πράσινη» ανάπτυξη είναι ψευδαίσθηση ότι αποτελεί από μόνη της την τελική λύση για τη συνέχιση της ζωής σ αυτόν τον πλάνήτη-γιατί αυτό που θα καταφέρει πραγματικά θα είναι να δώσει μια χρονική «παράταση» στο παιχνίδη της-η «αποανάπτυξη» από την άλλη είναι ένα μεγάλο στοίχημα που θα πρέπει να κερδηθεί από την πλειοψηφία της ανθρωπότητας –από τους «απο κάτω» της-στο επόμενο -όχι και τόσο μεγάλο-χρονικό διάστημα.
Το στοίχημα της «αποανάπτυξης»

Η πολιτιστική επιρροή του καπιταλισμού είναι πολύ σημαντική: Γιατί εκτός από βιολογική, ο άνθρωπος είναι και κοινωνική κατασκευή[3]. Και τα επίκτητα πολιτισμικά χαρακτηριστικά του περνούν και στο DNA του. Υπάρχει λοιπόν και μια βιολογική εξέλιξη που κάνει τον άνθρωπο να έχει μια τάση προς τον εγωισμό.
 Στις δύσκολες καταστάσεις βέβαια, επικρατεί η ανάγκη για συνεργασία, αφού η ανθρώπινη ομάδα και οι συλλογική δράση βοηθά και το άτομο να αντεπεξέλθει καλύτερα σε αυτές[4].    Όταν όμως δεν υπάρχουν δύσκολες και επικίνδυνες συνθήκες, τότε η τάση προς τη συνεργασία είναι περιορισμένη. Και αυτό φαίνεται ιδιαίτερα σήμερα στις καπιταλιστικές κοινωνίες της «αφθονίας» και του καταναλωτισμού σε σχέση με το ζήτημα της αλλαγής του κλίματος, όπου απαιτείται συνεργασία σε παγκόσμιο επίπεδο. Επειδή ακόμα δεν είναι ορατές οι δύσκολες καταστάσεις και οι κλιματικές εξελίξεις, οι οποίες θα συνοδευτούν από οικολογική και κοινωνική κατάρρευση- καταστροφή, επικρατεί το μικροπρόθεσμο συμφέρον και ο εγωιστικός υπολογισμός. Όσον αφορά για παράδειγμα στα άμεσα μέτρα που πρέπει να αποφασισθούν και να εφαρμοστούν. Ιδίως στις «αναπτυγμένες» κοινωνίες. Και αυτό δεν συμβαίνει μόνο με τους τεχνοκράτες ή τους πολιτικούς αυτών των κοινωνιών, αλλά και με τους απλούς πολίτες, που έχουν συνηθίσει στην κακώς εννοούμενη «ευμάρεια».   
Στις «αναπτυγμένες» κοινωνίες συνυπάρχουμε όλοι με τον κόσμο της «ανάπτυξης» μέσω των θέσεων μισθωτής εργασίας, των καταναλωτικών μας επιθυμιών ή των συνταξιοδοτικών μας ταμείων, που επενδύουν σε «αναπτυξιακές» ιδιωτικές ή κρατικές οικονομικές δραστηριότητες για την επίτευξη κερδών. Και ενεργούμε μόνο λογικά. Οι τάσεις μας προς την υπερβολική άνεση, τη συνήθεια, την υποταγή, τις προσδοκίες και την κανονικότητα περιπλέκουν κάθε θεμελιώδη αλλαγή. Όταν μπαίνουμε στο αεροπλάνο το χειμώνα για να περάσουμε κάποιες μέρες με ήλιο και ζέστη στις τροπικές χώρες και νησιά, δεν αισθανόμαστε τίποτα από την κλιματική καταστροφή και τα όρια της «ανάπτυξης». Είναι απαραίτητο να λάβουμε υπόψη μας για κάθε επιδιωκόμενη ουσιαστική αλλαγή, ότι κάποια πράγματα δε μπορούμε να τα αλλάξουμε, είτε ως κοινωνία είτε ως άτομα.
Η βασική δομή των ανθρώπινων συναισθημάτων είναι δύσκολο να αλλάξει, όπως και η κυριαρχούσα (όχι βέβαια και αποκλειστική) κατεύθυνση της ανθρώπινης πράξης και στάσης. Από την άλλη πλευρά, οι αξίες και οι κανόνες της κανονικότητας είναι μεταβλητές συναρτήσεις - και αυτό που μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματικό όφελος είναι επίσης επιδεκτικό σε κοινωνική επίδραση και επιρροή. Σε όλες τις πτυχές της καθημερινότητας των ανθρώπων, εκφράζεται και υπάρχει μια μεγάλη δόση πολιτισμού και κουλτούρας, ακόμη και αν οι ανθρώπινες βασικές δομές αποτελούν μέρος της εξελικτικής ιστορίας. Και αφού υπάρχει έτσι και αλλιώς αυτή η επιρροή, το ερώτημα που μπαίνει είναι:Πως μπορεί να επιτευχθεί μια θετική τέτοια επιρροή;
Πιθανά μέσα από τη δημιουργία συλλογικών συνθηκών καθημερινής ύπαρξης. Στα πλαίσιά τους μπορούμε να αναρωτιόμαστε και να αμφισβητούμε τις κυρίαρχες κανονικότητες. Μπορούμε να αλλάζουμε τις κινητήριες πολιτικές δομές που θα μας οδηγούν και σε αλλαγή του τρόπου σκέψης και του φαντασιακού μας για το τι είναι κανονικότητα. Αυτές οι διεργασίες μπορούν να βάλουν σε κίνηση και αρκετά μεγάλες κοινωνικές αλλαγές στις λεγόμενες «μεγάλες» κοινωνικές σχέσεις. Αλλά ακόμη και στο επίπεδο των «μικρών» καθημερινών διανθρώπινων σχέσεων, μπορούμε να προχωρήσουμε μπροστά, κοιτάζοντας περισσότερο και πιο διεισδυτικά στον περιπλεγμένο συναισθηματικό μας κόσμο που δεν έχει να κάνει μόνο με τα γενικά θέματα βιωσιμότητας και αειφορίας, αλλά, επίσης, και με καθημερινά θέματα όπως π.χ. η επιδίωξη της αλλαγής στη διατροφή μας ή το τρέξιμο στις έξι το πρωί.
Και εδώ ακριβώς οι έννοιες ή οι συνταγές για έναν κόσμο αποανάπτυξης δεν πρέπει να αφορούν μόνο στον νέο ανθρωπολογικό τύπο που θα κατέβει ξαφνικά από τον ουρανό, γιατί έτσι θα παραμείνουν άσχετες ουτοπίες. Θα πρέπει να έχουν σχέση με τον υπάρχοντα τύπο ανθρώπου, που όμως μπορεί να αλλάξει μέσα από τη συμμετοχή στις συλλογικές πολιτικές και κοινωνικές διεργασίες, με την επιστροφή του στο κοινοτικό πνεύμα.  Μόνο έτσι μπορεί να προκύψει η αλλαγή του και η διαμόρφωση του καινούργιου. Η ατομική ωφελιμιστική στάση, οι απόψεις για την κανονικότητα και το αξιακό μας σύστημα μπορούν να εξελιχθούν παραπέρα μέσα από την αλληλεπίδραση των διαφόρων δρώντων προσώπων στις συλλογικές αυτές διεργασίες[5].
Τα με συλλογικό τρόπο δρώντα αυτά πρόσωπα θα διαμορφώσουν και το κοινωνικό πρόγραμμα, που συνδέοντας την αποανάπτυξη-τοπικοποίηση με τον κοινοτισμό και την άμεση δημοκρατία, θα κάνει δυνατή τη μετάβαση των κοινωνιών σε μια νέα οικουμενικότητα, αυτήν της Κοινότητας των Κοινοτήτων



[1] Πραγματικά, η σημερινή κατάσταση προκαλεί σύγχυση: Το οικολογικό αποτύπωμα των ανθρώπων αυξάνεται όλο και περισσότερο παγκοσμίως, αλλά ούτε το "είναι" των ανθρώπων που θα επιδιώξουν τις αναγκαίες μεγάλες αλλαγές είναι σαφώς καθορισμένο, ούτε το τι "πρέπει" να κάνουν, ούτε το ποιες "ικανότητες" χρειάζονται ώστε να υλοποιήσουν αυτές τις αλλαγές. Και το ερώτημα που προκύπτει είναι:  «Αυτή η υπάρχουσα ανθρωπότητα είναι σε θέση να δράσει τώρα, πριν να είναι πολύ αργά;»  Για να απαντηθεί θετικά το ερώτημα, θα έπρεπε τα πολύ μικρά βήματα κάποιων λίγων μέχρι τώρα ανθρώπων, να συνδυαστούν και να ακολουθηθούν από σημαντικές μειοψηφίες-στην αρχή-και στη συνέχεια από

[2]Αλλά αυτό-πέρα από το ότι μπορεί να είναι αληθές- είναι πολύ απλοϊκό. Όπως δείχνουν οι έρευνες για την ευτυχία και τον βαθμό ικανοποίησης, οι έννοιες αυτές είναι σχετικές. Είναι κανείς πραγματικά πιο ευτυχής π.χ. αν συμπράττει ή συμβαδίζει ή κάνει καλή παρέα με άλλους, παρά αν απολαμβάνει μόνος ένα μακρινό ταξίδι στη Μαλαισία. Μια πιο πλήρης συνολικά ζωή μπορεί να κάνει πιο ευτυχισμένο τον άνθρωπο, ειδικά εάν αισθάνεται αποδεκτός από τους γύρω του. Αλλά όταν οι άνθρωποι έχουν περισσότερα-πιθανώς αχρείαστα-στην κατοχή τους, σε σχέση με τους άλλους γύρω τους, αυτό συχνά τους αυξάνει τις προσδοκίες και τις επιθυμίες, καθώς και τα σκαλοπάτια στην κλίμακα της ευτυχίας. Και δεν ονειρεύονται όλοι να καλλιεργούν τη δική τους τροφή σε αγροκτήματα, αντί να πηγαίνουν στο καπιταλιστικό σούπερ μάρκετ.

[3] Όπως το διατυπώνουμε με τον Γιάννη Μπίλλα στο βιβλίο μας «Ο ανθρωπολογικός τύπος της αποανάπτυξης-τοπικοποίησης»(εκδόσεις των συναδέλφων): «Ο καπιταλισμός, πριν φανερώσει τα αδιέξοδά του, κατέστρεψε τον ψυχισμό των ανθρώπων, διαμόρφωσε ένα ανθρωπολογικό τύπο μοναχικό, νευρωτικό, αγχώδη, φοβικό και φοβισμένο, ανταγωνιστικό, επιθετικό, ενεργοβόρο, καριερίστα και αμοραλιστή, κάτοικο του εγώ και όχι του εμείς. Ακόμα και σήμερα ο άνθρωπος αυτός διατηρεί την ψευδαίσθηση της ατομικής διαφυγής,Ο ανθρωπολογικός τύπος της ιδιώτευσης, της απάθειας, της συναλλαγής, της αλλοτρίωσης, είναι μέρος του προβλήματος που έχουμε να επιλύσουμε».

[4] Κατά τη διαδρομή της ανθρώπινης εξέλιξης αυτό υπαγόρευε και η βιολογία του ανθρώπινου είδους, σαν λογικού όντος, που έβλεπε πάντα τα πλεονεκτήματα του «συνυπάρχειν», «συμβιώνειν», «συμπράτειν» και «συναποφασίζειν».

[5]Παραδείγματα τέτοιων συλλογικών διεργασιών αναφέρονται αναλυτικά στο βιβλίο μου για τον «Σύγχρονο Κοινοτισμό»  http://www.topikopoiisi.eu/902rhothetarhoalpha/503