Από Κοινού: Συνέλευση για την Αποανάπτυξη και την Άμεση Δημοκρατία

Μαζί στον δρόμο προς έναν μετα-καπιταλιστικό κόσμο: με το πρόταγμα της Αποανάπτυξης-Τοπικοποίησης, του Κοινοτισμού και της Άμεσης Δημοκρατίας.
Καθόλα αυτά τα χρόνια της λεγόμενης οικονομικής κρίσης έχει λάβει χώρα στην νεοελληνική κοινωνία μία διαδικασία, με κεντρικό άξονα την επανανοηματοδότηση του αξιακού μας συστήματος και των πολιτικών μας προταγμάτων.
Μεμονωμένα άτομα αλλά και ομάδες, συλλογικότητες και κινήματα έχουν αναπτυχθεί παντού στην Ελλάδα, έχουν αφήσει πίσω τους το «αναπτυξιακό» μοντέλο που προωθεί τον καταναλωτικό τρόπο ζωής και έχουν υιοθετήσει άλλες φιλοσοφίες και άλλους τρόπους προσωπικής και συλλογικής διαβίωσης.
Η πολύχρονη πορεία ζωής όλων αυτών των ανθρώπων και ομάδων έχει αποδείξει ότι υπάρχουν υγιή και δυναμικά κοινωνικά κύτταρα, οι δράσεις των οποίων επιθυμούν να συναντηθούν και να συντονιστούν, έτσι ώστε να εκφραστεί η κοινή πολιτική τους φιλοσοφία, σε μια προοπτική μετασχηματισμού που ανοίγει το δρόμο για μια κοινωνία που θα στηριχθεί:

  • στο αποαναπτυξιακό μοντέλο της οικονομίας των αναγκών, της επάρκειας και του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στη βάση της αφθονίας των υλικών και άυλων Κοινών,
  • στην κοινοτική οργάνωση με βάση την προσωπική και συλλογικήαυτονομία,
  • σε αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς και στη θέσμιση της άμεσης δημοκρατίας με τη μορφή του ομοσπονδιακού Κοινοτισμού.

Πρόκειται για τη διάδοση της παραπάνω θέσης μας, που διευρύνεται και διασυνδέεται εδώ και τώρα. Και εν μέρει, λόγω της επιρρεπούς στην κρίση φύσης του σημερινού κοινωνικού συστήματος, είναι δυνατόν να γίνει πράξη και λογική της πλειοψηφίας.
Στα σημερινά εγχειρήματα του πολύμορφου αυτού κινήματος και στις δραστηριότητές του, εμπεριέχονται οι δυνατότητες μιας κοινωνίας σε μετακαπιταλιστική μετάβαση. Στοιχεία της έχουν ήδη δημιουργηθεί, εάν και ακόμα ξετυλίγονται και δεν είναι πλήρη. Τέτοια στοιχεία είναι αυτά της άμεσης δημοκρατίας στα πλαίσια της λειτουργίας των εγχειρημάτων, της οικολογίας με τη μορφή του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στις οικονομικές δραστηριότητές τους, της οικονομίας των αναγκών στις πρακτικές της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας που υλοποιούν. Της ισότητας των αμοιβών και των αυτοκαθοριζόμενων συνθηκών εργασίας από τα μέλη τους, της ισότητας των φύλων και των μειονοτήτων στη συμμετοχή και στη λήψη των αποφάσεων κ.λπ.
Ταυτόχρονα αυτά τα εγχειρήματα είναι πάντα εκτεθειμένα στον κίνδυνο να εκληφθούν ως ιδιοτελείς προσπάθειες για βελτίωση των συνθηκών ζωής μόνο των μελών τους και όχι και των κοινοτήτων γύρω τους. Αμυντικές μάχες, συγκρούσεις και διαπραγματεύσεις για οικειοποίηση κοινών πόρων απαιτούνται για όσο διάστημα το ιεραρχικό εθνικό κράτος και η καπιταλιστική αγορά με τίς αντίστοιχες λογικές τους κυριαρχούν. Αυτές οι μάχες θα γίνονται πιο επιτυχείς, αν δίνονται στο πλαίσιο ενός ισχυρού, κοινού και πάνω από όλα χειραφετικού κοινωνικού κινήματος.
Το συγκεκριμένο μετα-καπιταλιστικό όραμα είναι ένας κόσμος που δεν είναι ιεραρχικός, αλλά συνδεδεμένος με δίκτυα λειτουργικά όλων των επιπέδων και δεσμών, είναι αυτο-οργανωμένος και οι βασικές προσωπικές ανάγκες όλων των πολιτών μπορούν να ικανοποιηθούν μέσω της αφθονίας των συλλογικών αγαθών (Commons). Αυτός ο κόσμος θα χαρακτηρίζεται εξάλλου από αυτοκαθοριζόμενες και γεμάτες ευθύνη σχέσεις δραστηριοτήτων και εργασίας, οι οποίες θα φέρνουν χαρά και νόημα, χωρίς υπερβολική εκμετάλλευση πόρων ή καταστροφή οικοσυστημάτων.
Το κίνημα των κοινοτήτων εμπιστεύεται το ανθρώπινο δυναμικό και μεταφράζει την έννοια της βιωσιμότητας στη γλώσσα των ανθρώπινων αναγκών: Υπάρχει μια βασική ανάγκη, η διατήρηση του πλανήτη, η οποία μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο εάν οργανώσουμε την ικανοποίηση, τόσο των ατομικών όσο και των συλλογικών αναγκών, σε αρμονία με τα όρια που βάζουν οι δυνατότητες των οικοσυστημάτων της γης. Η κοινή χρήση είναι ένας συγκεκριμένος τρόπος αντιμετώπισης της ανθρώπινης και μη ανθρώπινης φύσης, ο οποίος δεν βασίζεται στους καταναγκασμούς του αφηγήματος της «ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων», αλλά αναγνωρίζει ότι εμείς οι άνθρωποι είμαστε ένα (ανα)παραγόμενο στοιχείο του πλανήτη γη. Τα Κοινά (Commons) βέβαια ενδέχεται να μην επιλύσουν μακροπρόθεσμα όλα τα προβλήματα του κόσμου. Αλλά ζούμε το τέλος του καπιταλιστικού κόσμου, στο οποίο δυστοπικό τέλος, οι αντιθέσεις μάλλον τείνουν να επιδεινώνονται και οι συγκρούσεις γίνονται όλο και πιο βάναυσες. Για αυτό είναι ιδιαίτερης σημασίας η δημιουργία θετικών προοπτικών, η διατύπωση και - περισσότερο από οτιδήποτε - η πρακτική ενός αλληλέγγυου οράματος.
Για το μέλλον, φαίνεται επιθυμητό και απαραίτητο να βρεθεί κοινά αποφασισμένη και συντονισμένη κατεύθυνση για την προοπτική του κινήματος. Ο όρος σύγκλισηταιριάζει σε τέτοιες διαδικασίες σχηματισμού συμμαχιών και περιλαμβάνει επίσης πολλά άλλα ρεύματα που κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Ταυτόχρονα, πρέπει επίσης να εντατικοποιηθούν οι συζητήσεις γύρω από το περιεχόμενο, ώστε να αναλυθούν παραπέρα και τα στρατηγικά ζητήματα, αλλά και να συζητηθούν ανοιχτά τα αμφιλεγόμενα ζητήματα. Μόνο έτσι μπορεί να αποφευχθεί η σημερινή πραγματικότητα, όπου τα διαφορετικά ρεύματα δεν είναι συνδεδεμένα και δρουν παράλληλα και απομονωμένα. Θα χρειασθεί να ληφθεί μέριμνα ώστε να προέλθει μια διασύνδεση που θα χαρακτηρίζεται βέβαια από ποικιλομορφία και όχι οπωσδήποτε από ταύτιση.
Θα χρειασθεί επίσης να γίνει κοινά αποδεκτός ένας όρος που θα μπορέσει να αποτελέσει την κοινή στέγη, τον κοινό στόχο και να περιλαμβάνει τον κοινό ορίζοντα κατανόησης των διαφορετικών ρευμάτων, που δεν μπορεί να είναι άλλος από το ξεπέρασμα του καπιταλισμού.
Γενικότερα, ήρθε ο καιρός, που τα όποια-σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο- σημερινά κοινωνικά κινήματα θα χρειασθεί, στηριζόμενα στη αναβίωση του πνεύματος του κοινοτισμού στις σύγχρονες σημερινές συνθήκες και συνδεόμενα μεταξύ τους, να μετατραπούν σε ενιαίο πολιτικό κίνημα μετάβασης για την μετακαπιταλιστική κοινωνία.
Ειδικά για τη χώρα, που βρίσκεται σε συνθήκες οικονομικού πολέμου και έχει μετατραπεί σε αποικία χρέους, το πολύμορφο αυτό κίνημα θα χρειασθεί να διαμορφώσει ένα ελκυστικό πρόγραμμα διεκδίκησης της «εδώ και τώρα» αλλαγής πορείας, δημιουργώντας ταυτόχρονα τα στοιχεία και τις κοινωνικές δομές του νέου κόσμου που οραματίζεται, αφήνοντας πίσω τον καπιταλιστικό κόσμο που μας οδηγεί στην κοινωνική και οικολογική κατάρρευση.
Η μελλοντική επιδίωξη της κοινωνικής χειραφέτησης και της ένταξης των ανθρώπινων κοινοτήτων –πέρα από σύνορα-με ισορροπία στα πλαίσια ενός πεπερασμένου πλανητικού οικοσυστήματος, θα μπορέσει να υλοποιηθεί μόνο από μια σύγκλιση, στη δράση και στη σκέψη, των παραπάνω κοινωνικοπολιτικών ρευμάτων, και στο επίπεδο της καθημερινής ζωής, και στο επίπεδο της κοινωνικής και πολιτικής θέσμισης. Και καταρχήν στην διαπαιδαγώγηση –μέσα από την συμμετοχή-του απαραίτητου ανθρωπολογικού τύπου -σε κρίσιμο αριθμό- που θα βάλει όλη την κοινωνία σε περίοδο κοινωνικοοικολογικού μετασχηματισμού. Ξεκινώντας βασικά από κάθε τοπική κοινωνία.

Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2011

Ευημερία χωρίς ανάπτυξη: η μετάβαση προς μια βιώσιμη οικονομία

Μπορεί η διέξοδος από την οικονομική κρίση να αντιμετωπιστεί ξεχωριστά από τη συντελούμενη κλιματική αλλαγή, με την ίδια δηλαδή προσκόλληση στη λογική της οικονομικής μεγέθυνσης; Στο βιβλίο του «Διανοητική εργασία, κοινωνικά κινήματα και έξοδος από την κρίση», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Τόπος, ο Πέτρος Λινάρδος-Ρυλμόν παρουσιάζει την ενδιαφέρουσα επιχειρηματολογία του Τιμ Τζάκσον

Του Πέτρου Λινάρδου-Ρυλμόν
Τιμ Τζάκσον, Ευημερία χωρίς ανάπτυξη. Ένα εναλλακτικό μοντέλο διεξόδου από την κρίση (μετάφραση: Κατερίνα Χαλμούκου), Κέδρος, Αθήνα 2011


Πώς επηρεάζεται η προσέγγιση των οικονομικών και κοινωνικών θεμάτων από το σύνολο των ορίων και αναγκών που συνδέονται με την άμβλυνση και αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής; Το πεδίο αυτό προβληματισμού εμφανίζει όλα τα χαρακτηριστικά της θεματολογίας για το μέλλον της λεγόμενης «οικονομικής ανάπτυξης»: υπάρχει από τη μια μεριά μια πλούσια και παλιά βιβλιογραφία, και σήμερα εργάζονται πάνω στις πλευρές αυτού του θέματος στρατιές ερευνητών. Από την άλλη μεριά, όμως, επικρατεί μια μεγάλη σύγχυση σε ό,τι αφορά τις πολιτικές επιπτώσεις που θα μπορούσαν να έχουν αυτές οι αναζητήσεις. Η αβεβαιότητα ως προς την πραγματικότητα του φαινομένου της κλιματικής αλλαγής, η συνεχιζόμενη επιδίωξη της ανάπτυξης και μεγέθυνσης του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος, η εδραιωμένη πεποίθηση ότι η ευημερία και τα κοινωνικά δικαιώματα είναι συνάρτηση αυτής της μεγέθυνσης, συνεχίζουν να διαμορφώνουν τις επιλογές αλλά και τις πρακτικές, χωρίς να ξεχνάμε την περαιτέρω σύγχυση που έχουν προκαλέσει τα δόγματα που έχει εγκαθιδρύσει ο νεοφιλελευθερισμός, δηλαδή η παντοδυναμία της αγοράς, η αναγκαιότητα του κέρδους και το δικαίωμα των πλουσίων να γίνουν πλουσιότεροι.

Στο βιβλίο για την «ευημερία χωρίς ανάπτυξη» [1], ο Tim Jackson, επίτροπος για τα οικο-νομικά θέματα στη βρετανική Επιτροπή Βιώσιμης Ανάπτυξης (Sustainable Development Commission), πραγματοποιεί μια αναγκαία σύνθεση και πετυχαίνει πολλούς διαφορετικούς στόχους. Ξεκαθαρίζει πριν απ’ όλα το τοπίο για το τι συμβαίνει με τις πολιτικές που εφαρμόζονται στο όνομα της κλιματικής αλλαγής, επιβεβαιώνοντας αφενός την αναγκαιότητά τους, και εξηγώντας αφετέρου τα αίτια της ανεπαρκούς επεξεργασίας τους και των πολύ ανεπαρκών αποτελεσμάτων τους. Εντοπίζει και αναλύει τις προϋποθέσεις μιας αλλαγής στην προσέγγιση των οικονομικών και κοινωνικών θεμάτων, ώστε να είναι δυνατή η χάραξη και υλοποίηση μιας βιώσιμης ανάπτυξης. Παρουσιάζει τις προϋποθέσεις μιας «νέας μακροοικονομικής θεωρίας», ικανής να στηρίξει την ολοκληρωμένη προσέγγιση της περιβαλλοντικής, οικονομικής και κοινωνικής βιωσιμότητας. Εμφανίζει, τέλος, τις κύριες κατευθύνσεις μιας τέτοιας στρατηγικής, που συνεπάγεται πολύ διαφορετικές πολιτικές από αυτές που υλοποιούνται τώρα, κι όχι μόνο στον τομέα του περιβάλλοντος.
Η συζήτηση για τους στόχους των πολιτικών που αφορούν την κλιματική αλλαγή περιπλέκεται, σε πολύ μεγάλο βαθμό, από τη συνύπαρξη τριών μεγάλων προβλημάτων. Το πρώτο είναι η καταλληλότητα των ορίων που συζητούνται και αποφασίζονται σχετικά με τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Πριν απ’ όλα τα αναγκαία όρια: η έκθεση Στερν του 2006 έθεσε ως όριο της περιεκτικότητας της ατμόσφαιρας για να διατηρηθεί η αύξηση της θερμοκρασίας στους 2 βαθμούς τα 550 ppm (μέρη ανά εκατομμύριο), αλλά η τέταρτη έκθεση του IPCC (της διακυβερνητικής επιτροπής για την κλιματική αλλαγή του ΟΗΕ) εκτίμησε ότι για τον ίδιο στόχο απαιτούνται 450 ppm, και αυτό σημαίνει ότι πρέπει να μειωθούν οι εκπομπές κατά 85% από το 1990 ως το 2050, ενώ υπάρχουν και πιο περιοριστικές εκτιμήσεις. Στη συνέχεια έρχεται η καταλληλότητα των στόχων, λ.χ., της Ευρωπαϊκής Ένωσης: η μείωση κατά 20% των εκπομπών ως το 2020 θεωρείται πλέον ανεπαρκής και το 40% ένας αναγκαίος στόχος αν θέλουμε φυσικά να φθάσουμε σε μείωση γύρω στο 85% ή παραπάνω ως το 2050.
Ένα δεύτερο πρόβλημα είναι η αποτελεσματικότητα και η συστηματική αξιολόγηση των πολιτικών που προσπαθούν να πετύχουν περιοριστικούς στόχους. Η δημιουργία της αγοράς δικαιωμάτων εκπομπών στην Ευρώπη και ο μηχανισμός CDM (clean development mechanism - μηχανισμός καθαρής ανάπτυξης) του ΟΗΕ, που επιτρέπει στις χώρες του Βορρά να συνυπολογίζουν ως δικές τους τις μειώσεις εκπομπών στο Νότο, είναι εργαλεία τα οποία δεν φαίνεται να έχουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα, αλλά επιπλέον δεν αξιολογούνται διεξοδικά και αξιόπιστα ώστε να εκτιμηθεί ποια είναι πραγματικά τα αποτελέσματά τους. Και ένα τρίτο πρόβλημα είναι ότι τα σχόλια και η ειδησεογραφία ως προς τους στόχους και τις πολιτικές επηρεάζονται σε καθοριστικό βαθμό από τα πολλά συμφέροντα που πλήττονται, ή πρέπει να αλλάξουν προσέγγιση (τις εταιρείες πετρελαίου φυσικά, αλλά και τις «πράσινες» επιχειρήσεις, τις συνδικαλιστικές οργανώσεις μεγάλων βιομηχανιών, ή τις εταιρείες παραγωγής ηλεκτρισμού που υπερθεματίζουν σχετικά με την ανάπτυξη της αρκετά αμφίβολης υπόγειας αποθήκευσης του διοξειδίου του άνθρακα). Δύσκολα μπορεί κανείς να εμπιστευθεί μια πηγή πληροφόρησης ή μια τοποθέτηση και να θεωρήσει ότι εκφράζει το δημόσιο συμφέρον.
Ο συγγραφέας επιδιώκει να κατανοήσει τους λόγους για τους οποίους η μεγέθυνση του προϊόντος και η συνεχής ανάπτυξη του παραγωγικού δυναμικού θεωρείται από την πλειοψηφία των ανθρώπων ως ο μόνος πραγματικός ορίζοντας για την οικονομία. Παρουσιάζει τρεις εδραιωμένες απόψεις που χαρακτηρίζουν τον σημερινό κόσμο. Η πρώτη είναι ότι η ευημερία είναι μια προϋπόθεση της ευτυχίας, χωρίς βέβαια να είναι συνώνυμη με αυτήν. Η δεύτερη είναι ότι η οικονομική μεγέθυνση συνδέεται με την κατοχύρωση ορισμένων βασικών δικαιωμάτων, όπως η υγεία και η εκπαίδευση. Η τρίτη είναι ότι η μεγέθυνση του προϊόντος θεωρείται απαραίτητη προϋπόθεση για τη διατήρηση της οικονομικής και κοινωνικής σταθερότητας. Από τη στιγμή που σταματάει η ανάπτυξη και η οικονομία απλώς αναπαράγεται (μηδενική μεγέθυνση) τότε κάθε αύξηση της παραγωγικότητας μεταφράζεται σε αύξηση της ανεργίας και, επομένως, μόνο η συνέχιση της μεγέθυνσης μπορεί να επαναφέρει την αύξηση της απασχόλησης και την απορρόφηση των ανέργων. Η απλή ιδέα ότι η συνέχιση των θετικών ρυθμών της οικονομίας, αλλά και της καταστροφής του περιβάλλοντος, δεν μπορεί να συνεχιστεί και πρέπει κάποτε να προσαρμοστεί η εξέλιξη του παραγωγικού δυναμικού στη διαφύλαξη (αλλά και την αποκατάσταση) του φυσικού κεφαλαίου του πλανήτη έρχεται σε άμεση σύγκρουση με αυτό που αποτελεί την κοινωνική εμπειρία (αλλά και την ιστορία των κοινωνικών αγώνων) των κατοίκων του πλανήτη.
Μια από τις απαντήσεις που έχουν δοθεί από την πλευρά των υποστηρικτών της μεγέθυνσης, οι οποίοι αναγνωρίζουν ωστόσο το πρόβλημα της καταστροφής του περιβάλλοντος, είναι ότι είναι δυνατή μια αποσύνδεση της ανάπτυξης από την αύξηση της ροής των πρώτων υλών, μέσω κατά κύριο λόγο της τεχνολογικής εξέλιξης. Είναι, βέβαια, αλήθεια ότι πραγματοποιείται διαχρονικά μια πτώση της ενεργειακής έντασης της οικονομίας, ότι η κατανάλωση ενέργειας αυξάνεται πιο αργά από το προϊόν της οικονομίας. Παρ΄ όλ’ αυτά αυξάνονταν ως τώρα οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου καθώς το προϊόν αυξανόταν ταχύτερα. Πρόκειται για μια σχετική αποσύνδεση και όχι για μια απόλυτη αποσύνδεση, όπως υποστηρίζουν όσοι προβλέπουν μεγάλες τεχνολογικές αλλαγές στο μέλλον. Η ελπίδα ότι μπορούν να γίνουν τέτοιες αλλαγές, μετά από ένα χρονικό διάστημα, παραβλέπει ότι η ανάγκη μείωσης της παραγωγής ενέργειας από ορυκτές πρώτες ύλες, παράλληλα με τη δραστική μείωση της κατανάλωσης ενέργειας, είναι θέματα του παρόντος για τα οποία πρέπει να βρεθούν επειγόντως λύσεις. Και αυτές οι λύσεις πρέπει να έχουν στόχους και χρονοδιάγραμμα.

Ο Tim Jackson υποστηρίζει ότι χρειάζεται μια νέου τύπου μακροοικονομική θεωρία, η οποία θα βασιστεί στην αρχή ότι η οικονομική δραστηριότητα πρέπει να παραμείνει στο εσωτερικό των οικολογικών ορίων και όχι να τα παραβιάζει, ενώ η οικονομική σταθερότητα δεν θα χρειάζεται τη συνεχή αύξηση της κατανάλωσης, και η αύξηση της δυνατότητας να ορίζουμε τις ζωές μας (κατά τον Αμάρτυα Σεν) θα αποτελεί το πραγματικό κριτήριο της ευημερίας. Η νέα αυτή θεωρία πρέπει να υποστηρίζει την απελευθέρωση πόρων για τη με εντατικούς ρυθμούς πραγματοποίηση επενδύσεων που θα εξασφαλίσουν καθαρές πηγές παραγωγής ενέργειας και θα αποκαταστήσουν το φυσικό κεφάλαιο (θα πληρώσουν το χρέος προς το περιβάλλον), και υποστηρίζει επίσης τη στροφή προς την αύξηση της απασχόλησης σε υπηρεσίες μη υλικές στον κοινωνικό τομέα και την παραγωγή γνώσης, παράλληλα με τη μείωση του χρόνου εργασίας, ώστε να καταπολεμηθεί και με αυτό τον τρόπο η ανεργία που θα προκαλέσει η επιβράδυνση της οικονομικής μεγέθυνσης. Αυτός ο μετασχηματισμός της οικονομίας θα απαιτήσει πολλούς πόρους, οι οποίοι θα προέλθουν αναγκαστικά και από τη μείωση της κατανάλωσης, διότι πρέπει να πραγματοποιηθεί με ταχείς ρυθμούς. Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα περιορισμένης διάρκειας «παράθυρο βιωσιμότητας», το οποίο πρέπει να αξιοποιηθεί.

Οι επενδύσεις που πρέπει να γίνουν είναι τριών ειδών. Πρώτον, οι επενδύσεις που βελτιώνουν την αποτελεσματικότητα της αξιοποίησης των πόρων (την ενεργειακή αποδοτικότητα, τη μείωση των αποβλήτων και την ανακύκλωση). Δεύτερον, οι επενδύσεις που αντικαθιστούν παραδοσιακές με καθαρές τεχνολογίες (ανανεώσιμες πηγές ενέργειας). Και τρίτον, οι επενδύσεις για τη βελτίωση του οικοσυστήματος. Το μεγαλύτερο μέρος αυτών των επενδύσεων πρέπει να πραγματοποιηθεί με λογικές δημόσιου συμφέροντος, καθώς οι επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας μπορεί εν μέρει μόνο να έχουν ανταγωνιστικές αποδόσεις, με τις υπόλοιπες να είναι μακροχρόνιας απόδοσης επενδύσεις. Οι επενδύσεις σε υποδομές είναι και αυτές μακροχρόνιας απόδοσης και οι επενδύσεις για την αποκατάσταση του οικοσυστήματος δεν συμμετέχουν στην προσφορά της οικονομίας, αποτελούν απλώς μία δαπάνη. Οι αλλαγές στις επενδυτικές πολιτικές θα πρέπει να είναι επομένως θεαματικές, να περάσουμε πολύ γρήγορα στον σχεδιασμό δημόσιων πολιτικών οι οποίες θα αναλάβουν ένα μεγάλο μέρος της δραστηριότητας που θα υλοποιήσει περιβαλλοντικούς στόχους.

Με τον τρόπο αυτό, διαμορφώνονται τα παρακάτω πεδία για τη δημιουργία του νέου οικονομικού μοντέλου: ο καθορισμός των ορίων που πρέπει να τεθούν σε ό,τι αφορά τους φυσικούς πόρους και τις εκπομπές, η προσαρμογή του οικονομικού μοντέλου σε αυτές τις ανάγκες και η αλλαγή της κοινωνικής του λογικής. Χρειάζεται να τεθούν πραγματικά τα φθίνοντα όρια των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, να υπολογιστεί επομένως η κατανάλωση ενέργειας σε συνδυασμό με την παραγωγή των ανανεώσιμων πηγών, αλλά και να υπολογιστεί η προστασία των υπόγειων υδάτων σε συνδυασμό με την ανακύκλωση σε αυτό τον κλάδο, να τεθούν όρια για τα απόβλητα, να υπάρξουν στόχοι για τους φυσικούς πόρους, λ.χ. την αποκατάσταση των δασών και της βιοποικιλότητας. Δεν πρόκειται προφανώς μόνο για τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, ούτε για την απλή ανακοίνωση προθέσεων. Πρόκειται μάλλον για ένα συστηματικό σχέδιο που αφορά ένα ευρύ φάσμα ποσοτικοποιημένων επιδιώξεων.

Η προσαρμογή του οικονομικού μοντέλου αφορά κατά κύριο λόγο τη μετάβαση προς δραστηριότητες «καθαρές» και εντάσεως εργασίας, με έμφαση στην προσαρμογή των κτιρίων στις νέες ανάγκες (μόνωση, φωτοβολταϊκά), την αξιοποίηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, την επέκταση των μαζικών μέσων μεταφοράς και την ανάπτυξη δραστηριοτήτων προστασίας του οικοσυστήματος. Η αλλαγή της κοινωνικής λογικής του μοντέλου απαιτεί το μοίρασμα της διαθέσιμης εργασίας, την καταπολέμηση των συστημικών ανισοτήτων μέσω της φορολογίας, του καθορισμού κατώτερων και ανώτερων αμοιβών, της πρόσβασης στην ποιοτική εκπαίδευση, της καταπολέμησης των διακρίσεων, καθώς και την ενίσχυση του κοινωνικού κεφαλαίου, την απελευθέρωση των δυνατοτήτων όλων και την αποδόμηση της κουλτούρας του καταναλωτισμού.

Το βιβλίο του Tim Jackson είναι πριν απ’ όλα μια έκθεση ενός συστήματος θεμάτων που συνδέονται με την αντιμετώπιση του προβλήματος της κλιματικής αλλαγής. Πολλών θεμάτων που χρειάζεται να αντιμετωπιστούν παράλληλα και αποτελεσματικά μέσα σε ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα. Αρκετοί είναι οι συγγραφείς (η Susan George λ.χ.) που έχουν συγκρίνει τη σημερινή εποχή με τα χρόνια κατά τα οποία μια μεγάλη οικονομία, όπως αυτή των Ηνωμένων Πολιτειών, μετασχηματίστηκε για να προσαρμοστεί στις ανάγκες του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Είναι, πάντως, αναγκαίο σήμερα να γνωρίζουμε όχι μόνο καλύτερα αλλά με ακρίβεια για τι μιλάμε, να έχουμε θεσμούς που μπορούμε να εμπιστευθούμε για την υλοποίηση και αξιολόγηση πολιτικών, να έχουμε μια κοινωνία πρόθυμη να αλλάξει συμπεριφορές, να δεχθεί την αλληλεγγύη ως υπέρτατη αρχή και να πειθαρχήσει σε ένα σχέδιο δράσης που θα αλλάξει ριζικά τον τρόπο ζωής μας.

[1] Tim Jackson (2009), Prosperity without growth: economics for a finite planet, Earthscan

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου