Από Κοινού: Συνέλευση για την Αποανάπτυξη και την Άμεση Δημοκρατία

Μαζί στον δρόμο προς έναν μετα-καπιταλιστικό κόσμο: με το πρόταγμα της Αποανάπτυξης-Τοπικοποίησης, του Κοινοτισμού και της Άμεσης Δημοκρατίας.
Καθόλα αυτά τα χρόνια της λεγόμενης οικονομικής κρίσης έχει λάβει χώρα στην νεοελληνική κοινωνία μία διαδικασία, με κεντρικό άξονα την επανανοηματοδότηση του αξιακού μας συστήματος και των πολιτικών μας προταγμάτων.
Μεμονωμένα άτομα αλλά και ομάδες, συλλογικότητες και κινήματα έχουν αναπτυχθεί παντού στην Ελλάδα, έχουν αφήσει πίσω τους το «αναπτυξιακό» μοντέλο που προωθεί τον καταναλωτικό τρόπο ζωής και έχουν υιοθετήσει άλλες φιλοσοφίες και άλλους τρόπους προσωπικής και συλλογικής διαβίωσης.
Η πολύχρονη πορεία ζωής όλων αυτών των ανθρώπων και ομάδων έχει αποδείξει ότι υπάρχουν υγιή και δυναμικά κοινωνικά κύτταρα, οι δράσεις των οποίων επιθυμούν να συναντηθούν και να συντονιστούν, έτσι ώστε να εκφραστεί η κοινή πολιτική τους φιλοσοφία, σε μια προοπτική μετασχηματισμού που ανοίγει το δρόμο για μια κοινωνία που θα στηριχθεί:

  • στο αποαναπτυξιακό μοντέλο της οικονομίας των αναγκών, της επάρκειας και του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στη βάση της αφθονίας των υλικών και άυλων Κοινών,
  • στην κοινοτική οργάνωση με βάση την προσωπική και συλλογικήαυτονομία,
  • σε αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς και στη θέσμιση της άμεσης δημοκρατίας με τη μορφή του ομοσπονδιακού Κοινοτισμού.

Πρόκειται για τη διάδοση της παραπάνω θέσης μας, που διευρύνεται και διασυνδέεται εδώ και τώρα. Και εν μέρει, λόγω της επιρρεπούς στην κρίση φύσης του σημερινού κοινωνικού συστήματος, είναι δυνατόν να γίνει πράξη και λογική της πλειοψηφίας.
Στα σημερινά εγχειρήματα του πολύμορφου αυτού κινήματος και στις δραστηριότητές του, εμπεριέχονται οι δυνατότητες μιας κοινωνίας σε μετακαπιταλιστική μετάβαση. Στοιχεία της έχουν ήδη δημιουργηθεί, εάν και ακόμα ξετυλίγονται και δεν είναι πλήρη. Τέτοια στοιχεία είναι αυτά της άμεσης δημοκρατίας στα πλαίσια της λειτουργίας των εγχειρημάτων, της οικολογίας με τη μορφή του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στις οικονομικές δραστηριότητές τους, της οικονομίας των αναγκών στις πρακτικές της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας που υλοποιούν. Της ισότητας των αμοιβών και των αυτοκαθοριζόμενων συνθηκών εργασίας από τα μέλη τους, της ισότητας των φύλων και των μειονοτήτων στη συμμετοχή και στη λήψη των αποφάσεων κ.λπ.
Ταυτόχρονα αυτά τα εγχειρήματα είναι πάντα εκτεθειμένα στον κίνδυνο να εκληφθούν ως ιδιοτελείς προσπάθειες για βελτίωση των συνθηκών ζωής μόνο των μελών τους και όχι και των κοινοτήτων γύρω τους. Αμυντικές μάχες, συγκρούσεις και διαπραγματεύσεις για οικειοποίηση κοινών πόρων απαιτούνται για όσο διάστημα το ιεραρχικό εθνικό κράτος και η καπιταλιστική αγορά με τίς αντίστοιχες λογικές τους κυριαρχούν. Αυτές οι μάχες θα γίνονται πιο επιτυχείς, αν δίνονται στο πλαίσιο ενός ισχυρού, κοινού και πάνω από όλα χειραφετικού κοινωνικού κινήματος.
Το συγκεκριμένο μετα-καπιταλιστικό όραμα είναι ένας κόσμος που δεν είναι ιεραρχικός, αλλά συνδεδεμένος με δίκτυα λειτουργικά όλων των επιπέδων και δεσμών, είναι αυτο-οργανωμένος και οι βασικές προσωπικές ανάγκες όλων των πολιτών μπορούν να ικανοποιηθούν μέσω της αφθονίας των συλλογικών αγαθών (Commons). Αυτός ο κόσμος θα χαρακτηρίζεται εξάλλου από αυτοκαθοριζόμενες και γεμάτες ευθύνη σχέσεις δραστηριοτήτων και εργασίας, οι οποίες θα φέρνουν χαρά και νόημα, χωρίς υπερβολική εκμετάλλευση πόρων ή καταστροφή οικοσυστημάτων.
Το κίνημα των κοινοτήτων εμπιστεύεται το ανθρώπινο δυναμικό και μεταφράζει την έννοια της βιωσιμότητας στη γλώσσα των ανθρώπινων αναγκών: Υπάρχει μια βασική ανάγκη, η διατήρηση του πλανήτη, η οποία μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο εάν οργανώσουμε την ικανοποίηση, τόσο των ατομικών όσο και των συλλογικών αναγκών, σε αρμονία με τα όρια που βάζουν οι δυνατότητες των οικοσυστημάτων της γης. Η κοινή χρήση είναι ένας συγκεκριμένος τρόπος αντιμετώπισης της ανθρώπινης και μη ανθρώπινης φύσης, ο οποίος δεν βασίζεται στους καταναγκασμούς του αφηγήματος της «ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων», αλλά αναγνωρίζει ότι εμείς οι άνθρωποι είμαστε ένα (ανα)παραγόμενο στοιχείο του πλανήτη γη. Τα Κοινά (Commons) βέβαια ενδέχεται να μην επιλύσουν μακροπρόθεσμα όλα τα προβλήματα του κόσμου. Αλλά ζούμε το τέλος του καπιταλιστικού κόσμου, στο οποίο δυστοπικό τέλος, οι αντιθέσεις μάλλον τείνουν να επιδεινώνονται και οι συγκρούσεις γίνονται όλο και πιο βάναυσες. Για αυτό είναι ιδιαίτερης σημασίας η δημιουργία θετικών προοπτικών, η διατύπωση και - περισσότερο από οτιδήποτε - η πρακτική ενός αλληλέγγυου οράματος.
Για το μέλλον, φαίνεται επιθυμητό και απαραίτητο να βρεθεί κοινά αποφασισμένη και συντονισμένη κατεύθυνση για την προοπτική του κινήματος. Ο όρος σύγκλισηταιριάζει σε τέτοιες διαδικασίες σχηματισμού συμμαχιών και περιλαμβάνει επίσης πολλά άλλα ρεύματα που κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Ταυτόχρονα, πρέπει επίσης να εντατικοποιηθούν οι συζητήσεις γύρω από το περιεχόμενο, ώστε να αναλυθούν παραπέρα και τα στρατηγικά ζητήματα, αλλά και να συζητηθούν ανοιχτά τα αμφιλεγόμενα ζητήματα. Μόνο έτσι μπορεί να αποφευχθεί η σημερινή πραγματικότητα, όπου τα διαφορετικά ρεύματα δεν είναι συνδεδεμένα και δρουν παράλληλα και απομονωμένα. Θα χρειασθεί να ληφθεί μέριμνα ώστε να προέλθει μια διασύνδεση που θα χαρακτηρίζεται βέβαια από ποικιλομορφία και όχι οπωσδήποτε από ταύτιση.
Θα χρειασθεί επίσης να γίνει κοινά αποδεκτός ένας όρος που θα μπορέσει να αποτελέσει την κοινή στέγη, τον κοινό στόχο και να περιλαμβάνει τον κοινό ορίζοντα κατανόησης των διαφορετικών ρευμάτων, που δεν μπορεί να είναι άλλος από το ξεπέρασμα του καπιταλισμού.
Γενικότερα, ήρθε ο καιρός, που τα όποια-σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο- σημερινά κοινωνικά κινήματα θα χρειασθεί, στηριζόμενα στη αναβίωση του πνεύματος του κοινοτισμού στις σύγχρονες σημερινές συνθήκες και συνδεόμενα μεταξύ τους, να μετατραπούν σε ενιαίο πολιτικό κίνημα μετάβασης για την μετακαπιταλιστική κοινωνία.
Ειδικά για τη χώρα, που βρίσκεται σε συνθήκες οικονομικού πολέμου και έχει μετατραπεί σε αποικία χρέους, το πολύμορφο αυτό κίνημα θα χρειασθεί να διαμορφώσει ένα ελκυστικό πρόγραμμα διεκδίκησης της «εδώ και τώρα» αλλαγής πορείας, δημιουργώντας ταυτόχρονα τα στοιχεία και τις κοινωνικές δομές του νέου κόσμου που οραματίζεται, αφήνοντας πίσω τον καπιταλιστικό κόσμο που μας οδηγεί στην κοινωνική και οικολογική κατάρρευση.
Η μελλοντική επιδίωξη της κοινωνικής χειραφέτησης και της ένταξης των ανθρώπινων κοινοτήτων –πέρα από σύνορα-με ισορροπία στα πλαίσια ενός πεπερασμένου πλανητικού οικοσυστήματος, θα μπορέσει να υλοποιηθεί μόνο από μια σύγκλιση, στη δράση και στη σκέψη, των παραπάνω κοινωνικοπολιτικών ρευμάτων, και στο επίπεδο της καθημερινής ζωής, και στο επίπεδο της κοινωνικής και πολιτικής θέσμισης. Και καταρχήν στην διαπαιδαγώγηση –μέσα από την συμμετοχή-του απαραίτητου ανθρωπολογικού τύπου -σε κρίσιμο αριθμό- που θα βάλει όλη την κοινωνία σε περίοδο κοινωνικοοικολογικού μετασχηματισμού. Ξεκινώντας βασικά από κάθε τοπική κοινωνία.

Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2012

Αντίο ανάπτυξη!

«Χρειαζόμαστε περισσότερη ανάπτυξη για να ξεπεράσουμε την κρίση και να σωθούμε!»
Αυτό διατυμπανίζουν οι κάθε λογής ιθύνοντες αυτού του «αναπτυγμένου» κόσμου.
Μα καλά, δεν έχουμε αρκετή ανάπτυξη; Τι στο διάολο «αναπτυγμένες χώρες» είμαστε τόσο καιρό;
Να «σωθούμε»; Από τι; Από την πείνα ή από τη καταστροφή του πλανήτη; Μήπως από το ίδιο σύστημα και τις ελίτ του;
Μέχρι τώρα η παγκοσμιοποιημένη καπιταλιστική οικονομία ξέρει να βάζει μόνο 3 στόχους: ανάπτυξη! ανάπτυξη! ανάπτυξη!
Και οι πολιτικοί αυτό ξέρουν να λένε: κοινωνική ευημερία μόνο μέσω της οικονομικής ανάπτυξης!
Ένας πολιτικός τόλμησε για μια στιγμή να πει ότι θα μπορούσε το μέλλον να είναι χτισμένο με «λιγότερα αυτοκίνητα»(ο πράσινος πρωθυπουργός του κρατιδίου της Βάδης-Βυρτεμβέργης στη Γερμανία Winfried Kretschmann, κατά την έναρξη της θητείας του) και οι αντιδράσεις άμεσες από τα ΜΜΕ και τους άλλους πολιτικούς ιθύνοντες: σύγχυση, έκπληξη, αγανάκτηση, θυμός!
Λιγότερο; Αυτό είναι ένα ταμπού στην πολιτική - και βεβαίως στην οικονομία. Η οικονομία να αναπτυχθεί λιγότερο; Μια τέτοια πρόταση θα έβλαπτε την καριέρα κάθε πολιτικού που θα την έκανε, ανεξάρτητα του κόμματος που θα ανήκε.
Στο θέμα αυτό, για παράδειγμα στη Γερμανία, από την Αριστερά μέχρι τους Σοσιαλδημοκράτες, τους Χριστιανοδημοκράτες και τους Φιλελεύθερους υπάρχει ο πολύ μεγάλος συνασπισμός: όλοι αναγνωρίζουν ότι υπάρχει μεγάλη ανάγκη -στη Γερμανία, στην Ευρώπη και στην παγκόσμια οικονομία- για ανάπτυξη. Όση περισσότερη τόσο το καλύτερο. Ο καπιταλισμός χωρίς ανάπτυξη; Είναι μια παράσταση τρόμου!

Όμως αυτό δεν είναι αλήθεια, λέει ο William Rees χωρίς δισταγμό. Ο καναδός οικονομολόγος ερευνά το θέμα της «ανάπτυξης» και διδάσκει εδώ και χρόνια, ότι θα μπορούσαμε να πάμε σε μια οικονομία που να λειτουργεί χωρίς ανάπτυξη. Είναι πεπεισμένος ότι θα ήταν καλύτερο και για την ανθρωπότητα, αλλά και οπωσδήποτε για το περιβάλλον.
Ο οικονομολόγος το εξηγεί αυτό προτείνοντάς μας μια εικόνα του πλανήτη, ο οποίος είναι -ως γνωστό- στρογγυλός και πεπερασμένος. Ο Rees υπενθυμίζει αυτό που πάντα λέει στις ομιλίες του: ότι η οικονομία είναι ένα υποσύστημα αυτού του πεπερασμένου κόσμου και στη συνέχεια δείχνει- όπως και οι πιο κλασικοί οικονομολόγοι- τη καμπύλη της οικονομίας που είναι ανοδική χωρίς να τελειώνει ποτέ. Η καμπύλη βασίζεται σε μια λανθασμένη υπόθεση, γιατί σε ένα πεπερασμένο κόσμο, δεν μπορεί ένα υποσύστημά του-η οικονομία- να αυξάνεται απείρως, ούτε και όταν την ονομάσει κανείς πράσινη ή αειφορική. Αυτή ακριβώς η σκέψη είναι ανύπαρκτη στα συμβατικά οικονομικά μοντέλα.
Αυτό είναι και το βασικό πρόβλημα. Η ανθρωπότητα δεν μπορεί να αγνοεί μονίμως τους νόμους της φύσης. Αν συνεχίσει να το κάνει αυτό, καταστρέφει τη βάση της ύπαρξής της. Θα μπορούσε όμως να λειτουργήσει διαφορετικά; Ναι: αντί να παράγει περισσότερα, θα έπρεπε να παράγει καλύτερα. Ο στόχος θα έπρεπε να είναι μια «σταθερής κατάστασης οικονομία», η οποία χρησιμοποιεί κυρίως πόρους, τους οποίους μπορεί να τους αναπαραγάγει πάλι η ίδια ή η φύση- από μόνοι τους ανανεώσιμοι. Μια οικονομία δηλαδή, που είναι σε αρμονία με τη φύση.
Ακούγεται ονειρικό, στην πραγματικότητα όμως θα έχει ριζοσπαστικές συνέπειες. Πού επενδύει κάποιος τα χρήματα του σε μια οικονομία που δεν αυξάνεται πλέον; Από πού θα προέλθουν οι νέες θέσεις εργασίας; Και πως θα αναπτύσσεται τότε η καινοτομία; Ο Rees γνωρίζει όλα τα αγχωτικά ερωτήματα που μπαίνουν και απαντά καταπραϋντικά: «Μια σταθερής κατάστασης δημόσια οικονομία δεν είναι κάτι που πρέπει να φοβόμαστε". Εν τέλει, οι στόχοι της είναι η μεγαλύτερη σταθερότητα στις αγορές, η όλο και περισσότερη κοινωνική δικαιοσύνη και η οικολογική ασφάλεια. Μια τέτοια οικονομία δεν είναι επίσης σε καμιά περίπτωση βαρετή ή μη παραγωγική. Γιατί και στα πλαίσιά της θα αντικαθίσταται το παλιό με το καινούργιο, δηλαδή η παλιά βιομηχανία-τεχνολογία με νέες τέτοιες, πιο ήπιες και έξυπνες. Μόνο η οικονομία σαν σύνολο δεν θα αυξάνεται πλέον συνέχεια.
Ο William Rees, εδώ και πολύ καιρό δεν είναι ο μόνος που σκέφτεται έτσι. Παγκοσμίως υπάρχουν τώρα μια σειρά οικονομολόγοι που κάνουν έρευνα για τις συνθήκες της «κοινωνίας μετά την ανάπτυξη». Δεν θέλουν όλοι αυτοί να δημιουργήσουν «πολλές Ελλάδες», δηλαδή χώρες των οποίων οι οικονομίες να συρρικνώνονται με τη διαδικασία του σοκ, αλλά μια ήπια μετάβαση προς μια οικονομία της «αποανάπτυξης». Το Καναδικό Ινστιτούτο Casse διερευνά την επίτευξη αυτού του στόχου, στο πανεπιστήμιο Πόρτλαντ του Όρεγκον πρόσφατα συστάθηκε έδρα για αυτό τον σκοπό, στη Γαλλία υπάρχει το κίνημα Decroissance, αλλά και στη Γερμανία εντωμεταξύ μερικοί οικονομολόγοι τολμούν και διερευνούν αυτή την «σταθερή δημόσια οικονομία».
Τον όρο -και έτσι ολόκληρη τη σχολή σκέψης- τον επινόησε ο πρώην οικονομολόγος της Παγκόσμιας Τράπεζας Herman Daly. Αυτός διαπίστωσε ότι πολλές από τις συνταγές που διαμόρφωνε ο «Βορράς» για τις φτωχές χώρες, παρόλο που δημιουργούσαν εκεί αύξηση της παραγωγής, ταυτόχρονα και παράλληλα καταστρέφανε το περιβάλλον και δεν βελτιώνανε απαραίτητα την ποιότητα ζωής των ανθρώπων. «Μεγέθυνση σημαίνει περισσότερα πράγματα, ανάπτυξη σημαίνει καλύτερα πράγματα», λέει ο Daly, και καλεί εν τέλει την πολιτική να βάλει σα στόχο την ποιότητα. Η επίτευξη αυτού του στόχου θα είχε και σαν παράπλευρη συνέπεια και τη μείωση της μεγέθυνσης.
Η κατανάλωση που έχει μεγάλο οικολογικό αποτύπωμα θα πρέπει να μειωθεί
Ο Daly έχει για αυτό πολύ πρακτικές προτάσεις. Μερικές έχουν γίνει σήμερα από τα γνωστότερα αιτήματα της περιβαλλοντικής πολιτικής, όπως π.χ. η οικολογική φορολογική μεταρρύθμιση( «ο ρυπαίνων πληρώνει»), η οποία θα ενσωμάτωνε επιτέλους το πραγματικό κόστος της κατανάλωσης των φυσικών πόρων στις τιμές. Ή φόρος των ορυκτών πρώτων υλών και καυσίμων και ένα παγκόσμιο σύστημα διαπραγμάτευσης της εμπορίας των δικαιωμάτων εκπομπής επιβλαβών ουσιών, όπως του διοξειδίου του άνθρακα(εφαρμόσθηκε μετά τη συμφωνία του Κυότο, όμως όχι από τους μεγαλύτερους υπαίτιους των εκπομπών και έτσι δεν έχει τα αποτελέσματα που αναμένονταν.
Άλλες ιδέες του Herman Daly: προτείνει τη μείωση και την αναδιανομή της εργασίας - έτσι οι άνθρωποι δεν θα χρησιμοποιούν τον πλούτο τους για να αγοράζουν περισσότερα πράγματα, αλλά για να έχουν περισσότερο ελεύθερο χρόνο. Θέλει περισσότερη δημόσια και λιγότερη ατομική ιδιοκτησία. Αν υπάρχει δικαιότερη κατανομή του πλούτου, ο καθένας χρειάζεται λιγότερα, άρα θα παράγονταν λιγότερα πράγματα. "Αυτό μπορεί να ακούγεται ριζοσπαστικό", λέει ο ίδιος, αλλά προσθέτει ότι τέτοιες ιδέες δεν αποκλείουν ούτε την μικρή ιδιωτική κατοχή, ούτε την ύπαρξη μικρής τοπικής αγοράς. Θεωρούν απλώς ότι η μεγάλη συγκέντρωση πλούτου υπονομεύει την ίδια την ύπαρξη και τη νομιμότητά του, ενώ οι τιμές της αγοράς, οι οποίες δεν αντιπροσωπεύουν και το περιβαλλοντικό κόστος, είναι παράλογες.
«Αποαναπτυξιακός» τρόπος σκέψης: για όλους τους υποστηρικτές του στην ουσία σημαίνει μείωση πάντα της μη οικολογικής κατανάλωσης και οργάνωση του «λιγότερου» με κοινωνικά αποδεκτό τρόπο. Διότι μόνο αν τουλάχιστον οι πλούσιες χώρες δαπανούν λιγότερο, θα μπορούσε να σωθεί το περιβάλλον. Συγκεκριμένα, αυτό σημαίνει: οι άνθρωποι στις πλούσιες χώρες να αγοράζουν λιγότερα νέα πράγματα και να προτιμούν να χρησιμοποιούν τα παλιά για περισσότερο χρόνο, επισκευάζοντάς τα, καλύτερα μάλιστα μόνοι τους.
Με σφυρί και κατσαβίδι να περάσουμε στο μέλλον; Οι περισσότεροι καθεστωτικοί πολιτικοί και οι οικονομολόγοι θεωρούν τις ιδέες αυτές τρελές. Από πού θα προέλθει η πολιτική βούληση και οικονομική δύναμη, η οποία θα μπορέσει να πείσει τους πολίτες ότι το λιγότερο είναι καλύτερο και ταυτόχρονα να κάνει ανακατανομή, οικολογικοποίηση του φορολογικού συστήματος, να συνεχίζει να καταβάλει το δημόσιο χρέος και να βοηθήσει τον «Νότο»;
Ο Serge Latouche, ο «γέρος» του γαλλικού κινήματος Decroissance, αντιδρά σε τέτοιες ερωτήσεις, στο μεταξύ, αρνητικά: δεν δέχεται την κατηγορία ότι είναι «μακριά από την αλήθεια», από εκείνους μάλιστα που δέχονται χωρίς αντίρρηση όλες τις αντιφατικές «πεποιθήσεις» της κλασικής οικονομίας. Το αντεπιχείρημα του Latouche είναι η πολυμορφία και πολυποικιλία. Αυτός επικεντρώνεται στις πολλές κινήσεις σε επίπεδο βάσης, στους καταναλωτικούς αντιρρησίες, στα δίκτυα ανταλλαγών, στις περιφερειακές πρωτοβουλίες διακίνησης-πώλησης προϊόντων, σε αυτούς που υποφέρουν από την υπάρχουσα κατάσταση και ως εκ τούτου προσπαθούν ήδη σήμερα να ζουν με «αποαναπτυξιακό» τρόπο. Είναι πιστός στο σύνθημα: αν η μεταβολή της πρακτικής πάρει αρκετά μεγάλες διαστάσεις, τότε θα αναγκασθούν να ακολουθήσουν και η θεωρία και πολιτική στρατηγική.
Η Ρητορική βέβαια είναι έξυπνη. Αλλά οι περισσότεροι διανοητές της «αποανάπτυξης» ξέρουν καλά ότι ενώ η κριτική τους για την οικονομική ανάπτυξη είναι ισχυρή, η εναλλακτική τους πρόταση χρειάζεται να περιγραφεί και να σχεδιασθεί λεπτομερέστερα. Φαίνεται ότι το πιο δύσκολο να αναδιαμορφωθεί είναι η χρηματοπιστωτική αγορά. Ο Ελβετός οικονομολόγος Hans Christoph Binswanger, ο επόπτης καθηγητής του διδακτορικού του διευθυντή της Deutsche-Bank Josef Ackermann έχει αφιερώσει τη ζωή του στην έρευνα για το πώς μπορεί να μειωθεί η τεράστια πίεση που ασκούν στην οικονομία τα επιτόκια των δανείων. Ο Binswanger θέλει να μειώσει αυτήν την πίεση, μειώνοντας τη δημιουργία χρήματος από τις τράπεζες. Η δυνατότητα «από χρήμα να παραχθεί και πάλι χρήμα» είχε αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Το κράτος μπορεί να μειώσει πάλι αυτή τη δυνατότητα των τραπεζών με το να τις υποχρεώσει να αυξήσουν τα ελάχιστα αποθεματικά που πρέπει να έχουν για να δανείζουν τη πραγματική οικονομία. Επιπλέον, θέλει για παράδειγμα οι μετοχικές εταιρείες που επικεντρώνονται στη παραπέρα αύξηση του κέρδους, να αντικαθίστανται από άλλες μορφές επιχειρήσεων: από συνεταιρισμούς ή ιδρύματα και κοινωνικές επιχειρήσεις, που δεν ενσωματώνουν τη δυναμική της ανάπτυξης και του κέρδους, αλλά στοχεύουν στην οικονομία ικανοποίησης των αναγκών(κοινωνική οικονομία).
Ο δικός μας Γιώργος Καλλής, καθηγητής του Αυτόνομου Πανεπιστημίου της Βαρκελώνης -του Ινστιτούτου ICREA- και επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας για την αποανάπτυξη, αναπτύσσει τη θεωρία και τις εφαρμογές της: «Απέναντι στο σύστημα του καπιταλισμού, των ιδιωτικών τραπεζών και των νεοφιλελεύθερων αγορών υπάρχουν τοπικές κοινωνίες που παίρνουν την κατάσταση στα χέρια τους και αυτοοργανώνονται στο πλαίσιο μιας άλλης οικονομίας που δεν στηρίζεται στα χρήματα και το κέρδος. Επαναπροσδιορίζουν τις ανάγκες τους, μειώνουν την κατανάλωση, αυτοδιαχειρίζονται την τροφή και την ενέργεια τους, τοπικοποιούν την παραγωγή. Εργάζονται πάνω στην ιδέα της βιώσιμης αποανάπτυξης, μιας ομαλής οικονομικής απομεγέθυνσης για ένα βιώσιμο μέλλον στο οποίο θα ζούμε καλύτερα καταναλώνοντας λιγότερα».
Σύμφωνα με τους Δημήτρη Καπογιάννη(επίκουρο καθηγητή ΤΕΙ Μεσολογγίου) και Τάκη Νικολόπουλο(καθηγητή ΤΕΙ Μεσολογγίου): Από τη μια υπάρχει η ιδιωτική εμπορευματική οικονομία και από την άλλη η δημόσια ή κρατική οικονομία. Ανάμεσα σε αυτά τα δύο μπορούμε να κατατάξουμε σήμερα τις μη καπιταλιστικές επιχειρήσεις (στον παραγωγικό ή εμπορευματικό τομέα ) και τις διάφορες συλλογικές ενώσεις (στον μη εμπορευματικό ή τομέα της μη – αγοράς ) που συνιστούν ένα τρίτο τομέα της οικονομίας και δημιουργούν τον κοινό συλλογικό πλούτο.
Το κίνημα της άμεσης δημοκρατίας στη χώρα, που αναπτύσσεται τελευταία μετά το σύνταγμα, διακηρύσσει: «ΚΚατά τη γνώμη μας, αυτό που κατέρρευσε είναι, επίσης, το κεντρικό φαντασιακό του Καπιταλισμού, που είναι η διαρκής ανάπτυξη της Παραγωγής και της Κατανάλωσης, γιατί προσκρούει στο οικολογικό όριο της εξάντλησης των πόρων του πλανήτη και γιατί δημιούργησε έναν ανθρωπολογικό τύπο επικίνδυνο και καταστροφικό. Αυτό που ζούμε είναι το τέλος αυτής της αφήγησης. Εμείς ως Άμεση Δημοκρατία προτάσσουμε ως απάντηση την εθελούσια αποανάπτυξη της κοινωνίας και εργαζόμαστε γι' αυτό θεωρώντας την Αποανάπτυξη ως την υλική βάση της Άμεσης Δημοκρατίας»
Στο δικό μας μπλοκ και το βιβλίο για την τοπικοποίηση προωθούμε την στρατηγική της τοπικοποίησης στα πλαίσια της γενικότερης πρότασης για την αποανάπτυξη: «Τοπικοποίηση είναι η στρατηγική με την οποία θα απαντήσουμε στην "υπαρκτή" παγκοσμιοποίηση και θα επιδιώξουμε τη στροφή σε μια αποκεντρωμένη, επανατοπικοποιημένη, αυτοδιαχειριζόμενη, και αμεσοδημοκρατική οικολογική κοινωνία της ισοκατανομής, που θα έχει σαν κύτταρο την αυτοδύναμη κοινότητα και το δήμο και θα στηρίζεται στην ομοσπονδιοποίηση δήμων-περιφερειών-εθνών. Για το ξεπέρασμα του δυτικού μοντέλου ανάπτυξης, της κλιματικής-οικολογικής καταστροφής, του καπιταλισμού και του εθνικού κεντρικού κράτους»
Αν όλες αυτές οι ιδέες γινόταν πραγματικότητα, τότε τι θα σήμαινε αυτό για το σύστημα; Ο Βρετανός Tim Jackson, επικριτής της κατανάλωσης και από τους πρώτους στοχαστές της κοινωνίας της «αποανάπτυξης», λέει: «μετά τις διαλέξεις μου με ρωτά συνήθως το μισό ακροατήριο, γιατί αφήνω ανέγγιχτο τον καπιταλισμό, και το άλλο μισό γιατί θέλω να τον καταστρέψω».
Προφανώς η κοινωνία της αποανάπτυξης, αν ποτέ μπορέσουμε να πάμε σε αυτή την κατεύθυνση, θα είναι μια μετακαπιταλιστική κοινωνία.
Η κρίση, με την απομυθοποίηση και την ιδεολογική κατάρρευση του καπιταλισμού που φέρνει μαζί της, αλλά και τη προώθηση της «φτωχοποίησης» των μεσαίων τάξεων και του «αναπτυγμένου» κόσμου, μπορεί να θέσει σε κίνηση σημαντικές μειοψηφίες-αν όχι πλειοψηφίες- πολιτών παντού(στην αρχή στους «αδύνατους κρίκους» της Ν. Ευρώπης). Αυτές, δημιουργώντας από τώρα -σε μικρογραφία έστω-τους θεσμούς αυτής της κοινωνίας, θα θέσουν τις βάσεις για αυτή την μετάβαση, ξεπερνώντας «στη στροφή» τον ίδιο τον καπιταλισμό(μένει βέβαια ανοιχτό το ζήτημα της πιθανής βίας από τη μεριά του, όταν θα τον «προσπερνάμε»).
Ειδικά για την Ελλάδα, του συγκυριακά πιο «αδύναμου κρίκου» του καπιταλισμού και του «ναυαγού της ανάπτυξης», θα είναι πιο εύκολη αυτή η μετάβαση. Βέβαια, η γενικότερη πρόταση για την αποανάπτυξη, κινδυνεύει να γίνει αντιληπτή εδώ, σαν δεκανίκι του «αποαναπτυσσόμενου καπιταλισμού», που θα επιδιώξει στο επόμενο διάστημα τη συρρίκνωση των μεσοστρωμάτων και τον περιορισμό του καταναλωτικού μοντέλου, ώστε να αφορά πλέον μόνο τις οικονομικές ελίτ. Ο κίνδυνος να κατηγορηθεί ότι με τη ρητορική της λιτότητας, προτείνει την «πτώχευση της κοινωνίας» και ότι θέλει να «χρυσώσει το χάπι» για τους «νεόπτωχους» για να υπάρξει από τη μεριά τους συναίνεση και να μετατρέψει τον καταναγκασμό τους σε δική τους επιλογή είναι αυτονόητος. Αλλά αυτή η κατηγορία θα μπορεί να βρει ερείσματα στην κοινωνία μόνο, αν δεν διακηρύξει ρητά και αν δεν επιδιώξει πρακτικά, το ξεπέρασμα των καπιταλιστικών σχέσεων σε όλα τα επίπεδα και δεν προετοιμασθεί ταυτόχρονα για κοινωνικές συγκρούσεις και ανταγωνισμούς.
Ψηλά το κεφάλι λοιπόν! Δεν θέλουμε να μας «σώσουν» οι «αναπτυξιολάγνοι» δανειστές, τραπεζίτες, επενδυτές κ.λπ, με το πολιτικό προσωπικό τους. «Δεν τους χρωστάμε, δεν τους πληρώνουμε!».
Θα σωθούμε μόνοι μας! Θα ζήσουμε καλύτερα με λιγότερα, παράγοντάς τα με τις δυνάμεις μας και τους δικούς μας πόρους, στηριζόμενοι περισσότερο στα συλλογικά αγαθά, με καλύτερη ποιότητα και δίκαιες ανταλλαγές. Αρκεί να είναι επιλογή μας ο αντικαταναλωτισμός, η κοινωνική αλληλεγγύη, η ισοκατανομή και η κοινωνική και περιβαλλοντική μέριμνα. Τότε δεν θα χρειασθούμε τα λεφτά τους και τις «δόσεις» τους και δεν θα μας επιβάλουν οι «σωτήρες» την «φτωχοποίησή» μας. Γιατί θα επιλέξουμε-όχι ηττημένοι-τη μελλοντική μας ευημερία, μέσα από την λιτότητα («λιτότητα της ατομικής κατανάλωσης, μέσα από την αφθονία των συλλογικών αγαθών»).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου