Από Κοινού: Συνέλευση για την Αποανάπτυξη και την Άμεση Δημοκρατία

Μαζί στον δρόμο προς έναν μετα-καπιταλιστικό κόσμο: με το πρόταγμα της Αποανάπτυξης-Τοπικοποίησης, του Κοινοτισμού και της Άμεσης Δημοκρατίας.
Καθόλα αυτά τα χρόνια της λεγόμενης οικονομικής κρίσης έχει λάβει χώρα στην νεοελληνική κοινωνία μία διαδικασία, με κεντρικό άξονα την επανανοηματοδότηση του αξιακού μας συστήματος και των πολιτικών μας προταγμάτων.
Μεμονωμένα άτομα αλλά και ομάδες, συλλογικότητες και κινήματα έχουν αναπτυχθεί παντού στην Ελλάδα, έχουν αφήσει πίσω τους το «αναπτυξιακό» μοντέλο που προωθεί τον καταναλωτικό τρόπο ζωής και έχουν υιοθετήσει άλλες φιλοσοφίες και άλλους τρόπους προσωπικής και συλλογικής διαβίωσης.
Η πολύχρονη πορεία ζωής όλων αυτών των ανθρώπων και ομάδων έχει αποδείξει ότι υπάρχουν υγιή και δυναμικά κοινωνικά κύτταρα, οι δράσεις των οποίων επιθυμούν να συναντηθούν και να συντονιστούν, έτσι ώστε να εκφραστεί η κοινή πολιτική τους φιλοσοφία, σε μια προοπτική μετασχηματισμού που ανοίγει το δρόμο για μια κοινωνία που θα στηριχθεί:

  • στο αποαναπτυξιακό μοντέλο της οικονομίας των αναγκών, της επάρκειας και του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στη βάση της αφθονίας των υλικών και άυλων Κοινών,
  • στην κοινοτική οργάνωση με βάση την προσωπική και συλλογικήαυτονομία,
  • σε αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς και στη θέσμιση της άμεσης δημοκρατίας με τη μορφή του ομοσπονδιακού Κοινοτισμού.

Πρόκειται για τη διάδοση της παραπάνω θέσης μας, που διευρύνεται και διασυνδέεται εδώ και τώρα. Και εν μέρει, λόγω της επιρρεπούς στην κρίση φύσης του σημερινού κοινωνικού συστήματος, είναι δυνατόν να γίνει πράξη και λογική της πλειοψηφίας.
Στα σημερινά εγχειρήματα του πολύμορφου αυτού κινήματος και στις δραστηριότητές του, εμπεριέχονται οι δυνατότητες μιας κοινωνίας σε μετακαπιταλιστική μετάβαση. Στοιχεία της έχουν ήδη δημιουργηθεί, εάν και ακόμα ξετυλίγονται και δεν είναι πλήρη. Τέτοια στοιχεία είναι αυτά της άμεσης δημοκρατίας στα πλαίσια της λειτουργίας των εγχειρημάτων, της οικολογίας με τη μορφή του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στις οικονομικές δραστηριότητές τους, της οικονομίας των αναγκών στις πρακτικές της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας που υλοποιούν. Της ισότητας των αμοιβών και των αυτοκαθοριζόμενων συνθηκών εργασίας από τα μέλη τους, της ισότητας των φύλων και των μειονοτήτων στη συμμετοχή και στη λήψη των αποφάσεων κ.λπ.
Ταυτόχρονα αυτά τα εγχειρήματα είναι πάντα εκτεθειμένα στον κίνδυνο να εκληφθούν ως ιδιοτελείς προσπάθειες για βελτίωση των συνθηκών ζωής μόνο των μελών τους και όχι και των κοινοτήτων γύρω τους. Αμυντικές μάχες, συγκρούσεις και διαπραγματεύσεις για οικειοποίηση κοινών πόρων απαιτούνται για όσο διάστημα το ιεραρχικό εθνικό κράτος και η καπιταλιστική αγορά με τίς αντίστοιχες λογικές τους κυριαρχούν. Αυτές οι μάχες θα γίνονται πιο επιτυχείς, αν δίνονται στο πλαίσιο ενός ισχυρού, κοινού και πάνω από όλα χειραφετικού κοινωνικού κινήματος.
Το συγκεκριμένο μετα-καπιταλιστικό όραμα είναι ένας κόσμος που δεν είναι ιεραρχικός, αλλά συνδεδεμένος με δίκτυα λειτουργικά όλων των επιπέδων και δεσμών, είναι αυτο-οργανωμένος και οι βασικές προσωπικές ανάγκες όλων των πολιτών μπορούν να ικανοποιηθούν μέσω της αφθονίας των συλλογικών αγαθών (Commons). Αυτός ο κόσμος θα χαρακτηρίζεται εξάλλου από αυτοκαθοριζόμενες και γεμάτες ευθύνη σχέσεις δραστηριοτήτων και εργασίας, οι οποίες θα φέρνουν χαρά και νόημα, χωρίς υπερβολική εκμετάλλευση πόρων ή καταστροφή οικοσυστημάτων.
Το κίνημα των κοινοτήτων εμπιστεύεται το ανθρώπινο δυναμικό και μεταφράζει την έννοια της βιωσιμότητας στη γλώσσα των ανθρώπινων αναγκών: Υπάρχει μια βασική ανάγκη, η διατήρηση του πλανήτη, η οποία μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο εάν οργανώσουμε την ικανοποίηση, τόσο των ατομικών όσο και των συλλογικών αναγκών, σε αρμονία με τα όρια που βάζουν οι δυνατότητες των οικοσυστημάτων της γης. Η κοινή χρήση είναι ένας συγκεκριμένος τρόπος αντιμετώπισης της ανθρώπινης και μη ανθρώπινης φύσης, ο οποίος δεν βασίζεται στους καταναγκασμούς του αφηγήματος της «ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων», αλλά αναγνωρίζει ότι εμείς οι άνθρωποι είμαστε ένα (ανα)παραγόμενο στοιχείο του πλανήτη γη. Τα Κοινά (Commons) βέβαια ενδέχεται να μην επιλύσουν μακροπρόθεσμα όλα τα προβλήματα του κόσμου. Αλλά ζούμε το τέλος του καπιταλιστικού κόσμου, στο οποίο δυστοπικό τέλος, οι αντιθέσεις μάλλον τείνουν να επιδεινώνονται και οι συγκρούσεις γίνονται όλο και πιο βάναυσες. Για αυτό είναι ιδιαίτερης σημασίας η δημιουργία θετικών προοπτικών, η διατύπωση και - περισσότερο από οτιδήποτε - η πρακτική ενός αλληλέγγυου οράματος.
Για το μέλλον, φαίνεται επιθυμητό και απαραίτητο να βρεθεί κοινά αποφασισμένη και συντονισμένη κατεύθυνση για την προοπτική του κινήματος. Ο όρος σύγκλισηταιριάζει σε τέτοιες διαδικασίες σχηματισμού συμμαχιών και περιλαμβάνει επίσης πολλά άλλα ρεύματα που κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Ταυτόχρονα, πρέπει επίσης να εντατικοποιηθούν οι συζητήσεις γύρω από το περιεχόμενο, ώστε να αναλυθούν παραπέρα και τα στρατηγικά ζητήματα, αλλά και να συζητηθούν ανοιχτά τα αμφιλεγόμενα ζητήματα. Μόνο έτσι μπορεί να αποφευχθεί η σημερινή πραγματικότητα, όπου τα διαφορετικά ρεύματα δεν είναι συνδεδεμένα και δρουν παράλληλα και απομονωμένα. Θα χρειασθεί να ληφθεί μέριμνα ώστε να προέλθει μια διασύνδεση που θα χαρακτηρίζεται βέβαια από ποικιλομορφία και όχι οπωσδήποτε από ταύτιση.
Θα χρειασθεί επίσης να γίνει κοινά αποδεκτός ένας όρος που θα μπορέσει να αποτελέσει την κοινή στέγη, τον κοινό στόχο και να περιλαμβάνει τον κοινό ορίζοντα κατανόησης των διαφορετικών ρευμάτων, που δεν μπορεί να είναι άλλος από το ξεπέρασμα του καπιταλισμού.
Γενικότερα, ήρθε ο καιρός, που τα όποια-σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο- σημερινά κοινωνικά κινήματα θα χρειασθεί, στηριζόμενα στη αναβίωση του πνεύματος του κοινοτισμού στις σύγχρονες σημερινές συνθήκες και συνδεόμενα μεταξύ τους, να μετατραπούν σε ενιαίο πολιτικό κίνημα μετάβασης για την μετακαπιταλιστική κοινωνία.
Ειδικά για τη χώρα, που βρίσκεται σε συνθήκες οικονομικού πολέμου και έχει μετατραπεί σε αποικία χρέους, το πολύμορφο αυτό κίνημα θα χρειασθεί να διαμορφώσει ένα ελκυστικό πρόγραμμα διεκδίκησης της «εδώ και τώρα» αλλαγής πορείας, δημιουργώντας ταυτόχρονα τα στοιχεία και τις κοινωνικές δομές του νέου κόσμου που οραματίζεται, αφήνοντας πίσω τον καπιταλιστικό κόσμο που μας οδηγεί στην κοινωνική και οικολογική κατάρρευση.
Η μελλοντική επιδίωξη της κοινωνικής χειραφέτησης και της ένταξης των ανθρώπινων κοινοτήτων –πέρα από σύνορα-με ισορροπία στα πλαίσια ενός πεπερασμένου πλανητικού οικοσυστήματος, θα μπορέσει να υλοποιηθεί μόνο από μια σύγκλιση, στη δράση και στη σκέψη, των παραπάνω κοινωνικοπολιτικών ρευμάτων, και στο επίπεδο της καθημερινής ζωής, και στο επίπεδο της κοινωνικής και πολιτικής θέσμισης. Και καταρχήν στην διαπαιδαγώγηση –μέσα από την συμμετοχή-του απαραίτητου ανθρωπολογικού τύπου -σε κρίσιμο αριθμό- που θα βάλει όλη την κοινωνία σε περίοδο κοινωνικοοικολογικού μετασχηματισμού. Ξεκινώντας βασικά από κάθε τοπική κοινωνία.

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2012

Τρόποι χρηματοδότησης της μεταλιγνιτικής περιόδου

Δημοτική Κίνηση «Κοζάνη, τόπος να ζεις»:
Από το 1992 που έγινε η παγκόσμια συνδιάσκεψη για το κλίμα στο Ρίο της Βραζιλίας ήχησαν και επίσημα τα πρώτα καμπανάκια για όλα τα ορυκτά καύσιμα, και φυσικά το λιγνίτη.
Το κάρβουνο, το πετρέλαιο κλπ ως βασικοί ένοχοι για το φαινόμενο του θερμοκηπίου μπαίνουν από τότε δικαίως στο μάτι του κυκλώνα και αρχίζουν να χάνουν πόντους, αφού τα περιβαλλοντικά μειονεκτήματα κοστίζουν πλέον ακριβά και υπερβαίνουν τα οικονομικά πλεονεκτήματα. Πράσινοι φόροι, εξωτερικό κόστος, καταβολή δικαιωμάτων CO2 ανεβάζουν όλο και περισσότερο το ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ κόστος των ορυκτών καυσίμων και αναγκάζουν πολλές χώρες να αλλάξουν την ενεργειακή τους πολιτική.
Σύμφωνα με τα παραπάνω θα έπρεπε το 1992 να αποτελεί και την αφετηρία αυτού που αποκαλούμε στην περιοχή μας «μεταλιγνιτική εποχή», αφού η αντίστροφη μέτρηση για το λιγνίτη ξεκινά το έτος αυτό. Δυστυχώς η πλειοψηφία των τοπικών φορέων και η Αυτοδιοίκηση θεώρησε ότι η μεταλιγνιτική εποχή αρχίζει μετά την εξάντληση (ή τη δραστική μείωση) των λιγνιτικών αποθεμάτων. Για αυτό και δεν έκανε καμιά ουσιαστική προετοιμασία την εικοσαετία 1990 -2010, πιστεύοντας ότι υπάρχει χρόνος για την επόμενη μέρα. Πέρα από φραστικές αναφορές στη μεταλιγνιτκή περίοδο και αποσπασματικά σενάρια (ή μάλλον καταγραφές επιθυμιών, πχ «Ενεργόπολις»), τα οποία σενάρια χρονολογούνται την τελευταία μόλις πενταετία, η Πολιτεία και η Αυτοδιοίκηση δεν συνέταξαν ένα μακρόπνοο επεξεργασμένο και κοστολογημένο master plan εικοσαετίας, σχεδιασμένο από μελετητικούς οίκους διεθνούς αναγνώρισης, με ενδιάμεσους στόχους, με μελέτες εφαρμογής, με καθορισμό χρήσεων γης και διακριτούς ρόλους Κράτους – Αυτοδιοίκησης – Ιδιωτών.
Ένα τέτοιο σχέδιο εκτός των παραπάνω θα έπρεπε φυσικά να είναι εφοδιασμένο και με καθορισμένα χρηματοδοτικά εργαλεία.
Σε αυτό ακριβώς το ζήτημα, τη χρηματοδότηση, εστιάζεται η σημερινή παρέμβαση της Αυτοδιοικητικής Κίνησης Κοζάνης, η οποία από την πρώτη στιγμή της ίδρυσης της έθεσε το θέμα της μεταλιγνιτικής περιόδου. Όπως και σε άλλους τομείς δεν περιορίστηκε στην κριτική, αλλά κατέθεσε συγκεκριμένες προτάσεις χρηματοδότησης, ενσωματώνοντας και απόψεις του τοπικού οικολογικού κινήματος. Τις προτάσεις αυτές υποβάλουμε σήμερα στο Δημοτικό Συμβούλιο Κοζάνης για συζήτηση, ψήφιση και διεκδίκηση.
1. Τοπικός Πόρος
1.1) Στο νόμο Ν.3851/2010 για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας το τέλος ΑΠΕ είναι 2,7 % προ ΦΠΑ [1], όταν το αντίστοιχο τέλος (ο Πόρος ανάπτυξης ) για τις «λιγνιτόπληκτες» περιοχές είναι μόνο 0,4% του κύκλου εργασιών της ΔΕΗ. Βέβαια η βάση υπολογισμού είναι διαφορετική, αλλά και πάλι η διαφορά (και η άνιση μεταχείριση είναι εμφανής). Είναι λάθος των δήμων και των τοπικών φορέων και που δεν έθεσαν θέμα επαναδιαπραγμάτευσης του χαμηλού αυτού ποσοστού κατά τη διαδικασία διαβούλευσης του νομοσχεδίου ΑΠΕ. Εν πάση περιπτώσει ο τριπλασιασμός του πόρου είναι πλέον ένα ώριμο αίτημα και πιστεύουμε ότι πρέπει να διεκδικηθεί άμεσα (3Χ περ15= 45 εκ. € ετησίως για το Ν. Κοζάνης ????).
1.2) Αλλαγή θεσμικού πλαισίου του Πόρου με ταχύρρυθμη διαδικασία ενός εξαμήνου. Είναι αυτονόητος αυτός ο στόχος μετά τον Καλλικράτη, αλλά και την αποτυχημένη διαχείριση του Πόρου (διασπάθιση σε πολύ μικρά έργα και λειτουργικές δαπάνες, παραγοντισμοί κλπ). Ο Πόρος να κατανέμεται κατά 30 % σε ΕΡΓΑ περιβάλλοντος – ποιότητας ζωής (σήμερα το ποσοστό είναι ~ 10%) και κατά 70 % σε επενδύσεις της ΜΕΤΑΛΙΓΝΙΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ. Το είδος των χρηματοδοτούμενων έργων πρέπει να οριστεί με αναλυτική – εξαντλητική λίστα ώστε να μην υπάρχουν παρερμηνείες (πράσινες τεχνολογίες, καινοτόμες δραστηριότητες, επενδύσεις υψηλής προστιθέμενης αξίας κλπ). Καλόν είναι για ένα διάστημα α) να παγώσει η έγκριση νέων έργων καθώς και το νέο ΕΑΠ (Όχι η ροή χρηματοδότησης προς εγκεκριμένα ημιτελή έργα) και β) να γίνει συνεννόηση με τη ΔΕΗ ώστε τα χρήματα να μη χαθούν μέχρι να ολοκληρωθεί η αλλαγή του θεσμικού πλαισίου και ο νέος προγραμματισμός.
2. Φόρος στερεών καυσίμων. Ισχύει σε πολλές χώρες της Ευρώπης. Είναι μια λογική επιβάρυνση που πρέπει να πληρώνει όποιος εκμεταλλεύεται έναν μη ανανεώσιμο φυσικό πόρο. (πχ τα λατομεία, μεταλλεία κ.α πληρώνουν κάτι ανάλογο). Η ΔΕΗ (και όσοι ιδιώτες είναι ή θα μπουν στα λιγνιτωρυχεία) δεν πληρώνουν τίποτα απολαμβάνοντας μια ακόμη κρυφή επιδότηση. Το ίδιο το κράτος αναγκάστηκε παλιότερα να αναγνωρίσει την αναγκαιότητα του φόρου και ψήφισε σχετικό νόμο, τον 3483/2006, (επί Νέας Δημοκρατίας). Όμως ο φόρος δεν άντεξε ούτε τέσσερις μήνες. Η ίδια κυβέρνηση μετά από πίεση του λιγντικού λόμπυ (δημόσιου και ιδιωτικού), με ΔΙΑΚΟΜΜΑΤΙΚΗ και συνδικαλιστική συνενοχή, ακύρωσε το νόμο και «καθάρισε» για τη ΔΕΗ. Έτσι ο λιγνίτης ξανάγινε “duty free”. Η Ευρώπη δεν αντέδρασε, γιατί η σχετική οδηγία 2003/96 είχε παραθυράκια ευνοϊκά για ιδιωτικές μεγαλο-εταιρείες που εκμεταλλεύονται στερεά καύσιμα για ηλεκτροπαραγωγή (όπως η γερμανική RWE).
Σύμφωνα με τον καταργημένο νόμο η χρήση λιγνίτη φορολογούνταν με ειδικό φόρο κατανάλωσης 0,3 € / GJ). Το συνολικό ποσό αντιστοιχεί σε 100 -110 εκ. € ετησίως.
Πρόταση: Να νομοθετηθεί ο φόρος αυτός και να αποδίδεται αναλογικά στις λιγντιτοπαραγωγές περιοχές (Κοζάνη – Πτολεμαίδα – Φλώρινα – Μεγαλόπολη). Είναι ένα αίτημα που προβάλλεται από το τοπικό οικολογικό κίνημα εδώ και μια πενταετία τουλάχιστον. Γιατί να μην το υιοθετήσουμε ως Τοπική Αυτοδιοίκηση ? Θα φέρει στο ενεργειακό λεκανοπέδιο του ΛΛΚΔΜ άλλα 85 εκ. € ετησίως, ποσό πενταπλάσιο του Τοπικού πόρου.

3. «Εξωτερικό» κόστος λιγνίτη. Ο λιγνίτης εκτός του ότι είναι ρυπογόνος είναι και ακριβός, όπως βέβαια και η λιγνιτική κιλοβατώρα. Η τελευταία εμφανίζεται στα τιμολόγια πλασματικά φτηνή, διότι δεν συμπεριλαμβάνει το κόστος των κατεστραμμένων φυσικών πόρων, νερών εδαφών, το κόστος αντιμετώπισης της αυξημένης νοσηρότητας (λόγω ρύπανσης) του τοπικού πληθυσμού, το κόστος των κλιματικών καταστροφών λόγω εκπομπών CO2 κλπ. Το σύνολο αυτών των στοιχείων κόστους είναι διεθνώς αποδεκτό ως εξωτερικό κόστος (“external cost”). Δεν μπαίνει στους λογαριασμούς των καταναλωτών, αλλά στους «λογαριασμούς» των τοπικών κοινωνιών και των επόμενων γενιών.
Η ΔΕΗ δεν κάνει κουβέντα για το εξωτερικό κόστος. Παθαίνει ..αλλεργία όσες φορές τίθεται το θέμα, παρότι δεν το καρπώνεται όλο η ίδια, αφού ένα μέρος του εξυπηρέτησε και εξυπηρετεί την πολιτική της φτηνής κιλοβατώρας. Όμως αυτό το κόστος πληρώθηκε και αφαιρέθηκε από το «Ταμείο της Φύσης και της Υγείας» της περιοχής, χωρίς να υπάρξει καμία τοπική αντίδραση. Είναι διαχρονικό λάθος της Τοπικής αυτοδιοίκησης που δεν έβαλε ποτέ θέμα εξωτερικού κόστους του λιγνίτη και δεν διεκδίκησε από την Πολιτεία και τη ΔΕΗ την απόδοση ενός μέρους του, ώστε να συμψηφιστεί –έστω μερικώς – η ζημιά 60 ετών.

Σύγκριση πραγματικού κόστους λιγνιτικής και αιολικής κιλοβατώρας
Λιγνιτική κιλοβατώρα ~ 10 c€ / kWh
(με βάση το πιο ευνοϊκό σενάριο για το λιγνίτη)
Αιολική κιλοβατώρα ~ 7,5 c€ / kWh
Αν λοιπόν γινόταν σωστή κοστολόγηση τότε η λιγνιτική κιλοβατώρα θα είχε τιμή 9,6 c€/kWh, διπλάσια (τουλάχιστον) από τη σημερινή συμβατική τιμή (5 c€/kWh) και θα ήταν ακριβότερη κατά 30-40% από την αιολική κιλοβατώρα (7,5 c€/ kWh)
Σύμφωνα με πρόχειρους υπολογισμούς το συνολικό ποσό που «υπεξαιρέθηκε» λόγω του εξωτερικού κόστους την τελευταία εικοσαετία (1990 -2010) είναι της τάξης των 30 δις € (με βάση την πιο συντηρητική εκτίμηση για το εξωτερικό κόστος, 5 c€/kWh). [2]. Αν υποθέσουμε ότι ένα ποσό 80% αντιπροσωπεύει κλιματικές καταστροφές (που αφορούν άλλα …. θύματα και ένα μέρος του πληρώνεται μέσω των δικαιωμάτων CO2), τότε οι λιγνιτκες περιοχές της χώρας έχουν να λαβαίνουν ένα ποσό της τάξης των 6 δις € μόνο για την τελευταία εικοσαετία ! ( > 5 δις για ΛΚΔΜ)
Πρόκειται για τεράστιο κονδύλι, το οποίο χρωστά στον τόπο μας η Πολιτεία και η ΔΕΗ. Επειδή η αναδρομική διεκδίκηση του (ειδικά την περίοδο αυτή), θα έχει την τύχη των … γερμανικών αποζημιώσεων, χρειάζεται μια πιο ρεαλιστική προσέγγιση Σε πρώτη φάση πρέπει να απαιτηθεί από τη ΔΕΗ η χρηματοδότηση μελέτης υπολογισμού του εξωτ. κόστους. (Για να διασφαλιστεί η αντικειμενικότητα της μελέτης προτείνονται οι εξής δικλείδες ασφαλείας: α) Ερευνητική ομάδα κοινής αποδοχής με διεθνή αναγνώριση β) Λεπτομερής καθορισμός τεχνικών προδιαγραφών μελέτης γ) Συμφωνία των ενδιαφερόμενων μερών (Περιφέρεια – Αυτοδιοίκηση – ΔΕΗ – Πολιτεία) ότι θα αποδεχτούν τα αποτελέσματα της μελέτης).
Με βάση το ποσό της «οφειλής» που έχει να λαβαίνει η περιοχή μας, θα ρυθμιστεί η διαδικασία της σταδιακής επαναπόδοσης. Προφανώς το ποσό αυτό πρέπει επίσης να χρησιμοποιηθεί για έργα ανάταξης του φυσικού κεφαλαίου και για επενδύσεις της μεταλιγνιτικής περιόδου.
Τέλος απόσυρσης λιγνιτικών μονάδων ή «τέλος μείωσης λιγνίτης ισχύος». Είναι μια πρόσθετη ενίσχυση προς τους ενεργειακούς ΟΤΑ ή άλλους σχετικούς φορείς. Προτείνουμε να καταβάλλεται εφάπαξ από το κράτος για κάθε λιγνιτική μονάδα που κλείνει και να είναι ανάλογο με την ισχύ της. Πρόκειται ουσιαστικά για μια «αντιπαροχή» που παρέχεται για κοινωνικούς λόγους, δεδομένου ότι κάθε απόσυρση μονάδας συνοδεύεται από μια σημαντική απώλεια θέσεων εργασίας.
Πιο αναλυτικά το «τέλος απόσυρσης λιγνιτικών μονάδων» έχει την έννοια μιας αποζημίωσης σε μια περιοχή που λόγω στροφής στο κάρβουνο είχε απώλεια παράλληλων δραστηριοτήτων σε άλλους τομείς (π.χ τουρισμό ή γεωργία), και παράλληλη απώλεια τεχνογνωσίας σε αυτούς τους τομείς. Επίσης αποξενώθηκε / αποκόπηκε από τις σχετικές αγορές των γεωργικών προϊόντων ή των τουριστών κλπ. Διαμόρφωσε ένα εργατικό δυναμικό μονόπλευρα προσανατολισμένο στην εξόρυξη – παραγωγή ενέργειας και τώρα καλείται να επαναδιατάξει το ανθρώπινο δυναμικό της και να επανασυνδεθεί με νέους τομείς οικονομικής δραστηριότητας στους οποίους έχει μείνει πίσω, λόγω του λιγνιτικού προσανατολισμού της.
Η μεταλιγνιτική περίοδος ήδη έχει χτυπήσει την πόρτα του άξονα Κοζάνης- Πτολεμαΐδας – Φλώρινας, αλλά ως περιοχή αργήσαμε πολύ να το καταλάβουμε. Δεν διδαχτήκαμε τίποτα από ευρωπαϊκές περιοχές με ανάλογα προβλήματα (Ρουρ, Λουσατία κλπ) που κατάφεραν να αλλάξουν τη μοίρα τους, να μετατρέψουν τον τόπο τους από τεράστιο ανθρακωρυχείο στο μεγαλύτερο «εργοστάσιο» ανάπλασης τοπίου και να δημιουργήσουν δεκάδες χιλιάδες πράσινων θέσεων εργασίας.
Κανείς δεν υποστηρίζει να κλείσουν όλα τα ορυχεία σε μερικά χρόνια. Ο λιγνίτης θα παραμείνει αναγκαστικά στο ενεργειακό μίγμα καυσίμου για 30 χρόνια, αλλά με αρκετά μικρότερη αναλογία και ψηλότερες αποδόσεις. Το κενό θα καλύψουν οι ΑΠΕ. Συνεπώς το χρώμα της μεταλιγνιτικης περιόδου πρέπει να είναι ΠΡΑΣΙΝΟ. Να παραμείνουμε ενεργειακός νομός, αλλά σε άλλη κατεύθυνση. Να πρωταγωνιστήσουμε στον τομέα κατασκευής πράσινου ενεργειακού εξοπλισμού (πάνελς, εξαρτήματα ανεμογεννητριών, ηλιοθερμικών κλπ). Ο τομέας αυτός μπορεί να δώσει 3000 περίπου θέσεις εργασίας στον άξονα Κοζάνης – Πτολεμαίδας – Φλώρινας. Ανάλογες θέσεις μπορούν να δημιουργηθούν στην εξοικονόμηση ενέργειας, την ανακύκλωση και την πράσινη διαχείριση των απορριμμάτων, στη διαχείριση φυσικών πόρων κλπ. Δεν πρόκειται για ουτοπία. Οι Γερμανοί δημιούργησαν 220.000 πράσινες θέσεις κυρίως στην πληττόμενες περιοχές των ορυχείων τους.

Τα παραπάνω εργαλεία χρηματοδότησης της μεταλιγνιτικής εποχής πρέπει να τα διεκδικήσουμε από κοινού. Περιφερειακή και Τοπική αυτοδιοίκηση, Βουλευτές, τοπικοί φορείς, εργαζόμενοι της ΔΕΗ πρέπει να συμπήξουν ένα αρραγές μέτωπο. Ανεξάρτητα από ευθύνες, διαφωνίες, πικρίες πρέπει να καθίσουμε σε ένα τραπέζι και να δώσουμε ξανά ελπίδα και όραμα στον τόπο. Αναγνωρίζουμε ότι είναι αργά και έχουμε χάσει πολύτιμο χρόνο, αναγνωρίζουμε ότι η οικονομική συγκυρία είναι σχεδόν απαγορευτική για τέτοια όνειρα, όμως άλλος δρόμος δεν υπάρχει.
Η ΔΕΗ αργά ή γρήγορα θα τα μαζέψει και θα φύγει. Εάν δεν διεκδικήσουμε ό,τι μας χρωστούν, ώστε να ξαναφτιάξουμε τον τόπο μας η έξοδος από το «τούνελ» θα είναι αδύνατη. Η ΔΕΗ θα έχει καταφέρει να αποδράσει, παίρνοντας οριστικό διαζύγιο, χωρίς μάλιστα να καταβάλει καμιά .. διατροφή !

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου