Από Κοινού: Συνέλευση για την Αποανάπτυξη και την Άμεση Δημοκρατία

Μαζί στον δρόμο προς έναν μετα-καπιταλιστικό κόσμο: με το πρόταγμα της Αποανάπτυξης-Τοπικοποίησης, του Κοινοτισμού και της Άμεσης Δημοκρατίας.
Καθόλα αυτά τα χρόνια της λεγόμενης οικονομικής κρίσης έχει λάβει χώρα στην νεοελληνική κοινωνία μία διαδικασία, με κεντρικό άξονα την επανανοηματοδότηση του αξιακού μας συστήματος και των πολιτικών μας προταγμάτων.
Μεμονωμένα άτομα αλλά και ομάδες, συλλογικότητες και κινήματα έχουν αναπτυχθεί παντού στην Ελλάδα, έχουν αφήσει πίσω τους το «αναπτυξιακό» μοντέλο που προωθεί τον καταναλωτικό τρόπο ζωής και έχουν υιοθετήσει άλλες φιλοσοφίες και άλλους τρόπους προσωπικής και συλλογικής διαβίωσης.
Η πολύχρονη πορεία ζωής όλων αυτών των ανθρώπων και ομάδων έχει αποδείξει ότι υπάρχουν υγιή και δυναμικά κοινωνικά κύτταρα, οι δράσεις των οποίων επιθυμούν να συναντηθούν και να συντονιστούν, έτσι ώστε να εκφραστεί η κοινή πολιτική τους φιλοσοφία, σε μια προοπτική μετασχηματισμού που ανοίγει το δρόμο για μια κοινωνία που θα στηριχθεί:

  • στο αποαναπτυξιακό μοντέλο της οικονομίας των αναγκών, της επάρκειας και του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στη βάση της αφθονίας των υλικών και άυλων Κοινών,
  • στην κοινοτική οργάνωση με βάση την προσωπική και συλλογικήαυτονομία,
  • σε αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς και στη θέσμιση της άμεσης δημοκρατίας με τη μορφή του ομοσπονδιακού Κοινοτισμού.

Πρόκειται για τη διάδοση της παραπάνω θέσης μας, που διευρύνεται και διασυνδέεται εδώ και τώρα. Και εν μέρει, λόγω της επιρρεπούς στην κρίση φύσης του σημερινού κοινωνικού συστήματος, είναι δυνατόν να γίνει πράξη και λογική της πλειοψηφίας.
Στα σημερινά εγχειρήματα του πολύμορφου αυτού κινήματος και στις δραστηριότητές του, εμπεριέχονται οι δυνατότητες μιας κοινωνίας σε μετακαπιταλιστική μετάβαση. Στοιχεία της έχουν ήδη δημιουργηθεί, εάν και ακόμα ξετυλίγονται και δεν είναι πλήρη. Τέτοια στοιχεία είναι αυτά της άμεσης δημοκρατίας στα πλαίσια της λειτουργίας των εγχειρημάτων, της οικολογίας με τη μορφή του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στις οικονομικές δραστηριότητές τους, της οικονομίας των αναγκών στις πρακτικές της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας που υλοποιούν. Της ισότητας των αμοιβών και των αυτοκαθοριζόμενων συνθηκών εργασίας από τα μέλη τους, της ισότητας των φύλων και των μειονοτήτων στη συμμετοχή και στη λήψη των αποφάσεων κ.λπ.
Ταυτόχρονα αυτά τα εγχειρήματα είναι πάντα εκτεθειμένα στον κίνδυνο να εκληφθούν ως ιδιοτελείς προσπάθειες για βελτίωση των συνθηκών ζωής μόνο των μελών τους και όχι και των κοινοτήτων γύρω τους. Αμυντικές μάχες, συγκρούσεις και διαπραγματεύσεις για οικειοποίηση κοινών πόρων απαιτούνται για όσο διάστημα το ιεραρχικό εθνικό κράτος και η καπιταλιστική αγορά με τίς αντίστοιχες λογικές τους κυριαρχούν. Αυτές οι μάχες θα γίνονται πιο επιτυχείς, αν δίνονται στο πλαίσιο ενός ισχυρού, κοινού και πάνω από όλα χειραφετικού κοινωνικού κινήματος.
Το συγκεκριμένο μετα-καπιταλιστικό όραμα είναι ένας κόσμος που δεν είναι ιεραρχικός, αλλά συνδεδεμένος με δίκτυα λειτουργικά όλων των επιπέδων και δεσμών, είναι αυτο-οργανωμένος και οι βασικές προσωπικές ανάγκες όλων των πολιτών μπορούν να ικανοποιηθούν μέσω της αφθονίας των συλλογικών αγαθών (Commons). Αυτός ο κόσμος θα χαρακτηρίζεται εξάλλου από αυτοκαθοριζόμενες και γεμάτες ευθύνη σχέσεις δραστηριοτήτων και εργασίας, οι οποίες θα φέρνουν χαρά και νόημα, χωρίς υπερβολική εκμετάλλευση πόρων ή καταστροφή οικοσυστημάτων.
Το κίνημα των κοινοτήτων εμπιστεύεται το ανθρώπινο δυναμικό και μεταφράζει την έννοια της βιωσιμότητας στη γλώσσα των ανθρώπινων αναγκών: Υπάρχει μια βασική ανάγκη, η διατήρηση του πλανήτη, η οποία μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο εάν οργανώσουμε την ικανοποίηση, τόσο των ατομικών όσο και των συλλογικών αναγκών, σε αρμονία με τα όρια που βάζουν οι δυνατότητες των οικοσυστημάτων της γης. Η κοινή χρήση είναι ένας συγκεκριμένος τρόπος αντιμετώπισης της ανθρώπινης και μη ανθρώπινης φύσης, ο οποίος δεν βασίζεται στους καταναγκασμούς του αφηγήματος της «ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων», αλλά αναγνωρίζει ότι εμείς οι άνθρωποι είμαστε ένα (ανα)παραγόμενο στοιχείο του πλανήτη γη. Τα Κοινά (Commons) βέβαια ενδέχεται να μην επιλύσουν μακροπρόθεσμα όλα τα προβλήματα του κόσμου. Αλλά ζούμε το τέλος του καπιταλιστικού κόσμου, στο οποίο δυστοπικό τέλος, οι αντιθέσεις μάλλον τείνουν να επιδεινώνονται και οι συγκρούσεις γίνονται όλο και πιο βάναυσες. Για αυτό είναι ιδιαίτερης σημασίας η δημιουργία θετικών προοπτικών, η διατύπωση και - περισσότερο από οτιδήποτε - η πρακτική ενός αλληλέγγυου οράματος.
Για το μέλλον, φαίνεται επιθυμητό και απαραίτητο να βρεθεί κοινά αποφασισμένη και συντονισμένη κατεύθυνση για την προοπτική του κινήματος. Ο όρος σύγκλισηταιριάζει σε τέτοιες διαδικασίες σχηματισμού συμμαχιών και περιλαμβάνει επίσης πολλά άλλα ρεύματα που κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Ταυτόχρονα, πρέπει επίσης να εντατικοποιηθούν οι συζητήσεις γύρω από το περιεχόμενο, ώστε να αναλυθούν παραπέρα και τα στρατηγικά ζητήματα, αλλά και να συζητηθούν ανοιχτά τα αμφιλεγόμενα ζητήματα. Μόνο έτσι μπορεί να αποφευχθεί η σημερινή πραγματικότητα, όπου τα διαφορετικά ρεύματα δεν είναι συνδεδεμένα και δρουν παράλληλα και απομονωμένα. Θα χρειασθεί να ληφθεί μέριμνα ώστε να προέλθει μια διασύνδεση που θα χαρακτηρίζεται βέβαια από ποικιλομορφία και όχι οπωσδήποτε από ταύτιση.
Θα χρειασθεί επίσης να γίνει κοινά αποδεκτός ένας όρος που θα μπορέσει να αποτελέσει την κοινή στέγη, τον κοινό στόχο και να περιλαμβάνει τον κοινό ορίζοντα κατανόησης των διαφορετικών ρευμάτων, που δεν μπορεί να είναι άλλος από το ξεπέρασμα του καπιταλισμού.
Γενικότερα, ήρθε ο καιρός, που τα όποια-σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο- σημερινά κοινωνικά κινήματα θα χρειασθεί, στηριζόμενα στη αναβίωση του πνεύματος του κοινοτισμού στις σύγχρονες σημερινές συνθήκες και συνδεόμενα μεταξύ τους, να μετατραπούν σε ενιαίο πολιτικό κίνημα μετάβασης για την μετακαπιταλιστική κοινωνία.
Ειδικά για τη χώρα, που βρίσκεται σε συνθήκες οικονομικού πολέμου και έχει μετατραπεί σε αποικία χρέους, το πολύμορφο αυτό κίνημα θα χρειασθεί να διαμορφώσει ένα ελκυστικό πρόγραμμα διεκδίκησης της «εδώ και τώρα» αλλαγής πορείας, δημιουργώντας ταυτόχρονα τα στοιχεία και τις κοινωνικές δομές του νέου κόσμου που οραματίζεται, αφήνοντας πίσω τον καπιταλιστικό κόσμο που μας οδηγεί στην κοινωνική και οικολογική κατάρρευση.
Η μελλοντική επιδίωξη της κοινωνικής χειραφέτησης και της ένταξης των ανθρώπινων κοινοτήτων –πέρα από σύνορα-με ισορροπία στα πλαίσια ενός πεπερασμένου πλανητικού οικοσυστήματος, θα μπορέσει να υλοποιηθεί μόνο από μια σύγκλιση, στη δράση και στη σκέψη, των παραπάνω κοινωνικοπολιτικών ρευμάτων, και στο επίπεδο της καθημερινής ζωής, και στο επίπεδο της κοινωνικής και πολιτικής θέσμισης. Και καταρχήν στην διαπαιδαγώγηση –μέσα από την συμμετοχή-του απαραίτητου ανθρωπολογικού τύπου -σε κρίσιμο αριθμό- που θα βάλει όλη την κοινωνία σε περίοδο κοινωνικοοικολογικού μετασχηματισμού. Ξεκινώντας βασικά από κάθε τοπική κοινωνία.

Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2012

Ο «ήχος του χρήματος» και η υποχώρηση του οικονομικού λογισμού

του Χρήστου Χατζηιωσήφ

Δεν αποτελεί υπερβολή να υποστηρίξουμε ότι υπήρξε μια ουσιαστική υποχώρηση του οικονομικού λογισμού στην Ελλάδα σε μια περίοδο στην οποία πολλαπλασιάσθηκε ο αριθμός των οικονομικών εφημερίδων και των εκπομπών στα ραδιόφωνα και τις τηλεοράσεις, και γενικότερα ο λόγος περί της οικονομίας, ο «ήχος του χρήματος», όπως τιτλοφορείτο μια ραδιοφωνική εκπομπή της ΝΕΤ, ήταν καθημερινά πανταχού παρών στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και την πολιτική. Φορείς του, τα στελέχη των αμέτρητων νέων εταιρειών συμβούλων και χρηματιστηριακών γραφείων, οι οικονομολογίζοντες δημοσιογράφοι, το προσωπικό των τμημάτων οικονομικών, μάρκετινγκ κλπ. που ιδρύθηκαν σε όλα σχεδόν τα ελληνικά πανεπιστήμια και οι νεοαφιχθέντες από το εξωτερικό κάτοχοι μεταπτυχιακών τίτλων και διδακτορικών σε διάφορους κλάδους των οικονομικών και, τέλος, οι πολιτικοί που προσπαθούσαν να αντλήσουν πολιτικά οφέλη από τις μεταβολές της οικονομικής συγκυρίας που δεν έλεγχαν και συχνά ούτε κατανοούσαν. Σ’ αυτό το κλίμα, σχεδόν κανένας δεν ενδιαφερόταν πλέον για το πάγιο έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου, του οποίου η χρηματοδότηση φαινόταν εξασφαλισμένη χάρη στο ευρώ.


Οι αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι ισχυρές οικονομικά χώρες δεν έχουν επίσης κανένα ενδιαφέρον να εμβαθύνουν στη σχέση ελληνικού δημόσιου χρέους και εμπορικού ελλείμματος. Και, πέρα από την ελληνική περίπτωση, δεν επιθυμούν να διακινδυνέψουν να αποκαλυφθεί η εγγενής ροπή της Ε.Ε. προς τη διεύρυνση των ανισοτήτων ανάμεσα στα μέλη της. «Όταν δημιουργείς έναν κοινό νομισματικό χώρο, τότε επικρατεί η ισχυρότερη οικονομία», παραδέχεται εκ των υστέρων ο Γκ. Σρέντερ με αφορμή τις γαλλογερμανικές σχέσεις (Der Spiegel, 5.9.2011).

Οι ευρωπαίοι ιθύνοντες δεν μπορούν να ομολογήσουν δημόσια την πλήρη αποτυχία των ευρωπαϊκών διαρθρωτικών πολιτικών, να αντιστρέψουν αυτή τη δυναμική και να εξισώσουν της οικονομικές συνθήκες ανάμεσα στα διάφορα κράτη-μέλη. Ο παλαιότερος στόχος της σύγκλισης του επιπέδου διαβίωσης σε όλη την Ένωση εγκαταλείφθηκε σιωπηρά, και ο υποβιβασμός του βιοτικού επιπέδου στις χώρες που «ζουν πάνω από τις δυνατότητές τους» θεωρείται όχι μόνο αναπόφευκτος, αλλά και επιθυμητός. Είναι χαρακτηριστικό ότι και εδώ η γερμανική έκφραση “ζουν πάνω από τις δυνατότητές τους” αναφέρεται στο εμπορικό ισοζύγιο ως πηγή των οικονομικών ανισορροπιών. Στις δημόσιες συζητήσεις στα διεθνή φόρα η ευρωπαϊκή αυτή πολιτική και οι γερμανοί εμπνευστές της κατηγορούνται ότι διακινδυνεύουν να βυθίσουν όλη την Ευρώπη σε μια μακρόχρονη ύφεση.

Η επάνοδος ενός επιθετικού και στριγκού γερμανικού εθνικισμού

Το ερώτημα που ανακύπτει είναι γιατί οι κυβερνώντες στη Γερμανία αψηφούν το ενδεχόμενο μιας γενικευμένης ύφεσης στην Ευρώπη από την οποία μπορεί να πληγεί και η γερμανική οικονομία. Η απάντηση δεν πρέπει να υποτιμήσει το βάρος του εσωτερικού πολιτικού κλίματος στις αποφάσεις των ιθυνόντων. Η Γερμανία δεν αποτελεί εξαίρεση στη γενικότερη τάση ανόδου των συντηρητικών απόψεων και πολιτικών δυνάμεων, σε όλη την Ευρώπη. Το ιδιαίτερο στοιχείο στη Γερμανία είναι ότι, για πρώτη φορά μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι εθνικιστικές αντιδράσεις βγαίνουν τόσο απροκάλυπτα στην επιφάνεια. Εθνικιστικά στερεότυπα και προκαταλήψεις που άλλοτε εκφράζονταν ελεύθερα μόνο μέσα στη νοτισμένη με καπνό και οινόπνευμα ατμόσφαιρα των καπηλειών στα χωριά και τις μικρές πόλεις της Γερμανίας, τώρα απλώνονται στους τίτλους των εφημερίδων και πολλαπλασιάζονται στις δημόσιες παρεμβάσεις των πολιτικών.

Ο γερμανικός εθνικισμός, που την εποχή του Μουντιάλ του 2006 και του διαγωνισμού της Γιουροβίζιον, πριν από δύο χρόνια, εμφανίσθηκε σε μια ατμόσφαιρα γιορτής, σήμερα έχει γίνει πιο στριγκός και επιθετικός. Οι Έλληνες έχουν την τιμητική τους σε αυτές τις εκδηλώσεις, αλλά δεν μένουν άθικτοι και άλλοι ευρωπαϊκοί λαοί. Δεν εννοώ τα μικρά, ολοένα και συχνότερα επεισόδια εθνικιστικών ύβρεων στην καθημερινή ζωή που δέχονται οι Έλληνες στη Γερμανία, αλλά τα δημοσιεύματα του σοβαρού Τύπου. Εάν πριν από δύο χρόνια η ελληνική κοινή γνώμη είχε σοκαριστεί με το εξώφυλλο του περιοδικού Focus, έντυπο το οποίο ούτως ή άλλως επιδιώκει τον εύκολο εντυπωσιασμό, σήμερα αντίστοιχες γελοιογραφίες για τους διεφθαρμένους και τεμπέληδες Έλληνες δημοσιεύονται καθημερινά στις σοβαρές γερμανικές εφημερίδες, χωρίς να συγκινούν πλέον κανέναν.

Εξαιρετικά χαρακτηριστικό του παραδοσιακού γερμανικού «χιούμορ» και του αναγεννημένου γερμανικού εθνικισμού είναι το σχόλιο στην πρώτη σελίδα της Frankfurter Allgemeine Zeitung (27.1.2012): «Οι άνθρωποι και πάνω από όλους οι Έλληνες και οι Αμερικάνοι είναι παράξενα όντα, προ πάντων όταν κατέχονται από πάθη τα οποία, για να το εκφράσουμε επιεικώς, είναι διασκεδαστικά. Το αντίστοιχο με τη διασκέδαση των Ελλήνων να εκνευρίζουν τους Κεντροευρωπαίους είναι για τους Αμερικάνους τα σχέδια, όπως αυτό του Ρεμπουπλικάνου Γκίνγκριχ να μετατρέψει τη Σελήνη στην 51η πολιτεία των ΗΠΑ. Αλλά ακόμα και αν όλοι οι Αμερικάνοι (και οι Έλληνες) ξαλαφρώνοντας τον κόσμο που ασθμαίνει κάτω από το βάρος τους εγκαθίσταντο εκεί…». Το «χιουμοριστικό» αυτό σχόλιο είναι χαρακτηριστικό του γερμανικού μείγματος υπεροψίας και ανασφάλειας: η Γερμανία αισθάνεται τόσο ισχυρή, ώστε δυσανασχετεί με την αμερικανική πρωτοκαθεδρία και ταυτόχρονα νιώθει να απειλείται από την ελληνική αταξία.

Η προφανής οικονομική ισχύς είναι ο δεύτερος, μετά τις ιδεολογικοπολιτικές αδράνειες, και κυριότερος λόγος για την εμφανή γερμανική αδιαφορία στο ενδεχόμενο μιας γενικευμένης ύφεσης στην Ευρώπη. Παρά το γεγονός ότι όλο και περισσότερες ευρωπαϊκές οικονομίες γλιστράνε στην ύφεση, οι ρυθμοί μεγέθυνσης της γερμανικής οικονομίας δεν έχουν επηρεαστεί σημαντικά, η ανεργία βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2006. Η εξαιρετική για τα σημερινά ευρωπαϊκά δεδομένα υγεία της γερμανικής οικονομίας οφείλεται σε δύο λόγους.

Ο πρώτος είναι ότι, κατά την περίοδο της «νέας οικονομίας», οι γερμανοί πολιτικοί και επιχειρηματίες αντιστάθηκαν στον λόγο περί «μεταβιομηχανικής εποχής» που ήταν του συρμού στις άλλες δυτικές κοινωνίες και δεν παραμέλησαν τη βιομηχανική βάση της χώρας. Αντίθετα, βελτίωσαν με μαζικές επενδύσεις και νέες τεχνολογίες, που κατά κανόνα δεν αναπτύχθηκαν στη χώρα αλλά εισήχθηκαν, τους παραδοσιακά ισχυρούς τομείς των μηχανοκατασκευών και των διαρκών καταναλωτικών αγαθών. Σήμερα, η γερμανική βιομηχανία συνεισφέρει το 30% του ΑΕΠ της χώρας, ποσοστό-ρεκόρ στην Ευρώπη, όπου ο αντίστοιχος γαλλικός βιομηχανικός τομέας συμβάλλει με μόλις 16% στο ΑΕΠ. Η υψηλή συμμετοχή της βιομηχανίας στη Γερμανία διατηρήθηκε, παρά τις απώλειες του κλάδου των καταναλωτικών αγαθών, όπου η γερμανική μεταποίηση, συνεχίζοντας μια τάση συρρίκνωσης δεκαετιών έχει περιορισθεί σε λίγες σχετικά επιχειρήσεις που παράγουν ανώτερης ποιότητας προϊόντα για υψηλές εισοδηματικές κατηγορίες. Χάρη στο μεγάλο βάρος του κλάδου παραγωγής μέσων παραγωγής, ακόμα και η μεταφορά παραγωγικών μονάδων στο εξωτερικό επιδρά θετικά στην εγχώρια απασχόληση.

Η επανένωση των δύο Γερμανιών

Ο δεύτερος λόγος ισχύος της γερμανικής οικονομίας, αλλά ταυτόχρονα και η κρυφή αδυναμία της που θα μπορούσε να την υπονομεύσει στο μέλλον είναι ο τρόπος με τον οποίο η οικονομία και το πολιτικό σύστημα της Δυτικής Γερμανίας διαχειρίστηκε την επανένωση των δύο Γερμανιών. Η αναδρομή σε αυτήν τη γερμανική υπόθεση έχει γενικότερο ενδιαφέρον, γιατί αποκαλύπτει τον τρόπο σκέψης των γερμανών ιθυνόντων, οι οποίοι προσπαθούν να εφαρμόσουν την ίδια συνταγή και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Στην Ελλάδα, σε παλαιότερες φάσεις αισιοδοξίας και αφέλειας ως προς την εφαρμογή του Μνημονίου αναφέρθηκε το γερμανικό παράδειγμα, προκειμένου να εφαρμοσθεί στις ιδιωτικοποιήσεις ή στην «αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας».

Η ιδιωτικοποίηση της δημόσιας περιουσίας της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας ξεκίνησε αμέσως μετά την πτώση του τείχους. Η πρώτη φάση αφορούσε την εκκαθάριση του υλικού και ανθρώπινου παραγωγικού δυναμικού της Ανατολικής Γερμανίας ολοκληρώθηκε μέσα στην πρώτη φάση της οικονομικής ενοποίησης μετά την πολιτική επανένωση των δύο Γερμανιών το 1991. Η πρώτη αυτή φάση αφορούσε την εκκαθάριση του υλικού και ανθρώπινου παραγωγικού δυναμικού της Ανατολικής Γερμανίας και ολοκληρώθηκε ουσιαστικά μέχρι το 1993. Η δεύτερη φάση εκτυλίχθηκε μετά το 2005 και αφορούσε τη μείωση του δημοσιονομικού κόστους που συνεπαγόταν η επούλωση των κοινωνικών πληγών τις οποίες είχε ανοίξει η επανένωση.

Ο τρόπος με τον οποίο συγχωνεύθηκαν μετά το 1989 οι οικονομίες των δύο Γερμανιών καθορίσθηκε από δύο στοιχεία. Το πρώτο ήταν ο καθορισμός της ισοτιμίας δυτικογερμανικού προς ανατολικό μάρκο στο 1:2 και όσον αφορά τους μισθούς στο 1:1, ενώ μέχρι τότε η ισοτιμία στην ελεύθερη αγορά ήταν στην καλύτερη περίπτωση 1:3. Ο δεύτερος, η κινητοποίηση ενός ισοπεδωτικού προπαγανδιστικού μηχανισμού, ο οποίος διακήρυξε ως αναμφισβήτητη αλήθεια την πλήρη αποτυχία του κοινωνικού συστήματος της Ανατολικής Γερμανίας, ενώ ταυτόχρονα ενοχοποίησε μαζικά τους Ανατολικογερμανούς όχι γιατί τυχόν το υποστήριξαν ή το ανέχθηκαν, αλλά για το γεγονός και μόνο ότι έζησαν κάτω από αυτό. Σε συνδυασμό με μεμονωμένες τρομοκρατικές ενέργειες που ξύπνησαν τα τυπικά γερμανικά αντανακλαστικά πειθάρχησης στην κρατική εξουσία, αδιάφορο ποια είναι αυτή, παρέλυσε η διάθεση για αντίσταση στις αλλαγές και εξωθήθηκαν στο περιθώριο του πολιτικού συστήματος οι συμπαγείς, σε περιφερειακό επίπεδο, μειοψηφίες (25-30% του εκλογικού σώματος) που αντέδρασαν πολιτικά σε αυτές.

Η ισοτιμία 1:1 για τα μικροποσά μερικών χιλιάδων μάρκων και τους μισθούς ικανοποίησε την ομόθυμη απαίτηση των πολιτών της τέως Ανατολικής Γερμανίας, που ήθελαν να επωφεληθούν από τις καταναλωτικές δυνατότητες της αγοράς της Δυτικής Γερμανίας, στην οποία είχαν επιτέλους ελεύθερη πρόσβαση. Η μαζική στροφή προς τα δυτικά προϊόντα εκμηδένισε διαμιάς τη ζήτηση για τα περισσότερα καταναλωτικά προϊόντα που παράγονταν στην Ανατολική Γερμανία ήδη πριν ολοκληρωθεί η πολιτική ένωση των δύο Γερμανιών. Το αυτοκίνητο Trabant, που μέσα σε λίγες ώρες μετατράπηκε από δημοφιλές καταναλωτικό αγαθό σε μουσειακό είδος συμπυκνώνει αυτήν τη ριζική αλλαγή. Ταυτόχρονα, η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και ολόκληρου του ανατολικού μπλοκ εκμηδένισε τη ζήτηση για τα κεφαλαιουχικά αγαθά που προμήθευαν εκεί οι ανατολικογερμανικές επιχειρήσεις.

Η βιομηχανία είχε περιορισμένες δυνατότητες να αντιδράσει με το όπλο των τιμών στην απώλεια των αγορών της, καθώς τα στοιχεία του κόστους της, με πρώτους τους μισθούς, αποτιμούνταν και αυτά με το νέο νόμισμα. Η αποκρατικοποίηση του παραγωγικού δυναμικού, που θα πραγματοποιούνταν ούτως η άλλως κάποτε, μετά την αλλαγή του πολιτικού καθεστώτος έγινε γρήγορα επιτακτική οικονομική ανάγκη. Ταυτόχρονα, το σύνολο σχεδόν των μέσων μαζικής ενημέρωσης παρουσίαζε τις ιδιωτικοποιήσεις σαν συνώνυμο της πολιτικής ελευθερίας.

Τον Μάρτιο του 1990 ιδρύθηκε η «Αρχή για την καταπιστευτική διαχείριση της «λαϊκής» (κρατικής) ιδιοκτησίας» στην οποία μεταβιβάσθηκε όλη η κρατική περιουσία, με σκοπό τη διαφύλαξή της. Με την επιτάχυνση των πολιτικών εξελίξεων και την προϊούσα αποσύνθεση της παραγωγικής μηχανής της Ανατολικής Γερμανίας, τον Ιούνιο του ίδιου έτους ψηφίζεται ένας νέος νόμος που έφερε ως ημερομηνία 17 Ιούνη (συμβολική αναφορά στην εξέγερση των εργατών στο Ανατολικό Βερολίνο στις 17 Ιούνη 1953), ο οποίος όρισε πλέον ως σκοπό της αρχής, που έμεινε γνωστή ως η Treuhand (το καταπίστευμα), «την ιδιωτικοποίηση και αναδιοργάνωση» της λαϊκής ιδιοκτησίας. Η περιουσία αυτή περιλάμβανε πάνω από 8.500 κρατικές επιχειρήσεις με 4 εκατομμύρια εργαζόμενους ως προσωπικό, εκατομμύρια στρέμματα αγροτικής γης και δασών, την περιουσία των υπουργείων και του στρατού, μαζικών οργανώσεων και των πολιτικών κομμάτων.

Οι δύο επιμέρους στόχοι του νέου νόμου για την Treuhand («αναδιοργάνωση και ιδιωτικοποίηση») αποδείχθηκαν, κάτω από τις κρατούσες οικονομικές και πολιτικές συνθήκες, ασύμβατοι. Την οδυνηρή αυτή διαπίστωση έκανε ο επικεφαλής της αρχής Detlev Karsten Rohwedder, ο οποίος είχε σημαντική εμπειρία διοίκησης στο δημόσιο, αλλά και στον ιδιωτικό τομέα της Δυτικής Γερμανίας. Οι προσπάθειές του να εξυγιάνει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο αριθμό επιχειρήσεων πριν τις ιδιωτικοποιήσει και να διατηρήσει έτσι σημαντικό μέρος του προσωπικού τους τον έφερε σε σύγκρουση με την κυβέρνηση, που ήθελε να περιορίσει το γρηγορότερο δυνατόν το κόστος της διατήρησης ανατολικογερμανικών επιχειρήσεων, και με τους επιχειρηματικούς κύκλους της Δυτικής Γερμανίας που είχαν την πλειοψηφία στο διοικητικό των συμβούλιο της Treuhand και ζητούσαν την άμεση ιδιωτικοποίηση. Προς την ίδια κατεύθυνση πίεζαν και οι δυτικοί σύμμαχοι της Γερμανίας. Η πλάστιγγα έγειρε οριστικά προς αυτήν την πλευρά μετά τη δολοφονία την 1η Απριλίου 1991 του Ρόβεντερ από δράστες που παραμένουν ακόμα άγνωστοι — η ενέργεια αποδόθηκε χωρίς αποδείξεις στη RAF.

Ο Χρήστος Χατζηιωσήφ διδάσκει σύγχρονη ιστορία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου