Μετά το 3ο και το συνεχές-με "κόφτη"- Μνημόνιο

Τ

Τι περιμένουμε; Δεν υπάρχουν "σωτήρες"
Οι περισσότεροι νεοέλληνες περίμεναν μετέωροι και άπρακτοι την κυβέρνηση "κοινωνικής σωτηρίας" της αριστεράς με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ για να μας λύσει όλα τα προβλήματα! Να συμφωνήσει με τους "θεσμούς", να εξασφαλίσει χρηματοδότηση, να αποτρέψει τη "λιτότητα" και την "ανθρωπιστική κρίση". Και αυτή η Κυβέρνηση κάθε άλλο παρά έλυσε αυτά τα προβλήματα, έφερε ένα σκληρότερο μνημόνιο, σαν αποτέλεσμα της "σθεναράς διαπραγμάτευσης" με τους πιστωτές. Και για να το εφαρμόσει χωρίς τα "βαρίδια" της, έκανε "φαστ τρακ" εκλογές, για μια νέα "ισχυρή εντολή" από το ζαλισμένο "πόπολο". Πριν προλάβει αυτό να αντιληφθεί ότι οι υποσχέσεις των εκλογών, θα ακολουθήσουν το δρόμο των προηγούμενων που δεν κρατήθηκαν παρά το ότι ο Τσίπρας ήθελε να "πρωτοτυπήσει και να τις κρατήσει".
Και πραγματικά: με το 3ο και διαρκές μνημόνιο, που μας έφερε η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, καταρρέουν και οι τελευταίες ελπίδες του ζαλισμένου "πόπολου".
​Για όσους έχουν αντιληφθεί καθαρά αυτές τις εξελίξεις, δεν μας μένει παρά:
να διαμορφώσουμε «από τα κάτω» ένα απαραίτητο ρεαλιστικό και ελκυστικό πολιτικό πρόγραμμα για το ξεπέρασμα της σημερινής κατάρρευσης και συγχρόνως για τη μετάβαση σε μια μετακαπιταλιστική κοινωνία, που θα στηριχθεί:
-στην οικονομία των βιοτικών αναγκών και στα "κοινά" όσον αφορά στο περιεχόμενο,
-στον συνεργατισμό-συνεταιρισμό όσον αφορά στις σχέσεις παραγωγής,
-στη συλλογική-κοινοτική-δημοτική ιδιοκτησία όσον αφορά στα μέσα παραγωγής,
-στην εγγύτητα, τις μικρές αποστάσεις και την ελεύθερη ενέργεια των ΑΠΕ, όσον αφορά στο μικρότερο δυνατό οικολογικό αποτύπωμα
-Στην άμεση δημοκρατία όσον αφορά στις αποφάσεις και τους πολιτικούς θεσμούς

Δε μας μένει τίποτα άλλο σε αυτή την χώρα, από το να αναζητήσουμε ριζοσπαστικές λύσεις.
Παρακάτω περιγράφουμε τη στρατηγική της Τοπικοποίησης για τη μετάβαση σε μετακαπιταλιστικές κοινωνίες:

Η Στρατηγική της Τοπικοποίησης
1. Το παγκόσμιο πλαίσιο
Η ελληνική κρίση είναι η «εξτρέμ» έκφραση της παγκόσμιας κρίσης, στην οποία βρίσκεται το καπιταλιστικό σύστημα υπό την ηγεσία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου.
Υπάρχει μια χρηματοπιστωτική φούσκα διογκωμένη τουλάχιστον κατά 10 φορές. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να έχουν αυξηθεί υπέρμετρα οι σημερινές χρηματικές περιουσίες της ελίτ του 1% του παγκόσμιου πληθυσμού. Αυτή η ελίτ διακινώντας και δανείζοντας αυτόν τον τεράστιο χρηματικό όγκο μπορεί και ελέγχει την «ευημερία» του υπόλοιπου 99%. Αυτό είναι δυνατόν γιατί έχει εξαρτήσει από αυτό το χρήμα και τις πλειοψηφίες των «από κάτω».

Πραγματικά, η μεγάλη αύξηση της παγκόσμιας κατανάλωσης τα τελευταία 15-20 χρόνια (βασικά μεταξύ 1990-2007) πυροδοτήθηκε και στηρίχθηκε από την μαζική χορήγηση δανείων από τις τράπεζες. Είχαμε παντού αυξανόμενα επίπεδα χρέους. Των νοικοκυριών, των επιχειρήσεων, των κυβερνήσεων.

Με τη μορφή καταναλωτικών χρεών, χρηματοπιστωτικών επενδύσεων, δημοσίων χρεών, εξωτερικών χρεών σε κάθε χώρα. Στο προηγούμενο της κρίσης διάστημα το χαρακτηριστικό ήταν η αύξηση ιδίως των καταναλωτικών χρεών. Χρησιμοποιήθηκαν σαν μηχανισμός, ώστε η κατανάλωση να γίνει ο βασικός μοχλός της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Στην κουλτούρα του «δανείσου και ξόδευε» τα πιο ευάλωτα ήταν τα κοινωνικά στρώματα χαμηλού εισοδήματος, ιδίως της μεσαίας τάξης.
Η «αριστοκρατία» των μεσοστρωμάτων και των μισθωτών εργαζομένων είχαν κατορθώσει να εξασφαλίσουν για τον εαυτό τους σημαντικό μέρος της πίτας και προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να μη βρεθούν στη θέση των «από κάτω».
Οι κυρίαρχες ελίτ και τάξεις κατόρθωναν μέχρι τώρα να έχουν την συναίνεση αυτών των στρωμάτων, υποσχόμενες ότι μπορούν να τους αυξάνουν το μερίδιο της πίτας με το να τις βοηθούν να μεγαλώνουν τη συνολική πίτα μέσω της «ανάπτυξης και της προόδου». Κατορθώνοντας δηλαδή να περάσει στη συνείδηση των «από κάτω» της πυραμίδας, σαν υπέρτατη αξία-σχεδόν σα νέα θρησκεία- την «άνετη» ζωή μέσα από την συνεχή αύξηση της κατανάλωσης.
Αυτό λειτουργούσε, όσο οι λαοί πίστευαν ακόμα σε μια «εικόνα» ενός απέραντου και απεριορίστων δυνατοτήτων πλανήτη, και όσο οι οικονομολόγοι μπορούσαν να υποστηρίζουν ότι η καμπύλη της οικονομίας είναι εκθετικά αυξητική.
Όμως και η αυξημένη κατανάλωση υλικών αγαθών και η αυξημένη παραγωγή τους απαιτούν αυξημένη χρήση υλικών και ενέργειας. Περιβαλλοντικοί παράγοντες, ελλείψεις πόρων, η οικονομική διεύρυνση στην Ν.Α. Ασία (αναδυόμενες χώρες) κ.λπ., μειώνουν τη διάρκεια ζωής των πεπερασμένων αποθεμάτων που έχουν απομείνει.
Ο ανταγωνισμός μεταξύ της εξασφάλισης τροφής και της εξασφάλισης της μετακίνησης (τρόφιμα ή βιοκαύσιμα) συμβάλει π.χ. στην αύξηση των τιμών των τροφίμων.
Η αύξηση των εκπομπών του άνθρακα και η συνακόλουθη κλιματική αλλαγή, η μείωση της βιοποικιλότητας, η αποψίλωση και οι πυρκαγιές των δασών, η μείωση των ιχθυαλιευμάτων, η έλλειψη νερού, η υποβάθμιση των καλλιεργούμενων εδαφών συμβάλλουν στην μείωση της αποδοτικότητας και των οικονομικών δραστηριοτήτων των ανθρώπων και διογκώνουν το πρόβλημα της ικανοποίησης των βιοτικών αναγκών τους.
Το τελικό αποτέλεσμα των αυξημένων οικονομικών δραστηριοτήτων του οποιασδήποτε μορφής κεφαλαίου είναι η κατάρρευση των αποθεμάτων των φυσικών πόρων του πλανήτη. Αλλά και του περιβάλλοντός του, γιατί επίσης έχουν αυξημένη παραγωγή αποβλήτων, όσο και να αυξάνεται ο βαθμός απόδοσης της χρησιμοποιημένης τεχνολογίας.
Δεν είναι βασικά η «ανευθυνότητα» ή η «απληστία» των αγορών -αν και έπαιξε σημαντικό ρόλο- η αιτία της συνεχιζόμενης οικονομικής κρίσης και της κρίσης των δημοσιονομικών χρεών. Η βασικότερη αιτία είναι η ίδια η επιδίωξη της οικονομικής ανάπτυξης και της αντίστοιχης ιδεολογίας της.
Αυτή η ιδεολογία, προς το παρόν οδηγεί σε οικονομική και περιβαλλοντική καταστροφή ολόκληρες χώρες και περιοχές, και στο μέλλον σε κατάρρευση ολόκληρο τον πλανήτη: οι υλικές και οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις της επιδιωκόμενης ανάπτυξης μας οδηγεί εκτός της δημιουργίας οικονομικών χρεών και στη δημιουργίαοικολογικών χρεών.
Η ανικανότητά μας να ρυθμίσουμε τις χρηματοοικονομικές αγορές συνδυάζεται με την ανικανότητά μας να προστατέψουμε τους φυσικούς πόρους και να περιορίσουμε τις οικολογικές καταστροφές.
Τα χρέη που αφήνουμε στα παιδιά μας και τις μελλούμενες γενιές δεν θα είναι μόνο οικονομικά προς τους πιστωτές μας. Θα είναι και οικολογικά προς τον πλανήτη και τα οικοσυστήματα, τα οποία ανήκουν σε όλους και δεν έχουν σύνορα. Και αυτά θα πρέπει να τα ξεπληρώσουν –οι νέες γενιές-αποκαθιστώντας ότι έχουμε καταστρέψει οι παλιότερες. Αν θέλουν φυσικά να επιβιώσουν στο μέλλον.
Με το κυρίαρχο σημερινό μοντέλο υπερκατανάλωσης, μέχρι το 2030 θα χρειαζόμασταν έναν δεύτερο πλανήτη σαν τη γη. Ο καπιταλισμός λοιπόν αντιμετωπίζοντας αυτή την πραγματικότητα, από τη μία εξασφαλίζει για τις ελίτ όλο και μεγαλύτερο κομμάτι της υπάρχουσας πεπερασμένης πίτας καταναλώνοντας τους εναπομείναντες πόρους και από την άλλη-για να συνεχίζει να καλλιεργεί τη ψευδαίσθηση της αύξησης της πίτας-την«φουσκώνει», αφού δε μπορεί να την μεγαλώνει.
Αλλά όσο μεγαλώνουν οι φούσκες τόσο πιο εύκολα «σπάνε» και έτσι δε μπορεί πια να εξασφαλίζει εύκολα τη συναίνεση των μεσαίων τάξεων. Αυτή η συναίνεση εξέλεγε μέχρι τώρα τις κυβερνήσεις των κομμάτων εξουσίας παντού. Με την άρση της έχουμε και αμφισβήτηση του πολιτικού συστήματος της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης και διακυβέρνησης, ιδίως στα κράτη της Ν. Ευρώπης.
2. Όσον αφορά στην Ελλάδα
Η Ελλάδα έγινε ο αδύνατος κρίκος στον παγκόσμιο καπιταλισμό, λόγω της μανίας της πολιτικής και οικονομικής ελίτ, για ανάπτυξη που δεν στηριζόταν στον πρωτογενή- δευτερογενή τομέα (γεωργία, μεταποίηση, καινοτομία κ.λπ.), αλλά στον τριτογενή (κατανάλωση, εμπόριο, τουριστικές υπηρεσίες κ.λπ.) και στις κάθε είδους οικοδόμηση και κατασκευές.
Ο «εκσυγχρονισμός» που υποτίθεται έγινε -χωρίς να υπολογίζεται το οικονομικό και το περιβαλλοντικό κόστος του-στηρίχθηκε σε δάνεια κύρια από το εξωτερικό. Σε αυτό βοήθησε και η είσοδος στην Ευρωζώνη, γιατί αύξησε τη δανειοληπτική πίστη λόγω του κοινού νομίσματος. Όλοι άρχισαν να δανείζονται εύκολα.
Η κυβέρνηση και οι τράπεζες από τις «χρηματοπιστωτικές αγορές», οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά από τις τράπεζες. Το Ευρώ και τα δάνεια βοήθησαν ιδιαίτερα στο να ικανοποιείται η μανία της ελληνικής ελίτ για έργα φαραωνικά ( π.χ. των ολυμπιακών του 2004 ), για γέφυρες λιμάνια, δρόμους, αεροδρόμια και στάδια, αλλά και για τη δημιουργία ενός υπερμεγέθους πελατειακού κράτους στην υπηρεσία της.
Σε όλη τη μεταπoλεμική περίoδo μόvo τo 15% τωv συvoλικώv επεvδύσεωv παγίoυ κεφαλαίoυ στρεφόταv στη μεταπoίηση, εvώ τo 42% τωv ιδιωτικώv επεvδύσεωv στρεφόταv στην οικοδομή και τα 2/3 τωv δημoσίωv στηv υπoδoμή.
Ο τουρισμός αναδείχθηκε στη «μεγάλη βιομηχανία» της χώρας και ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού προσπάθησε να επιβιώσει προσφέροντας υπηρεσίες κατά τη «τουριστική σαιζόν», αφήνοντας κατά μέρος τις άλλες δραστηριότητες και τη γεωργία.
Και αυτή η κατεύθυνση -που υλοποιούταν από ένα πολιτικό προσωπικό κάθε άλλο παρά αξιόλογο-κατέρρευσε στα πλαίσια της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης.
Λόγω της άρσης της «εμπιστοσύνης των πιστωτών», η δομική κατά βάση ελληνική κρίση μετατράπηκε σε κρίση των δημοσιονομικών χρεών. Αυτή έφερε και τις πολιτικές της τρόικας και των «μνημονίων».
Και η σημερινή, αλλά και οι επόμενες κυβερνήσεις των κομμάτων εξουσίας, θα είναι υποχρεωμένες –με τη «βοήθεια» της τρόικα ή των θεσμών της ΕΕ στη συνέχεια-να εφαρμόσουν τέτοιες πολιτικές, ώστε να επιστραφούν με ένα τρόπο τα χρέη στους διεθνείς και ντόπιους πιστωτές.
Εξάλλου η ευρωπαϊκή ελίτ δε μπορεί πια να διατηρεί πολυπληθείς μεσαίες τάξεις και θέλει να τις συρρικνώσει, ξεκινώντας από την Ελλάδα και τη Ν. Ευρώπη. Με τα προγράμματα «σωτηρίας» επιδιώκει τη «φτωχοποίησή» τους. Τελικά όχι μόνο των μεσαίων τάξεων.
Όσον αφορά στην Ελλάδα λοιπόν, που υπήρξε ιδιαίτερα επιρρεπής στο «να καταναλώνει περισσότερο από ό,τι παράγει», το «πρόγραμμα αναπροσαρμογής» οδηγεί στη «φτωχοποίηση» ολόκληρης της ελληνικής κοινωνίας και του περιβάλλοντος της χώρας.
Η ζωή θα γίνει για τους περισσότερους Έλληνες –εκτός της τοπικής ελίτ-σε μεγάλο βαθμό αβίωτη. Είναι γενικά φανερό ότι η πολυπληθής ελληνική μεσαία τάξη περνά σε αυτούς που αποκαλούμε «από κάτω».
Παρόλο το αίσθημα ενοχής, που κυριαρχεί σήμερα στα περισσότερα στρώματα λόγω και της προπαγάνδας του «όλοι μαζί τα φάγαμε», κάποια στιγμή, ιδίως τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα των ανειδίκευτων εργαζομένων και των ανέργων δε θα μπορούν να αποδεχθούν άλλο την εξαθλίωσή τους. Μαζί με κάποια μέχρι τώρα βολεμένα, αλλά «νεόπτωχα» πλέον στρώματα, θα πάψουν να συναινούν στην υπάρχουσα Ε.Ε. Δε θα μπορούν να δεχθούν για τη χώρα τον ρόλο που θα της έχει αναθέσει ο παγκόσμιος καπιταλιστικός καταμερισμός της εργασίας. Σαν χώρας δηλαδή που θα έχει χάσει την αυτάρκεια, θα έχει καταστρέψει το περιβάλλον της και θα έχει γίνει περιοχή φθηνών υπηρεσιών και τουρισμού. Σαν χώρας εξαρτημένης πλήρως από τις εισαγωγές για την ικανοποίηση των βιοτικών αναγκών του πληθυσμού με δημιουργία ελλειμμάτων και άρα ανάγκης για συνέχιση της δανειοδότησης από τους «πιστωτές» και της πληρωμής των δανείων από τα σημερινά και αυριανά «υποζύγια». Για να συνεχίζεται η εξάρτησή της για να συνεχίζεται το «πάρτυ» της ντόπιας και διεθνούς κυρίαρχης τάξης.
Αλλά ταυτόχρονα θα καταλάβουν ότι δε μπορούν να γυρίσουν προς τα πίσω, στο προηγούμενο της κρίσης μοντέλο ανάπτυξης που στηριζόταν στον υπερκαταναλωτικό τρόπο ζωής και στο μεγενθυμένο οικολογικό αποτύπωμα. Θα χρειασθεί, μέσα από την όξυνση της κρίσης, να αντιληφθούμε όλοι ότι είναι ψευδαίσθηση η επιθυμία μας να «ανελιχθούμε» κοινωνικά και να επιδιώξουμε την «ευημερία» μας μέσω της αύξησης του κομματιού της πίτας που μας αναλογεί. Θα χρειασθεί να αντιληφθούμε καθαρά ότι η ευζωία μας δε μπορεί να ταυτισθεί με την ατομική κατανάλωση .
Μπορεί να επιτευχθεί αν επιδιώξουμε την ευζωία μέσω της ανάδειξης άλλων σημαντικών αξιών και προτεραιοτήτων: της αλληλεγγύης, της συνεργασίας, της κοινότητας, της φιλίας, της ελευθερίας, του αυτοκαθορισμού, της κοινωνικής-αλληλέγγυας οικονομίας, της στήριξης στην αφθονία των κοινωνικών-συλλογικών αγαθών μας και στους δίκαια κατανεμημένους περιορισμένους φυσικούς πόρους μας.
Να αντιληφθούμε ότι δε μπορεί να συναινούμε πλέον στον μέχρι τώρα τρόπο ανάπτυξης και διακυβέρνησης που μας οδήγησε εδώ.
Πραγματικά, η απομυθοποίηση του καπιταλισμού και της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, μπορεί να μας πείσει πιο εύκολα πια, ότι η εκχώρηση της αντιπροσώπευσης και η διαμεσολάβηση από τους επαγγελματίες πολιτικούς των κομμάτων, δεν είναι ο καλύτερος τρόπος διακυβέρνησης. Ότι θα πρέπει να αναλάβουμε οι ίδιοι τη διαμόρφωση των συνθηκών της ζωής μας, προχωρώντας σε δομές αυτοοργάνωσης και αυτοκυβέρνησης.
Πριν από όλα να μην αισθανόμαστε φτωχοί επειδή πιθανά δεν έχουμε χρήματα, ούτε άχρηστοι επειδή δεν έχουμε κάποια μισθωτή θέση εργασίας στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις ή στο κράτος. Να μη αισθανόμαστε αδύναμοι, επειδή το κόμμα που ψηφίζαμε δεν μας εκπροσωπεί τελικά και έτσι να αποσυρόμαστε από τα «κοινά».
Αν σταματήσουμε να συμπεριφερόμαστε σαν καταναλωτές πολιτικών και αποφασίσουμε να συμμετάσχουμε στις διεργασίες διαμόρφωσης της πολιτικής, στις προσπάθειες δημιουργίας συλλογικών μορφών εργασίας και παραγωγής για την ικανοποίηση βιοτικών κατ αρχήν αναγκών, θα αντιληφθούμε, ότι ο καλύτερος διαμεσολαβητής είμαστε οι ίδιοι για τον εαυτό μας.
Ένα κίνημα, που θα ξεκινήσει από την «άμυνα», από τα συνθήματα των «πλατειών»: δεν «πληρώνουμε τα χρέη τους», «δε πουλάμε τα κοινωνικά και δημόσια αγαθά μας, ούτε το περιβάλλον μας», «δε χρειαζόμαστε τα λεφτά τους» κ.λπ., θα πρέπει να προχωρήσει επιθετικά στη δημιουργία εναλλακτικών μορφών ατομικής και κοινωνικής ύπαρξης. Να διαμορφώσει και να βάλει σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα από τα κάτω, για τους «από κάτω», που θα δίνει λύσεις στην καθημερινότητά τους,αποτινάζοντας από πάνω τους το καθεστώς της αποικίας χρέους, στο οποίο βρίσκεται η χώρα, αλλά θα αλλάζει και την κυρίαρχη ατομική και κοινωνική συνείδηση του ατομικισμού που έχει διαμορφώσει τονκυρίαρχο σημερινό ανθρωπολογικό τύπο της ελληνικής κοινωνίας, ανεξάρτητα της ταξικής του προέλευσης.
Όσα κόμματα και πολιτικές οργανώσεις θα θέλουν να βοηθήσουν σε αυτό, θα χρειασθεί να ρίξουν το βάρος τους, όχι στις εκλογές, αλλά στην αυτοοργάνωση των πολιτών.
Ένα τέτοιο κίνημα μπορεί να γίνει κάποια στιγμή πλειοψηφικό στην κοινωνία, και να την οδηγήσει σε ένα νέο «κοινωνικό συμβόλαιο» για μετάβαση σε μια μετακαπιταλιστική οργάνωσή της, αν αρνηθεί τη θέση της χώρας στα πλαίσια του παγκοσμιοποιημένου καπιταλιστικού μοντέλου ανάπτυξης και της ευρωζώνης και δε συμμορφωθεί με τα μέτρα που θα προωθήσουν οι επόμενες κυβερνήσεις, για να εξαναγκασθούν να κάνουν στάση πληρωμών τόκων και χρεολυσίων και να στραφούν στη στήριξη των συλλογικών αγαθών και μισθών ικανών να ικανοποιούν τις βιοτικές ανάγκες του πληθυσμού.
Αν διαμορφώσει συνθήκες ενδογενούς και τοπικής παραγωγής και διανομής, ώστε σημαντικές κοινωνικές κατηγορίες να βελτιώσουν τα εισοδήματά τους μέσα από την προώθηση ομάδων παραγωγών, συνεταιρισμών παραγωγών-καταναλωτών για απευθείας διακίνηση τροφίμων και άλλων χρηστικών προϊόντων χωρίς μεσάζοντες, συνεταιριστικών μικρών μαγαζιών, δικτύων διανομής και τοπικών συστημάτων ανταλλαγών με δικό τους νόμισμα κ.λ.π. Αν βοηθήσει να επαναπροσδιορισθούν γενικότερα από την κοινωνία οι βασικές μας ανάγκες και ο τρόπος ικανοποίησή τους-όσο γίνεται λιγότερο μέσω των αγορών και της ατομικής κατανάλωσης- με στήριξη στα συλλογικά αγαθά και με μικρότερο κοινωνικό και οικολογικό αποτύπωμα, επιδιώκοντας την «ευζωία με ατομική εγκράτεια και μέσα από τη συλλογική αφθονία». Επιδιώκοντας περισσότερο την αυτοανάπτυξη-αυτοπραγμάτωσή μας σαν ανθρώπινα όντα μέσα από τη συμμετοχή μας στις δομές αυτοοργάνωσης όλων των επιπέδων (οικονομικών, κοινωνικών, πολιτιστικών, πολιτικών), μέσα από τη κοινωνικοποίηση της εκπαίδευσης και παιδείας και την ενσωμάτωσή της στην κοινωνική ζωή και στην παραγωγική διαδικασία-σε ισορροπία με τη φύση -και κάτω από τον έλεγχο των πολιτών και των άμεσων παραγωγών.
3. Ο ρόλος της Τοπικοποίησης
Η Τοπικοποίηση προτείνεται σαν μια στρατηγική -στα πλαίσια της αποανάπτυξης-για στροφή σε μια αποκεντρωμένη, αυτοδιαχειριζόμενη, οικολογική και αταξική κοινωνία της ισοκατανομής πόρων και εξουσιών.
• Στήριξη όσο γίνεται περισσότερο στους τοπικούς πόρους κάθε περιοχής και όσον αφορά στη Γεωργία στις τοπικές ποικιλίες και ράτσες
• Τοπική ποιοτική παραγωγή για τις ανάγκες κυρίως της αλυσίδας: πολίτης, κοινότητα, δήμος-περιφέρεια και επικράτεια και όχι οπωσδήποτε με κριτήριο το συγκριτικό πλεονέκτημα στη παγκόσμια αγορά
• Δίκτυα Ανταλλαγών-Τοπικά Νομίσματα- Tοπική αγορά των μικρών αποστάσεων
• Μεγαλύτερη δυνατότητα συμμετοχής σε θεσμούς αυτοδιαχείρισης μικρής κλίμακας. Πιο εύκολος ο έλεγχος από την τοπική κοινωνία
Για τη χώρα μας:
Nα αναβιώσουμε το κοινοτικό πνεύμα για να ξεπεράσουμε τη κρίση, αλλά και για να αποχαιρετήσουμε τον καπιταλισμό που μας οδηγεί στη βαρβαρότητα και την οικο-καταστροφή
Θα χρειασθεί να στηριχθούμε στις κοινότητες κάθε είδους- αστικές ή της υπαίθρου, αλλά και επαγγελματικές, κοινωνικής ή συνεργατικής οικονομίας, τις κοινότητες ενδιαφερόντων ή του διαδικτύου(π.χ. κοινότητες «κοινής χρήσης» κατοικιών, αυτοκινήτων κ.λπ) -σαν κύτταρα της νέας κοινωνίας που θα επιδιώξουμε.
Εφαλτήρας για την οικονομία μπορεί να γίνει ο αγροδιατροφικός τομέας, ο τομέας ένδυσης-υπόδησης, ο ενεργειακός τομέας με αιχμή στις ΑΠΕ και ο τομέας του ήπιου οικοτουρισμού για δημιουργία επιπλέον τοπικού εισοδήματος
Εφαλτήρας για τη διαμόρφωση αντίστοιχης πολιτικής οι τοπικές κινήσεις πολιτών που παρεμβαίνοντας στις τοπικές κοινωνίες και συμμετέχοντας στις τοπικές εκλογές θα απαιτήσουν «συμμετοχικούς προϋπολογισμούς» στους δήμους.
4. Ο ρόλος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης
•Τ.Α. θέτει πόρους στη διάθεση συλλογικών δομών εργασίας, με τη μορφή κοινωνικών επιχειρήσεων (συνδυασμός αμειβόμενης εργασίας για ανέργους - εξειδικευμένης από υπαλλήλους του δήμου -εθελοντικής εργασίας από εθελοντές που μαζί με τους υπαλλήλους παίζουν το ρόλο του "εμψυχωτή")
•Δημιουργεί χώρους παραγωγής και αυτοπαραγωγής (π.χ. εργαστηρίων επαναχρησιμοποίησης ηλεκτρικών - ηλεκτρονικών ειδών, επίπλων, ρούχων, κομποστοποίησης -λιπασματοποίησης οργανικών αποβλήτων, δημοτικών λαχανόκηπων, μεταποιητηρίων γεωργικών προϊόντων κ.λπ.)
•Χώρους απασχόλησης παιδιών ,ανταλλαγής ειδών από «δεύτερο χέρι»,γραφείων «συνταξιδιωτών» κ.λπ
•οργάνωση γραφείων-συνεργείων από άνεργους αρχιτέκτονες-οικοδόμους για κατασκευή-μετατροπή κτιρίων σε βιοκλιματικά, συνεργείων για τη δημιουργία «πράσινων στεγών» και «ηλιακών στεγών»
•Ειδική περίπτωση: αυτοδιαχειριζόμενα συνεργεία και όχι ιδιώτες εργολάβοι να αναλαμβάνουν συγκεκριμένες εργασίες του δήμου
5. Ο ρόλος του κοινοτισμού
Ο ρόλος του κοινοτισμού για το ξεπέρασμα της σημερινής κρίσης (αλλά και για το πέρασμα σε μετακαπιταλιστική κοινωνία) θα είναι πολύ σημαντικός:
• Να αναβιώσουμε και σήμερα το κοινοτικό πνεύμα για να ξεπεράσουμε τη κρίση, αλλά και για να αποχαιρετήσουμε τον καπιταλισμό που μας οδηγεί στη βαρβαρότητα και την οικο-καταστροφή
• Να στηριχθούμε στις κοινότητες σαν κύτταρα της νέας κοινωνίας που θα επιδιώξουμε.
• Όχι μόνο στις χωρικές-αστικές ή της υπαίθρου-αλλά και στις επαγγελματικές, τα εγχειρήματα της κοινωνικής-συνεργατικής οικονομίας ή τις κοινότητες ενδιαφερόντων ή του διαδικτύου (π.χ. κοινότητες «κοινής χρήσης» κατοικιών, αυτοκινήτων κ.λπ)
Σήμερα υπάρχουν ήδη πάνω από 2600 εγχειρήματα κοινοτικού χαρακτήρα στη χώρα, που δεν περιμένουν την επανάσταση ή κάποια «κυβέρνηση κοινωνικής σωτηρίας» για να δώσει λύση. Εμφορούνται από την αντίληψη ότι μπορούν να δημιουργήσουν από τώρα στοιχεία «του κόσμου που θέλουν, μέσα στον κόσμο που θέλουν να ανατρέψουν και να αφήσουν πίσω τους».
Η δική μας συνολική πρόταση:
Να διαμορφωθεί «από τα κάτω» και από τους έλληνες «από κάτω» ένα απαραίτητο ρεαλιστικό και ελκυστικό πρόγραμμα για το ξεπέρασμα της κρίσης και συγχρόνως για τη μετάβαση σε μια μετακαπιταλιστική κοινωνία, σε μια κοινωνία δημοκρατικής αυτονομίας που θα στηριχθεί:
• στην οικονομία των βιοτικών αναγκών όσον αφορά στο περιεχόμενο,
• στον συνεργατισμό-συνεταιρισμό όσον αφορά στις σχέσεις παραγωγής,
• στη συλλογική-κοινοτική-δημοτική ιδιοκτησία όσον αφορά στα μέσα παραγωγής,
• στην εγγύτητα και τις μικρές αποστάσεις όσον αφορά στο μικρότερο δυνατό οικολογικό αποτύπωμα,
• στην άμεση δημοκρατία των συνελεύσεων και των ανακλητών εκπροσώπων, όσο αφορά στις διαδικασίες αποφάσεων, πολιτικής θέσμισης και διακυβέρνησης
6. Ο Συνομοσπονδισμός
Εφαλτήρας για τη διαμόρφωση της κοινοτικής πολιτικής θέσμισης οι τοπικές κινήσεις πολιτών για τη δημοκρατική αυτονομία –με τη μορφή της δημοκρατίας εν δράσει και κοινή ονομασία π.χ. Κίνηση για τη "Δημοκρατική Αυτονομία"-που παρεμβαίνοντας στις τοπικές κοινωνίες στη βάση των προβλημάτων της καθημερινότητας και δημιουργώντας θεσμούς άμεσης δημοκρατίας σε όλα τα επίπεδα- θα μπορέσουν-συνδεόμενες και μεταξύ τους- να διαμορφώσουν ένα πρόγραμμα μετάβασης σε ένα σύστημα αποκεντρωμένης δημοκρατικής αυτονομίας και κοινοτισμού, σε μια κοινωνία ελευθερίας, ειρήνης, κοινωνικής και φυλετικής ισότητας, δικαιοσύνης και οικολογικής ισορροπίας.
Αυτές οι Κινήσεις θα απαιτήσουν από τους υπάρχοντες δήμους«συμμετοχικούς προϋπολογισμούς και προγραμματισμούς»(οργανώνοντας π.χ. στις γειτονιές των πόλεων και τα χωριά συνελεύσεις πολιτών όπου θα γίνονται οι προτάσεις και θα αποφασίζονται οι προτεραιότητες και στη συνέχεια Συντονιστικά Συμβούλια με ανακλητούς εκπροσώπους[1] για την προώθηση των λύσεων προς την Τ.Α. Όταν μπορέσουν να αλλάξουν τους πολιτικούς συσχετισμούς και συμμετέχοντας στις τοπικές εκλογές πάρουν την πλειοψηφία σε κάποιους δήμους, τότε τους μετατρέπουν σε θεσμούς πραγματικής αυτοδιοίκησης και αυτοκυβέρνησης (μικραίνοντας το μέγεθός τους-επιστρέφοντας τουλάχιστον στο καποδιστριακό τους μέγεθος- και θεσμοθετώντας τηνκοινότητα δρόμου στις πόλεις και την αγροτική κοινότητα σαν το μικρότερο κύτταρο της δημοκρατικής αυτονομίας, τα Συμβούλια Συνοικιών στη συνέχεια και τα Συμβούλια Πόλης.
Όταν γίνει αυτό σε αρκετούς δήμους τους ομοσπονδοποιούν και λειτουργούν για ένα πιθανά μεγάλο διάστημα σαν αυτόνομη ομοσπονδίασε σχέση συμπλήρωσης, αντιπαράθεσης και ρήξης με το κεντρικό κράτος( ένα είδος δυαδικής αντιεξουσίας) έως ότου καταλήξουμε σε ένα νέο «Κοινωνικό Συμβόλαιο» και μια δημοκρατική συνομοσπονδιακή κοινοπολιτεία στην ελληνική επικράτεια (ελπίζουμε ειρηνικά και αναίμακτα, αλλά και προετοιμαζόμενοι για πιθανές συγκρούσεις με αυτοάμυνα και αντίσταση και μεθόδους που θα έχει αναπτύξει το κίνημα εντωμεταξύ).
Από τον «αδύνατο καπιταλιστικό κρίκο της «Ενωμένης Ευρώπης» να μετατρέψουμε τη χώρα σε κόμβο κοινωνικής, πολιτικής και οικολογικής ανάτασης στα πλαίσια του πραγματικού μας «οίκου» που είναι η Μεσόγειος και τα Βαλκάνια. Όπου ανεξάρτητα των θρησκευτικών και φυλετικών διαφορών, καθώς και συνόρων, μπορούν να δημιουργηθούνσυνομοσπονδισμένες βιοπεριφέρειες, που θα στηρίζονται σε ένα εκτεταμένο δίκτυο συνεργασιών και μεταξύ τους ροών και θα αναπτύσσουν το μοντέλο της ευζωίας χωρίς «ανάπτυξη» και καταναλωτισμό , αλλά με κοινωνική ισότητα και ατομική εγκράτεια, στηριζόμενοι στα κοινωνικά και συλλογικά αγαθά και την άμεση δημοκρατία.
7. Ο ρόλος και η έννοια της Βιο-περιφέρειας στα πλαίσια της στρατηγικής της τοπικοποίησης (Ρεγκιοναλισμού)
Δεν ταυτίζεται με την έννοια της διοικητικής περιφέρειας, όπως εκφράζεται στον «Καλλικράτη», όπου είναι μια δομή του περιφερειακού κράτους. Ούτε 100% με την έννοια της γεωγραφικής περιφέρειας. Το ίδιο δεν ταυτίζεται με την έννοια ενός οικοσυστήματος ή μιας οικοπεριοχής- όπως ορίζονται στην επιστήμη της οικολογίας- γιατί είναι συνήθως μεγαλύτερη. Δεν ταυτίζεται επίσης με μια οικοζώνη, από την οποία είναι μικρότερη. Πρόκειται για μια οικολογική και γεωγραφική ταυτόχρονα περιοχή, που αποτελεί ένα χώρο με κοινές φυσικές και γεωγραφικές συνθήκες, αρκετό για να εξασφαλίζει τους κύκλους της ζωής και των θρεπτικών φυσικών στοιχείων και υλικών, καθώς και την ενσωμάτωση των αποβλήτων, αλλά και κοινές ιστορικές καταβολές και ηθικές αξίες των ανθρώπινων κοινοτήτων της, που της δίνουν μια ταυτότητα.
Χαρακτηρίζεται από τον τρόπο που εντάσσεται η ανθρώπινη κοινωνία της με το φυσικό της περιβάλλον. Από το πως δένονται οι διανθρώπινες σχέσεις με τους τοπικούς φυσικούς πόρους, όπως π.χ με τις λεκάνες απορροής του νερού, με τις άλλες μορφές ζωής και το πλέγμα των οικοσυστημάτων της περιοχής, εξασφαλίζοντας την αρμονική ενότητα του τόπου, της κοινότητας των ανθρώπων που τον κατοικούν και του συνόλου των παραγωγικών τους δραστηριοτήτων. Η εγγύτητα καθορίζει τη διαχείριση των εισροών και των εκροών των παραγωγικών μονάδων και των ανταλλαγών, με βάση τη σχετική αυτάρκεια-αυτοδυναμία της. Μπορεί να είναι μια περιοχή στα πλαίσια μιας νομαρχίας του παρελθόντος (π.χ. Μαγνησίας) με 1-2 αστικούς δήμους και μερικούς περιφερειακούς δήμους και κοινότητες, που μπορεί να εξασφαλίζει αυτοδυναμία πόρων και ενέργειας. Μπορεί βέβαια να επεκταθεί και στα πλαίσια μιας υπάρχουσας περιφέρειας του "Καλλικράτη", όπως η Θεσσαλία, αλλά θα εξαρτάται και από τον ανθρώπινο πληθυσμό της που δε θα πρέπει να υπερβαίνει το 1.000.000. Πολλές φορές θα χρειασθεί να μη ληφθούν υπόψη υπάρχοντα εθνικά σύνορα και να διαμορφωθεί από το διασυνοριακό κίνημα του συνομοσπονδισμού «σκιωδώς» διασυνοριακά!
Για τον καθορισμό της λοιπόν σαν μια δομή στα πλαίσια της ελλαδικής Αυτοδιοίκησης με τα σημερινά δεδομένα του Καλλικράτη, απαιτείται νομική παρέμβαση από τη πλευρά της υπάρχουσας κεντρικής εξουσίας με νέο νόμο για την Τοπική Αυτοδιοίκηση και με μεταφορά πόρων προς αυτήν. Για την ολοκλήρωσή της όμως σαν θεσμός άμεσης δημοκρατίας, θα απαιτηθεί ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο από μια μετακαπιταλιστική κοινωνία μετάβασης στην άμεση δημοκρατία και τον δημοκρατικό συνομοσπονδισμό, και μάλιστα με επέκταση στα Βαλκάνια και τη Μεσόγειο.
Η Αυτοδιοίκηση στα πλαίσια μιας τέτοιας βιοπεριφέρειας μπορεί να στηρίζεται σε δομές σαν τις παρακάτω:
• Πέρα από τη πυρηνική οικογένεια, είναι επιθυμητό να δημιουργηθούν και να επικρατήσουν «διευρυμένες» οικογένειες (όχι γενετικής συγγένειας, αλλά περισσότερο ιδεολογικής συγγένειας και με όλες τις ηλικίες- η τρίτη ηλικία μπορεί να είναι πολύ χρήσιμη , η επιβίωσή της αδύνατη στο μέλλον από ένα καταρρέον συνταξιοδοτικό σύστημα), σαν κύτταρα των μελλοντικών χωρικών κοινοτήτων-δήμων. Το κοινό χαρακτηριστικό τους το «κοινό ταμείο».
• Στην επανασύσταση ως αυτοδιοικητικών μονάδων των υπαρχόντων χωρικών κοινοτήτων της υπαίθρου της.
• Στην επανασύσταση των μικρών δήμων, με το χωρισμό των μεγάλων πόλεων σε δήμους κάτω των 50.000 κατοίκων, οι οποίοι συστήνουν με τη σειρά τους αστικές κοινότητες με βάση τις οδούς στις γειτονιές των πόλεων που δεν ξεπερνούν π.χ. τους 1000-2000 κατοίκους.
8. Η παρέμβαση των Τοπικών Κινήσεων Δημοκρατικής Αυτονομίας με βάση τη Βιοπεριφέρεια:
Έως ότου επιτευχθεί αυτό με νόμο από τη Κεντρική Εξουσία, το κίνημα για την Δημοκρατική Αυτονομία… (και οι αναφερθείσες Τοπικές Κινήσεις Πολιτών που θα έχει δημιουργήσει) λειτουργεί και παρεμβαίνει με βάση τη παραπάνω «σκιώδη»διαμόρφωση της Τ.Α. από τη δική του μεριά (π.χ. τον «Καλλικρατικό Βόλο» θα τον χωρίσει σε Βόλο και Νέα Ιωνία, όπως ήταν πριν το «Καλλικράτη), σε αντιπαράθεση με την υφιστάμενη Τ.Α., όσο αυτή υπάρχει. Συστήνει λοιπόν στα χωριά και στις πόλεις, με βάση την οδό( σε μεγάλη πόλη) ή την μικρή γειτονιά-σαν κοινοτικά κύτταρα- Συνελεύσεις Πολιτών(ΣΠ), όπου συμμετέχουν, συζητούν και αποφασίζουν-όσοι ενεργοί πολίτες ενδιαφέρονται στην αρχή και στη συνέχεια όσοι πείθονται ότι έχει σημασία για αυτούς- για τον προγραμματισμό και τον προϋπολογισμό του δήμου στον οποίο ανήκουν. Συστήνει επακόλουθα με εκλεγμένα και ανακλητά μέλη (με ποσόστωση 50-50 άνδρες γυναίκες και ανεξάρτητα της υπηκοότητας των πολιτών) Συντονιστικά Συμβούλια Κοινοτήτων(ΣΣΚ)- αυτών των υπό διαμόρφωση κοινοτήτων- για την προώθηση των αποφάσεών τους προς τα υπάρχοντα δημοτικά συμβούλια, θέτοντάς τα προ των ευθυνών τους και πιέζοντάς τα να τις λάβουν υπόψη στον προγραμματισμό-προϋπολογισμό του υπάρχοντος δήμου. Καλύτερα θα μπορούσε να συσταθεί μια επιπλέον δομή, δηλαδή από όλα τα ΣΣΚ εκλέγεται ένα ολιγομελές Συντονιστικό Συμβούλιο Πόλης (ΣΣΠ) ήΣυντονιστικό Συμβούλιο Ενότητας Χωριών (ΣΣΕΧ)-όπου με την Ενότητα Χωριών εννοούμε κοντινά χωριά που ανήκαν πριν σε «Καποδιστριακό Δήμο»- που θα αναλάβει την προώθηση των αποφάσεων των υπό διαμόρφωση κοινοτήτων ανάλογα με την προτεραιότητα των αναγκών τους, την οποία προτεραιότητα αποφασίζει δημοκρατικά το ΣΣΠ ή ΣΣΕΧ, προς τους δήμους.
Από όλα τα ΣΣΠ και ΣΣΕΧ εκλέγεται δημοκρατικά με ανακλητά μέλη και την ίδια ποσόστωση το Συντονιστικό Περιφερειακό Συμβούλιο (ΣΠΣ), το οποίο παρεμβαίνει στην υπάρχουσα Περιφέρεια και προωθεί εκείνα τα αιτήματα των κοινοτήτων που αφορούν στην Περιφέρεια.
Ένα τέτοιο Σύστημα Συμβουλίων (ΣΣ), εξελισσόμενο από βαθμίδα σε βαθμίδα, θα αποτελέσει τον πολιτικό κορμό για τη μετάβαση σε μια κοινωνία Δημοκρατικής Αυτονομίας και θα πρέπει να ενεργοποιήσει και να εμπλέξει όσο γίνεται μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού στις διεργασίες του, ώστε το πρόγραμμα μετάβασης που θα αναπτύξει να είναι όσο γίνεται πιο αντιπροσωπευτικό.
Επειδή θεωρούμε τον αγροδιατροφικό τομέα σαν εφαλτήρα για τη μετάβαση προς αυτή την κατεύθυνση θα είναι από την αρχή αναγκαίο να συσταθεί και ιδιαίτερο Συντονιστικό Συμβούλιο Αγροδιατροφικού Τομέα (ΣΣΑΤ), το οποίο με βάση τις διατροφικές ανάγκες που θα έχουν προταθεί από τις υπό διαμόρφωση Κοινότητες και σε συνεργασία με το ΣΣ, θα ολοκληρώσει και ένα πρόγραμμα για τις αγροδιατροφικές οικονομικές δραστηριότητες στα πλαίσια του κάθε δήμου και στη συνέχεια της περιφέρειας. Επίσης θα είναι σημαντικό να γίνει σε κάθε δήμο ένα ιδιαίτερο Συμβούλιο Δημοτικού Τομέα Οικονομίας (ΣΔΤΟ),για τη στήριξη του ιδιαίτερου οικονομικού ρόλου του δήμου που θα αφορά σε όλους τους πολίτες
Το ίδιο θα χρειασθεί να γίνει και για κάθε άλλον τομέα της οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας-στηριγμένης στη συνεργατική και συνεταιριστική οργάνωσή της- στους δήμους και τις περιφέρειες, όπως για την υγεία, την χειραφετητική παιδεία-εκπαίδευση, τη δικαιοσύνη, τη βιοτεχνική- βιομηχανική παραγωγή, τον ενεργειακό εφοδιασμό, τοπεριβάλλον και την οικολογική ισορροπία, την αυτοάμυνα κ.λπ.
9. Και μια σημείωση σχετικά με την ιδιοκτησία
Το ζήτημα δεν μπορεί να ξεκαθαρισθεί εκ των προτέρων και θα εξαρτηθεί από τις οικονομικές δομές που θα δημιουργήσει κάθε τοπική κοινωνία ισοκατανομής (οικονομικής-κοινωνικής-οικολογικής-πολιτικής). Από τη στιγμή όμως που το βασικό κύτταρό της θα είναι η κοινότητα, είτε χωρική θα είναι αυτή, είτε δραστηριοτήτων, είτε ενδιαφερόντων, είναι προφανές ότι θα προάγεται η συλλογική ιδιοκτησία. Η ατομική δεν θα έχει καμία τύχη, γιατί οι άνθρωποι θα οργανώσουν την καθημερινότητά τους βασισμένοι στις αξίες της συλλογικότητας και της αλληλεγγύης. Μάλλον δεν θα προτιμήσουν την πυρηνική οικογένεια, αλλά τη «διευρυμένη οικογένεια» που θα περιλαμβάνει περισσότερους γονείς καθώς και τις 3 γενιές τους (παππούδες-γιαγιάδες-παιδιά), εκφράζοντας έτσι την αλληλεγγύη των γενιών. Θα είναι η ευνοϊκότερη (σε σχέση με την πυρηνική οικογένεια) εξέλιξη της παλιάς αυτοδύναμης-αυτάρκους πολυπληθούς πατριαρχικής ή μητριαρχικής οικογένειας (Οι υπάρχουσες σήμερα "ομάδες συγγένειας" της καθημερινής ζωής ή οι οικοκοινότητες, μπορούν να δώσουν μια εικόνα της «διευρυμένης οικογένειας»).
Αυτό σημαίνει λοιπόν ότι θα χάσει το έδαφος κάτω από τα πόδια της η ατομική ιδιοκτησία και θα εντάσσεται με τη θέλησή της στη συλλογική-κοινοτική ή ακόμα καλύτερα στη δημοτική ιδιοκτησία, αφού θα δοθεί προτεραιότητα στον δημοτικό τομέα οικονομίας. Δεν θα χρειασθεί να γίνει «δημοτικοποίηση» των μέσων παραγωγής και της γης (με νόμο και με βία), όπως απαίτησε η «κρατικοποίηση», όπου εφαρμόσθηκε μέχρι τώρα.

Τι να κάνουμε: τα πρώτα βήματα, μετά τη κατάρρευση της οικονομίας και της πολιτικής των «μνημονίων»

Περισσότερα στο:
http://topikopoiisi.blogspot.gr/p/blog-page_10.html


Επισκεφθείτε και την νέα ιστοσελίδα μας: http://www.topikopoiisi.eu/






Τα χαρακτηριστικά της τοπικοποιημένης συλλογικής, κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας

Η καπιταλιστική οικονομία στηρίζεται βασικά σε δύο τομείς. 1) Στον κρατικό τομέα με τη μορφή του «κράτους επιχειρηματία»-που στη φάση της επικράτησης του νεοφιλελευθερισμού υποχωρεί υπέρ της ιδιωτικοποίησης των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων-ή τη μορφή του «κράτους πρόνοιας»-που και αυτό υποχωρεί είτε αυτοκαταργώντας τον εαυτό του είτε ιδιωτικοποιώντας τις κοινωνικές υπηρεσίες. 2)Στον ιδιωτικό τομέα με τον εταιρικό τρόπο του «επιχειρείν». Αυτός ο τομέας έχει διογκωθεί τόσο που στη φάση της παγκοσμιοποίησης έχουμε σαν αποτέλεσμα 147 μεγάλες εταιρείες να ελέγχουν το 40% της παγκόσμιας οικονομίας, ενώ οι 737 (στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι 147) να ελέγχουν το 80% της οικονομίας του πλανήτη!
Υπάρχει όμως και ένας τρίτος τομέας- μεταξύ του κρατικού και του ιδιωτικού - που έχει αναπτυχθεί σήμερα, και τον συναντούμε με πολλά ονόματα: κοινωνική οικονομία, αλληλέγγυα οικονομία, ηθική οικονομία, τρίτος τομέας, λαϊκή οικονομία, κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία κ.α. Η φαινομενική σύγχυση γύρω από τον ορισμό, προκύπτει κυρίως γιατί αντανακλά μια έντονη εσωτερική διαμάχη για τη νοηματοδότηση και την εξέλιξη του φαινομένου. Σε αυτή την εξέλιξη συμμετέχει και δρα ένα ευρύ φάσμα κοινωνικών και πολιτικών υποκείμενων, από μικρές ομάδες γειτονιάς και κοινωνικά κινήματα μέχρι πολυεθνικές επιχειρήσεις και υπερ-κρατικούς σχηματισμούς όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, που προφανώς διακατέχονται από πολύ διαφορετικές επιδιώξεις και αναφορές. Ως αποτέλεσμα, ενώ οι λόγοι που αρθρώνονται και οι πρακτικές που υιοθετούνται κάποιες φορές συγκλίνουν, συχνά αποδεικνύονται ασύμβατοι, ακόμη και αντιθετικοί, οδηγώντας σε αποκλίνοντα μονοπάτια.
Στον ελλαδικό χώρο, έχουν επικρατήσει δύο βασικά όροι: είτε ο θεσμικός όρος «κοινωνική οικονομία» (ήδη έχει ψηφισθεί νόμος από τη Κυβέρνηση), είτε ο όρος «αλληλέγγυα οικονομία» από μια πληθώρα πρωτοβουλιών βάσης. Το θέμα δεν είναι δεδομένο και αντικειμενικό. Πρόκειται για όρους και πρακτικές υπό διαμόρφωση και το σημαντικό είναι να περιγράψουμε ποια χαρακτηριστικά θέλουμε να πάρει αυτή η οικονομία και εκεί να ρίξουμε το βάρος.
Καταρχήν καλύτερα είναι να δεχθούμε τον συμπτυγμένο όρο «κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία» συνδυάζοντας τα δύο κύρια ρεύματα πρακτικής που υπάρχουν και αποδεχόμενοι τα αντίστοιχα χαρακτηριστικά και της συμπληρωματικότητας –ως προς την καπιταλιστική οικονομία- και τα χαρακτηριστικά της κοινωνικής αλληλεγγύης των «από κάτω», αφού ο στόχος είναι να αποτελέσει την οικονομία της μετάβασης προς ένα διαφορετικό από τον καπιταλισμό κοινωνικό σχηματισμό.
Τα καταρχήν λοιπόν χαρακτηριστικά που συνοδεύουν την κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία μέχρι τώρα-αυτό δεν σημαίνει ότι δεν χρειάζεται να εξελιχθούν παραπέρα- είναι:
Διαχείριση υφιστάμενων προβλημάτων με πεδίο αναφοράς την ηθική διάσταση και τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά και τη πολιτική διάσταση με τα κοινωνικά δικαιώματα.
Λειτουργική και θεσμική σύνδεση με το νομικό πλαίσιο που υπάρχει, αλλά και οικονομική και θεσμική αυτονομία- ανεξαρτησία με διεκδικητική στάση.
Αρχική διασύνδεση με την αγορά, αλλά με προτεραιότητα τη σταδιακή αποσύνδεση και την ανάπτυξη εναλλακτικών- αλληλέγγυων δομών. Η κλίμακα και η μορφή της εσωτερικής οργάνωσης αυτών των δομών μπορούν να ποικίλουν, ανάλογα με το είδος μονάδας και τη στόχευση. Αποκλείονται περιπτώσεις μεγάλης κλίμακας και κάθετης οργάνωσης. Επιθυμητό το μικρό έως μεσαίο μέγεθος μονάδων και η έμφαση στην τοπικότητα, στη συμμετοχική και δημοκρατική λειτουργία. Πεδίο οικονομικής δράσης από αποσπασματικό- με έμφαση σε «αποκατάσταση ζημιών» και υπηρεσίες πρόνοιας- μέχρι και σφαιρικό, περιλαμβάνοντας το σύνολο της οικονομικής ζωής, χρηματικής ή μη. Συνέργειες και διασύνδεση μεταξύ μονάδων, φορέων, δικτύων και κοινωνικών κινημάτων, που ξεκινούν από το να είναι θεματικές και εντοπισμένες, αλλά μπορούν και επεκτείνονται σε διαθεματικές και περιφερειακές. Με απεύθυνση προς την κοινωνία και τους πολίτες για ευαισθητοποίηση, ενίσχυση, άμεση συμμετοχή, προσωπική δράση, ενεργοποίηση και συλλογική δράση.
Μια οικονομική δραστηριότητα στα πλαίσια της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας σήμερα-με τη μορφή επιχείρησης κοινωνικής βάσης ή συνεταιριστικής ή συνεργατικής(κολεκτίβας) και έχοντας απορρίψει την «μεγιστοποίηση» του κέρδους σαν μέτρο της επιτυχίας της οικονομικής δραστηριότητας- είναι επιτυχημένη, όταν συμβάλει κατά το «μέγιστο» δυνατό στην συλλογική-κοινωνική ευημερία(και όχι μόνο στην ευημερία των μελών της, όπως συμβαίνει με την καπιταλιστική επιχείρηση, που σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα μπορεί η οικονομική της επιτυχία να στηρίζεται στη μείωση ακριβώς της ευημερίας και της ποιότητας ζωής της υπόλοιπης κοινωνίας). Η επιτυχία της αποδείχνει ότι στην ουσία ισχύει το αντίστροφο από ότι ισχυρίζεται ο καπιταλισμός: δεν είναι η ατομική ευημερία εκείνη που συνεπάγεται αυτόματα και την συλλογική ευημερία, αλλά η συλλογική είναι αυτή που συνεπάγεται και την ατομική ευημερία. «Όποιος φροντίζει για όλους, φροντίζει και για τον εαυτό του».
Στη συνέχεια τα χαρακτηριστικά που θα μπορούσε να αποκτήσει κατά την περίοδο της μετάβασης είναι: να στηρίζεται στη διαφάνεια των στόχων και την κριτική τους, στη κοινωνική ασφάλεια και υπευθυνότητα με κοινωνική αναδιανομή των πλεονασμάτων, στην «κοινωνική αναγνώριση της αναγκαιότητας» των οικονομικών δραστηριοτήτων, στη συλλογική ιδιοκτησία και χρήση των μέσων παραγωγής, στην δημιουργική και ισότιμη εργασία με σύγκλιση χειρωνακτικής-πνευματικής και με συνεργατικές σχέσεις των εργαζομένων στις μονάδες της, στην αυτοδιαχείριση και τη δημοκρατική συν-απόφαση των χώρων εργασίας, στην αλληλεγγύη προς τις «επηρεαζόμενες» από την οικονομική δραστηριότητα κοινωνικές ομάδες και άλλα είδη ζωής. Να αποβλέπει στην «καλή υγιεινή ζωή» υπηρετώντας την συλλογική και ατομική κοινωνική ευημερία, καθώς και να αποβλέπει στην οικολογική βιωσιμότητα και τις μικρές αποστάσεις, στηριζόμενη περισσότερο στους τοπικούς φυσικούς πόρους(«οικονομία της εγγύτητας»). Να αποβλέπει επίσης στην όσο γίνεται μεγαλύτερη αυτοδυναμία των περιοχών και στις δίκαιες ανταλλαγές μεταξύ τους.
Αυτά τα χαρακτηριστικά θα συνδέονται προφανώς και με τα γενικότερα χαρακτηριστικά της κοινωνίας της μετάβασης, η οποία για να μπορέσει να κινηθεί πλειοψηφικά προς αυτήν-τη μεταβατική κοινωνία- θα χρειασθεί να έχει από τα πριν σκιαγραφήσει ποιο θα είναι το κοινωνικά αποδεκτό «συλλογικό- κοινωνικό όφελος». Το τι θα θεωρείται συλλογική κοινωνική ευημερία δεν μπορεί παρά να είναι αποτέλεσμα μιας γενικότερης δημοκρατικής(αμεσοδημοκρατικής) συζήτησης και συμφωνίας από την ίδια την κοινωνία της μετάβασης. Υπάρχουν όμως ήδη αρκετά δεδομένα, ώστε να μη περιμένουμε να βρεθεί πρώτα η κοινωνία σε περίοδο μετάβασης και μετά να καθορίσουμε την «κοινωνική ευημερία», σαν ένα νέο «κοινωνικό συμβόλαιο». Μπορούμε να ξεκινήσουμε ήδη από τώρα να τη σκιαγραφούμε, ώστε κάνοντάς την ελκυστική για την κοινωνική πλειοψηφία, να συμβάλουμε και στο να αποφασίσει να κινηθεί η ίδια προς τα εκεί.
Στην Ε.Ε. η «από τα πάνω» προώθηση της κοινωνικής οικονομίας, στην καθαρά συμπληρωματική προς την καπιταλιστική μορφή της, φαίνεται ότι αποτελεί και πολιτική επιλογή των κρατικών μηχανισμών. Οι επιδιώξεις της επιλογής αυτής μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ευρείας αντιπαράθεσης και να μην αποτελούν την βάση, ώστε να περιορίσουμε το φαντασιακό μας, όσον αφορά την οικονομία της μετάβασης. Πολύ περισσότερο, όταν απαντούνται στις ευρωπαϊκές χώρες ιδιαίτερα σημαντικά ρεύματα «από τα κάτω» που αποκλίνουν από το δρόμο της καθεστωτικής προώθησης.
Θα χρειασθεί βέβαια να απαντήσουμε με καθαρό τρόπο το εύλογο ερώτημα: στην Ελλάδα των μνημονίων και της βαθιάς και παρατεταμένης οικονομικής ύφεσης, πώς ανταποκρινόμαστε στην εισαγωγή στις ζωές μας και στο δημόσιο διάλογο για αυτήν την οικονομία; Είναι ευκαιρία να δείξουμε ότι δεν πρόκειται μόνο για μια αλληλέγγυα διαχείριση των συνεπειών της κρίσης, αλλά για μια οραματική και ζωογόνα αναζήτηση μιας καλύτερης, συνεργατικής οικονομίας των αναγκών, που μπορεί να αποτελέσει και τη βάση μιας νέας και βιώσιμης ελληνικής κοινωνίας.
Για να απαντήσουμε αυτό το ερώτημα καλύτερα, θα χρειασθεί να ακολουθήσουμε μια αμεσοδημοκρατική διαδικασία: όσοι συμφωνούν με τον στόχο της διαμόρφωσης ήδη από τώρα της οικονομίας της μετάβασης με τα παραπάνω χαρακτηριστικά και όσες συλλογικότητες το έχουν βάλει ήδη σαν σκοπό της δραστηριότητάς τους, να δημιουργήσουμε μαζί έναν σταθερό θεσμό που θα έχει για ένα προκαθορισμένο χρονικό διάστημα (π.χ. ένα χρόνο ) σαν αντικείμενο την απάντηση αυτού του ερωτήματος. Μπορεί να πάρει τη μορφή ενός «συμβουλίου της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας», το οποίο μπορεί να εκλεγεί απευθείας από μια πανελλαδική συνάντηση, που θα χρειασθεί να οργανωθεί με αυτό το θέμα. Να διαμορφώσουμε «από τα κάτω» τα χαρακτηριστικά της και όχι όπως έγινε με τον νόμο της κυβέρνησης, με τον οποίο δεν ασχολήθηκαν ούτε καν οι βουλευτές τους.
Οι στόχοι του «συμβουλίου» θα είναι δύο βασικά: 1) να καθορίσει τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της κοινωνικής αλληλέγγυας οικονομίας και 2) να βρει τα ποσοτικά κριτήρια μετρησιμότητας αυτών των ποιοτικών χαρακτηριστικών, ώστε να είμαστε σε θέση να κρίνουμε αν μια σημερινή οικονομική μονάδα ανήκει στον τομέα της κοινωνικής –συλλογικής και αλληλέγγυας οικονομίας.

Μετρήσιμα κριτήρια για την κοινωνική, αλληλέγγυα και οικολογικά ισορροπημένη οικονομία
Χρειάζεται καταρχήν ο ορισμός του τι θεωρούμε σαν επιτυχία για μια οικονομική δραστηριότητα κοινωνικής, αλληλέγγυας και οικολογικά ισορροπημένης οικονομίας.
Όπως είναι γνωστό– και αυτό δεν αμφισβητείται πλέον και από συμβατικούς οικονομολόγους- το ΑΕΠ, συμπεριλαμβάνοντας π.χ. αξίες που δημιουργούνται από ασθένειες, ατυχήματα, περιβαλλοντικές ή φυσικές καταστροφές, ακόμα και από πολέμους στο εξωτερικό, δεν μπορεί να είναι κατάλληλος δείκτης περιγραφής της ευημερίας και πολύ περισσότερο της ευτυχίας ενός λαού. Δε θα πρέπει άρα να μείνουμε στον δείκτη του ΑΕΠ για την μακροοικονομία. Έτσι και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να παραμείνουμε στον σημερινό δείκτη του χρηματοοικονομικού ισοζυγίου των καπιταλιστικών επιχειρήσεων στην μικροοικονομία, που στηρίζεται μόνο στην ατομική ιδιοκτησία, στα κόστη, στις επενδύσεις, στα κέρδη και στους προϋπολογισμούς.
Θα χρειασθεί λοιπόν να καθορίσουμε λεπτομερέστερους δείκτες για να εκφράσουμε την επιτυχία σε σχέση με την κοινωνική ευημερία-ικανοποίηση και την ποιότητα ζωής, την ποιότητα και την διανομή των αγαθών, την συμμετοχή-συναπόφαση των πολιτών, την ισότητα των φύλλων, την ποιότητα-προστασία του περιβάλλοντος, τη συλλογική-κοινωνική ιδιοκτησία κ.λπ. Και αυτοί οι δείκτες να συγκεκριμενοποιηθούν και για τις οικονομικές δραστηριότητες της κοινωνικής και αλληλέγγυας μικροοικονομίας. Για να καθορισθούν βέβαια όλοι αυτοί οι δείκτες οριστικά θα χρειασθεί να ακολουθηθεί μια αμεσοδημοκρατική διαδικασία στα πλαίσια της κοινωνίας της μετάβασης. Τώρα δεν είμαστε σε θέση να κάνουμε κάτι παραπάνω από το να τους σκιαγραφήσουμε μόνο και να τους προτείνουμε.
Στο δρόμο προς την παραπάνω οικονομία οι σημερινές επιχειρήσεις και οι νεοδημιουργούμενες, για να διαφέρουν από τις υπάρχουσες καπιταλιστικές, δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να έχουν ζημίες. Απλά δε θα έχουν σα στόχο το «μέγιστο κέρδος», που είναι ο στόχος των καπιταλιστικών επιχειρήσεων. Σε κάθε περίπτωση όχι κέρδος για το κέρδος, ούτε δημιουργία ατομικής ιδιοκτησίας-αλλά συλλογικής των νεοδημιουργούμενων αξιών χρήσης. Η έννοια του κέρδους γίνεται αποδεκτή μόνο με την έννοια του περιορισμένου μέσου για αυστηρά καθορισμένους κοινωνικούς-οικολογικούς σκοπούς. Καλύτερα να το ονομάσουμε πλεόνασμα. Επιδίωξη λοιπόν πλεονασμάτων για την εξυπηρέτηση κοινωνικά αποδεκτών στόχων, οικολογικά βιώσιμων, που προωθούν ταυτόχρονα την οικονομική δημοκρατία και την κοινωνική αλληλεγγύη.
Έχοντας κάνει εκ των προτέρων αποδεκτούς τους παραπάνω στόχους των οικονομικών δραστηριοτήτων μπορούμε για παράδειγμα να θέσουμε σε συζήτηση ένα πίνακα αξιών-κριτιρίων(οριζόντιος άξονας: Ανθρώπινη αξιοπρέπεια,Εμπιστοσύνη,Αλληλεγγύη,Οικολογική βιωσιμότητα,Κοινωνική δικαιοσύνη,Δημοκρατική συμμετοχή,Ατομική/συλλογικήιδιοκτησία) και κοινωνικών ομάδων που τους αφορά η κάθε οικονομική δραστηριότητα(κάθετος άξονας: Πελάτες-καταναλωτές,Συνεργαζόμενες επιχειρήσεις, Προμηθευτές-χρηματοδότες, Περιοχή-Εντοπιότητα, Πολίτες-θεσμοί απόφασης, Μελλοντικές γενιές,Προϊόν/Υπηρεσία, Πλεόνασμα) και να τον συμπληρώσουμε ανάλογα(καλύτερα να συμπληρωθεί πλήρως από το «συμβούλιο» της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας που προτείνεται στο κείμενο για τα χαρακτηριστικά της)
Κάθε χαρακτηριστικό στα κουτάκια θα πρέπει να βαθμολογείται με ένα βαθμό, ώστε να αξιολογείται καλύτερα και ποσοτικά η εξέλιξη-βελτίωση της κάθε οικονομικής τέτοιας δραστηριότητας σε σχέση με την αξία-κριτήριο αξιολόγησης(π.χ. στο πρώτο κουτάκι μία επιχείρηση κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας μπορεί να βαθμολογηθεί-και αυτό να γίνεται δημόσια γνωστό-ως εξής: αυτό-οργάνωση ωραρίου 20, παιδικός σταθμός 25, φροντίδα 15, μετεκπαίδευση 10, κ.λπ.
Όσο περισσότερους συνολικά βαθμούς συγκεντρώνει το οικονομικό εγχείρημα τόσο περισσότερο ποιοτικά μπορεί να χαρακτηρίζεται σαν «εγχείρημα κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας» από το «συμβούλιο» και αυτό να γίνεται δημόσια γνωστό, ώστε να «πριμοδοτείται» από το κίνημα της μετάβασης. Μπορούμε να καθορίσουμε και διαβαθμίσεις στη προσπάθεια κάθε τέτοιου εγχειρήματος για μεγιστοποίηση της βαθμολογίας του: π.χ μέχρι το 200 η πρώτη βαθμίδα, μέχρι 400 η δεύτερη, μέχρι 600 η Τρίτη, κ.ο.κ(χαρακτηρίζοντας και τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες του με αντίστοιχο χρώμα).
Να σταθούμε λίγο στο θέμα της παραγωγής πλεονάσματος που είναι σημαντικό γιατί συνδέεται με την έννοια του σημερινού καπιταλιστικού κέρδους. Το πλεόνασμα μπορεί να είναι χρήσιμο, αλλά μπορεί και να γίνεται και επιζήμιο. Σήμερα φαίνεται καθαρά αυτό σε επίπεδο εθνικών οικονομιών, όπου τα πλεονάσματα μιας χώρας είναι συνήθως ελλείμματα άλλων χωρών, ή ότι τα κέρδη μιας επιχείρησης μπορεί να οφείλονται σε ζημιές άλλων(ανταγωνισμός) ή σε ζημιές της υπόλοιπης κοινωνίας(εκμετάλλευση εργασίας της) ή σε ζημιές του περιβάλλοντος( εκμετάλλευση της φύσης). Είναι σαν το μαχαίρι που μπορεί να το χρησιμοποιήσει κανείς για να κόψει τη σαλάτα του, αλλά και για να μαχαιρώσει το διπλανό του. Το αν θα είναι χρήσιμο θα εξαρτηθεί από τις αποφάσεις κάθε φορά για το ποιοί θα επωφελούνται από αυτό το πλεόνασμα και που αυτό θα «επενδύεται», σύμφωνα με τα αναφερθέντα πιο πάνω.
Επειδή για τη δημιουργία ενός τέτοιου εγχειρήματος θα χρειασθούν αρχικοί οικονομικοί πόροι και παραγωγικά μέσα, τα οποία προφανώς θα εξασφαλισθούν από τους αρχικά συμμετέχοντες συνολικά ή μερικά-κάποιοι διαθέτουν κάποιες οικονομίες, άλλοι θα διαθέτουν μελλοντική εργασία κ.λπ. και επομένως θα υπάρχει κάποια αρχική συλλογική ή ατομική ιδιοκτησία-θα μπαίνει ζήτημα αρχικής συμφωνίας για το αν αρχική ατομική ή συλλογική ιδιοκτησία, καθώς και η εργασία, θα έχει δικαίωμα απολαβής «μερίσματος» από το πλεόνασμα ή αν το πλεόνασμα θα επενδύεται μόνο σε κοινωνικούς ή οικολογικούς σκοπούς.
Ένα παράδειγμα: δημιουργείται ένας συνεταιρισμός ή μια εταιρεία κοινωνικής βάσης για παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ. Ο κάθε συμμετέχων πολίτης-σα –σύμφωνα με τη θέλησή του-της και τις δυνατότητές του-της διαθέτει από την αρχή ένα ποσό, ώστε να κατασκευασθεί η εγκατάσταση. Η συνέλευση των συμμετεχόντων θα πρέπει να έχει αποφασίσει από την αρχή, αν μέρος του πλεονάσματος θα μοιράζεται στα μέλη ή θα επενδύεται όλο για να κατασκευάζονται νέες εγκαταστάσεις, που θα είναι αναγκαίες για να ξεφύγουμε από τον λιγνίτη και το πετρέλαιο. Μπορεί στην αρχή-για να πεισθούν και οι μικροαποταμιευτές να αποσύρουν τις οικονομίες τους από τις τράπεζες, που έτσι και αλλιώς δίνουν ένα πολύ μικρό επιτόκιο ή καθόλου-ένας τέτοιος συνεταιρισμός να αποφασίσει να μοιράζει στα μέλη του το 1-2% του πλεονάσματος και το υπόλοιπο για κοινωνικούς-οικολογικούς σκοπούς. Μια τέτοια δραστηριότητα ανήκει φυσικά στην οικονομία της μετάβασης, αλλά θα κατατάσσεται ανάλογα με τη διαβάθμιση που προτείνουμε παραπάνω. Γιατί ο τελικός στόχος μιας οικονομίας των αναγκών, που διεκδικεί να είναι αντικαταναλωτική και δίκαιη θα πρέπει να είναι: εισόδημα να δημιουργεί μόνο η εργασία! Έτσι μπορεί να κατανεμηθεί σωστά η αναγκαία κοινωνικά εργασία και να μειωθεί ταυτόχρονα χρονικά η εργασία που αντιστοιχεί στον καθένα.
Ο πυρήνας του καπιταλισμού στηρίζεται στη «νόμιμη» διαδικασία που μεταφέρει την υπεραξία που παράγεται από την εργασία και τη φύση(η φύση συμμετέχει στην παραγωγή υπεραξίας υπερεκμεταλλευόμενη με τέτοιους ρυθμούς, που δεν προλαβαίνει η ίδια να αναπαράγει τους φυσικούς της πόρους), στους έχοντες την εξουσία κεφαλαιούχους και ιδιοκτήτες. Αυτοί- ιδίως οι πλούσιοι, ακόμα και όταν συμμετέχουν σαν μάνατζερς στη παραγωγική διαδικασία-δεν απολαμβάνουν μόνο εισόδημα από την τυχόν εργασία τους, αλλά κύρια από την κατοχή κεφαλαίων και μέσων παραγωγής με τη μορφή κερδών ή τόκων και μερισμάτων των επενδύσεών τους. Αυτή η δυνατότητα τους μετατρέπει -στη πλειοψηφία τους- σε άπληστους ανθρώπους, παρόλο που μπορεί, είτε η καταγωγή τους, είτε η ιδεολογία τους, είτε η θρησκεία τους, να μη τους το επιτρέπει. Για να απορριφθεί αυτό το επίκτητο χαρακτηριστικό της απληστίας-κληρονομημένο πιθανά στον καθένα από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και κατανάλωσης- δε θα πρέπει να δημιουργούμε εισόδημα στο μέλλον από την ατομική ιδιοκτησία μέσων και κεφαλαίου. Διαφοροποιήσεις στο εισόδημα μπορούν να γίνονται αποδεκτές μόνο στη βάση της ηθελημένης επιπλέον εργασίας.
Στα πλαίσια ενός συγκεκριμένου οικονομικού εγχειρήματος λοιπόν μπορεί να αμείβεται κάποιος για περισσότερες ώρες δουλειάς, αλλά να έχουν τεθεί και όρια μεταξύ κατώτερης και ανώτερης αμοιβής. Δε θα πρέπει όμως στην εξέλιξή του να εξασφαλίζει και εισόδημα για μη εργαζόμενους αρχικούς «επενδυτές», παρόλο που στην αρχή-για λόγους που αναφέρθηκαν στο παραπάνω παράδειγμα-πιθανά να είναι απαραίτητο για κάποιο διάστημα. Σε καμιά περίπτωση δεν θα πρέπει ένα τέτοιο εγχείρημα να εξελιχθεί σε μετοχική εταιρεία, όπως οι σημερινές. Οι μετοχική συμμετοχή των αρχικών μελών του εγχειρήματος δε μπορεί να μεταβιβάζεται απρόσωπα σε τρίτους. Αν κάποιο μέλος θα θέλει να αποχωρήσει μελλοντικά, μπορεί να αποζημιώνεται από τα αποθεματικά-που θα χρειασθεί να δημιουργούνται από τα πλεονάσματα, για αυτό αλλά και για άλλους σκοπούς- ή να μεταβιβάζει τη μετοχή του σε άλλο συγκεκριμένο πρόσωπο, αποδεκτό από τη συνέλευση των μελών. Δε θα πουλά λοιπόν μετοχές στην απρόσωπη αγορά, αλλά μπορεί να εξασφαλίζει νέα κεφάλαια και μέσα: 1) από την «προίκα» που μπορούν να φέρουν τα νέα εργαζόμενα μέλη τα οποία θα θέλουν να συμμετάσχουν στο εγχείρημα 2) από δάνεια ή δωρεές άλλων συνεργαζόμενων με αυτό εγχειρημάτων 3) από χρηματοδότηση πιστωτικών οργανισμών της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας που θα υπάρχουν ή θα δημιουργούνται, στο πρότυπο των σημερινών «ηθικών και δημοκρατικών ή συνεταιριστικών τραπεζών».
Στη κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία δεν θα υπάρχει χρηματοπιστωτικός τομέας με τη μορφή του σημερινού καπιταλιστικού «καζίνου». Οι πιθανοί μικροί τόκοι που μπορούν να απαιτούν οι πιστωτικοί αυτοί οργανισμοί της θα δικαιολογούνται μόνο στη βάση των λειτουργικών δαπανών τους και όχι στη βάση διανομής κερδών στα μέλη(και αυτοί οι οργανισμοί-συλλογικότητες θα διανέμουν εισόδημα μόνο στους εργαζόμενούς τους, πέρα από την εξασφάλιση των λειτουργικών εξόδων τους). Σε τέτοιους πιστωτικούς συνεταιρισμούς-που βέβαια θα λειτουργούν με δημοκρατική διαφάνεια για να διεκδικούν την ένταξή τους στην οικονομία της μετάβασης- μπορούν να καταθέτουν για παράδειγμα τα για το επόμενο χρονικό διάστημα αχρείαστα πλεονάσματά τους, τα υπόλοιπα οικονομικά εγχειρήματα της εν λόγω οικονομίας. Έτσι το χρήμα θα ξαναγίνει μέσο για την λειτουργία της κοινοτικής οικονομίας και όχι μέσο πλουτισμού των ατόμων προκατόχων του.
Εξάλλου είναι υλοποιήσιμη και η δυνατότητα δημιουργίας από τώρα ενός "εσωτερικού νομίσματος" της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, ώστε να ανταλλάσσουν μεταξύ τους -σε μια δίκαιη βάση- όλες οι οικονομικές μονάδες, που θα εντάσσονται στον τομέα.