Από Κοινού: Συνέλευση για την Αποανάπτυξη και την Άμεση Δημοκρατία

Μαζί στον δρόμο προς έναν μετα-καπιταλιστικό κόσμο: με το πρόταγμα της Αποανάπτυξης-Τοπικοποίησης, του Κοινοτισμού και της Άμεσης Δημοκρατίας.
Καθόλα αυτά τα χρόνια της λεγόμενης οικονομικής κρίσης έχει λάβει χώρα στην νεοελληνική κοινωνία μία διαδικασία, με κεντρικό άξονα την επανανοηματοδότηση του αξιακού μας συστήματος και των πολιτικών μας προταγμάτων.
Μεμονωμένα άτομα αλλά και ομάδες, συλλογικότητες και κινήματα έχουν αναπτυχθεί παντού στην Ελλάδα, έχουν αφήσει πίσω τους το «αναπτυξιακό» μοντέλο που προωθεί τον καταναλωτικό τρόπο ζωής και έχουν υιοθετήσει άλλες φιλοσοφίες και άλλους τρόπους προσωπικής και συλλογικής διαβίωσης.
Η πολύχρονη πορεία ζωής όλων αυτών των ανθρώπων και ομάδων έχει αποδείξει ότι υπάρχουν υγιή και δυναμικά κοινωνικά κύτταρα, οι δράσεις των οποίων επιθυμούν να συναντηθούν και να συντονιστούν, έτσι ώστε να εκφραστεί η κοινή πολιτική τους φιλοσοφία, σε μια προοπτική μετασχηματισμού που ανοίγει το δρόμο για μια κοινωνία που θα στηριχθεί:

  • στο αποαναπτυξιακό μοντέλο της οικονομίας των αναγκών, της επάρκειας και του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στη βάση της αφθονίας των υλικών και άυλων Κοινών,
  • στην κοινοτική οργάνωση με βάση την προσωπική και συλλογικήαυτονομία,
  • σε αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς και στη θέσμιση της άμεσης δημοκρατίας με τη μορφή του ομοσπονδιακού Κοινοτισμού.

Πρόκειται για τη διάδοση της παραπάνω θέσης μας, που διευρύνεται και διασυνδέεται εδώ και τώρα. Και εν μέρει, λόγω της επιρρεπούς στην κρίση φύσης του σημερινού κοινωνικού συστήματος, είναι δυνατόν να γίνει πράξη και λογική της πλειοψηφίας.
Στα σημερινά εγχειρήματα του πολύμορφου αυτού κινήματος και στις δραστηριότητές του, εμπεριέχονται οι δυνατότητες μιας κοινωνίας σε μετακαπιταλιστική μετάβαση. Στοιχεία της έχουν ήδη δημιουργηθεί, εάν και ακόμα ξετυλίγονται και δεν είναι πλήρη. Τέτοια στοιχεία είναι αυτά της άμεσης δημοκρατίας στα πλαίσια της λειτουργίας των εγχειρημάτων, της οικολογίας με τη μορφή του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στις οικονομικές δραστηριότητές τους, της οικονομίας των αναγκών στις πρακτικές της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας που υλοποιούν. Της ισότητας των αμοιβών και των αυτοκαθοριζόμενων συνθηκών εργασίας από τα μέλη τους, της ισότητας των φύλων και των μειονοτήτων στη συμμετοχή και στη λήψη των αποφάσεων κ.λπ.
Ταυτόχρονα αυτά τα εγχειρήματα είναι πάντα εκτεθειμένα στον κίνδυνο να εκληφθούν ως ιδιοτελείς προσπάθειες για βελτίωση των συνθηκών ζωής μόνο των μελών τους και όχι και των κοινοτήτων γύρω τους. Αμυντικές μάχες, συγκρούσεις και διαπραγματεύσεις για οικειοποίηση κοινών πόρων απαιτούνται για όσο διάστημα το ιεραρχικό εθνικό κράτος και η καπιταλιστική αγορά με τίς αντίστοιχες λογικές τους κυριαρχούν. Αυτές οι μάχες θα γίνονται πιο επιτυχείς, αν δίνονται στο πλαίσιο ενός ισχυρού, κοινού και πάνω από όλα χειραφετικού κοινωνικού κινήματος.
Το συγκεκριμένο μετα-καπιταλιστικό όραμα είναι ένας κόσμος που δεν είναι ιεραρχικός, αλλά συνδεδεμένος με δίκτυα λειτουργικά όλων των επιπέδων και δεσμών, είναι αυτο-οργανωμένος και οι βασικές προσωπικές ανάγκες όλων των πολιτών μπορούν να ικανοποιηθούν μέσω της αφθονίας των συλλογικών αγαθών (Commons). Αυτός ο κόσμος θα χαρακτηρίζεται εξάλλου από αυτοκαθοριζόμενες και γεμάτες ευθύνη σχέσεις δραστηριοτήτων και εργασίας, οι οποίες θα φέρνουν χαρά και νόημα, χωρίς υπερβολική εκμετάλλευση πόρων ή καταστροφή οικοσυστημάτων.
Το κίνημα των κοινοτήτων εμπιστεύεται το ανθρώπινο δυναμικό και μεταφράζει την έννοια της βιωσιμότητας στη γλώσσα των ανθρώπινων αναγκών: Υπάρχει μια βασική ανάγκη, η διατήρηση του πλανήτη, η οποία μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο εάν οργανώσουμε την ικανοποίηση, τόσο των ατομικών όσο και των συλλογικών αναγκών, σε αρμονία με τα όρια που βάζουν οι δυνατότητες των οικοσυστημάτων της γης. Η κοινή χρήση είναι ένας συγκεκριμένος τρόπος αντιμετώπισης της ανθρώπινης και μη ανθρώπινης φύσης, ο οποίος δεν βασίζεται στους καταναγκασμούς του αφηγήματος της «ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων», αλλά αναγνωρίζει ότι εμείς οι άνθρωποι είμαστε ένα (ανα)παραγόμενο στοιχείο του πλανήτη γη. Τα Κοινά (Commons) βέβαια ενδέχεται να μην επιλύσουν μακροπρόθεσμα όλα τα προβλήματα του κόσμου. Αλλά ζούμε το τέλος του καπιταλιστικού κόσμου, στο οποίο δυστοπικό τέλος, οι αντιθέσεις μάλλον τείνουν να επιδεινώνονται και οι συγκρούσεις γίνονται όλο και πιο βάναυσες. Για αυτό είναι ιδιαίτερης σημασίας η δημιουργία θετικών προοπτικών, η διατύπωση και - περισσότερο από οτιδήποτε - η πρακτική ενός αλληλέγγυου οράματος.
Για το μέλλον, φαίνεται επιθυμητό και απαραίτητο να βρεθεί κοινά αποφασισμένη και συντονισμένη κατεύθυνση για την προοπτική του κινήματος. Ο όρος σύγκλισηταιριάζει σε τέτοιες διαδικασίες σχηματισμού συμμαχιών και περιλαμβάνει επίσης πολλά άλλα ρεύματα που κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Ταυτόχρονα, πρέπει επίσης να εντατικοποιηθούν οι συζητήσεις γύρω από το περιεχόμενο, ώστε να αναλυθούν παραπέρα και τα στρατηγικά ζητήματα, αλλά και να συζητηθούν ανοιχτά τα αμφιλεγόμενα ζητήματα. Μόνο έτσι μπορεί να αποφευχθεί η σημερινή πραγματικότητα, όπου τα διαφορετικά ρεύματα δεν είναι συνδεδεμένα και δρουν παράλληλα και απομονωμένα. Θα χρειασθεί να ληφθεί μέριμνα ώστε να προέλθει μια διασύνδεση που θα χαρακτηρίζεται βέβαια από ποικιλομορφία και όχι οπωσδήποτε από ταύτιση.
Θα χρειασθεί επίσης να γίνει κοινά αποδεκτός ένας όρος που θα μπορέσει να αποτελέσει την κοινή στέγη, τον κοινό στόχο και να περιλαμβάνει τον κοινό ορίζοντα κατανόησης των διαφορετικών ρευμάτων, που δεν μπορεί να είναι άλλος από το ξεπέρασμα του καπιταλισμού.
Γενικότερα, ήρθε ο καιρός, που τα όποια-σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο- σημερινά κοινωνικά κινήματα θα χρειασθεί, στηριζόμενα στη αναβίωση του πνεύματος του κοινοτισμού στις σύγχρονες σημερινές συνθήκες και συνδεόμενα μεταξύ τους, να μετατραπούν σε ενιαίο πολιτικό κίνημα μετάβασης για την μετακαπιταλιστική κοινωνία.
Ειδικά για τη χώρα, που βρίσκεται σε συνθήκες οικονομικού πολέμου και έχει μετατραπεί σε αποικία χρέους, το πολύμορφο αυτό κίνημα θα χρειασθεί να διαμορφώσει ένα ελκυστικό πρόγραμμα διεκδίκησης της «εδώ και τώρα» αλλαγής πορείας, δημιουργώντας ταυτόχρονα τα στοιχεία και τις κοινωνικές δομές του νέου κόσμου που οραματίζεται, αφήνοντας πίσω τον καπιταλιστικό κόσμο που μας οδηγεί στην κοινωνική και οικολογική κατάρρευση.
Η μελλοντική επιδίωξη της κοινωνικής χειραφέτησης και της ένταξης των ανθρώπινων κοινοτήτων –πέρα από σύνορα-με ισορροπία στα πλαίσια ενός πεπερασμένου πλανητικού οικοσυστήματος, θα μπορέσει να υλοποιηθεί μόνο από μια σύγκλιση, στη δράση και στη σκέψη, των παραπάνω κοινωνικοπολιτικών ρευμάτων, και στο επίπεδο της καθημερινής ζωής, και στο επίπεδο της κοινωνικής και πολιτικής θέσμισης. Και καταρχήν στην διαπαιδαγώγηση –μέσα από την συμμετοχή-του απαραίτητου ανθρωπολογικού τύπου -σε κρίσιμο αριθμό- που θα βάλει όλη την κοινωνία σε περίοδο κοινωνικοοικολογικού μετασχηματισμού. Ξεκινώντας βασικά από κάθε τοπική κοινωνία.

Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2011

Πώς τολμάτε;

της Σίας Αναγνωστοπούλου
από το tvxsteam tvxs.gr/node/75432 :

«Kούρεμα», παρελάσεις, αγανάκτηση, οργή, φτώχεια, κραυγές αγωνίας για το μέλλον, υποκρισία, δημοψήφισμα, υπεράσπιση των ιερών και οσίων: στοιχεία που συνθέτουν το υπέροχο σκηνικό της σημερινής Eλλάδας. Πάνω από αυτά υπερίπτατο, πριν κάποιες μέρες, η σωτήρια επιστολή των τριών (Λοβέρδου, Διαμαντοπούλου, Pαγκούση), αλλά και τα έπεα πάθους για την Ευρώπη και την πορεία της χώρας σ’ αυτήν! Τόσο στην επιστολή, στην οποία οι τρεις ευαγγελίζονται την Eλλάδα του νέου ήθους, της νέας πολιτικής ηθικής, που συμπυκνώνεται στις μεταρρυθμίσεις που οι ίδιοι προωθούν, όσο και στα έπεα πάθους για μια Ελλάδα ευρωπαϊκή της οποίας φυσικοί ηγέτες μόνο ευρωπαϊστές πολιτικοί μπορούν να είναι (δηλαδή Βενιζέλος-Λοβέρδος κλπ.), δεν έχουμε παρά μόνο μια απάντηση: Πώς τολμάτε;
Στην Ελλάδα των μετά βίας 10.000.000 ανθρώπων, που ο ένας γνωρίζει λίγο-πολύ τα πεπραγμένα του άλλου, εμείς ας παραστήσουμε τους ανίδεους. Aς υποθέσουμε ότι οι συγκεκριμένοι πολιτικοί –κι άλλοι σαν αυτούς– ανήκουν στις υγιείς, ευρωπαϊκές ομάδες αυτού του έθνους. Aς υποθέσουμε ότι δεν είχαν ιδέα για τη διαπλοκή της εξουσίας με τις πιο αυταρχικές, αντιευρωπαϊκές και αντιδραστικές δυνάμεις (την Eκκλησία, το ποδόσφαιρο και τον αθλητισμό γενικά), διαπλοκή η οποία έφερνε επίλεκτα στελέχη των μεγάλων κομμάτων στην πρώτη θέση στις εκλογές.
Aς υποθέσουμε επίσης ότι κανένας τους δεν αναρριχήθηκε στην εξουσία μέσα από τον πιο βάρβαρο κομματικό μηχανισμό. Aς υποθέσουμε ότι όλοι υπηρετούσαν το δημόσιο συμφέρον, ότι δεν χρησιμοποίησαν το δημόσιο αγαθό ως εφαλτήριο για την προσωπική καριέρα τους. Aς υποθέσουμε ότι δεν είχαν ιδέα ούτε για τον εκμαυλισμό μεγάλων ομάδων της κοινωνίας ούτε για την κατασπατάληση του δημόσιου –και του ευρωπαϊκού– χρήματος ούτε για το πελατειακό σύστημα προνομίων.
Aς υποθέσουμε ότι οι συγκεκριμένοι ήταν διαβασμένοι πολιτικοί, γνώριζαν τι σημαίνει Eυρώπη, τι δεσμεύσεις αναλάμβανε η χώρα μπαίνοντας στην ευρωζώνη. Aς υποθέσουμε ότι δεν ήταν οι επαρχιώτες πολιτικοί του καφενείου, της εύκολης, κουτοπόνηρης ρητορείας και του εντυπωσιασμού του πλήθους. Aς υποθέσουμε ότι αντιλαμβάνονταν την πολυπλοκότητα του «νέου κόσμου» στον οποίο ανήκε η Eλλάδα, ότι κατανοούσαν την ευρωπαϊκή πολιτική, την ευρωπαϊκή και παγκόσμια οικονομία, ώστε να «προβλέψουν» προς τα πού οδεύει αυτή η Eυρώπη και πώς έπρεπε να στηθεί η Eλλάδα για να περισώσει το «διασωθέν»: ό,τι της είχε απομείνει από δεκαετίες εκμαυλισμού και διαφθοράς. Ας αποδεχτούμε ως δεδομένη την πρόθεσή τους να σώσουν το έθνος και την πατρίδα από την εθνική καταστροφή.
Και πάλι, η απάντηση είναι μία: Πώς τολμάτε; Για να επιβιώσει το έθνος από μια καταστροφή, χρειάζεται να ανασυγκροτηθεί στη βάση ενός νέου αξιακού κώδικα. Aυτό σημαίνει ότι, καταρχήν και καταρχάς, ονοματίζονται και τιμωρούνται οι υπεύθυνοι, ενώ ξαναοριοθετείται το έθνος και οι αξίες του, μεταξύ των οποίων και η ευρωπαϊκή του ταυτότητα. Eν ολίγοις, συνάπτεται ένα νέο εθνικό συμβόλαιο με το οποίο αναδιατυπώνονται το κοινό δίκαιο και το κοινό συμφέρον, με βάση τα οποία συνεγείρονται οι υγιείς ομάδες και συσπειρώνονται γύρω από την ηγεσία που αναλαμβάνει να διεκπεραιώσει το νέο εθνικό, ευρωπαϊκό πρόγραμμα.
Aς υποθέσουμε λοιπόν ότι οι συγκεκριμένοι πολιτικοί δεν είχαν καμιά ανάμιξη σε αυτή την καταστροφή, συνεπώς νομιμοποιούνται να παίξουν το ρόλο της ηγεσίας του έθνους, που πρέπει να πολεμήσει τους «τυράννους» του προκειμένου να σωθεί. Oι νέες αξίες όμως δεν έρχονται με επιφοίτηση αλλά διαμορφώνονται στο πλαίσιο ενός αγώνα κατά του παλιού που οδήγησε μια χώρα στην καταστροφή. Σε ιστορικές φάσεις μεγάλων ανατροπών, για να διεκδικήσουν ηγετικό ρόλο ακόμη κι αυτοί που επί χρόνια υπηρέτησαν με περισσή πίστη και αφοσίωση την παλιά τάξη πραγμάτων, πρέπει καταρχάς να καταδικάσουν απερίφραστα τους φορείς και τις αξίες της παλιάς τάξης. Δεν μπορείς να ονοματίζεις «τύραννο» και «αντιευρωπαϊστή» τον πανεπιστημιακό, τον εφοριακό, τον υπάλληλο της ΔEH, τον οποιοδήποτε δημόσιο υπάλληλο ή εργαζόμενο, χωρίς πρώτα να έχεις ονοματίσει «τύραννο» τον πρωταρχικό διαφθορέα: όλους όσους ανήγαγαν τη διαφθορά και τη διαπλοκή σε πολιτική και κοινωνική αξία, εξαιτίας της οποίας άνθρωποι έντιμοι περιθωριοποιούνταν ως ανίκανοι.
Πώς τολμάτε λοιπόν; Για να δοθεί ένας αγώνας, πρέπει καταρχάς να οριοθετηθούν τα μέτωπα και οι αρχές. O αγώνας, με ιδεολογικές γραμμές και αξίες συμβάλλει στη ριζοσπαστικοποίηση και του μέχρι πρότινος διεφθαρμένου «κοτζαμπάση», «αρματολού» και «κλέφτη». Aυτός όμως που διεκδικεί την ηγεσία είναι ο πρώτος που πρέπει να αποποιηθεί το παρελθόν του «κοτζαμπάση». Oι μεταρρυθμίσεις λοιπόν, όπως και οι εκ των υστέρων κραυγές για την Ευρώπη, χωρίς οριοθετημένο ιδεολογικό πλαίσιο, χωρίς πρόγραμμα που να δεσμεύει σε έναν κοινό σκοπό-σωτηρία της χώρας και του δημόσιου χώρου ομάδες με ετερόκλητη προέλευση και διαφορετικές διεκδικήσεις, μετά βίας καλύπτουν ιδιοτελή συμφέροντα, βάναυσα ιδεολογήματα και κομματικά συμφέροντα.
Μέγιστη απόδειξη, η εκβιαστική χρήση του δημοψηφίσματος από τον πρωθυπουργό και την παρέα του, οι κραυγές αγωνίας για την πορεία της Ελλάδας στην Ευρώπη. Δεν γνωρίζουμε το παρασκήνιο της απόφασης για το δημοψήφισμα, ούτε θέλουμε να προβούμε σε συνωμοτικές εικασίες. Εκείνο όμως που έγινε σαφές είναι ότι, ακόμη μια φορά, η ευρωπαϊκότητα του έθνους παίζεται σε ζαριές ανάμεσα σε συγκρουόμενες ομάδες του ίδιου κόμματος (ΠΑΣΟΚ) ή/και ανάμεσα στα δύο κόμματα εξουσίας. Πάντως, ένα είναι βέβαιο: την ευρωπαϊκότητα του έθνους δεν την υπονομεύουν οι διαδηλώσεις και το ξέσπασμα οργής –αυτά αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του ευρωπαϊκού πολιτικού πολιτισμού– , αλλά η χυδαία χρήση τόσο του έθνους όσο και της «Ευρώπης» από τα δυο κόμματα εξουσίας, που οδήγησαν τη χώρα στον εξευτελισμό.
Πώς τολμάτε λοιπόν; H οργή ξέσπασε, πραγματικά και συμβολικά, στις παρελάσεις σε όλη την Eλλάδα. Και άρχισαν πάλι οι υγιείς ομάδες της κοινωνίας –πολιτικοί, δημοσιογράφοι, άνθρωποι του πνεύματος– να ολοφύρονται για την κατάντια αυτού του τόπου που δεν σέβεται τους θεσμούς και την εθνική μνήμη. Πόση υποκρισία, πόσος ελιτισμός, πόσο συμφέρον κρύβεται πίσω από όλα αυτά; Πράγματι, σ’ αυτό το οργισμένο ξέσπασμα μετείχαν από φίλαθλοι και «μπαχαλάκηδες» μέχρι φιλήσυχοι και πολιτικοποιημένοι άνθρωποι, οι οποίοι ριζοσπαστικοποιήθηκαν υπό το βάρος μιας απερίγραπτης αδικίας και ταπείνωσης. Πόσο ανιστόρητος πρέπει να είναι κανείς για να μην καταλαβαίνει ότι όταν το δίκαιο παύει να είναι το κοινώς αυτονόητο ανάμεσα στην κοινωνία και την εξουσία, τότε η έκρηξη είναι αναμενόμενη; Πόσο ανιστόρητος και φτηνός ηθικολόγος πρέπει να είναι αν δεν καταλαβαίνει ότι στην έκρηξη εκφράζονται πολλά και διαφορετικά πράγματα;
Πιστεύει κανείς ότι στις ευρωπαϊκές εξεγέρσεις είχαν όλοι την ίδια πολιτική και κοινωνική αφετηρία, τα ίδια συμφέροντα; Πιστεύει κανείς ότι οι θεσμοί, όταν παύουν να περιχαρακώνουν ένα κοινό και μέσα από ευρεία συναίνεση δίκαιο, δεν αυτοϋπονομεύονται; Πόσο εθνικιστής και αντιευρωπαϊστής πρέπει να είναι για να μην καταλαβαίνει ότι στις παρελάσεις δεν δοξάζεται ένα αποστεωμένο και νεκρό έθνος, αλλά ότι, μέσω της επετείου και στο όνομα των νεκρών, ανανεώνεται το συμβόλαιο εμπιστοσύνης ανάμεσα στα μέλη μιας κοινότητας τα οποία συμμερίζονται τις ίδιες αξίες και αρχές; Στη φετινή παρέλαση, η ελληνική κοινωνία –διεφθαρμένη και αδιάφθορη– γύρισε την πλάτη της, όχι στους νεκρούς της, αλλά στην πολιτική εξουσία που δεν τιμά ούτε νεκρούς ούτε ζωντανούς. Γιατί αν δεν τιμάς τους ζωντανούς δεν μπορείς να τιμήσεις τους νεκρούς. Tα υπόλοιπα είναι για τον Kαρατζαφέρη, τον εθνικό υποβολέα αυτής της κυβέρνησης.
Μπροστά σε όλα αυτά, η Aριστερά έχει το ιστορικό βάρος να αναλάβει τις ευθύνες του ρόλου της, την ευθύνη της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας. Από τη Γαλλική Επανάσταση και μετά (από την Ελληνική για τη χώρα μας), το τι είναι Ευρώπη συνιστά μείζον πολιτικό διακύβευμα ανάμεσα σε διαφορετικές πολιτικές δυνάμεις. Αυτό ήταν το διακύβευμα στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αυτό παραμένει και σήμερα, με διαφορετικούς όρους βέβαια. Όσο πιο πολύπλοκο το διακύβευμα τόσο πιο «διαβασμένη» πολιτική απαιτείται.
Η Αριστερά δεν μπορεί να τροφοδοτείται μόνο από την οργή, αλλά οφείλει να την πολιτικοποιήσει στη βάση ενός αξιακού κώδικα με τον οποίο ο «κοτζαμπασισμός», απ’ όπου κι αν προέρχεται, θα αποτελέσει οριστικά παρελθόν. Πολιτικό πρόγραμμα εξουσίας πρέπει να είναι η απάντησή της, με την επίγνωση ότι η μοναδική σωτηρία για τη χώρα είναι η αποκατάσταση μιας άλλης τάξης που θα ανατρέψει την αταξία που δημιούργησαν οι κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ-ΝΔ. Μιας άλλης τάξης, μέσα όμως στην Ευρώπη στην οποία ιστορικά, πολιτικά και οικονομικά ανήκουμε.
Το ευρώ είναι το κοινό μας νόμισμα, και για να γίνει ένα νόμισμα προς όφελος των πιο αδύναμων χρειάζεται αγώνας αλλά και συνέπεια στο εθνικό συμφέρον, που δεν μπορεί πλέον παρά να είναι και ευρωπαϊκό. Η ιστορία της Ευρώπης ενείχε πάντα τη σύγκρουση ανάμεσα σε δυνάμεις αυταρχικές και δημοκρατικές. Είναι η στιγμή η Αριστερά να συγκροτήσει ένα πρόγραμμα εξουσίας που θα συνεγείρει μεγάλες κοινωνικές ομάδες, οι οποίες θα συνειδητοποιηθούν στο πλαίσιο ενός αγώνα που, αν έχει στόχο να αλλάξει την Ευρώπη, πρέπει να κάνει θυσίες για να αλλάξει πρώτα τον εαυτό της. Θυσίες μέσα από τις οποίες θα συναντηθεί με τους άλλους λαούς της Ευρώπης και δεν θα απομονώνεται από αυτούς.

Η Σία Αναγνωστοπούλου διδάσκει στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου