Από Κοινού: Συνέλευση για την Αποανάπτυξη και την Άμεση Δημοκρατία

Μαζί στον δρόμο προς έναν μετα-καπιταλιστικό κόσμο: με το πρόταγμα της Αποανάπτυξης-Τοπικοποίησης, του Κοινοτισμού και της Άμεσης Δημοκρατίας.
Καθόλα αυτά τα χρόνια της λεγόμενης οικονομικής κρίσης έχει λάβει χώρα στην νεοελληνική κοινωνία μία διαδικασία, με κεντρικό άξονα την επανανοηματοδότηση του αξιακού μας συστήματος και των πολιτικών μας προταγμάτων.
Μεμονωμένα άτομα αλλά και ομάδες, συλλογικότητες και κινήματα έχουν αναπτυχθεί παντού στην Ελλάδα, έχουν αφήσει πίσω τους το «αναπτυξιακό» μοντέλο που προωθεί τον καταναλωτικό τρόπο ζωής και έχουν υιοθετήσει άλλες φιλοσοφίες και άλλους τρόπους προσωπικής και συλλογικής διαβίωσης.
Η πολύχρονη πορεία ζωής όλων αυτών των ανθρώπων και ομάδων έχει αποδείξει ότι υπάρχουν υγιή και δυναμικά κοινωνικά κύτταρα, οι δράσεις των οποίων επιθυμούν να συναντηθούν και να συντονιστούν, έτσι ώστε να εκφραστεί η κοινή πολιτική τους φιλοσοφία, σε μια προοπτική μετασχηματισμού που ανοίγει το δρόμο για μια κοινωνία που θα στηριχθεί:

  • στο αποαναπτυξιακό μοντέλο της οικονομίας των αναγκών, της επάρκειας και του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στη βάση της αφθονίας των υλικών και άυλων Κοινών,
  • στην κοινοτική οργάνωση με βάση την προσωπική και συλλογικήαυτονομία,
  • σε αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς και στη θέσμιση της άμεσης δημοκρατίας με τη μορφή του ομοσπονδιακού Κοινοτισμού.

Πρόκειται για τη διάδοση της παραπάνω θέσης μας, που διευρύνεται και διασυνδέεται εδώ και τώρα. Και εν μέρει, λόγω της επιρρεπούς στην κρίση φύσης του σημερινού κοινωνικού συστήματος, είναι δυνατόν να γίνει πράξη και λογική της πλειοψηφίας.
Στα σημερινά εγχειρήματα του πολύμορφου αυτού κινήματος και στις δραστηριότητές του, εμπεριέχονται οι δυνατότητες μιας κοινωνίας σε μετακαπιταλιστική μετάβαση. Στοιχεία της έχουν ήδη δημιουργηθεί, εάν και ακόμα ξετυλίγονται και δεν είναι πλήρη. Τέτοια στοιχεία είναι αυτά της άμεσης δημοκρατίας στα πλαίσια της λειτουργίας των εγχειρημάτων, της οικολογίας με τη μορφή του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στις οικονομικές δραστηριότητές τους, της οικονομίας των αναγκών στις πρακτικές της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας που υλοποιούν. Της ισότητας των αμοιβών και των αυτοκαθοριζόμενων συνθηκών εργασίας από τα μέλη τους, της ισότητας των φύλων και των μειονοτήτων στη συμμετοχή και στη λήψη των αποφάσεων κ.λπ.
Ταυτόχρονα αυτά τα εγχειρήματα είναι πάντα εκτεθειμένα στον κίνδυνο να εκληφθούν ως ιδιοτελείς προσπάθειες για βελτίωση των συνθηκών ζωής μόνο των μελών τους και όχι και των κοινοτήτων γύρω τους. Αμυντικές μάχες, συγκρούσεις και διαπραγματεύσεις για οικειοποίηση κοινών πόρων απαιτούνται για όσο διάστημα το ιεραρχικό εθνικό κράτος και η καπιταλιστική αγορά με τίς αντίστοιχες λογικές τους κυριαρχούν. Αυτές οι μάχες θα γίνονται πιο επιτυχείς, αν δίνονται στο πλαίσιο ενός ισχυρού, κοινού και πάνω από όλα χειραφετικού κοινωνικού κινήματος.
Το συγκεκριμένο μετα-καπιταλιστικό όραμα είναι ένας κόσμος που δεν είναι ιεραρχικός, αλλά συνδεδεμένος με δίκτυα λειτουργικά όλων των επιπέδων και δεσμών, είναι αυτο-οργανωμένος και οι βασικές προσωπικές ανάγκες όλων των πολιτών μπορούν να ικανοποιηθούν μέσω της αφθονίας των συλλογικών αγαθών (Commons). Αυτός ο κόσμος θα χαρακτηρίζεται εξάλλου από αυτοκαθοριζόμενες και γεμάτες ευθύνη σχέσεις δραστηριοτήτων και εργασίας, οι οποίες θα φέρνουν χαρά και νόημα, χωρίς υπερβολική εκμετάλλευση πόρων ή καταστροφή οικοσυστημάτων.
Το κίνημα των κοινοτήτων εμπιστεύεται το ανθρώπινο δυναμικό και μεταφράζει την έννοια της βιωσιμότητας στη γλώσσα των ανθρώπινων αναγκών: Υπάρχει μια βασική ανάγκη, η διατήρηση του πλανήτη, η οποία μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο εάν οργανώσουμε την ικανοποίηση, τόσο των ατομικών όσο και των συλλογικών αναγκών, σε αρμονία με τα όρια που βάζουν οι δυνατότητες των οικοσυστημάτων της γης. Η κοινή χρήση είναι ένας συγκεκριμένος τρόπος αντιμετώπισης της ανθρώπινης και μη ανθρώπινης φύσης, ο οποίος δεν βασίζεται στους καταναγκασμούς του αφηγήματος της «ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων», αλλά αναγνωρίζει ότι εμείς οι άνθρωποι είμαστε ένα (ανα)παραγόμενο στοιχείο του πλανήτη γη. Τα Κοινά (Commons) βέβαια ενδέχεται να μην επιλύσουν μακροπρόθεσμα όλα τα προβλήματα του κόσμου. Αλλά ζούμε το τέλος του καπιταλιστικού κόσμου, στο οποίο δυστοπικό τέλος, οι αντιθέσεις μάλλον τείνουν να επιδεινώνονται και οι συγκρούσεις γίνονται όλο και πιο βάναυσες. Για αυτό είναι ιδιαίτερης σημασίας η δημιουργία θετικών προοπτικών, η διατύπωση και - περισσότερο από οτιδήποτε - η πρακτική ενός αλληλέγγυου οράματος.
Για το μέλλον, φαίνεται επιθυμητό και απαραίτητο να βρεθεί κοινά αποφασισμένη και συντονισμένη κατεύθυνση για την προοπτική του κινήματος. Ο όρος σύγκλισηταιριάζει σε τέτοιες διαδικασίες σχηματισμού συμμαχιών και περιλαμβάνει επίσης πολλά άλλα ρεύματα που κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Ταυτόχρονα, πρέπει επίσης να εντατικοποιηθούν οι συζητήσεις γύρω από το περιεχόμενο, ώστε να αναλυθούν παραπέρα και τα στρατηγικά ζητήματα, αλλά και να συζητηθούν ανοιχτά τα αμφιλεγόμενα ζητήματα. Μόνο έτσι μπορεί να αποφευχθεί η σημερινή πραγματικότητα, όπου τα διαφορετικά ρεύματα δεν είναι συνδεδεμένα και δρουν παράλληλα και απομονωμένα. Θα χρειασθεί να ληφθεί μέριμνα ώστε να προέλθει μια διασύνδεση που θα χαρακτηρίζεται βέβαια από ποικιλομορφία και όχι οπωσδήποτε από ταύτιση.
Θα χρειασθεί επίσης να γίνει κοινά αποδεκτός ένας όρος που θα μπορέσει να αποτελέσει την κοινή στέγη, τον κοινό στόχο και να περιλαμβάνει τον κοινό ορίζοντα κατανόησης των διαφορετικών ρευμάτων, που δεν μπορεί να είναι άλλος από το ξεπέρασμα του καπιταλισμού.
Γενικότερα, ήρθε ο καιρός, που τα όποια-σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο- σημερινά κοινωνικά κινήματα θα χρειασθεί, στηριζόμενα στη αναβίωση του πνεύματος του κοινοτισμού στις σύγχρονες σημερινές συνθήκες και συνδεόμενα μεταξύ τους, να μετατραπούν σε ενιαίο πολιτικό κίνημα μετάβασης για την μετακαπιταλιστική κοινωνία.
Ειδικά για τη χώρα, που βρίσκεται σε συνθήκες οικονομικού πολέμου και έχει μετατραπεί σε αποικία χρέους, το πολύμορφο αυτό κίνημα θα χρειασθεί να διαμορφώσει ένα ελκυστικό πρόγραμμα διεκδίκησης της «εδώ και τώρα» αλλαγής πορείας, δημιουργώντας ταυτόχρονα τα στοιχεία και τις κοινωνικές δομές του νέου κόσμου που οραματίζεται, αφήνοντας πίσω τον καπιταλιστικό κόσμο που μας οδηγεί στην κοινωνική και οικολογική κατάρρευση.
Η μελλοντική επιδίωξη της κοινωνικής χειραφέτησης και της ένταξης των ανθρώπινων κοινοτήτων –πέρα από σύνορα-με ισορροπία στα πλαίσια ενός πεπερασμένου πλανητικού οικοσυστήματος, θα μπορέσει να υλοποιηθεί μόνο από μια σύγκλιση, στη δράση και στη σκέψη, των παραπάνω κοινωνικοπολιτικών ρευμάτων, και στο επίπεδο της καθημερινής ζωής, και στο επίπεδο της κοινωνικής και πολιτικής θέσμισης. Και καταρχήν στην διαπαιδαγώγηση –μέσα από την συμμετοχή-του απαραίτητου ανθρωπολογικού τύπου -σε κρίσιμο αριθμό- που θα βάλει όλη την κοινωνία σε περίοδο κοινωνικοοικολογικού μετασχηματισμού. Ξεκινώντας βασικά από κάθε τοπική κοινωνία.

Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011

Τζίτζικες και μέρμηγκες

Ο κυρίαρχος μύθος
Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια χώρα του Νότου, τα τζιτζίκια ζούσαν ανέμελα σε μια συνομοσπονδία με μερμήγκια βόρειων χωρών τα οποία δούλευαν, δούλευαν και δούλευαν. Όσο η συνομοσπονδία τους αυτή πέρναγε μέρες καλοκαιριού, όλα πήγαιναν φίνα. Τα τζιτζίκια τραγούδαγαν και κορόιδευαν τα μερμήγκια αλλά και τα μερμήγκια που και που επισκέπτονταν τον Νότο για μερικές εβδομάδες ανεμελιάς στον ήλιο δίπλα στα τεμπέλικα τζιτζίκια.
Μια μέρα όμως, το καλοκαίρι της συνομοσπονδίας τους τελείωσε. Άγριοι, παγωμένοι άνεμοι άρχισαν να φυσούν από βορειοδυτική κατεύθυνση, αρχικά από την Wall Street και αργότερα από κάθε δυνατή κατεύθυνση. Τότε, τα τζιτζίκια του Νότου, ιδίως στην Ελλάδα, παραλίγο να ξεπαγιάσουν. Χωρίς τρόφιμα στις αποθήκες τους, χωρίς να έχουν προνοήσει για τις δύσκολες ημέρες του χειμώνα της συνομοσπονδίας τους, έτρεξαν στις πρωτεύουσες του Βορρά, με προτεταμένο το χέρι, ζητώντας από τα μερμήγκια αρωγή, αλληλεγγύη. Τα μερμήγκια, όπως είναι φυσικό, δίσταζαν να ανοίξουν τις αποθήκες με τα όλο κόπο συσσωρευμένα καλούδια τους. Δεν δίσταζαν ωστόσο από τσιγκουνιά αλλά από φόβο. Φόβο ότι αν αρχίσουν να ταΐζουν ανεξέλεγκτα τα πεινασμένα, άφρονα τζιτζίκια, ήταν πολύ πιθανόν αυτά να κάνουν πάλι τα ίδια: να συνεχίσουν να γλεντοκοπούν και, κάθε φορά που η κοιλιά τους είναι άδεια, να τρέχουν πάλι στα μερμήγκια να την γεμίσουν, με αποτέλεσμα κάποια στιγμή να αδειάσουν οι αποθήκες των μερμηγκιών και να πεινάσουν όλοι μαζί.
Να γιατί τα μερμήγκια ναι μεν δεν αρνήθηκαν στα τζιτζίκια συνδρομή αλλά απλά απαίτησαν από αυτά δείγματα γραφής ότι θα αλλάξουν. Θα γίνουν κι αυτά πιο… μερμήγκια. Όταν άκουγαν από τα χείλη των τζιτζικιών κουβέντες περί ευρωομολόγων, ενεργοποίηση της ΕΚΤ με στόχο την «ορθολογική διαχείριση του χρέους της ευρωζώνης» κλπ, αμέσως στύλωναν τα πόδια, σκεπτόμενα μέσα τους: «Πάλι τις αποθήκες μας έβαλαν στο μάτι.» Κι έτσι επέμεναν ακόμα περισσότερο στην μερμηγκοποίηση των τζιτζικιών ως συνθήκη για να ανοίξουν τις αποθήκες τους για να ταϊστούν τα πεινασμένα τζιτζίκια.
Μύθοι και πραγματικότητα
Το πρόβλημα με τους μύθους, όπως ο Αίσωπος γνώριζε καλά, είναι ότι όταν τους χρησιμοποιούμε για να κατανοήσουμε την πραγματικότητα, να εξαγάγουμε συμπεράσματα και ηθικά διδάγματα, είναι πολύ εύκολο να οδηγηθούμε σε καταστροφική πλάνη όταν ο μύθος που τελικά κυριαρχεί χάνει την «επαφή» με καίριες διαστάσεις της πραγματικότητας, καλύπτοντας έτσι την τελευταία στο σκοτάδι (αντί να την λούζει με φως). Κάτι τέτοιο συμβαίνει τώρα στην Ευρώπη. Ο Αισώπειος μύθος με τα μερμήγκια του Βορρά και τα τζιτζίκια του Νότου αντανακλά μια νοοτροπία, έναν κυρίαρχο τρόπο ανάλυσης της Κρίσης, που αποτελεί τον μεγαλύτερο εχθρό της ευρωζώνης, καθώς ωθεί τις ελίτ (Βορρά τε και Νότου) σε πολιτικές που, χωρίς πλέον αμφιβολία, κρατούν το καράβι της ευρωζώνης σε σταθερή πορεία σύγκρουσης με την σκληρή πραγματικότητα της κατάρρευσης. Χρειαζόμαστε λοιπόν έναν νέο μύθο. Έναν μύθο που να μένει όσο πιο κοντά στην αφήγηση του κυρίαρχου μύθου αλλά, παράλληλα, να τον διορθώνει με τρόπο που να απελευθερώσει τις απομένουσες δυνατότητες της Ευρώπης να σταματήσει την κατρακύλα.
Ο μύθος redux
Τα μερμήγκια ζούσαν παντού. Όπως και τα τζιτζίκια. Μπορεί τα βόρεια ξαδέρφια τους να μην τους έμοιαζαν απόλυτα, όμως τα τζιτζίκια του Νότου είχαν πολλά κοινά με τα τζιτζίκια του Βορρά, όπως άλλωστε συνέβαινε και με τα μερμήγκια: αλλιώς δούλευαν εκείνα του Βορρά κι αλλιώς εκείνα του Νότου. Ας τα γνωρίσουμε λίγο καλύτερα.
Τα νότια μερμήγκια: Ζευγάρια μερμηγκιών που, στις καλές εποχές, δούλευαν και τα δυο σε κλάδους χαμηλής παραγωγικότητας (π.χ. ταμίες supermarket), πολλές φορές κάνοντας δύο δουλειές με σκοπό να τα βγάλουν πέρα δεδομένων των χαμηλών τους μισθών και ενός οικογενειακού πληθωρισμού πολύ μεγαλύτερου του επίσημου μέσου πληθωρισμού. Παρ όλες τις τέσσερις δουλειές που έκαναν μεταξύ τους, τα εισοδήματά τους δεν έφταναν για να παρακολουθούν το γενικότερο φαγοπότι γύρω τους. Όταν το παιδί τους τους πίεζε για ένα καινούργιο gadget ή αναγκάζονταν να πληρώνουν φροντιστήρια για τα πάντα, φακελάκια στα νοσοκομεία κλπ., ο μόνος τρόπος που μπορούσαν να σκεφτούν πως θα τα κατάφερναν ήταν να πούνε ναι σε μία από τις πάμπολλες προσφορές που λάμβαναν κάθε μέρα από λογιών- λογιών τράπεζες για πιστωτικές κάρτες, εορτοδάνεια κ.ο.κ. Κι όταν το «καλοκαίρι» τελείωσε, κι ήρθε η Κρίση, είδαν τα εισοδήματά τους από την πρώτη τους δουλειά να εξαφανίζονται, οι εργοδότες τους της δεύτερης δουλειάς τους είπαν να μην ξαναπάνε, τα δάνεια άρχισαν να τους πνίγουν, οι επιθέσεις της εφορίας τους ανάγκασαν ακόμα και να σκεφτούν να μείνουν χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα. Και σαν να μην έφταναν αυτά, κάποια στιγμή συνειδητοποίησαν ότι όλη η οικουμένη τους θεωρούσε υπεύθυνους για τη συντέλεια του κόσμου που ήταν καθ’ οδόν. Έγιναν οι δακτυλοδεικτούμενοι θύτες της παγκόσμιας οικονομίας!
Τα βόρεια μερμήγκια: Ζευγάρια μερμηγκιών-εργατών σε παραγωγικότατα εργοστάσια που όμως έβλεπαν, για μια δεκαετία, την αγοραστική δύναμη των εισοδημάτων τους να μειώνεται. Όσο πιο σκληρά και αποδοτικά εργάζονταν τόσο πιο δύσκολα τα έβγαζαν πέρα. Κι αυτά συνέβαιναν στις καλές εποχές του καλοκαιριού της μεγάλης συνομοσπονδίας τους. Η όλο και παραγωγικότερη εργασία τους, σε συνδυασμό με τους όλο και πιο ασθενικούς μισθούς τους, οικοδομούσε τεράστια πλεονάσματα. Από την μία, η μείωση του κόστους της εργασίας των βόρειων μερμηγκιών αύξανε τα κέρδη των επιχειρήσεων και από την άλλη, καθώς τα προϊόντα τους γίνονταν φθηνότερα σε ολόκληρη την συνομοσπονδία (αλλά και παγκοσμίως), αυξάνονταν οι εξαγωγές και, μαζί τους, τα πλεονάσματα ψήλωναν ακόμα πιο πολύ. Όμως, αντίθετα με τους σπόρους των μερμηγκιών του Αισώπου, τα πλεονάσματα αυτά δεν αποθηκεύονται. Έχουν γίνει χρήμα και το χρήμα δεν επιτρέπεται να λιμνάζει. Πρέπει να κινείται ψάχνοντας καλύτερες αποδόσεις. Καθώς μάλιστα τα βουνά αυτά των πλεονασμάτων έριξαν πολύ τα επιτόκια στον Βορρά, άρχισαν να ρέουν προς τον Νότο, όπου τα επιτόκια ήταν πάντα σχετικά τσιμπημένα (λόγω της χαμηλότερης παραγωγικότητας των εκεί μερμηγκιών, που οφείλεται στο ότι τα νότια μερμήγκια δεν είχαν τα μηχανήματα και την τεχνολογία που θα τα βοηθούσαν να δουλεύουν εξ ίσου παραγωγικά).
Ποιος ενορχήστρωσε την ροή των πλεονασμάτων που παρήγαγαν τα βόρεια μερμήγκια προς τον Νότο; Μα τα βόρεια τζιτζίκια, σε αγαστή συνεργασία με τα νότια ξαδέρφια τους. Οι βόρειες τράπεζες που, αποφασισμένες να μετατρέψουν σε προσοδοφόρο ευαγγέλιο την νοοτροπία του τζίτζικα (μέγιστη απόδοση για ελάχιστη προσωπική εργασία), βρήκαν στα νότια ξαδέρφια τους (κατασκευαστικές εταιρείες, ελληνικές τράπεζες κλπ κλπ) τους ιδανικούς παρτενέρ στην διοχέτευση των πλεονασμάτων του Νότου, μέσω θαλασσοδανείων στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα που όμως απέφεραν υψηλότερα επιτόκια από εκείνα που θα έβρισκαν στον βορρά – για τον ίδιο λόγο που παρήχθησαν στον Βορρά τα πλεονάσματα αυτά (δηλαδή, την φθηνή, παραγωγική εργασία των βόρειων μερμηγκιών).
Και τι γίνεται κάθε φορά που ζεστό, μπόλικο χρήμα ρέει ξαφνικά σε μία περιοχή; Δημιουργούνται φούσκες. Στην Ισπανία η φούσκα δημιουργήθηκε απ’ ευθείας στον ιδιωτικό τομέα καθώς εκεί οι επιτήδειοι τζίτζικες-κατασκευαστές δανείστηκαν τα βόρεια πλεονάσματα από τις ιδιωτικές τράπεζες-τζιτζίκια του Νότου. Και πού βρήκαν τα χρήματα οι τελευταίες; Από τις ιδιωτικές τράπεζες-τζιτζίκια του Βορρά βεβαίως! Αντίθετα, στην Ελλάδα, η φούσκα προέκυψε μέσα στα σπλάχνα του δημοσίου καθώς, τα δικά μας τζιτζίκια-κατασκευαστές έπεισαν τα φιλαράκια τους, τα τζιτζίκια του ελληνικού δημοσίου, να δανειστεί το δημόσιο ώστε, κατόπιν, να τους δώσουν χρυσοφόρα συμβόλαια.
Δεν έχει απολύτως καμία σημασία πώς ακριβώς δημιουργήθηκαν οι φούσκες του Νότου. Είτε άμεσα από τον ιδιωτικό τομέα (όπως στην Ισπανία) είτε έμμεσα μέσω του Δημοσίου (όπως στην Ελλάδα) οι φούσκες δημιουργήθηκαν επειδή τα πλεονάσματα τα οποία παρήγαγαν τα βόρεια μερμήγκια δεν τα γεύτηκαν εκείνα αλλά, και εδώ έγκειται η τραγωδία, τα υπεξαίρεσαν τα βόρεια τζιτζίκια τα οποία, συνεπικουρούμενα από τα νότια τζιτζίκια, τα έστειλαν στον Νότο δημιουργώντας φούσκες από τις οποίες κέρδισαν πολλά όλα τα τζιτζίκια. Ότι θα έσκαγαν, θα έσκαγαν. Έσκασαν όταν έσκασε πρώτη μια ακόμα μεγαλύτερη υπερ-φούσκα, εκείνη που έχτιζαν για 25 χρόνια τα υπερπόντια super-τζιτζίκια της Wall Street.
Κάπως έτσι, τα μερμήγκια του Βορρά είδαν την σκληρή δουλειά τους όχι μόνο να μην μεταφράζεται σε καλύτερη ζωή για τα ίδια και για τα παιδιά τους αλλά, αντίθετα, να έχει υπονομεύσει ολόκληρη την συνομοσπονδία.
Ηθικό δίδαγμα
Πολλοί θεωρούν ότι με τον Τζίτζικα και τον Μέρμηγκα, ο Αίσωπος προσπάθησε να μας αποτρέψει από την τεμπελιά προτρέποντάς μας να είμαστε καλοί προς τον μελλοντικό μας εαυτό – κάτι που ο Τζίτζικας δεν μπορούσε να κάνει. Σωστά. Όμως, ο Αίσωπος θεωρούσε προβληματικό τόσο τον Τζίτζικα όσο και τον Μέρμηγκα, προετοιμάζοντάς μας για το ηθικό δίδαγμα του παν μέτρον άριστον: Ούτε Μέργηγκας, που δεν μπορεί ποτέ να χαρεί παρά μόνο την σκέψη της μελλοντικής κατανάλωσης, ούτε Τζίτζικας, που αρνείται να κάνει θυσίες προς όφελος του μελλοντικού του εαυτού. Σήμερα, εδώ στην Ευρώπη, μια νέα διάσταση του Αισώπιου μύθου έκανε την εμφάνισή της...
Πηγή: http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.8emata&id=11081

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου