Από Κοινού: Συνέλευση για την Αποανάπτυξη και την Άμεση Δημοκρατία

Μαζί στον δρόμο προς έναν μετα-καπιταλιστικό κόσμο: με το πρόταγμα της Αποανάπτυξης-Τοπικοποίησης, του Κοινοτισμού και της Άμεσης Δημοκρατίας.
Καθόλα αυτά τα χρόνια της λεγόμενης οικονομικής κρίσης έχει λάβει χώρα στην νεοελληνική κοινωνία μία διαδικασία, με κεντρικό άξονα την επανανοηματοδότηση του αξιακού μας συστήματος και των πολιτικών μας προταγμάτων.
Μεμονωμένα άτομα αλλά και ομάδες, συλλογικότητες και κινήματα έχουν αναπτυχθεί παντού στην Ελλάδα, έχουν αφήσει πίσω τους το «αναπτυξιακό» μοντέλο που προωθεί τον καταναλωτικό τρόπο ζωής και έχουν υιοθετήσει άλλες φιλοσοφίες και άλλους τρόπους προσωπικής και συλλογικής διαβίωσης.
Η πολύχρονη πορεία ζωής όλων αυτών των ανθρώπων και ομάδων έχει αποδείξει ότι υπάρχουν υγιή και δυναμικά κοινωνικά κύτταρα, οι δράσεις των οποίων επιθυμούν να συναντηθούν και να συντονιστούν, έτσι ώστε να εκφραστεί η κοινή πολιτική τους φιλοσοφία, σε μια προοπτική μετασχηματισμού που ανοίγει το δρόμο για μια κοινωνία που θα στηριχθεί:

  • στο αποαναπτυξιακό μοντέλο της οικονομίας των αναγκών, της επάρκειας και του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στη βάση της αφθονίας των υλικών και άυλων Κοινών,
  • στην κοινοτική οργάνωση με βάση την προσωπική και συλλογικήαυτονομία,
  • σε αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς και στη θέσμιση της άμεσης δημοκρατίας με τη μορφή του ομοσπονδιακού Κοινοτισμού.

Πρόκειται για τη διάδοση της παραπάνω θέσης μας, που διευρύνεται και διασυνδέεται εδώ και τώρα. Και εν μέρει, λόγω της επιρρεπούς στην κρίση φύσης του σημερινού κοινωνικού συστήματος, είναι δυνατόν να γίνει πράξη και λογική της πλειοψηφίας.
Στα σημερινά εγχειρήματα του πολύμορφου αυτού κινήματος και στις δραστηριότητές του, εμπεριέχονται οι δυνατότητες μιας κοινωνίας σε μετακαπιταλιστική μετάβαση. Στοιχεία της έχουν ήδη δημιουργηθεί, εάν και ακόμα ξετυλίγονται και δεν είναι πλήρη. Τέτοια στοιχεία είναι αυτά της άμεσης δημοκρατίας στα πλαίσια της λειτουργίας των εγχειρημάτων, της οικολογίας με τη μορφή του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στις οικονομικές δραστηριότητές τους, της οικονομίας των αναγκών στις πρακτικές της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας που υλοποιούν. Της ισότητας των αμοιβών και των αυτοκαθοριζόμενων συνθηκών εργασίας από τα μέλη τους, της ισότητας των φύλων και των μειονοτήτων στη συμμετοχή και στη λήψη των αποφάσεων κ.λπ.
Ταυτόχρονα αυτά τα εγχειρήματα είναι πάντα εκτεθειμένα στον κίνδυνο να εκληφθούν ως ιδιοτελείς προσπάθειες για βελτίωση των συνθηκών ζωής μόνο των μελών τους και όχι και των κοινοτήτων γύρω τους. Αμυντικές μάχες, συγκρούσεις και διαπραγματεύσεις για οικειοποίηση κοινών πόρων απαιτούνται για όσο διάστημα το ιεραρχικό εθνικό κράτος και η καπιταλιστική αγορά με τίς αντίστοιχες λογικές τους κυριαρχούν. Αυτές οι μάχες θα γίνονται πιο επιτυχείς, αν δίνονται στο πλαίσιο ενός ισχυρού, κοινού και πάνω από όλα χειραφετικού κοινωνικού κινήματος.
Το συγκεκριμένο μετα-καπιταλιστικό όραμα είναι ένας κόσμος που δεν είναι ιεραρχικός, αλλά συνδεδεμένος με δίκτυα λειτουργικά όλων των επιπέδων και δεσμών, είναι αυτο-οργανωμένος και οι βασικές προσωπικές ανάγκες όλων των πολιτών μπορούν να ικανοποιηθούν μέσω της αφθονίας των συλλογικών αγαθών (Commons). Αυτός ο κόσμος θα χαρακτηρίζεται εξάλλου από αυτοκαθοριζόμενες και γεμάτες ευθύνη σχέσεις δραστηριοτήτων και εργασίας, οι οποίες θα φέρνουν χαρά και νόημα, χωρίς υπερβολική εκμετάλλευση πόρων ή καταστροφή οικοσυστημάτων.
Το κίνημα των κοινοτήτων εμπιστεύεται το ανθρώπινο δυναμικό και μεταφράζει την έννοια της βιωσιμότητας στη γλώσσα των ανθρώπινων αναγκών: Υπάρχει μια βασική ανάγκη, η διατήρηση του πλανήτη, η οποία μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο εάν οργανώσουμε την ικανοποίηση, τόσο των ατομικών όσο και των συλλογικών αναγκών, σε αρμονία με τα όρια που βάζουν οι δυνατότητες των οικοσυστημάτων της γης. Η κοινή χρήση είναι ένας συγκεκριμένος τρόπος αντιμετώπισης της ανθρώπινης και μη ανθρώπινης φύσης, ο οποίος δεν βασίζεται στους καταναγκασμούς του αφηγήματος της «ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων», αλλά αναγνωρίζει ότι εμείς οι άνθρωποι είμαστε ένα (ανα)παραγόμενο στοιχείο του πλανήτη γη. Τα Κοινά (Commons) βέβαια ενδέχεται να μην επιλύσουν μακροπρόθεσμα όλα τα προβλήματα του κόσμου. Αλλά ζούμε το τέλος του καπιταλιστικού κόσμου, στο οποίο δυστοπικό τέλος, οι αντιθέσεις μάλλον τείνουν να επιδεινώνονται και οι συγκρούσεις γίνονται όλο και πιο βάναυσες. Για αυτό είναι ιδιαίτερης σημασίας η δημιουργία θετικών προοπτικών, η διατύπωση και - περισσότερο από οτιδήποτε - η πρακτική ενός αλληλέγγυου οράματος.
Για το μέλλον, φαίνεται επιθυμητό και απαραίτητο να βρεθεί κοινά αποφασισμένη και συντονισμένη κατεύθυνση για την προοπτική του κινήματος. Ο όρος σύγκλισηταιριάζει σε τέτοιες διαδικασίες σχηματισμού συμμαχιών και περιλαμβάνει επίσης πολλά άλλα ρεύματα που κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Ταυτόχρονα, πρέπει επίσης να εντατικοποιηθούν οι συζητήσεις γύρω από το περιεχόμενο, ώστε να αναλυθούν παραπέρα και τα στρατηγικά ζητήματα, αλλά και να συζητηθούν ανοιχτά τα αμφιλεγόμενα ζητήματα. Μόνο έτσι μπορεί να αποφευχθεί η σημερινή πραγματικότητα, όπου τα διαφορετικά ρεύματα δεν είναι συνδεδεμένα και δρουν παράλληλα και απομονωμένα. Θα χρειασθεί να ληφθεί μέριμνα ώστε να προέλθει μια διασύνδεση που θα χαρακτηρίζεται βέβαια από ποικιλομορφία και όχι οπωσδήποτε από ταύτιση.
Θα χρειασθεί επίσης να γίνει κοινά αποδεκτός ένας όρος που θα μπορέσει να αποτελέσει την κοινή στέγη, τον κοινό στόχο και να περιλαμβάνει τον κοινό ορίζοντα κατανόησης των διαφορετικών ρευμάτων, που δεν μπορεί να είναι άλλος από το ξεπέρασμα του καπιταλισμού.
Γενικότερα, ήρθε ο καιρός, που τα όποια-σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο- σημερινά κοινωνικά κινήματα θα χρειασθεί, στηριζόμενα στη αναβίωση του πνεύματος του κοινοτισμού στις σύγχρονες σημερινές συνθήκες και συνδεόμενα μεταξύ τους, να μετατραπούν σε ενιαίο πολιτικό κίνημα μετάβασης για την μετακαπιταλιστική κοινωνία.
Ειδικά για τη χώρα, που βρίσκεται σε συνθήκες οικονομικού πολέμου και έχει μετατραπεί σε αποικία χρέους, το πολύμορφο αυτό κίνημα θα χρειασθεί να διαμορφώσει ένα ελκυστικό πρόγραμμα διεκδίκησης της «εδώ και τώρα» αλλαγής πορείας, δημιουργώντας ταυτόχρονα τα στοιχεία και τις κοινωνικές δομές του νέου κόσμου που οραματίζεται, αφήνοντας πίσω τον καπιταλιστικό κόσμο που μας οδηγεί στην κοινωνική και οικολογική κατάρρευση.
Η μελλοντική επιδίωξη της κοινωνικής χειραφέτησης και της ένταξης των ανθρώπινων κοινοτήτων –πέρα από σύνορα-με ισορροπία στα πλαίσια ενός πεπερασμένου πλανητικού οικοσυστήματος, θα μπορέσει να υλοποιηθεί μόνο από μια σύγκλιση, στη δράση και στη σκέψη, των παραπάνω κοινωνικοπολιτικών ρευμάτων, και στο επίπεδο της καθημερινής ζωής, και στο επίπεδο της κοινωνικής και πολιτικής θέσμισης. Και καταρχήν στην διαπαιδαγώγηση –μέσα από την συμμετοχή-του απαραίτητου ανθρωπολογικού τύπου -σε κρίσιμο αριθμό- που θα βάλει όλη την κοινωνία σε περίοδο κοινωνικοοικολογικού μετασχηματισμού. Ξεκινώντας βασικά από κάθε τοπική κοινωνία.

Τρίτη, 5 Ιουνίου 2012

Μια άλλη στάση ζωής(συνέχεια 6)…

Η συνέχεια από την ανάρτηση:http://topikopoiisi.blogspot.gr/2012/06/5.html

Με προοπτική τη δημιουργία μιας άλλης πολιτικής, μια άλλη στάση ζωής, εδώ και τώρα, είναι εφικτή
Αναγκαία προϋπόθεση : να διαλυθούν οι συγχύσεις που επικρατούν
Όπως τονίστηκε από την αρχή, πρέπει να είναι κρυστάλλινα σαφές ότι η συλλογιστική αυτού του κειμένου δεν έχει απολύτως καμιά σχέση με οποιαδήποτε κριτική σε προσωπικό επίπεδο και για κανέναν, αναφέρεται σε γενικά κοινωνικά φαινόμενα. Αποτελούμε όλοι παιδιά μιας κοινωνίας. Πλέουμε στο ίδιο καράβι, που είναι σίγουρα δίχως έρμα και προσανατολισμό. Η αναγνώριση της υπευθυνότητας του καθενός και όλων μαζί για τη σημερινή κατάσταση της κοινωνίας θεωρείται δεδομένη. Εντούτοις, σε αυτή την κοινωνία, έχουμε σήμερα μια ορισμένη ελευθερία επιλογών. Καλούμαστε γι’ αυτό να αναλάβουμε την ευθύνη των επιλογών μας. Επαφίεται στον καθένα να διατυπώσει και να θέσει το ερώτημα της ευθύνης αυτής. Αναδύεται, όμως, έτσι κι αλλιώς, αμείλικτο, και στην πιο βαθιά του διατύπωση είναι : ακόμα κι αν όλα γύρω μου δεν έχουν νόημα, τι νόημα μπορώ να δώσω στη ζωή μου ;

Ταυτόχρονα, πρέπει να είναι κρυστάλλινα σαφές ότι αυτό που προτείνεται σε τούτο το κείμενο αποτελεί μια στάση ζωής, άρα προϋποθέτει την υιοθέτηση, εδώ και τώρα, ενός άλλου τρόπου ζωής από αυτόν που προτείνει - δεν επιβάλλει - η υπάρχουσα κοινωνία, το πνεύμα της εποχής, το γενικό ρεύμα. Μια νέα στάση ζωής, εδώ και τώρα, είναι όμως δυνατή ; Η συζήτηση γύρω από το ερώτημα αυτό είναι μεγάλη, αλλά μπορούμε να την αρχίσουμε από τώρα κιόλας. Αποτελεί ταυτόχρονα την αφετηρία μιας γενικότερης συζήτησης με θέμα την ένταξη της στάσης αυτής στην προοπτική της δημιουργίας μιας άλλης πολιτικής με στόχο τον ριζικό και δημοκρατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Μία και μόνο άποψη αποκλείεται από αυτή τη συζήτηση, η άποψη που λέει πως δεν μπορούμε να κάνουμε διαφορετικά. Διότι τότε το «κάτι πρέπει να κάνουμε» και το «σίγουρα μπορεί κάτι να γίνει» χάνουν κάθε νόημα, και μαζί τους χάνεται και το νόημα κάθε πολιτικής προοπτικής.

Ζούμε σε μια εποχή γενικευμένης σύγχυσης. (Τα αίτια της σύγχυσης, στενά συνδεδεμένα με την τωρινή κοινωνική κατάσταση, δεν θα μας απασχολήσουν εδώ, διαφαίνονται όμως σε πολλά σημεία του κειμένου.) Έτσι, ένα βασικό καθήκον της πολιτικής σκέψης σήμερα είναι να διαλύσει πολλές συγχύσεις που επικρατούν. Θα αναφέρω τις κυριότερες, προσπαθώντας να ξεδιαλύνω λίγο τα πράγματα. Ο κύριος στόχος είναι να δειχθεί ότι καταρχήν μια άλλη στάση ζωής, εδώ και τώρα, είναι εφικτή, και έτσι να ενισχυθεί η πεποίθηση ότι η δυνατότητα της ένταξής της στην προοπτική της δημιουργίας μιας άλλης πολιτικής επίσης υπάρχει.

Δεν θα ήταν αναγκαίο να πω ότι προσωπικά είμαι απόλυτα πεισμένος για αυτές τις δυνατότητες, αν δεν έπρεπε να τονίσω πως αυτά που με πείθουν ή με ωθούν περισσότερο είναι τρία πράγματα. Πρώτον, η ρητή απόρριψη κάθε προηγούμενης (ή επόμενης) θεωρίας κοινωνικού μετασχηματισμού (κάτι που από ό,τι φαίνεται δεν καταφέρνουν πολλοί πρώην ή νυν μαρξιστές, διατηρώντας με τον Μαρξ και τον μαρξισμό μια σχέση θρησκευτικής πίστης και προσήλωσης). Δεύτερον, η σύμφυτη με αυτή την απόρριψη πεποίθηση όχι μόνο για την απαράδεκτη κατάσταση της σημερινής κοινωνίας αλλά και για την αδυναμία να αναλυθεί αυτή σωστά και να επισημανθούν τα βαθύτερα αίτιά της ακολουθώντας τους παραδοσιακούς τρόπους ανάγνωσης της κοινωνίας• η ανάγνωση που προτείνω αποτελεί διαύγαση, και όχι θεωρία, είναι προσπάθεια αποσαφήνισης και κατανόησης, υπόκειται στον έλεγχο του καθενός. Τρίτον και σπουδαιότερο, η θέληση να αλλάξει αυτή η κατάσταση. Διότι, αν πράγματι θέλουμε να απορρίψουμε την θρησκευτική πίστη που εξασφαλίζει το μέλλον, επί γης και ουρανού, η βασική προϋπόθεση είναι να μην απορρίψουμε τη θέληση του δικού μας παρόντος και του δικού μας μέλλοντος, δηλαδή τη θέληση να θέτουμε άμεσους στόχους, να έχουμε οράματα και προτάγματα για το μέλλον, η επιτυχία των οποίων δεν είναι και δεν θα είναι ποτέ εξασφαλισμένη. Η πίστη σε θεούς, θεανθρώπους και (υπερ)θεωρίες (υπερ)ανθρώπων, απορρίπτεται μόνο με τη θέληση να είμαστε αυτόνομοι, να θέλουμε η ελευθερία μας, σκέψης και πράξης, να είναι έργο δικό μας, η ελευθερία και η ισότητα των ανθρώπων να είναι έργο δικό τους. Αυτή η θέληση κάνει από τώρα ορατό τον ορίζοντα μιας άλλης κοινωνίας, μιας αυτόνομης κοινωνίας ελεύθερων ανθρώπων.

1. Ατομική ευθύνη και μοιρασμένη υπευθυνότητα

Υπάρχει πάντα μια σαφής ή υπόρρητη υπόθεση στις αναλύσεις της σημερινής κατάστασης, είναι το αξίωμα : «για ό,τι γίνεται, φταίνε πάντα οι άλλοι». Το ενοχοποιητικό αυτό αξίωμα, απόρροια θρησκευτικής, και πιο συγκεκριμένα βιβλικής, αντίληψης των πραγμάτων, εύκολα αντιστρέφεται, στις ίδιες πολλές φορές αναλύσεις, για να γίνει : «για ό,τι συμβαίνει, φταίμε μόνο εμείς». Και στις δύο περιπτώσεις, η κύρια σύγχυση δεν προέρχεται από το «οι άλλοι» και από το «εμείς». Είναι φανερό, και μπορεί να αποδειχτεί εύκολα, ότι κάθε κατάσταση οφείλεται σε ένα πλήθος παραγόντων, είναι πολυπαραγοντική ή πολυαιτιακή. Η κύρια σύγχυση προέρχεται από το ρήμα «φταίνε», ή «φταίμε», το οποίο εισάγει ένα στοιχείο ενοχής, ενώ στις κοινωνικές καταστάσεις και στα ανθρώπινα πράγματα, σήμερα τουλάχιστον, το κύριο είναι η ευθύνη, πριν ακόμα και από την υπευθυνότητα. Η ορθή οπτική γωνία για τις αναλύσεις της σημερινής κοινωνικής κατάστασης πρέπει λοιπόν να είναι : πάντα μέσα σε ένα ορισμένο πλαίσιο, πάντα μέσα σε ορισμένες συνθήκες που είναι και αυτές αντικείμενο ανάλυσης, εφόσον έχουμε αναλάβει την ευθύνη των δικών μας επιλογών, διότι σήμερα υπάρχει πεδίο τέτοιων επιλογών, είμαστε υπεύθυνοι - όχι ένοχοι - για τις πράξεις μας που απορρέουν από τις εν λόγω επιλογές. Για την κατάσταση που τελικά προκύπτει ως αποτέλεσμα της δράσης μας αλλά και της δράσης άλλων παραγόντων, η υπευθυνότητα είναι λοιπόν πάντα μοιρασμένη.

Για να κάνουμε πιο σαφή τα πράγματα, ας χρησιμοποιήσουμε το παράδειγμα της ανατροφής ενός παιδιού. Για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα του, για τη γενική του στάση μετέπειτα στη ζωή, οι δύο ομόλογες θέσεις «φταίει η κοινωνία» και «φταίνε οι γονείς» απορρίπτονται. Υπάρχουν σίγουρα οι γενικές υπευθυνότητες της κοινωνίας και οι ειδικές υπευθυνότητες των γονέων. Προκύπτουν από την ευθύνη των επιλογών που έχουν κάνει. Είναι μια ελεύθερη επιλογή των γονέων να στείλουν το παιδί τους σε ιδιωτικό ή δημόσιο σχολείο, ή να μην το στείλουν καθόλου ! - και αυτή η επιλογή, βέβαια, εξαρτάται από κάποιες κοινωνικές προϋποθέσεις, όπως είναι η οικονομική ή η μορφωτική κατάσταση των γονέων και όχι μόνο. Από την άλλη μεριά, υπάρχει η επιλογή της κοινωνίας όσον αφορά την ποιότητα και κυρίως το περιεχόμενο της εκπαίδευσης που παρέχει. Αν αυτό το περιεχόμενο έχει προκύψει δημοκρατικά ή είναι αποτέλεσμα επιβολής από το Κράτος, αυτό αποτελεί κεντρικό πολιτικό ζήτημα που εμπίπτει - έπρεπε να εμπίπτει - στην ευθύνη και την υπευθυνότητα όλων. (Να επίσης εδώ η δημοκρατία, τόσο ως διαδικαστική όσο και ως ουσιαστική απαίτηση, που είναι άρρηκτα δεμένες.) Στο συγκεκριμένο παράδειγμα, φυσικά, υπάρχουν επίσης, από μια ηλικία και μετά, η ευθύνη και η υπευθυνότητα του παιδιού. Προκύπτει έτσι ολοφάνερα ότι οι γονείς του, η κοινωνία και το ίδιο μοιράζονται την υπευθυνότητα για την όλη διαμόρφωσή του.

Δεν είναι επομένως δυνατό, στη σημερινή ελληνική κοινωνία, να παρουσιάζονται σχεδόν όλοι ως θύματα μιας γενικής κατάστασης, λέγοντας ότι ζουν και συμπεριφέρονται έτσι διότι δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς. Ξεχνούν έτσι συγκεκριμένες επιλογές που οι ίδιοι ελεύθερα έχουν κάνει, αρνούνται να αναλάβουν τις ευθύνες τους, ενοχοποιούν ένα αφηρημένο και αόρατο «σύστημα», που το θέλουν παντοδύναμο, ενοχοποιώντας στην ουσία όλους τους άλλους, για να μην ενοχοποιήσουν τον εαυτό τους. Και το χειρότερο, λόγω αυτής της εθελοτυφλίας, εξοργίζονται όταν κάποιος επισημαίνει τις υπευθυνότητές τους, βλέποντάς τους όμως ως υπεύθυνα άτομα μέσα σε μια συγκεκριμένη κοινωνία. Διότι τότε, αντιστρέφοντας το λογικό σχήμα για το οποίο μίλησα στην αρχή, ενοχοποιούν τους εαυτούς τους και μόνο. Στη λογική του «φταίνε πάντα οι άλλοι» και του «φταίμε μόνο εμείς» πρέπει να αντιτάξουμε σθεναρά το εξής : «έχουμε την περιορισμένη έστω δυνατότητα επιλογών, αναλαμβάνουμε την ευθύνη να επιλέξουμε, και άρα αναλαμβάνουμε επίσης το μερίδιο της υπευθυνότητας που μας αναλογεί μετά τις πράξεις που κάναμε με βάση αυτό που επιλέξαμε».

Νέο παράδειγμα : σήμερα, έχουμε τη δυνατότητα να παντρευτούμε ή όχι. Αν επιλέξουμε, όπως συνήθως γίνεται, την πρώτη λύση, αναλαμβάνουμε το μερίδιο της υπευθυνότητας που μας αναλογεί μετά την πράξη του γάμου. Δεν μπορούμε να λέμε, όπως συνήθως γίνεται, ότι μας πίεσαν, δεν γινόταν αλλιώς και όλα τα σχετικά. Ούτε όμως έχουμε το δικαίωμα να θυμώνουμε, επειδή αισθανόμαστε ένοχοι, να γινόμαστε εχθρικοί και επιθετικοί, και να σταματάμε κάθε συζήτηση, όταν κάποιος μας πει, π. χ., ότι αυτός ο θεσμός σκοτώνει τον έρωτα ή δεν ανταποκρίνεται πια στις σημερινές κοινωνικές συνθήκες ή δεν μπορεί να εκπληρώσει τους σκοπούς που έθετε σε προηγούμενες περιόδους. (Δεδομένου ότι η θεμελιώδης επιλογή αφορά τον θεσμό του γάμου, το δίλημμα πολιτικός ή θρησκευτικός γάμος έχει ελάχιστη σημασία. Εντούτοις, το επιχείρημα που προβάλλουν μερικά ζευγάρια ότι πιέστηκαν και γι’ αυτό έκαναν θρησκευτικό γάμο, είναι γελοίο.)

Επακόλουθο παράδειγμα : έχουμε τη δυνατότητα να χωρίσουμε. Αν επιλέξουμε υπεύθυνα αυτή τη λύση, που πράγματι είναι σήμερα πολύ διαδεδομένη, μαζί με όλες τις άλλες υπευθυνότητες που αναλαμβάνουμε, έχουμε και την υποχρέωση να αναλογιστούμε κριτικά, και χωρίς αυτομαστιγώματα, γύρω από δύο τουλάχιστον ερωτήματα : πόσο σωστή και υπεύθυνη υπήρξε η απόφασή μας να παντρευτούμε ; και, μήπως η κατάληξη αυτής της απόφασης πρέπει να μας οδηγήσει σε μια αμφισβήτηση του θεσμού του γάμου ; (Αν οι κοινωνιολογικές έρευνες δείχνουν ότι σχεδόν ένα στα τρία ζευγάρια επιλέγουν το διαζύγιο - δικαστικός χωρισμός -, η πραγματικότητα βοά ότι ο ουσιαστικός χωρισμός αποτελεί την αναπόφευκτα προδιαγραμμένη συνέπεια και απόρροια κάθε γάμου. Μετά την πάροδο ενός ορισμένου χρονικού διαστήματος, που εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, μόνο η συμβατικότητα διατηρεί τη σχέση των συζύγων - εύστοχη πράγματι λέξη ! ) Εκπλήσσει το γεγονός ότι τα απλά και φυσικά αυτά ερωτήματα δεν τα θέτουν στον εαυτό τους ούτε οι άνθρωποι μιας ορισμένης ηλικίας, οι οποίοι επιπλέον είναι γονείς, και απερίσκεπτα πιέζουν τα παιδιά τους να ακολουθήσουν την πεπατημένη. Έχουν ιδιαίτερη ευθύνη διότι συντηρούν την κοινωνική πίεση της παράδοσης, και αφαιρούν κατά ένα μέρος τη δυνατότητα από τους νέους να γίνουν υπεύθυνοι άνθρωποι που αναλαμβάνουν οι ίδιοι όλη την ευθύνη των πράξεών τους. Τούτο βέβαια δεν αφαιρεί από τους νέους το άλλο και μεγαλύτερο μέρος της δυνατότητας που έχουν να γίνουν υπεύθυνοι και ελεύθεροι άνθρωποι.

Ολοκληρώνοντας αυτή την ενότητα, θα κάνω μια επισήμανση που συνδέεται στενά με τις παραπάνω σκέψεις και αφορά την καθεστηκυία πολιτική στο σύνολό της. Αποτελεί βασικό στοιχείο της παραδοσιακής πολιτικής, η οποία συν τοις άλλοις είναι δημαγωγική και υποκριτική, η λογική σύμφωνα με την οποία υπεύθυνος θεωρείται πάντοτε ο πολιτικός αντίπαλος, και έτσι κανένας δεν αναγνωρίζει και δεν αναλαμβάνει την ευθύνη των λαθών του. Σύστοιχη με αυτή τη λογική είναι η αντίληψη, που χαρακτηρίζει κυρίως την αριστερά, ότι ο λαός έχει πάντα δίκιο, διότι θεωρείται αλάθητος, και διότι φταίει πάντα το «σύστημα» - για τη δεξιά, ο λαός παρασύρεται. Δεν θυμάμαι να έχω ακούσει πολιτικό άνδρα, εκτός από μια φωτεινή εξαίρεση, ή και πολιτικό αναλυτή, ο οποίος να επισημαίνει την ευθύνη των πολιτών για τις επιλογές τους ή για την κατάσταση της κοινωνίας. Όσον αφορά τη δεξιά, η στάση αυτή ερμηνεύεται εν μέρει με βάση την έγνοια των πολιτικών της να μη χάσουν ψήφους. Όσον αφορά την αριστερά, η στάση αυτή είναι πιο επιβαρυντική, και εμπεριέχει τον γνωστό μαρξιστικό πυρήνα σκέψης του κακού «συστήματος» το οποίο, καθορίζοντας σκληρά τη ζωή των καλών εν γένει ανθρώπων, τους καθιστά ανεύθυνους για τις επιλογές τους, και αρκεί να ανατραπεί για να γίνουν αυτόματα υπεύθυνοι και ελεύθεροι. Στο βάθος όμως και των δύο αυτών πανομοιότυπων συμπεριφορών βρίσκεται το στοιχείο, που έχω ήδη αναφέρει, της πλήρους και ακλόνητης σύμπνοιας και σύμπλευσης δεξιάς και αριστεράς σχετικά με κρίσιμους θεσμούς της υπάρχουσας κοινωνίας τους οποίους ομόψυχα θεωρούν υπεράνω κάθε υποψίας και αμφισβήτησης.

2. Άκριτος καταναλωτισμός, τηλεοπτική βουλιμία και οι ευθύνες του καθενός

Θέλω εδώ να είμαι απόλυτα σαφής όσον αφορά την κριτική που ασκώ στον άκρατο καταναλωτισμό και στην τηλεοπτική βουλιμία σε όλες τους τις μορφές.

Διευκρινίζω ότι η κριτική που απευθύνω σε όσους αναλώνονται στην απόκτηση κινητών ή ακίνητων αγαθών, δεν αφορά κυρίως την απόκτηση καθεαυτή. Είναι αναφαίρετο δικαίωμά τους, και κανείς δεν έχει όλα τα στοιχεία για να κρίνει. Αφορά το γεγονός ότι ο καταναλωτισμός γίνεται κύρια, αν όχι μοναδική, έγνοια, και έτσι αφήνονται όλοι οι άλλοι τομείς, π. χ., η ατομική καλλιέργεια και πολύ περισσότερο οι ανθρώπινες σχέσεις. Τους καλώ να αναρωτηθούν γιατί δεν μπορούν να τα κάνουν και τα δύο. Μια πρώτη δική μου απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι : διότι, αν δεν έχουν αμαχητί παραδοθεί στο πνεύμα της εποχής, θέλουν να κινούνται στο γενικό ρεύμα, που είναι η ουτοπική ιδέα της ατομικιστικής εξασφάλισης μέσω της απόκτησης υλικών αγαθών και οικονομικών μέσων. Είναι σαν να λένε : «Τουλάχιστον νάχω ένα σπίτι δικό μου, αφού δεν μπορώ να κρατηθώ από πουθενά, καθώς βλέπω γύρω μου και μέσα μου πως όλα τα άλλα στηρίγματα έχουν κλονιστεί ή χαθεί. Ούτε φίλη/ος, ούτε ερωμένος/η, ούτε συγγενείς, ούτε παιδιά.» Κάποιοι, πιο «πολιτικοποιημένοι», θα πρόσθεταν : «Σε αυτή τη χώρα, ούτε και Κράτος.» Θα περιμέναμε ωστόσο, τουλάχιστον από τους πιο «πολιτικοποιημένους», να προβάλλουν μια ορισμένη αντίσταση στο πνεύμα της εποχής, υποστηρίζοντας σθεναρά τις ανθρώπινες σχέσεις.

Να ακόμα μια φορά η κρίση των ανθρώπινων σχέσεων, για την οποία έχω μιλήσει πολλές φορές. Έγραψα, στην αρχή του πρώτου μέρους, ότι ο όρος «κρίση» είναι επιεικής. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε, από τη μια πλευρά που είναι σίγουρα η κύρια, για ανυπαρξία• και τούτο σημαίνει μοναξιά και, οριακά, θεληματικά επιλεγμένη απομόνωση. Μπορούμε όμως παράλληλα να διαπιστώσουμε, χωρίς αυτή η δεύτερη πλευρά να αναιρεί την πρώτη - είναι απόρροιά της και μάλλον την συμπληρώνει και την ενισχύει -, ότι η ανεπιείκεια, η εριστικότητα, η εχθρότητα και η κακότητα ακόμη, χαρακτηρίζουν σήμερα τις ανθρώπινες σχέσεις. (Παράξενη, και αντιφατική, εποχή : την ώρα που το κάθε πράγμα γίνεται εύκολα αποδεκτό και η ομοιομορφία των συμπεριφορών βασιλεύει, την ίδια ώρα δύσκολα γίνεται αποδεκτός ο άλλος άνθρωπος. Εξηγήσιμη, και συνεπής, εποχή : πράγματα, «ιδέες» και άνθρωποι απορρίπτονται γρήγορα.) Τα χαρακτηριστικά αυτά αποτελούν στοιχείο της κρίσης τους. Θα επαναλάβω όμως εδώ κάτι που έχει μεγάλη σημασία : δεν χρησιμοποιώ την έννοια «κρίση» με την καθιερωμένη, συντηρητική, σημασία που παραπέμπει στη θρηνολογία και τη νοσταλγία. Όπως και η κρίση των κυρίαρχων άλλοτε αξιών, η κρίση των παραδοσιακών ανθρώπινων σχέσεων μαρτυρά ότι έχουν και αυτές υποστεί τη δοκιμασία του χρόνου, δηλαδή η φθορά τους προέρχεται επίσης από την κριτική με λόγια και πράξεις των πραγματικών ανθρώπων. Κρίση σημαίνει πάντα δυσκολία και κριτική.

Η κρίση των ανθρώπινων σχέσεων συνιστά βέβαια ένα από τα πιο βασικά χαρακτηριστικά όλων των σημερινών δυτικοευρωπαϊκών κοινωνιών, και από την άποψη αυτή η σημερινή ελληνική κοινωνία δεν αποτελεί εξαίρεση. Αυτό που απεναντίας εκπλήσσει είναι η ιδιαίτερη οξύτητα με την οποία η κρίση αυτή εμφανίζεται στη σημερινή ελληνική κοινωνία. Σίγουρα πολλοί ειδικοί παράγοντες συμβάλλουν σε αυτό. Ομολογώ όμως ότι στο βάθος το φαινόμενο αυτό μένει για μένα ανεξήγητο. Μπορούμε να σκεφτούμε την ιλιγγιώδη ταχύτητα της εξαφάνισης παραδοσιακών χώρων συναναστροφής, όπως η γειτονιά, η αγορά, ο καφενές, και παραδοσιακών τρόπων δημιουργίας και διατήρησης των σχέσεων των ανθρώπων, όπως η γιορτή και το γλέντι. Μπορούμε ακόμα να σκεφτούμε την ιλιγγιώδη ταχύτητα της διάλυσης των μορφών ανθρώπινης αλληλεγγύης, όπως η συναδελφική αλληλεγγύη των εργαζομένων ή συναγωνιστική αλληλεγγύη των συμμετεχόντων σε συλλογικούς πολιτικούς αγώνες. Είναι αποτελέσματα της επίσης ιλιγγιώδους ταχύτητας των μετασχηματισμών που προκάλεσε στη συμπεριφορά των ανθρώπων η ταχύτατη έλευση νέων τεχνολογικών μέσων (μεταξύ των οποίων τον πρώτο ρόλο έχει παίξει η τηλεόραση). Αλλά η ιλιγγιώδης ταχύτητα μόνο μερικά μπορεί να εξηγηθεί, και μόνο μερικά μπορεί να εξηγήσει τα χαρακτηριστικά της κρίσης. Η βαθιά απογοήτευση από μερικές αποτυχημένες απόπειρες νέων μορφών σχέσεων ανάμεσα στους ανθρώπους, ερωτικών κυρίως σχέσεων, και από την αποτυχία της πολιτικής στράτευσης για ιδέες που αποδείχτηκαν κάλπικες, έχει οπωσδήποτε μεγάλη σχέση με τη σημερινή κρίση των ανθρώπινων σχέσεων στην ελληνική κοινωνία.

Η κρίση των ανθρώπινων σχέσεων επισημαίνεται επίμονα διότι έχει σίγουρα μεγάλη, και βαθιά ψυχολογική, σχέση με την καταναλωτική μανία (είναι πολύ πιο εύκολο να κάνουμε μια αγορά, και να διατηρήσουμε μια περιουσία, από το να κάνουμε ή να κρατήσουμε μια σχέση) και την τηλεοπτική βουλιμία (η τηλεόραση μένει διαρκώς αναμμένη ως είδος παρέας, και την κοιτάμε ως είδος όπιου λησμονιάς και αφαίρεσης απο τα άγχη).

Έτσι, για άλλη μια φορά, πρέπει να τονιστεί, ενάντια σε διαδεδομένες συγχύσεις, ότι τα φαινόμενα της υπερκατανάλωσης άρτου και θεαμάτων δεν είναι φαινόμενα που θα μπορούσαν να εξηγηθούν κυρίως με οικονομικούς όρους και με όρους μονόδρομου εξαναγκασμού. Με άλλα λόγια, η απόκτηση υλικών αγαθών δεν αποτελεί, στην τεράστια πλειοψηφία των περιπτώσεων, αυτοσκοπό, δεν αποσκοπεί δηλαδή κατά κύριο λόγο στον υλικό πλουτισμό. Και η κατανάλωση τηλεοπτικών σειρών δεν αποτελεί, πάλι στην τεράστια πλειοψηφία των περιπτώσεων, αναγκαστική λύση καλλιέργειας ή καλύτερα διασκέδασης που επιβάλλεται από τα κανάλια. Η υπερκατανάλωση άρτου και θεαμάτων συνιστά λαθεμένη απάντηση στην ερημία των ανθρώπων και απατηλή, ουτοπική, λύση του προβλήματος της επικοινωνίας• σαν τέτοια την κριτικάρω. Αποτελεί γενικό κοινωνικό φαινόμενο, και ως τέτοιο πρέπει να αντιμετωπίζεται. Όσον αφορά το φαινόμενο της τηλεοπτικής βουλιμίας, συναντώνται σε αυτό η ευθύνη των παραγωγών τηλεοπτικών προγραμμάτων, και γενικότερα των ΜΜΕ, η ευθύνη των παρουσιαστών και όσων συμμετέχουν στην πραγματοποίηση των προγραμμάτων αυτών, η ευθύνη του κοινού το οποίο τα παρακολουθεί, και βέβαια η ιδιαίτερη ευθύνη του καθενός μας. Όσον αφορά το φαινόμενο της καταναλωτικής μανίας, θα ήταν παράλογο να μην αναγνωριστεί μια ουσιαστική ευθύνη του καταναλωτικού κοινού και του καθενός μας. Πάντως η ρίζα του βρίσκεται στη λογική σύμφωνα με την οποία κεντρικός στόχος της κοινωνίας είναι η ανάπτυξη. Η λογική αυτή έγινε κυρίαρχη διότι ακριβώς έπεισε τους ανθρώπους, και είναι γι’ αυτό υπεύθυνοι.

Υπάρχει όμως και μια δεύτερη, γενικότερη, απάντηση στο ερώτημα που αφορά την σχεδόν πλήρη και άνευ όρων παράδοση της μεγάλης πλειοψηφίας των ανθρώπων στο καταναλωτικό πνεύμα της εποχής, την απουσία αντίστασης από την πλευρά τους στο γενικό ρεύμα, και την εγκατάλειψη, ή τουλάχιστον την υποτίμηση, των ανθρώπινων σχέσεων. Έχει από πολύ καιρό αποκρυσταλλωθεί μέσα μου η ιδέα ότι, σε σχέση με ορισμένους καθιερωμένους θεσμούς των ανθρώπινων σχέσεων οι οποίοι πράγματι ασκούν μια ισχυρότατη έλξη, και πιο συγκεκριμένα σε σχέση με τον θεσμό του γάμου που παίζει κρίσιμο ρόλο στις διανθρώπινες σχέσεις και επηρεάζει σχεδόν τα πάντα στη ζωή μας, είναι αδύνατο να πατάμε σε δύο βάρκες, ή θα είμαστε με τους υπάρχοντες θεσμούς ή όχι. Βλέπουμε ωστόσο ότι οι άνθρωποι νομίζουν πως μια συμβιβαστική, ας πούμε, στάση είναι δυνατή. Συμβιβαστική όμως στάση που επιχειρεί να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα, έχει ως αποτέλεσμα διχαστική παραλυσία και μόνιμη αμφιθυμία. Η συμβιβαστική αυτή στάση, επειδή στην ουσία είναι εγκατάλειψη στους υπάρχοντες θεσμούς, πράγμα που καταλαβαίνουν οι άνθρωποι, δικαιολογείται ως στάση που επιβάλλεται από τα έξω, από τους άλλους, στάση που υιοθετούν χωρίς να την πιστεύουν, και άρα ως στάση που δεν είναι προϊόν της ελεύθερης θέλησής τους. Ποια θα ήταν όμως η ελεύθερη θέλησή τους, αν ένιωθαν υπεύθυνοι να την έχουν και να την κάνουν πράξη ; Φαίνεται ότι συμβιβαστική τους στάση δεν τους αφήνει, δεν τους επιτρέπει, να απαντήσουν σε αυτό το κρίσιμο ερώτημα. Όπως δεν τους το επιτρέπουν ίσως και το βόλεμα της συνήθειας, η σιγουριά της επανάληψης, ο φόβος του νέου, η αβεβαιότητα του πρωτότυπου. Η σύγκρουση : θέλουμε ή όχι να είμαστε με τους υπάρχοντες θεσμούς, παραμένει.

Έτσι, ένα βασικό ίσως στοιχείο της πραγματικής δυστυχίας των σημερινών ανθρώπων είναι αυτή η παραλυτική αμφιθυμία και η αναποφασιστικότητα, που προέρχονται από τη μη ξεκάθαρη αποδοχή της ιδέας ότι είναι αδύνατο να πατάμε σε δύο βάρκες• αυτό εξηγεί και το υπαρξιακό άγχος που διασκεδάζεται με την υπερκατανάλωση άρτου και θεαμάτων. Η αποδοχή αυτής της ιδέας σίγουρα δεν θα έκανε τους ανθρώπους ευτυχισμένους, ίσως όμως θα ήξεραν περισσότερο τι θέλουν, και δεν θα ήταν, όπως είναι σήμερα, δίβουλοι• δεν θα ήταν tiraillés, για να χρησιμοποιήσω μια γαλλική λέξη που περιγράφει καλύτερα αυτή την κατάσταση των σημερινών ανθρώπων. Δεν υπάρχει ίσως ελληνική λέξη που να αποδίδει το νόημα αυτής της γαλλικής λέξης. Σημαίνει την κατάσταση κάποιου τον οποίο τραβά ο εαυτός του, είτε και άλλοι, προς πολλές κατευθύνσεις.

Αν λοιπόν τίποτα, πάρεξ η φυγή από τη σκληρή πραγματικότητα της μοναξιάς, δεν μας επιβάλλει την καταναλωτική μανία και την τηλεοπτική βουλιμία, είναι δυνατές εδώ και τώρα η προσπάθεια για την αναζωογόνηση των ανθρώπινων σχέσεων και την ανακατάκτηση της εμπιστοσύνης στο διάλογο και την επικοινωνία, η επιδίωξη να χαιρόμαστε αποκτώντας νέους φίλους, αντί για νέα πράγματα, να βλέπουμε ζεστά πρόσωπα, αντί για τα νεκρά προσωπεία της οθόνης.

Νίκος Ηλιόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου