Από Κοινού: Συνέλευση για την Αποανάπτυξη και την Άμεση Δημοκρατία

Μαζί στον δρόμο προς έναν μετα-καπιταλιστικό κόσμο: με το πρόταγμα της Αποανάπτυξης-Τοπικοποίησης, του Κοινοτισμού και της Άμεσης Δημοκρατίας.
Καθόλα αυτά τα χρόνια της λεγόμενης οικονομικής κρίσης έχει λάβει χώρα στην νεοελληνική κοινωνία μία διαδικασία, με κεντρικό άξονα την επανανοηματοδότηση του αξιακού μας συστήματος και των πολιτικών μας προταγμάτων.
Μεμονωμένα άτομα αλλά και ομάδες, συλλογικότητες και κινήματα έχουν αναπτυχθεί παντού στην Ελλάδα, έχουν αφήσει πίσω τους το «αναπτυξιακό» μοντέλο που προωθεί τον καταναλωτικό τρόπο ζωής και έχουν υιοθετήσει άλλες φιλοσοφίες και άλλους τρόπους προσωπικής και συλλογικής διαβίωσης.
Η πολύχρονη πορεία ζωής όλων αυτών των ανθρώπων και ομάδων έχει αποδείξει ότι υπάρχουν υγιή και δυναμικά κοινωνικά κύτταρα, οι δράσεις των οποίων επιθυμούν να συναντηθούν και να συντονιστούν, έτσι ώστε να εκφραστεί η κοινή πολιτική τους φιλοσοφία, σε μια προοπτική μετασχηματισμού που ανοίγει το δρόμο για μια κοινωνία που θα στηριχθεί:

  • στο αποαναπτυξιακό μοντέλο της οικονομίας των αναγκών, της επάρκειας και του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στη βάση της αφθονίας των υλικών και άυλων Κοινών,
  • στην κοινοτική οργάνωση με βάση την προσωπική και συλλογικήαυτονομία,
  • σε αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς και στη θέσμιση της άμεσης δημοκρατίας με τη μορφή του ομοσπονδιακού Κοινοτισμού.

Πρόκειται για τη διάδοση της παραπάνω θέσης μας, που διευρύνεται και διασυνδέεται εδώ και τώρα. Και εν μέρει, λόγω της επιρρεπούς στην κρίση φύσης του σημερινού κοινωνικού συστήματος, είναι δυνατόν να γίνει πράξη και λογική της πλειοψηφίας.
Στα σημερινά εγχειρήματα του πολύμορφου αυτού κινήματος και στις δραστηριότητές του, εμπεριέχονται οι δυνατότητες μιας κοινωνίας σε μετακαπιταλιστική μετάβαση. Στοιχεία της έχουν ήδη δημιουργηθεί, εάν και ακόμα ξετυλίγονται και δεν είναι πλήρη. Τέτοια στοιχεία είναι αυτά της άμεσης δημοκρατίας στα πλαίσια της λειτουργίας των εγχειρημάτων, της οικολογίας με τη μορφή του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στις οικονομικές δραστηριότητές τους, της οικονομίας των αναγκών στις πρακτικές της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας που υλοποιούν. Της ισότητας των αμοιβών και των αυτοκαθοριζόμενων συνθηκών εργασίας από τα μέλη τους, της ισότητας των φύλων και των μειονοτήτων στη συμμετοχή και στη λήψη των αποφάσεων κ.λπ.
Ταυτόχρονα αυτά τα εγχειρήματα είναι πάντα εκτεθειμένα στον κίνδυνο να εκληφθούν ως ιδιοτελείς προσπάθειες για βελτίωση των συνθηκών ζωής μόνο των μελών τους και όχι και των κοινοτήτων γύρω τους. Αμυντικές μάχες, συγκρούσεις και διαπραγματεύσεις για οικειοποίηση κοινών πόρων απαιτούνται για όσο διάστημα το ιεραρχικό εθνικό κράτος και η καπιταλιστική αγορά με τίς αντίστοιχες λογικές τους κυριαρχούν. Αυτές οι μάχες θα γίνονται πιο επιτυχείς, αν δίνονται στο πλαίσιο ενός ισχυρού, κοινού και πάνω από όλα χειραφετικού κοινωνικού κινήματος.
Το συγκεκριμένο μετα-καπιταλιστικό όραμα είναι ένας κόσμος που δεν είναι ιεραρχικός, αλλά συνδεδεμένος με δίκτυα λειτουργικά όλων των επιπέδων και δεσμών, είναι αυτο-οργανωμένος και οι βασικές προσωπικές ανάγκες όλων των πολιτών μπορούν να ικανοποιηθούν μέσω της αφθονίας των συλλογικών αγαθών (Commons). Αυτός ο κόσμος θα χαρακτηρίζεται εξάλλου από αυτοκαθοριζόμενες και γεμάτες ευθύνη σχέσεις δραστηριοτήτων και εργασίας, οι οποίες θα φέρνουν χαρά και νόημα, χωρίς υπερβολική εκμετάλλευση πόρων ή καταστροφή οικοσυστημάτων.
Το κίνημα των κοινοτήτων εμπιστεύεται το ανθρώπινο δυναμικό και μεταφράζει την έννοια της βιωσιμότητας στη γλώσσα των ανθρώπινων αναγκών: Υπάρχει μια βασική ανάγκη, η διατήρηση του πλανήτη, η οποία μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο εάν οργανώσουμε την ικανοποίηση, τόσο των ατομικών όσο και των συλλογικών αναγκών, σε αρμονία με τα όρια που βάζουν οι δυνατότητες των οικοσυστημάτων της γης. Η κοινή χρήση είναι ένας συγκεκριμένος τρόπος αντιμετώπισης της ανθρώπινης και μη ανθρώπινης φύσης, ο οποίος δεν βασίζεται στους καταναγκασμούς του αφηγήματος της «ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων», αλλά αναγνωρίζει ότι εμείς οι άνθρωποι είμαστε ένα (ανα)παραγόμενο στοιχείο του πλανήτη γη. Τα Κοινά (Commons) βέβαια ενδέχεται να μην επιλύσουν μακροπρόθεσμα όλα τα προβλήματα του κόσμου. Αλλά ζούμε το τέλος του καπιταλιστικού κόσμου, στο οποίο δυστοπικό τέλος, οι αντιθέσεις μάλλον τείνουν να επιδεινώνονται και οι συγκρούσεις γίνονται όλο και πιο βάναυσες. Για αυτό είναι ιδιαίτερης σημασίας η δημιουργία θετικών προοπτικών, η διατύπωση και - περισσότερο από οτιδήποτε - η πρακτική ενός αλληλέγγυου οράματος.
Για το μέλλον, φαίνεται επιθυμητό και απαραίτητο να βρεθεί κοινά αποφασισμένη και συντονισμένη κατεύθυνση για την προοπτική του κινήματος. Ο όρος σύγκλισηταιριάζει σε τέτοιες διαδικασίες σχηματισμού συμμαχιών και περιλαμβάνει επίσης πολλά άλλα ρεύματα που κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Ταυτόχρονα, πρέπει επίσης να εντατικοποιηθούν οι συζητήσεις γύρω από το περιεχόμενο, ώστε να αναλυθούν παραπέρα και τα στρατηγικά ζητήματα, αλλά και να συζητηθούν ανοιχτά τα αμφιλεγόμενα ζητήματα. Μόνο έτσι μπορεί να αποφευχθεί η σημερινή πραγματικότητα, όπου τα διαφορετικά ρεύματα δεν είναι συνδεδεμένα και δρουν παράλληλα και απομονωμένα. Θα χρειασθεί να ληφθεί μέριμνα ώστε να προέλθει μια διασύνδεση που θα χαρακτηρίζεται βέβαια από ποικιλομορφία και όχι οπωσδήποτε από ταύτιση.
Θα χρειασθεί επίσης να γίνει κοινά αποδεκτός ένας όρος που θα μπορέσει να αποτελέσει την κοινή στέγη, τον κοινό στόχο και να περιλαμβάνει τον κοινό ορίζοντα κατανόησης των διαφορετικών ρευμάτων, που δεν μπορεί να είναι άλλος από το ξεπέρασμα του καπιταλισμού.
Γενικότερα, ήρθε ο καιρός, που τα όποια-σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο- σημερινά κοινωνικά κινήματα θα χρειασθεί, στηριζόμενα στη αναβίωση του πνεύματος του κοινοτισμού στις σύγχρονες σημερινές συνθήκες και συνδεόμενα μεταξύ τους, να μετατραπούν σε ενιαίο πολιτικό κίνημα μετάβασης για την μετακαπιταλιστική κοινωνία.
Ειδικά για τη χώρα, που βρίσκεται σε συνθήκες οικονομικού πολέμου και έχει μετατραπεί σε αποικία χρέους, το πολύμορφο αυτό κίνημα θα χρειασθεί να διαμορφώσει ένα ελκυστικό πρόγραμμα διεκδίκησης της «εδώ και τώρα» αλλαγής πορείας, δημιουργώντας ταυτόχρονα τα στοιχεία και τις κοινωνικές δομές του νέου κόσμου που οραματίζεται, αφήνοντας πίσω τον καπιταλιστικό κόσμο που μας οδηγεί στην κοινωνική και οικολογική κατάρρευση.
Η μελλοντική επιδίωξη της κοινωνικής χειραφέτησης και της ένταξης των ανθρώπινων κοινοτήτων –πέρα από σύνορα-με ισορροπία στα πλαίσια ενός πεπερασμένου πλανητικού οικοσυστήματος, θα μπορέσει να υλοποιηθεί μόνο από μια σύγκλιση, στη δράση και στη σκέψη, των παραπάνω κοινωνικοπολιτικών ρευμάτων, και στο επίπεδο της καθημερινής ζωής, και στο επίπεδο της κοινωνικής και πολιτικής θέσμισης. Και καταρχήν στην διαπαιδαγώγηση –μέσα από την συμμετοχή-του απαραίτητου ανθρωπολογικού τύπου -σε κρίσιμο αριθμό- που θα βάλει όλη την κοινωνία σε περίοδο κοινωνικοοικολογικού μετασχηματισμού. Ξεκινώντας βασικά από κάθε τοπική κοινωνία.

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2012

Μια άλλη στάση ζωής(2)

Μέρος πρώτο


Η τωρινή κατάσταση και η μικρή εξέγερση εναντίον της

1. Τα κύρια χαρακτηριστικά της καθημερινής ζωής στη σημερινή ελληνική κοινωνία :

άγχος, μοναξιά και απομόνωση, φόβος και ανασφάλεια, αλλοτρίωση

Μίλησα για εφιαλτική κατάσταση. Την βλέπουν έτσι μόνο τα δικά μου μάτια ; Δεν το νομίζω. Αυτό που έχει σημασία είναι να παρατηρήσουμε την καθημερινή ζωή των ανθρώπων.

Εντυπωσιάζει το φοβερό άγχος που διακατέχει όλους. Οι απίθανοι ρυθμοί ζωής, σε πόλεις σχετικά μικρές, και ευκατάστατων ακόμα - φτασμένων θα έλεγα - ανθρώπων. Σε μια εποχή της οποίας όλοι εξυμνούν τα κομφόρ και τις ανέσεις, εκπλήσσει η μετατροπή κάποιων ανέσεων σε πηγή καθημερινών δυσκολιών. (Κινούμαστε αργά με το αυτοκίνητο, αλλά και δεν έχουμε πού να το παρκάρουμε. Ηχορρύπανση και μόλυνση της ατμόσφαιρας κόβουν την ανάσα.)

Εντυπωσιάζει η δυστυχία της καθημερινής ζωής των ανθρώπων. Η διάχυτη ακεφιά. Η μοναξιά, η απομόνωση, η κρίση - λέξη επιεικής - των σχέσεων κάθε είδους και μορφής• στη δουλειά με τους συνάδελφους, στο σπίτι με τους οικείους, στη γειτονιά που δεν μοσχοβολά. Η όαση της σπάνιας βραδινής εξόδου, στο τραπέζι της ταβέρνας με τα πανέμορφα παλιά λαϊκά τραγούδια, δεν ξεδιψά την ερημιά της βουβής καθημερινότητας. Σε καθημερινή βάση το μόνο που την ξεδιψά, θέλοντας να την λησμονήσει, είναι βέβαια το αλκοόλ. Η λέξη έρωτας δεν ξέρω αν υπάρχει, την ακούς μόνο σε αυτά τα τραγούδια.

Στην Ελλάδα, η ανασφάλεια του σημερινού ανθρώπου εμφανίζεται πιο έκδηλα και από τη Γαλλία - έχω το δικαίωμα της σύγκρισης, κι ας είναι πάντα αυθαίρετη -, και είναι κυρίως υπαρξιακή. (Στη Γαλλία φοβούνται πρώτα τον κλέφτη και την ανεργία, στην Ελλάδα τον θάνατο - και τη ζωή. Τούτο το παράδοξο οφείλεται σε πολλούς λόγους που δεν είναι του παρόντος.) Η σχέση αυτής της μορφής ανασφάλειας με τον ξέφρενο καταναλωτισμό, πιο έντονο απ’ ό,τι στη Γαλλία, είναι φανερή, αν και η καταναλωτική μανία έχει στη μικρή ελληνική κοινωνία και άλλα κίνητρα, π. χ., την επίδειξη, τον μιμητισμό, τη σύγκριση. Ο φόβος του θανάτου, γενικότερα της θνητότητας που χαρακτηρίζει καθετί το ανθρώπινο (και τον έρωτα ακόμα) - αυτή είναι στην ουσία η υπαρξιακή ανασφάλεια -, εξαγοράζεται με την αγορά «σίγουρων», ακίνητων, αγαθών (δες σπίτια, που μπορούν να αποκτηθούν και να διατηρηθούν πιο εύκολα από μια φιλία ή από μια ερωτική σχέση), και σε μια κατεξοχήν αφιλοσόφητη κοινωνία η «μελέτη θανάτου» γίνεται γενικευμένη κατάθλιψη. (Αν και η ζωή μας διαπνέεται σίγουρα από μια φιλοσοφία, δεν είναι η ώρα να κάνουμε φιλοσοφία. Η «μελέτη θανάτου» είναι ένας άστοχος ορισμός της φιλοσοφίας που πρότεινε ο Πλάτων. Η φιλοσοφία πρέπει μάλλον να είναι μελέτη ζωής - του νοήματος της ζωής -, και ελεύθερης ζωής.) Ας το πούμε εδώ καθαρά, η μόνη απάντηση μπροστά στον φόβο του θανάτου είναι το ήθος θνητότητας - η ιδέα διατρέχει απ’ άκρου εις άκρον το ρεμπέτικο τραγούδι : «θα μας φάει το μαύρο χώμα»• και η μόνη απάντηση μπροστά στον φόβο της ελευθερίας είναι να θεωρούμε ότι η μεγαλύτερη ευτυχία λέγεται ελευθερία. Διότι μια άλλη πλευρά της υπαρξιακής ανασφάλειας, που εμφανίζεται κυρίως στις νεώτερες ηλικίες, είναι ο φόβος μπροστά στο μέλλον που είναι σήμερα πολύ λιγότερο προδιαγραμμένο από ό,τι ήταν χθες. Αυτή η αβεβαιότητα του μέλλοντος εμπεριέχει ωστόσο τα σπέρματα ελευθερίας, δίνει στους νέους τη δυνατότητα να δημιουργήσουν οι ίδιοι το νόημα που θέλουν να έχει η ζωή τους.

Στη σημερινή Ελλάδα, εκπλήσσουν και πολλά άλλα πράγματα. Αλλά πιο πολύ εκπλήσσει η προχωρημένη, η απερίγραπτη αλλοτρίωση των πάντων και ως προς τα πάντα. Άλλα είναι τα πραγματικά προβλήματα, και ενώ τα ξέρουν διότι τα βιώνουν, για άλλα συζητούν οι άνθρωποι, λες και θέλουν να τα ξορκίσουν. Ας μη μιλήσουμε για τους πολιτικούς και τους διαμορφωτές της κοινής γνώμης, ΜΜΕ και κυρίως τηλεόραση, που έχουν πράγματι κερδίσει το παιχνίδι της αλλοτρίωσης των πάντων. Από όλα προκύπτει ότι με τον πλούτο και την απόκτηση πραγμάτων δεν λύνουμε κανένα πρόβλημα, και όμως όλοι θέλουν να αποκτήσουν : σπίτια, πολλά αυτοκίνητα, πολλές τηλεοράσεις, κλπ., κλπ. Και το χειρότερο, όλοι υποστηρίζουν ότι εκεί, δηλαδή στον οικονομικό τομέα, βρίσκεται η ρίζα των προβλημάτων. Είναι ολοφάνερο όμως ότι τα προβλήματα, π. χ., της ανατροφής των παιδιών, και της παιδείας τους, τα προβλήματα υγείας που φαίνεται πως ταλαιπωρούν ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού, πολύ περισσότερο τα προβλήματα του ζευγαριού και των ανθρώπινων σχέσεων, είναι απίθανο να λυθούν με οικονομικά μέσα• ή κι αν ακόμα υποθέσουμε ότι λύνεται το οικονομικό ζήτημα, που, όπως τουλάχιστον λένε, τους βασανίζει όλους, είναι αυτονόητο πως δεν θα λυθούν τα προβλήματα αυτά. Ας σημειώσουμε ότι, προκειμένου τουλάχιστον για ευκατάστατους ανθρώπους, το οικονομικό ζήτημα τους «βασανίζει» λόγω της θέσης που οι ίδιοι του έχουν δώσει στη ζωή τους. Το άγχος τους συνιστά την πιο ακραία μορφή αυτο-αλλοτρίωσης : βασανίζονται από ένα πρόβλημα που δεν έχουν, κάνουν όμως το οικονομικό ζήτημα πρόβλημα για να κρύβουν από τους εαυτούς τους - από τους άλλους επίσης - και να μην αντιμετωπίζουν τα βαθύτερα προβλήματά τους. Για όσους το οικονομικό ζήτημα αποτελεί υπαρκτό πρόβλημα, η συνηθισμένη μορφή αλλοτρίωσης έγκειται στο γεγονός ότι το θεωρούν ως το πιο κρίσιμο, αν όχι ως το μοναδικό, και το εκφωνούν, το συζητούν και το αντιμετωπίζουν σαν τέτοιο.

Τι βρίσκεται όμως στο βάθος όλων αυτών των χαρακτηριστικών της καθημερινής ζωής ; Απλώς, το γεγονός ότι δεν έχει πια νόημα η ίδια η ζωή σε αυτή την κοινωνία και, κατά συνέπεια, η ίδια η ζωή του καθενός. Το γεγονός αυτό αποτελεί γενικό χαρακτηριστικό όλων των σημερινών δυτικοευρωπαϊκών κοινωνιών στις οποίες, παρά τις ιδιομορφίες της, εντάσσεται και η ελληνική κοινωνία. Για μια πιο ολοκληρωμένη ανάλυση αυτής της διάγνωσης, ας μου επιτραπεί να παραπέμψω τον αναγνώστη αυτού του κειμένου στο βιβλίο μου Νέοι δρόμοι για τη δημοκρατική πολιτική σκέψη Κριτική παρουσίαση του πολιτικού στοχασμού του Κορνήλιου Καστοριάδη, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 2005.
Θα προσπαθήσω εδώ να συνοψίσω σε τι συνίσταται πιο συγκεκριμένα αυτό το γεγονός και σε τι οφείλεται. Έχουν ξεφτίσει, έχουν φθαρεί, θεμελιώδεις αξίες που έδιναν νόημα στην κοινωνική ζωή. Αναφέρω τις τέσσερεις πιο σημαντικές : θρησκεία, οικογένεια, παιδεία, εργασία. Συγκεκριμένοι θεσμοί ενσαρκώνουν αυτές τις αξίες• σχηματικά, και χωρίς να τους αναφέρουμε όλους, είναι : η επίσημη Εκκλησία, για τη θρησκεία• ο γάμος, όσον αφορά την οικογένεια• το λεγόμενο εθνικό και στην ουσία κρατικό εκπαιδευτικό σύστημα σε όλες του τις βαθμίδες, για την παιδεία• το επάγγελμα - η θεσμοθετημένη βιοποριστική απασχόληση -, όσον αφορά την εργασία. Οι θεσμοί αυτοί παραμένουν σε ισχύ, τους προστατεύει το Σύνταγμα, τους επιβάλλουν νόμοι του Κράτους. Έχουν όμως χάσει το αρχικό τους πνεύμα και τον αρχικό τους προορισμό, λόγω ακριβώς της φθοράς των αντίστοιχων αξιών• είναι σχεδόν νεκρό γράμμα. Το πνεύμα των νόμων πεθαίνει, το γράμμα τους όμως μένει. Η επισήμανση αυτή είναι πολύ κρίσιμη, και δείχνει την ανεπάρκεια της σχεδόν καθολικά αποδεκτής ιδέας, που επαναλαμβάνεται από καιρό συνεχώς, για την «κρίση αξιών». (Η διαφθορά που, όπως αναγνωρίζουν όλοι, έχει πάρει απίθανες, τεράστιες, διαστάσεις, και βέβαια δεν πλήττει μόνο το δημόσιο βίο, είναι στενά συνδεδεμένη με τη φθορά των θεμελιωδών αξιών.)

Ανέφερα τις τέσσερεις παραπάνω αξίες διότι, συνδυασμένες υπό την κρατική παρέμβαση και προστασία, έπαιζαν έναν πολλαπλά καθοριστικό ρόλο στην κοινωνική ζωή. Διασφάλιζαν τη συνοχή και τη συντήρηση της κοινωνίας, καθόριζαν το νόημα της ζωής στην κοινωνία, έδιναν νόημα στη ζωή του καθενός, προκαθορίζοντας σε μεγάλο βαθμό, αν όχι αποκλειστικά, το δρομολόγιο αυτής της ζωής. Χάραζαν έτσι το κύριο, και μονότονο, δρομολόγιο της ζωής στη σύγχρονη κοινωνία : σπίτι-σχολείο-σπίτι και, αργότερα, σπίτι-δουλειά-σπίτι, παρά τις πάμπολλες «λοξοδρομήσεις» που μπορούμε να φανταστούμε. Η φθορά τους, αποτέλεσμα πλήθους παραγόντων που δεν μπορούμε να τους απαριθμήσουμε όλους εδώ, σημαίνει ότι οι αξίες αυτές αδυνατούν πλέον να παίξουν τον αρχικό τους και θεμελιώδη ρόλο της νοηματοδότησης. Έτσι, η συμμετοχή των ανθρώπων στους θεσμούς, που είχαν ως επιδίωξη την ενσάρκωση αυτών των αξιών, παραμένοντας αναγκαστική, οδηγεί σε μια ζωή χωρίς νόημα, ή τουλάχιστον σε μια ζωή με σοβαρά κλονισμένο νόημα, ανάμεσα σε ξεφτισμένες αξίες και κενούς περιεχομένου θεσμούς. Η επίσημη Εκκλησία παραμένει, μέσα στο όνειδος και τη διαφθορά, που είναι γνωστή τοις πάσι• η οικογένεια αδυνατεί να επιτελέσει τον αρχικό και βασικό της προορισμό της ανατροφής των παιδιών• το σχολείο αντί να διαπαιδαγωγεί και να εξανθρωπίζει - «στέλνω το παιδί μου στο σχολείο για να γίνει άνθρωπος», έλεγε κάποτε ο γονιός -, ετοιμάζει νέους με διπλώματα• η εργασία έγινε καθημερινή αγγαρεία.

Σε αυτή την αντινομική, αντιφατική, κοινωνική κατάσταση, του ξεφτίσματος των παραδοσιακών και συντηρητικών αξιών, από τη μια μεριά, και της διατήρησης των θεσμών ενσάρκωσης αυτών των αξιών, από την άλλη, έρχεται να προστεθεί ένα ουσιαστικότατο στοιχείο, το οποίο καθιστά κυριολεκτικά δίχως νόημα τη ζωή στη σημερινή κοινωνία. Διότι είναι δυνατό να σκεφτούμε ότι το ξέφτισμα - αυτό που ονομάζεται κρίση - των αξιών, δεν οδηγεί υποχρεωτικά στην απώλεια του νοήματος της ζωής• θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια κοινωνική ζωή με νέο νόημα, ή σε απόπειρες για επιστροφή στις ίδιες, αν όχι σε πιο συντηρητικές, αξίες. Το στοιχείο αυτό είναι το εξής : μία και μοναδική «αξία» κατάφερε να επικρατήσει, να «καλύψει» το κενό που άφησε η υποχώρηση των παραδοσιακών αξιών, να προτείνει μπροστά στην απουσία νοήματος ζωής ένα υποκατάστατο αυτού του νοήματος, και να πείσει έτσι τη συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων ότι ο μοναδικός σκοπός της κοινωνίας είναι η ανάπτυξη και ο μοναδικός σκοπός της ανθρώπινης ζωής η υπηρέτηση αυτής της ανάπτυξης, με επίσης μοναδική επιδίωξη το «επίπεδο ζωής», την «ποιότητα ζωής». Το μη νόημα, η ανοησία κυριολεκτικά, του σκοπού που θέλει να δώσει νόημα στο χαμένο νόημα της ζωής των ανθρώπων, υποκαθιστώντας το παλιό νόημα και τις παλίες αξίες, είναι έκδηλο : ποιο είναι το «επίπεδο ζωής» που πρέπει να φτάσουμε ; Και κυρίως : να φτάσουμε ένα «επίπεδο ζωής», να πετύχουμε μια «ποιότητα ζωής», και να τα βελτιώνουμε συνεχώς, για να τα κάνουμε τι, για να κάνουμε τι στη ζωή μας ; Πρόκειται για τη δεύτερη κρίσιμη επισήμανση που οφείλουμε να κάνουμε, αν θέλουμε να συλλάβουμε συνθετικά τη σημερινή κοινωνική πραγματικότητα. Η υποχώρηση, η φθορά, το ξέφτισμα, των παραδοσιακών αξιών, και η αδυνατότητα μέχρι τώρα δημιουργίας νέων αξιών και θεσμών, οδήγησαν στην κυριάρχηση της «αξίας» της ανάπτυξης, κυριάρχηση που κάνει πιο έντονο, πιο χειροπιαστό, το γεγονός ότι δεν έχει πια νόημα η ίδια η ζωή σε αυτή την κοινωνία, η ίδια η ζωή του καθενός.

Τρίτη κρίσιμη επισήμανση. Όταν μιλώ για ξέφτισμα και φθορά θεμελιωδών αξιών, δεν νοσταλγώ την εποχή της αδιαμφισβήτητης κυριαρχίας των συντηρητικών αξιών. Και καθόλου δεν θρηνώ για τη δικαιολογημένη φθορά μερικών παραδοσιακών αξιών ετερονομίας και ανελευθερίας, όπως η θρησκεία, η οικογένεια, η κρατική παιδεία, η εργασία. (Αυτοί που μιλούν για «κρίση αξιών», στη συντριπική πλειοψηφία των περιπτώσεων, χρησιμοποιούν την έννοια «κρίση» με την καθιερωμένη σημασία που παραπέμπει στο παράπονο και τη νοσταλγία. Η κρίση των αξιών δεν πρέπει όμως να θεωρείται ως κάτι γενικά κακό. Η κρίση των κυρίαρχων άλλοτε αξιών, σημαίνει πάντα ότι έχουν υποστεί τη δοκιμασία του χρόνου, δηλαδή την κριτική με λόγια και πράξεις των πραγματικών ανθρώπων. Κρίση σημαίνει πάντα δύσκολη κατάσταση, απελπιστική κατάσταση - στην Ελλάδα είναι σήμερα εφιαλτική -, και ταυτόχρονα κρίσιμη κατάσταση, η οποία θέτοντας κρίσιμα ερωτήματα στους πραγματικούς ανθρώπους πιθανά να τους ενεργοποιήσει για να την αλλάξουν ριζικά.) Η φθορά των αξιών, την οποία έχουν προκαλέσει πολλοί παράγοντες, έχει σε μεγάλο βαθμό προέλθει από την ίδια τη θέληση και την ανοικτή ή κρυφή δράση των ανθρώπων, μιας μειοψηφίας τους τουλάχιστον. Και τούτο αποτελεί ένα θετικό και ελπιδοφόρο στοιχείο. (Από την άποψη αυτή, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για «υπονόμευση» των αξιών.) Παρότι οι αξίες αυτές έδιναν ένα νόημα στη ζωή των ανθρώπων, το νόημα αυτό ήταν ετερόνομο, δηλαδή καθορισμένο εκ των προτέρων από άλλους, και επιπλέον μοναδικό και ανελεύθερο, και το δρομολόγιο της ζωής του καθενός που χάραζαν ήταν αναγκαστικό και μονότονο. Η καθημερινότητα είναι το αντίγραφο σε σμίκρυνση αυτού του δρομολογίου ζωής, που εκτός από μονότονο έγινε τώρα και α-νόητο (δίχως νόημα). Διότι συντηρούνται θεσμοί που συνεχίζουν να ενσαρκώνουν τις παραπάνω αξίες, δηλαδή θεσμοί όπως η επίσημη Εκκλησία, η παραδοσιακή πυρηνική οικογένεια, το σχολείο, το επάγγελμα, οι οποίοι διατηρούν μεν το γράμμα αλλά όχι και το πνεύμα αυτών των αξιών.

Η αδυναμία της αναγνώρισης αυτού του έκδηλου γεγονότος, που αποτελεί γενικό φαινόμενο των σημερινών δυτικοευρωπαϊκών κοινωνιών, επιδεινώνει την κατάσταση, διότι την κάνει να μοιάζει ανεξήγητη. Έτσι, όλοι το ίδιο απογοητευμένοι νομίζουν - μερικοί το διακηρύσσουν κιόλας - ότι δεν μπορεί να γίνει τίποτα. Κλεισμένοι στη στενή ιδιωτική τους σφαίρα, και βολή, έχουν μόνοι τους κτίσει το αδιέξοδο μέσα στο οποίο ζουν.

Παράλληλα, η καθεστηκυία πολιτική αδυνατεί πλήρως να αντιμετωπίσει το κατεξοχήν πολιτικό ζήτημα των θεσμών που συνεχίζουν να ενσαρκώνουν ξεφτισμένες, αν όχι νεκρές, αξίες, και οι άνθρωποι δεν μπορούν μεμονωμένα να τους αλλάξουν, παρόλο που τους αμφισβητούν και μερικές φορές τους παραβιάζουν. Αυτό είναι το θεμελιώδες κοινωνικό πρόβλημα σήμερα, και γι’ αυτό η πολιτική, μια άλλη πολιτική, πρέπει να θέσει το ζήτημα του νοήματος ζωής στην κοινωνία και να γίνει συλλογική δραστηριότητα των πολιτών με στόχο τη δημιουργία νέων αξιών ζωής και νέων θεσμών ενσάρκωσης αυτών των αξιών.

Αποτελεί λοιόν σήμερα θεμελιώδες πολιτικό πρόβλημα ότι η καθεστηκυία, παραδοσιακή και κυρίαρχη, πολιτική - αναπόσπαστο μέρος της υπάρχουσας κοινωνίας - αδυνατεί πλήρως, δεν θέλει και δεν μπορεί, να αντικαταστήσει αυτές τις αξίες και τους αντίστοιχους θεσμούς. Και είναι επείγον να αντικατασταθούν. Προϋπόθεση η υπέρβαση της καθεστηκυίας πολιτικής.

Αναδεικνύεται έτσι το κατεξοχήν πολιτικό ζήτημα του καιρού μας : η δημοκρατική συζήτηση γύρω από τη δημιουργία νέων αξιών κοινωνικής ζωής, νέου νοήματος για τη ζωή του καθενός, νέων νοημάτων της μίας και μοναδικής επίγειας ζωής μας μαζί με τους άλλους θνητούς. Και κατόπιν η συλλογική πολιτική πράξη για την εγκαθίδρυση με απολύτως δημοκρατικό τρόπο νέων θεσμών οι οποίοι να ενσαρκώνουν τις νέες αξίες, στο βαθμό που αυτό είναι δυνατό και πρέπον.
                   Νίκος Ηλιόπουλος
              Παρίσι, Φεβρουάριος - Απρίλιος 2006

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου