Από Κοινού: Συνέλευση για την Αποανάπτυξη και την Άμεση Δημοκρατία

Μαζί στον δρόμο προς έναν μετα-καπιταλιστικό κόσμο: με το πρόταγμα της Αποανάπτυξης-Τοπικοποίησης, του Κοινοτισμού και της Άμεσης Δημοκρατίας.
Καθόλα αυτά τα χρόνια της λεγόμενης οικονομικής κρίσης έχει λάβει χώρα στην νεοελληνική κοινωνία μία διαδικασία, με κεντρικό άξονα την επανανοηματοδότηση του αξιακού μας συστήματος και των πολιτικών μας προταγμάτων.
Μεμονωμένα άτομα αλλά και ομάδες, συλλογικότητες και κινήματα έχουν αναπτυχθεί παντού στην Ελλάδα, έχουν αφήσει πίσω τους το «αναπτυξιακό» μοντέλο που προωθεί τον καταναλωτικό τρόπο ζωής και έχουν υιοθετήσει άλλες φιλοσοφίες και άλλους τρόπους προσωπικής και συλλογικής διαβίωσης.
Η πολύχρονη πορεία ζωής όλων αυτών των ανθρώπων και ομάδων έχει αποδείξει ότι υπάρχουν υγιή και δυναμικά κοινωνικά κύτταρα, οι δράσεις των οποίων επιθυμούν να συναντηθούν και να συντονιστούν, έτσι ώστε να εκφραστεί η κοινή πολιτική τους φιλοσοφία, σε μια προοπτική μετασχηματισμού που ανοίγει το δρόμο για μια κοινωνία που θα στηριχθεί:

  • στο αποαναπτυξιακό μοντέλο της οικονομίας των αναγκών, της επάρκειας και του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στη βάση της αφθονίας των υλικών και άυλων Κοινών,
  • στην κοινοτική οργάνωση με βάση την προσωπική και συλλογικήαυτονομία,
  • σε αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς και στη θέσμιση της άμεσης δημοκρατίας με τη μορφή του ομοσπονδιακού Κοινοτισμού.

Πρόκειται για τη διάδοση της παραπάνω θέσης μας, που διευρύνεται και διασυνδέεται εδώ και τώρα. Και εν μέρει, λόγω της επιρρεπούς στην κρίση φύσης του σημερινού κοινωνικού συστήματος, είναι δυνατόν να γίνει πράξη και λογική της πλειοψηφίας.
Στα σημερινά εγχειρήματα του πολύμορφου αυτού κινήματος και στις δραστηριότητές του, εμπεριέχονται οι δυνατότητες μιας κοινωνίας σε μετακαπιταλιστική μετάβαση. Στοιχεία της έχουν ήδη δημιουργηθεί, εάν και ακόμα ξετυλίγονται και δεν είναι πλήρη. Τέτοια στοιχεία είναι αυτά της άμεσης δημοκρατίας στα πλαίσια της λειτουργίας των εγχειρημάτων, της οικολογίας με τη μορφή του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στις οικονομικές δραστηριότητές τους, της οικονομίας των αναγκών στις πρακτικές της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας που υλοποιούν. Της ισότητας των αμοιβών και των αυτοκαθοριζόμενων συνθηκών εργασίας από τα μέλη τους, της ισότητας των φύλων και των μειονοτήτων στη συμμετοχή και στη λήψη των αποφάσεων κ.λπ.
Ταυτόχρονα αυτά τα εγχειρήματα είναι πάντα εκτεθειμένα στον κίνδυνο να εκληφθούν ως ιδιοτελείς προσπάθειες για βελτίωση των συνθηκών ζωής μόνο των μελών τους και όχι και των κοινοτήτων γύρω τους. Αμυντικές μάχες, συγκρούσεις και διαπραγματεύσεις για οικειοποίηση κοινών πόρων απαιτούνται για όσο διάστημα το ιεραρχικό εθνικό κράτος και η καπιταλιστική αγορά με τίς αντίστοιχες λογικές τους κυριαρχούν. Αυτές οι μάχες θα γίνονται πιο επιτυχείς, αν δίνονται στο πλαίσιο ενός ισχυρού, κοινού και πάνω από όλα χειραφετικού κοινωνικού κινήματος.
Το συγκεκριμένο μετα-καπιταλιστικό όραμα είναι ένας κόσμος που δεν είναι ιεραρχικός, αλλά συνδεδεμένος με δίκτυα λειτουργικά όλων των επιπέδων και δεσμών, είναι αυτο-οργανωμένος και οι βασικές προσωπικές ανάγκες όλων των πολιτών μπορούν να ικανοποιηθούν μέσω της αφθονίας των συλλογικών αγαθών (Commons). Αυτός ο κόσμος θα χαρακτηρίζεται εξάλλου από αυτοκαθοριζόμενες και γεμάτες ευθύνη σχέσεις δραστηριοτήτων και εργασίας, οι οποίες θα φέρνουν χαρά και νόημα, χωρίς υπερβολική εκμετάλλευση πόρων ή καταστροφή οικοσυστημάτων.
Το κίνημα των κοινοτήτων εμπιστεύεται το ανθρώπινο δυναμικό και μεταφράζει την έννοια της βιωσιμότητας στη γλώσσα των ανθρώπινων αναγκών: Υπάρχει μια βασική ανάγκη, η διατήρηση του πλανήτη, η οποία μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο εάν οργανώσουμε την ικανοποίηση, τόσο των ατομικών όσο και των συλλογικών αναγκών, σε αρμονία με τα όρια που βάζουν οι δυνατότητες των οικοσυστημάτων της γης. Η κοινή χρήση είναι ένας συγκεκριμένος τρόπος αντιμετώπισης της ανθρώπινης και μη ανθρώπινης φύσης, ο οποίος δεν βασίζεται στους καταναγκασμούς του αφηγήματος της «ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων», αλλά αναγνωρίζει ότι εμείς οι άνθρωποι είμαστε ένα (ανα)παραγόμενο στοιχείο του πλανήτη γη. Τα Κοινά (Commons) βέβαια ενδέχεται να μην επιλύσουν μακροπρόθεσμα όλα τα προβλήματα του κόσμου. Αλλά ζούμε το τέλος του καπιταλιστικού κόσμου, στο οποίο δυστοπικό τέλος, οι αντιθέσεις μάλλον τείνουν να επιδεινώνονται και οι συγκρούσεις γίνονται όλο και πιο βάναυσες. Για αυτό είναι ιδιαίτερης σημασίας η δημιουργία θετικών προοπτικών, η διατύπωση και - περισσότερο από οτιδήποτε - η πρακτική ενός αλληλέγγυου οράματος.
Για το μέλλον, φαίνεται επιθυμητό και απαραίτητο να βρεθεί κοινά αποφασισμένη και συντονισμένη κατεύθυνση για την προοπτική του κινήματος. Ο όρος σύγκλισηταιριάζει σε τέτοιες διαδικασίες σχηματισμού συμμαχιών και περιλαμβάνει επίσης πολλά άλλα ρεύματα που κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Ταυτόχρονα, πρέπει επίσης να εντατικοποιηθούν οι συζητήσεις γύρω από το περιεχόμενο, ώστε να αναλυθούν παραπέρα και τα στρατηγικά ζητήματα, αλλά και να συζητηθούν ανοιχτά τα αμφιλεγόμενα ζητήματα. Μόνο έτσι μπορεί να αποφευχθεί η σημερινή πραγματικότητα, όπου τα διαφορετικά ρεύματα δεν είναι συνδεδεμένα και δρουν παράλληλα και απομονωμένα. Θα χρειασθεί να ληφθεί μέριμνα ώστε να προέλθει μια διασύνδεση που θα χαρακτηρίζεται βέβαια από ποικιλομορφία και όχι οπωσδήποτε από ταύτιση.
Θα χρειασθεί επίσης να γίνει κοινά αποδεκτός ένας όρος που θα μπορέσει να αποτελέσει την κοινή στέγη, τον κοινό στόχο και να περιλαμβάνει τον κοινό ορίζοντα κατανόησης των διαφορετικών ρευμάτων, που δεν μπορεί να είναι άλλος από το ξεπέρασμα του καπιταλισμού.
Γενικότερα, ήρθε ο καιρός, που τα όποια-σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο- σημερινά κοινωνικά κινήματα θα χρειασθεί, στηριζόμενα στη αναβίωση του πνεύματος του κοινοτισμού στις σύγχρονες σημερινές συνθήκες και συνδεόμενα μεταξύ τους, να μετατραπούν σε ενιαίο πολιτικό κίνημα μετάβασης για την μετακαπιταλιστική κοινωνία.
Ειδικά για τη χώρα, που βρίσκεται σε συνθήκες οικονομικού πολέμου και έχει μετατραπεί σε αποικία χρέους, το πολύμορφο αυτό κίνημα θα χρειασθεί να διαμορφώσει ένα ελκυστικό πρόγραμμα διεκδίκησης της «εδώ και τώρα» αλλαγής πορείας, δημιουργώντας ταυτόχρονα τα στοιχεία και τις κοινωνικές δομές του νέου κόσμου που οραματίζεται, αφήνοντας πίσω τον καπιταλιστικό κόσμο που μας οδηγεί στην κοινωνική και οικολογική κατάρρευση.
Η μελλοντική επιδίωξη της κοινωνικής χειραφέτησης και της ένταξης των ανθρώπινων κοινοτήτων –πέρα από σύνορα-με ισορροπία στα πλαίσια ενός πεπερασμένου πλανητικού οικοσυστήματος, θα μπορέσει να υλοποιηθεί μόνο από μια σύγκλιση, στη δράση και στη σκέψη, των παραπάνω κοινωνικοπολιτικών ρευμάτων, και στο επίπεδο της καθημερινής ζωής, και στο επίπεδο της κοινωνικής και πολιτικής θέσμισης. Και καταρχήν στην διαπαιδαγώγηση –μέσα από την συμμετοχή-του απαραίτητου ανθρωπολογικού τύπου -σε κρίσιμο αριθμό- που θα βάλει όλη την κοινωνία σε περίοδο κοινωνικοοικολογικού μετασχηματισμού. Ξεκινώντας βασικά από κάθε τοπική κοινωνία.

Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2012

Το 'έλεος' που δείχνει το ΔΝΤ στο Νίγηρα

Τα άκομψα σχόλια της Κριστίν Λαγκάρντ για την Ελλάδα έχουν προκαλέσει σάλο (και δικαίως) στη χώρα. Αλλά και στο Νίγηρα, θα πρέπει να επικρατεί εξίσου έντονη περιφρόνηση για τη γενική διευθύντρια του ΔΝΤ. Απορρίπτοντας τα δεινά που περνάνε κάποιες μητέρες στην Ελλάδα, η Λαγκάρντ είπε επίσης ότι αισθάνεται περισσότερη συμπάθεια για «τα μικρά παιδιά ενός σχολείου σε ένα μικρό χωριό στο Νίγηρα».


Αν η «συμπάθεια» είναι αυτό που χαρακτηρίζει την προσέγγιση του ΔΝΤ στο Νίγηρα, τότε η Ελλάδα θα έκανε καλά να αποφύγει την βοήθεια του ΔΝΤ. Ο Νίγηρας εμφανίζεται στους τίτλους ειδήσεων σε τακτά χρονικά διαστήματα - καθώς σχετίζεται με συνεχώς υψηλά επίπεδα υποσιτισμού και πείνας. Δεν έχει γίνει ωστόσο εκτενής αναφορά στο ρόλο του ΔΝΤ, και της Παγκόσμιας Τράπεζας, στην δυστυχία του λαού του Νίγηρα.

Ο Νίγηρας ήταν θύμα του κακόφημου πια προγράμματος διαρθρωτικής προσαρμογής του ΔΝΤ από το 1982 και παραμένει στο πλαίσιο ενός προγράμματος του ΔΝΤ, έως και σήμερα. Όπως και στην Ελλάδα, το ΔΝΤ δάνεισε χρήματα στη χώρα για να διασώσει τους πιστωτές του Νίγηρα. Τίποτα δεν ειπώθηκε για το αν ίσχυε αυτό το χρέος, ένα σημαντικό ερώτημα, αφού η χώρα τελούσε υπό στρατιωτικές κυβερνήσεις από το 1974 τη χρονιά δηλαδή που τα δάνεια άρχισαν να εισρέουν.

Τα δάνεια αποπλήρωναν το χρέος και, όπως στην Ευρώπη σήμερα, οι απλοί άνθρωποι του Νίγηρα καλούνταν να πληρώσουν το τίμημα του απερίσκεπτου δανεισμού μέσω της λιτότητας και μιας σειράς οικονομικών μεταρρυθμίσεων. Παίρνουμε μια ένδειξη του αντίκτυπου που είχαν οι πολιτικές αυτές αν κοιτάξουμε τον κλάδο της γεωργίας.

Οι περισσότεροι στον Νίγηρα ζουν από τη γη. Το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα θεωρούν τις εξαγωγές ως βασική πηγή συναλλάγματος για την αποπληρωμή του χρέους. Αυτό συνήθως τίθεται σε ισχύ ανοίγοντας και τον τομέα των τροφίμων στην αστάθεια των διεθνών αγορών. Επιδοτούμενα εισαγόμενα τρόφιμα πλημμύρισαν την εσωτερική αγορά, καταστρέφοντας ξαφνικά τον απροστάτευτο γεωργικό τομέα.

Σε συνδυασμό με τη λιτότητα, οι πολιτικές αυτές είχαν καταστροφικές συνέπειες. Όταν οι τιμές των τροφίμων είναι χαμηλές, ο πραγματικός αντίκτυπος μπορεί να καλυφθεί. Αλλά όταν αυξάνονται, οι άνθρωποι συνειδητοποιούν πολύ γρήγορα πόσο ευάλωτη είναι η πρόσβαση τους σε τρόφιμα. Ο Djibo Bagna, πρόεδρος του Αγροτικού Συλλόγου του Νίγηρα, πιστεύει ότι η διαρθρωτική προσαρμογή της γεωργίας κατέστρεψε το Νίγηρα: «Φυσικά, όταν ο τομέας αυτός περιλαμβάνει το 85% του πληθυσμού, αυτό έχει συνέπειες: μείωση της παραγωγής, εγκατάλειψη της υπαίθρου, αύξηση των παραγκουπόλεων.»

Ούτε ένα πρόγραμμα λιτότητας και απελευθέρωσης κατάφερε να μειώσει τα επίπεδα του χρέους – ότι δηλαδή γίνεται και στην Ελλάδα. Τα χρέη του Νίγηρα συνέχισαν να αυξάνονται από $ 960 εκατομύρια, όταν ξεκίνησε η διαρθρωτική προσαρμογή, στο $ 1,8 δισ. το 1990, και στη συνέχεια, μετά από πρόσκαιρη πτώση, στο ρεκόρ των $ 2,1 δισ. το 2003. Περισσότερο χρέος σημαίνει περισσότερο έλεγχο από το ΔΝΤ, πράγμα που σήμαινε περισσότερη λιτότητα και περισσότερες μεταρρυθμίσεις.

Μετά από πολλά χρόνια, η παραγραφή του χρέους του Νίγηρα φαινόταν, ακόμη και στο ΔΝΤ, ως αναπόφευκτη. Η ελάφρυνση του χρέους επέτρεψε στο Νίγηρα να βελτιώσει την εκπαίδευση και να αυξήσει την πρόσβαση σε ασφαλές πόσιμο νερό. Αλλά ήρθε και με προϋποθέσεις. Ένα 19% φόρο επί των πωλήσεων σε βασικά τρόφιμα και ταχεία αύξηση των τιμών των τροφίμων σήμαινε ότι για τους απλούς ανθρώπους ήταν ακόμη πιο δύσκολο να τα αποκτήσουν. Η πώληση των αποθεμάτων σίτου έκτακτης ανάγκης, μια πολιτική που είχε ήδη προκαλέσει λιμό στο Μαλάουι το 2002, έκανε περαιτέρω ζημιά.

Οι πολιτικές αυτές τροφοδότησαν το λιμό του 2005. Η κρίση δεν προκλήθηκε κυρίως από φυσικές καταστροφές - τα τρόφιμα ήταν διαθέσιμα, αλλά πανάκριβα - αλλά έπειτα από μια σειρά πολιτικών αποφάσεων. Ακόμη και κατά τη διάρκεια της κρίσης δεν υπήρχε αλλαγή στο οικονομικό δόγμα. Το ΔΝΤ διαμήνυσε τότε στην κυβέρνηση του Νίγηρα να μην εκπονήσει το πρόγραμμα δωρεάν διανομής τροφίμων σε όσους έχουν μεγαλύτερη ανάγκη. Η λεγόμενη λοιπόν σήμερα «σκληρή αγάπη» προς την Ελλάδα δεν είναι κάτι καινούργιο.

Η Lagarde δηλώνει: «Είναι μερικές φορές δύσκολο να πούμε στην κυβέρνηση σε φτωχές χώρες... να ενισχύσει ουσιαστικά τον προϋπολογισμό και να μειώσει το έλλειμμα.» Δύσκολο, αλλά όχι και ακατόρθωτο από ότι φαίνεται, παρά την επίδραση που έχει η προσέγγιση αυτή στην εκτίναξη της φτώχειας και της ανισότητας ξανά και ξανά.

Το απελπιστικό αντίκτυπο των πολιτικών του ΔΝΤ στον Νίγηρα δεν έχει φέρει καν τα αναμενόμενα αποτελέσματα δηλαδή τον έλεγχο του χρέους. Σε έκθεση που κυκλοφόρησε την περασμένη εβδομάδα, αναφέρθηκε ότι 10 χρόνια μετά την ακύρωση του, οι πληρωμές χρέους του Νίγηρα, ως ποσοστό των κρατικών εσόδων αναμένεται να βρεθούν στο ίδιο επίπεδο όπως και πριν από την αναδιάρθρωση. Οι προσπάθειες του ΔΝΤ να «αναδιαρθρωθεί» ο Νίγηρας έχουν αποτύχει ακόμη και με αυτούς τους όρους.

Το να προσποιηθεί κανείς ότι το ΔΝΤ λειτουργεί με τρόπο φιλικότερο προς το Νίγηρα από ό τι προς στην Ελλάδα είναι μάλλον αβάσιμο. Οι πολιτικές του ΔΝΤ δεν μπορούν να βοηθήσουν χώρες που βρίσκονται σε κρίση. Η Ελλάδα μπορεί να μάθει πολλά από αυτό - και δεν έχει και πολλά να κερδίσει από τη «συμπάθεια» της κ. Λαγκάρντ.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου