Από Κοινού: Συνέλευση για την Αποανάπτυξη και την Άμεση Δημοκρατία

Μαζί στον δρόμο προς έναν μετα-καπιταλιστικό κόσμο: με το πρόταγμα της Αποανάπτυξης-Τοπικοποίησης, του Κοινοτισμού και της Άμεσης Δημοκρατίας.
Καθόλα αυτά τα χρόνια της λεγόμενης οικονομικής κρίσης έχει λάβει χώρα στην νεοελληνική κοινωνία μία διαδικασία, με κεντρικό άξονα την επανανοηματοδότηση του αξιακού μας συστήματος και των πολιτικών μας προταγμάτων.
Μεμονωμένα άτομα αλλά και ομάδες, συλλογικότητες και κινήματα έχουν αναπτυχθεί παντού στην Ελλάδα, έχουν αφήσει πίσω τους το «αναπτυξιακό» μοντέλο που προωθεί τον καταναλωτικό τρόπο ζωής και έχουν υιοθετήσει άλλες φιλοσοφίες και άλλους τρόπους προσωπικής και συλλογικής διαβίωσης.
Η πολύχρονη πορεία ζωής όλων αυτών των ανθρώπων και ομάδων έχει αποδείξει ότι υπάρχουν υγιή και δυναμικά κοινωνικά κύτταρα, οι δράσεις των οποίων επιθυμούν να συναντηθούν και να συντονιστούν, έτσι ώστε να εκφραστεί η κοινή πολιτική τους φιλοσοφία, σε μια προοπτική μετασχηματισμού που ανοίγει το δρόμο για μια κοινωνία που θα στηριχθεί:

  • στο αποαναπτυξιακό μοντέλο της οικονομίας των αναγκών, της επάρκειας και του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στη βάση της αφθονίας των υλικών και άυλων Κοινών,
  • στην κοινοτική οργάνωση με βάση την προσωπική και συλλογικήαυτονομία,
  • σε αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς και στη θέσμιση της άμεσης δημοκρατίας με τη μορφή του ομοσπονδιακού Κοινοτισμού.

Πρόκειται για τη διάδοση της παραπάνω θέσης μας, που διευρύνεται και διασυνδέεται εδώ και τώρα. Και εν μέρει, λόγω της επιρρεπούς στην κρίση φύσης του σημερινού κοινωνικού συστήματος, είναι δυνατόν να γίνει πράξη και λογική της πλειοψηφίας.
Στα σημερινά εγχειρήματα του πολύμορφου αυτού κινήματος και στις δραστηριότητές του, εμπεριέχονται οι δυνατότητες μιας κοινωνίας σε μετακαπιταλιστική μετάβαση. Στοιχεία της έχουν ήδη δημιουργηθεί, εάν και ακόμα ξετυλίγονται και δεν είναι πλήρη. Τέτοια στοιχεία είναι αυτά της άμεσης δημοκρατίας στα πλαίσια της λειτουργίας των εγχειρημάτων, της οικολογίας με τη μορφή του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στις οικονομικές δραστηριότητές τους, της οικονομίας των αναγκών στις πρακτικές της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας που υλοποιούν. Της ισότητας των αμοιβών και των αυτοκαθοριζόμενων συνθηκών εργασίας από τα μέλη τους, της ισότητας των φύλων και των μειονοτήτων στη συμμετοχή και στη λήψη των αποφάσεων κ.λπ.
Ταυτόχρονα αυτά τα εγχειρήματα είναι πάντα εκτεθειμένα στον κίνδυνο να εκληφθούν ως ιδιοτελείς προσπάθειες για βελτίωση των συνθηκών ζωής μόνο των μελών τους και όχι και των κοινοτήτων γύρω τους. Αμυντικές μάχες, συγκρούσεις και διαπραγματεύσεις για οικειοποίηση κοινών πόρων απαιτούνται για όσο διάστημα το ιεραρχικό εθνικό κράτος και η καπιταλιστική αγορά με τίς αντίστοιχες λογικές τους κυριαρχούν. Αυτές οι μάχες θα γίνονται πιο επιτυχείς, αν δίνονται στο πλαίσιο ενός ισχυρού, κοινού και πάνω από όλα χειραφετικού κοινωνικού κινήματος.
Το συγκεκριμένο μετα-καπιταλιστικό όραμα είναι ένας κόσμος που δεν είναι ιεραρχικός, αλλά συνδεδεμένος με δίκτυα λειτουργικά όλων των επιπέδων και δεσμών, είναι αυτο-οργανωμένος και οι βασικές προσωπικές ανάγκες όλων των πολιτών μπορούν να ικανοποιηθούν μέσω της αφθονίας των συλλογικών αγαθών (Commons). Αυτός ο κόσμος θα χαρακτηρίζεται εξάλλου από αυτοκαθοριζόμενες και γεμάτες ευθύνη σχέσεις δραστηριοτήτων και εργασίας, οι οποίες θα φέρνουν χαρά και νόημα, χωρίς υπερβολική εκμετάλλευση πόρων ή καταστροφή οικοσυστημάτων.
Το κίνημα των κοινοτήτων εμπιστεύεται το ανθρώπινο δυναμικό και μεταφράζει την έννοια της βιωσιμότητας στη γλώσσα των ανθρώπινων αναγκών: Υπάρχει μια βασική ανάγκη, η διατήρηση του πλανήτη, η οποία μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο εάν οργανώσουμε την ικανοποίηση, τόσο των ατομικών όσο και των συλλογικών αναγκών, σε αρμονία με τα όρια που βάζουν οι δυνατότητες των οικοσυστημάτων της γης. Η κοινή χρήση είναι ένας συγκεκριμένος τρόπος αντιμετώπισης της ανθρώπινης και μη ανθρώπινης φύσης, ο οποίος δεν βασίζεται στους καταναγκασμούς του αφηγήματος της «ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων», αλλά αναγνωρίζει ότι εμείς οι άνθρωποι είμαστε ένα (ανα)παραγόμενο στοιχείο του πλανήτη γη. Τα Κοινά (Commons) βέβαια ενδέχεται να μην επιλύσουν μακροπρόθεσμα όλα τα προβλήματα του κόσμου. Αλλά ζούμε το τέλος του καπιταλιστικού κόσμου, στο οποίο δυστοπικό τέλος, οι αντιθέσεις μάλλον τείνουν να επιδεινώνονται και οι συγκρούσεις γίνονται όλο και πιο βάναυσες. Για αυτό είναι ιδιαίτερης σημασίας η δημιουργία θετικών προοπτικών, η διατύπωση και - περισσότερο από οτιδήποτε - η πρακτική ενός αλληλέγγυου οράματος.
Για το μέλλον, φαίνεται επιθυμητό και απαραίτητο να βρεθεί κοινά αποφασισμένη και συντονισμένη κατεύθυνση για την προοπτική του κινήματος. Ο όρος σύγκλισηταιριάζει σε τέτοιες διαδικασίες σχηματισμού συμμαχιών και περιλαμβάνει επίσης πολλά άλλα ρεύματα που κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Ταυτόχρονα, πρέπει επίσης να εντατικοποιηθούν οι συζητήσεις γύρω από το περιεχόμενο, ώστε να αναλυθούν παραπέρα και τα στρατηγικά ζητήματα, αλλά και να συζητηθούν ανοιχτά τα αμφιλεγόμενα ζητήματα. Μόνο έτσι μπορεί να αποφευχθεί η σημερινή πραγματικότητα, όπου τα διαφορετικά ρεύματα δεν είναι συνδεδεμένα και δρουν παράλληλα και απομονωμένα. Θα χρειασθεί να ληφθεί μέριμνα ώστε να προέλθει μια διασύνδεση που θα χαρακτηρίζεται βέβαια από ποικιλομορφία και όχι οπωσδήποτε από ταύτιση.
Θα χρειασθεί επίσης να γίνει κοινά αποδεκτός ένας όρος που θα μπορέσει να αποτελέσει την κοινή στέγη, τον κοινό στόχο και να περιλαμβάνει τον κοινό ορίζοντα κατανόησης των διαφορετικών ρευμάτων, που δεν μπορεί να είναι άλλος από το ξεπέρασμα του καπιταλισμού.
Γενικότερα, ήρθε ο καιρός, που τα όποια-σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο- σημερινά κοινωνικά κινήματα θα χρειασθεί, στηριζόμενα στη αναβίωση του πνεύματος του κοινοτισμού στις σύγχρονες σημερινές συνθήκες και συνδεόμενα μεταξύ τους, να μετατραπούν σε ενιαίο πολιτικό κίνημα μετάβασης για την μετακαπιταλιστική κοινωνία.
Ειδικά για τη χώρα, που βρίσκεται σε συνθήκες οικονομικού πολέμου και έχει μετατραπεί σε αποικία χρέους, το πολύμορφο αυτό κίνημα θα χρειασθεί να διαμορφώσει ένα ελκυστικό πρόγραμμα διεκδίκησης της «εδώ και τώρα» αλλαγής πορείας, δημιουργώντας ταυτόχρονα τα στοιχεία και τις κοινωνικές δομές του νέου κόσμου που οραματίζεται, αφήνοντας πίσω τον καπιταλιστικό κόσμο που μας οδηγεί στην κοινωνική και οικολογική κατάρρευση.
Η μελλοντική επιδίωξη της κοινωνικής χειραφέτησης και της ένταξης των ανθρώπινων κοινοτήτων –πέρα από σύνορα-με ισορροπία στα πλαίσια ενός πεπερασμένου πλανητικού οικοσυστήματος, θα μπορέσει να υλοποιηθεί μόνο από μια σύγκλιση, στη δράση και στη σκέψη, των παραπάνω κοινωνικοπολιτικών ρευμάτων, και στο επίπεδο της καθημερινής ζωής, και στο επίπεδο της κοινωνικής και πολιτικής θέσμισης. Και καταρχήν στην διαπαιδαγώγηση –μέσα από την συμμετοχή-του απαραίτητου ανθρωπολογικού τύπου -σε κρίσιμο αριθμό- που θα βάλει όλη την κοινωνία σε περίοδο κοινωνικοοικολογικού μετασχηματισμού. Ξεκινώντας βασικά από κάθε τοπική κοινωνία.

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2012

Μετάβαση στην ελευθεριακή παιδεία

Έχουμε συνηθίσει να διαβάζουμε άρθρα σχετικά με το πόσο αναποτελεσματικό είναι το εκπαιδευτικό σύστημα στην Ελλάδα, το πόσο συγκεντρωτικά και γραφειοκρατικά λειτουργεί, το πόσο ενθαρρύνει την αποστήθιση και αδιαφορεί για την κριτική σκέψη. Όλες αυτές οι αναλύσεις που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως παιδαγωγικός ρεφορμισμός φαντάζουν ευφυολογήματα σήμερα, τη στιγμή που τις πόρτες τους έκλεισαν οριστικά 1.056 σχολεία και συγχωνεύτηκαν 1.933, με το ¼ των μαθητών να φοιτά σε τμήματα με περισσότερους από 26 μαθητές, με τα σχολικά βιβλία να φθάνουν σε μορφή dvd και την υπουργό να προχωρά με τη βοήθεια των ΜΜΕ σε τρομοκράτηση μαθητών και φοιτητών που κατέλαβαν σχολεία και σχολές. Σήμερα που ο μισθός του εκπαιδευτικού ορίστηκε στα 570 ευρώ με μέγιστες απολαβές, έπειτα από 35 χρόνια, τα 1.371 ευρώ...

Σήμερα είναι η ώρα να αναλογιστούμε κατά πόσον μπορούμε να συνεχίσουμε να αποδεχόμαστε ένα σύστημα εκπαίδευσης που λειτουργεί, ακριβώς, ως κλειστό σύστημα και όχι ως ζωντανός οργανισμός. Κατά πόσον μπορούμε να δεχθούμε την εκπαίδευση ως προιόν, ως προετοιμασία για την εργασία, ως προστάδιο της υποταγής για την επιβίωση. Αμφισβητώντας την εκπαίδευση, αμφισβητούμε τη φύση της εργασίας, καθώς μέσα στο υπάρχων σύστημα δεν μπορούμε να δούμε το ένα χωριστά από το άλλο. Αποφεύγοντας την επέκταση σε άλλα τμήματα της κοινωνικής οργάνωσης, θα επιχειρήσουμε να επεξεργαστούμε προτάσεις για την κατάργηση του υπάρχοντος σχολείου και το πέρασμα σε μια ελευθεριακή παιδεία. Σκοπός μας δεν είναι μια ουτοπική παρουσίαση δογματικών αρχών και θέσεων, αλλά μια συζήτηση σχετικά με το ανοιχτό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα μπορέσει να κινηθεί η εκπαιδευτική πράξη.

Σημεία προβληματισμού
Το σχολείο δεν αποτελεί ένα απομονωμένο κομμάτι της κοινωνικής οργάνωσης μέσα από το οποίο μπορεί να διαπλαστεί ο άνθρωπος του μέλλοντος, αλλά ένα μέρος αυτής της κοινωνίας, ένας καθρέφτης της, ένας μικρόκοσμος στον οποίο αναπαράγoνται οι κοινωνικές σχέσεις. Οπότε, δεν μπορούμε να μιλήσουμε για ένα ιδεατό σχολείο σε μια μη ιδεατή κοινωνία και θα προσπαθήσουμε να θέσουμε τις βάσεις του πάνω στο υπαρκτό και όχι στο φανταστικό. Είναι φανερό, βέβαια, ότι δεν μπορούμε να αγγίξουμε τα προβλήματα ενός τόσο πολυδιάστατου θεσμού μόνο με την ψυχρή λογική, επιστημονικά, αδιάφορα, "αντικειμενικά", χωρίς να κινδυνέψουμε να βουλιάξουμε σε ένα στείρο τεχνοκρατισμό, σε μια τυφλή υπεραπλούστευση της πραγματικότητας. Οι στατιστικές καταγράφουν αποσπασματικά το παρελθόν και τα προγράμματα δεν προβλέπουν το μέλλον, αδυνατούν να απεικονίσουν την πολυσυνθετότητα του σημερινού σχολείου, απλώς καταγράφουν την αποτυχία του να ανταποκριθεί στις επιθυμίες, τα ενδιαφέροντα και τις ανάγκες των παιδιών και των νέων.

Πρέπει λοιπόν να λάβουμε υπόψη το ότι οι εκπαιδευτικοί που αναλαμβάνουν στην περίπτωση μας βοηθητικό ρόλο στην κοινωνικοποίηση και αγωγή των αναπτυσσόμενων ανθρώπων έχουν διαμορφώσει την προσωπικότητα τους, σε μια κοινωνία ανταγωνισμού, ατομικισμού, ιδιοτέλειας και ευθυνοφοβίας. Μπορούν οι εκπαιδευτικοί αυτοί να λειτουργήσουν αυτόνομα, αναλαμβάνοντας το έργο μιας εντελώς διαφορετικής παιδαγωγικής διαδικασίας, δίχως τις οδηγίες που είχαν συνηθίσει να παίρνουν μέσα από τα αναλυτικά προγράμματα του υπουργείου; Κρίνεται αμφίβολο, αν και στα Παιδαγωγικά Τμήματα προκρίνεται γενικά η μέθοδος της ομαδοσυνεργατικής και μαθητοκεντρικής διδασκαλίας. Παρ' όλα αυτά, εφόσον σκοπεύουμε σε μια κοινωνία αυτόνομη, οφείλουμε να εμπιστευτούμε τις δυνατότητες του ανθρώπου και δη των εκπαιδευτικών.

Ένα άλλο σημείο προβληματισμού θα αποτελούσαν οι ίδιοι οι μαθητές, οι οποίοι μέχρι τα 6 τους χρόνια κοινωνικοποιούνται στο οικογενειακό τους περιβάλλον, το οποίο δεν είναι δυνατό, αλλά ούτε και ευκταίο να ελεγχθεί. Τα παιδιά, όμως, ανήκουν στους γονείς τους ή στον εαυτό τους; Έχει άραγε, το ιερό δικαίωμα ο γονιός να διαπλάθει το παιδί του όπως αυτός επιθυμεί, ή θα ήταν προτιμότερο να δώσει την ευκαιρία στο παιδί να κοινωνικοποιείται και να αλληλεπιδρά μέσα σε μια τοπική συλλογικότητα αναπτυσσόμενων ανθρώπων, στην οποία θα προσφέρονται όλα τα επιστημονικώς κατάλληλα ερεθίσματα; Να ξεκαθαρίσουμε πως δεν μιλάμε για απομάκρυνση του παιδιού από την εστία της οικογένειας, αλλά για το δικαίωμα του παιδιού στο συλλογικό παιχνίδι, την ανακαλυπτική γνώση, την κοινωνική μάθηση από τα πρώτα κιόλας χρόνια της ζωής του.

Όσον αφορά το σχολικό κτίριο, με το οποίο έχουμε συνδέσει την έννοια "σχολείο", αυτό θα έπρεπε να γκρεμιστεί απ' τα θεμέλια και να χτιστεί απ' την αρχή, πάνω σε νέες βάσεις. Σήμερα, βλέπουμε ομοιόμορφα κτίρια, με ομοιόμορφες ορθογώνιες αίθουσες, ιεραρχικά (με βάση την ηλικία) ταξινομημένες, περιφραγμένα με σιδερένια κάγκελα, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως κτίρια καταναγκαστικής αγωγής. Δεν μπορούμε ν' αποκηρύξουμε την αναγκαιότητα σχολικών κτιρίων, μπορούμε όμως να επισημάνουμε την ανάγκη σύνδεσης του κτιρίου με τη ζωή των παιδιών, αφήνοντας την τοπική κουλτούρα, τις τοπικές ιδιαιτερότητες, καθώς και τους ανθρώπους που ζουν στην περιοχή να εισέλθουν και να συνδιαμορφώσουν το σχολικό χώρο, που αποτελεί απλά μια βάση μάθησης και όχι την εστία της μάθησης.

Και περνάμε στο βασικότερο στοιχείο, που είναι η ίδια η εκπαιδευτική πράξη, αποσυνδεδεμένη από την εργασία. Καταρχάς, ποιός θα ήταν ο στόχος της; Η αυτονομία του αναπτυσσόμενου ανθρώπου, έτσι ώστε αυτός να καταστεί ικανός να δρα και να σκέφτεται όπως ο ίδιος επιλέγει, και όχι όπως ετερόνομοι θεσμοί του υποδεικνύουν. Η σφαιρική ανάπτυξη της προσωπικότητας και των ικανοτήτων- τόσο των νοητικών όσο και των πρακτικών-, ώστε να είναι ο κάθε πολίτης σε θέση να παίρνει μέρος στις συλλογικές διαδικασίες μιας διαρκούς αυτοθέσμισης της κοινωνίας.Παράλληλα, η παροχή των γνώσεων εκείνων, που ταιριάζουν στα ενδιαφέροντα του καθενός ξεχωριστά, στις ανάγκες του και στο επίπεδο της ανάπτυξης του. Αυτό δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί μέσω ενός αναλυτικού προγράμματος (όπως το σημερινό) που απαιτεί από όλους τα ίδια, διδάσκει σε όλους τα ίδια, αξιολογεί θετικά μόνο τις συμπεριφορές που ταιριάζουν με την κυρίαρχη κουλτούρα και περιθωριοποιεί το διαφορετικό. Αντιθέτως, η παιδεία οφείλει να μετατραπεί από συνταγολόγιο, σε ανοιχτό πεδίο ανατροφοδότησης μεταξύ ανθρώπου, τόπου και χρόνου, να συνδεθεί με τη ζωή και όχι με την ζωή σαν εργασία.

Κατά δεύτερον, ποιές θα ήταν οι μέθοδοι που θα ακολουθούνταν; Μια ομάδα ανθρώπων έρχεται σε εσωτερική σύγκρουση, την στοιχειώνει ο ανταγωνισμός, όταν μάχονται για την υπεράσπιση ενός προνομίου, είτε αυτό λέγεται κέρδος, είτε λέγεται εξουσία, είτε βαθμός...Με την κατάργηση της αξιολόγησης των μαθητών (που μόνος της σκοπός είναι η κατανομή σε εκπαιδευτικές βαθμίδες, άρα και σε κοινωνικές τάξεις), οι μαθητές αντί να ανταγωνίζονται, συνεργάζονται, μέσω της ομαδοσυνεργατικής διδασκαλίας και αναπτύσσουν έτσι την κοινωνική και συναισθηματική μάθηση, που σήμερα έρχεται σε δεύτερη μοίρα, με κυρίαρχη τη γνωστική. Μια αλληλέγγυα κοινωνία, λοιπόν, μπορεί να χτιστεί από μια μικροκοινωνία συνεργαζόμενων παιδιών, που ανακαλύπτουν τη γνώση (γνώση συνδεμένη με τη ζωή τους) και δεν περιμένουν τον ετοιμοπαράδοτο μονόλογο του δασκάλου.

Τρίτον, ποια μορφή θα έπρεπε να έχουν οι δραστηριότητες του σχολείου; Σε αντιδιαστολή με τη σημερινή μορφή της διάλεξης, της μονομερούς επικοινωνίας και της στείρας μετάδοσης γνώσεων, προτείνουμε την μορφή της έρευνας. Λέγοντας έρευνα εννοούμε το να θέτω προβλήματα και να επιστρατεύω όλα τα μέσα που διαθέτω για την κατανόηση τους. Εννοούμε το να θέτω εμπόδια και να προσπαθώ να τα υπερβώ ένα προς ένα ανατρέχοντας, ενεργοποιώντας όποιο μέσο βρίσκεται στη διάθεση μου: τη νόηση, τις βοήθειες που μου παρέχονται από έξω, τις δομές και τα υλικά. Δεν πιστεύουμε ότι ένας νέος μαθητής μπορεί π.χ να συμβάλλει στην εξέλιξη της Χημείας, αλλά ο μοναδικός τρόπος να κατανοήσει πραγματικά τους μηχανισμούς της είναι να ερευνήσει, να εξετάσει, να πειραματιστεί και να συναγάγει συμπεράσματα, εκπαιδεύοντας στην ουσία τον εαυτό του.

Εφαρμογή στην πράξη
Ας επιχειρήσουμε να δούμε τις προυποθέσεις εφαρμογής και ανάπτυξης του ανοιχτού αυτού μοντέλου στην εκπαίδευση.Στα πλαίσια μιας αυτοδιαχειριστικής στρατηγικής, που δεν διαχωρίζει τους στόχους από τα μέσα επίτευξης τους, ο αυτοδιαχειριστικός πειραματισμός στοχεύει στην ανάπτυξη αντιθεσμών και στη μεταβολή του συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα στο θεσμοθετημένο και το θεσμοθετόν, υπερ των θεσμοθετουσών δυνάμεων.Προφανώς η κυρίαρχη ιδεολογία υποβιβάζει το θεσμό σχολείο μόνο στο θεσμοθετημένο-αγνοώντας τις θεσμοθετούσες δυνάμεις και την αλληλεπίδραση που διεξάγεται μέσα στον ίδιο το θεσμό- και προσπαθεί να μας πείσει ότι το σχολείο επιτελεί μια αντικειμενική κοινωνική λειτουργία και ότι το μόνο που απαιτείται είναι η προσαρμογή του στις κάθε φορά νέες συνθήκες. Αντίθετα ο αγώναςγια τη δημιουργία ενός άλλου σχολείου- που φυσικά η μορφή και το περιεχόμενο του δεν μπορεί να προκαθοριστεί, γιατί θα δημιουργηθεί από αυτούς που θα τον επωμιστούν (εμείς μόνο γενικές προτάσεις μπορούμε να κάνουμε)- πρέπει να προωθήσει τον αυτοδιαχειριστικό πειραματισμό σε όλο το μήκος και το πλάτος του σχολικού θεσμού. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να υπογραμμίσουμε ότι:" Ο αυτοδιαχειριστικός πειραματισμός δεν έχει έννοια παρά μόνο σαν πραγματική κατάκτηση της βάσης, προυποθέτει έτσι μια γνήσια αυτονομία"(βλ. Πιερ Ροζανβαλόν, Αυτοδιαχείριση:το μέλλον του σοσιαλισμού").

Αναγκαίες, λοιπόν προυποθέσεις για την ανάπτυξη του αυτοδιαχειριστικού πειραματισμού στην εκπαίδευση είναι να αποφασίζεται από αυτούς που θα τον πραγματοποιήσουν (μαθητές και εκπαιδευτικούς), να στοχεύει στην δημιουργία αντιθεσμών και να αφήνει πάντα ανοιχτή τη δυνατότητα για διαρκή αυτοθέσμιση του αντιθεσμού-σύμφωνα με τις επιθυμίες, τα ενδιαφέροντα και τις ανάγκες εκείνων που συμμετέχουν σ' αυτόν. Αρνούμενοι λοιπόν, να δεχθούμε τις διάφορες προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις, υπουργών, κομμάτων και "ειδικών", καλούμε τους ίδιους τους μετέχοντες στην εκπαιδευτική διαδικασία, να δράσουν για το ξεπέρασμα του υπάρχοντος και τη μετάβαση στην παιδαγωγική της ελευθερίας, στην ελευθεριακή παιδεία.

Περισσότερα: http://www.schizas.com/site3/index.php?option=com_content&view=article&id=44347:2012-01-19-120000&catid=39:omorfos-kosmos&Itemid=220#ixzz1k51avKUm

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου