Μετά το 3ο και το συνεχές-με "κόφτη"- Μνημόνιο

Τ

Τι περιμένουμε; Δεν υπάρχουν "σωτήρες"
Οι περισσότεροι νεοέλληνες περίμεναν μετέωροι και άπρακτοι την κυβέρνηση "κοινωνικής σωτηρίας" της αριστεράς με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ για να μας λύσει όλα τα προβλήματα! Να συμφωνήσει με τους "θεσμούς", να εξασφαλίσει χρηματοδότηση, να αποτρέψει τη "λιτότητα" και την "ανθρωπιστική κρίση". Και αυτή η Κυβέρνηση κάθε άλλο παρά έλυσε αυτά τα προβλήματα, έφερε ένα σκληρότερο μνημόνιο, σαν αποτέλεσμα της "σθεναράς διαπραγμάτευσης" με τους πιστωτές. Και για να το εφαρμόσει χωρίς τα "βαρίδια" της, έκανε "φαστ τρακ" εκλογές, για μια νέα "ισχυρή εντολή" από το ζαλισμένο "πόπολο". Πριν προλάβει αυτό να αντιληφθεί ότι οι υποσχέσεις των εκλογών, θα ακολουθήσουν το δρόμο των προηγούμενων που δεν κρατήθηκαν παρά το ότι ο Τσίπρας ήθελε να "πρωτοτυπήσει και να τις κρατήσει".
Και πραγματικά: με το 3ο και διαρκές μνημόνιο, που μας έφερε η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, καταρρέουν και οι τελευταίες ελπίδες του ζαλισμένου "πόπολου".
​Για όσους έχουν αντιληφθεί καθαρά αυτές τις εξελίξεις, δεν μας μένει παρά:
να διαμορφώσουμε «από τα κάτω» ένα απαραίτητο ρεαλιστικό και ελκυστικό πολιτικό πρόγραμμα για το ξεπέρασμα της σημερινής κατάρρευσης και συγχρόνως για τη μετάβαση σε μια μετακαπιταλιστική κοινωνία, που θα στηριχθεί:
-στην οικονομία των βιοτικών αναγκών και στα "κοινά" όσον αφορά στο περιεχόμενο,
-στον συνεργατισμό-συνεταιρισμό όσον αφορά στις σχέσεις παραγωγής,
-στη συλλογική-κοινοτική-δημοτική ιδιοκτησία όσον αφορά στα μέσα παραγωγής,
-στην εγγύτητα, τις μικρές αποστάσεις και την ελεύθερη ενέργεια των ΑΠΕ, όσον αφορά στο μικρότερο δυνατό οικολογικό αποτύπωμα
-Στην άμεση δημοκρατία όσον αφορά στις αποφάσεις και τους πολιτικούς θεσμούς

Δε μας μένει τίποτα άλλο σε αυτή την χώρα, από το να αναζητήσουμε ριζοσπαστικές λύσεις.
Παρακάτω περιγράφουμε τη στρατηγική της Τοπικοποίησης για τη μετάβαση σε μετακαπιταλιστικές κοινωνίες:

Η Στρατηγική της Τοπικοποίησης
1. Το παγκόσμιο πλαίσιο
Η ελληνική κρίση είναι η «εξτρέμ» έκφραση της παγκόσμιας κρίσης, στην οποία βρίσκεται το καπιταλιστικό σύστημα υπό την ηγεσία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου.
Υπάρχει μια χρηματοπιστωτική φούσκα διογκωμένη τουλάχιστον κατά 10 φορές. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να έχουν αυξηθεί υπέρμετρα οι σημερινές χρηματικές περιουσίες της ελίτ του 1% του παγκόσμιου πληθυσμού. Αυτή η ελίτ διακινώντας και δανείζοντας αυτόν τον τεράστιο χρηματικό όγκο μπορεί και ελέγχει την «ευημερία» του υπόλοιπου 99%. Αυτό είναι δυνατόν γιατί έχει εξαρτήσει από αυτό το χρήμα και τις πλειοψηφίες των «από κάτω».

Πραγματικά, η μεγάλη αύξηση της παγκόσμιας κατανάλωσης τα τελευταία 15-20 χρόνια (βασικά μεταξύ 1990-2007) πυροδοτήθηκε και στηρίχθηκε από την μαζική χορήγηση δανείων από τις τράπεζες. Είχαμε παντού αυξανόμενα επίπεδα χρέους. Των νοικοκυριών, των επιχειρήσεων, των κυβερνήσεων.

Με τη μορφή καταναλωτικών χρεών, χρηματοπιστωτικών επενδύσεων, δημοσίων χρεών, εξωτερικών χρεών σε κάθε χώρα. Στο προηγούμενο της κρίσης διάστημα το χαρακτηριστικό ήταν η αύξηση ιδίως των καταναλωτικών χρεών. Χρησιμοποιήθηκαν σαν μηχανισμός, ώστε η κατανάλωση να γίνει ο βασικός μοχλός της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Στην κουλτούρα του «δανείσου και ξόδευε» τα πιο ευάλωτα ήταν τα κοινωνικά στρώματα χαμηλού εισοδήματος, ιδίως της μεσαίας τάξης.
Η «αριστοκρατία» των μεσοστρωμάτων και των μισθωτών εργαζομένων είχαν κατορθώσει να εξασφαλίσουν για τον εαυτό τους σημαντικό μέρος της πίτας και προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να μη βρεθούν στη θέση των «από κάτω».
Οι κυρίαρχες ελίτ και τάξεις κατόρθωναν μέχρι τώρα να έχουν την συναίνεση αυτών των στρωμάτων, υποσχόμενες ότι μπορούν να τους αυξάνουν το μερίδιο της πίτας με το να τις βοηθούν να μεγαλώνουν τη συνολική πίτα μέσω της «ανάπτυξης και της προόδου». Κατορθώνοντας δηλαδή να περάσει στη συνείδηση των «από κάτω» της πυραμίδας, σαν υπέρτατη αξία-σχεδόν σα νέα θρησκεία- την «άνετη» ζωή μέσα από την συνεχή αύξηση της κατανάλωσης.
Αυτό λειτουργούσε, όσο οι λαοί πίστευαν ακόμα σε μια «εικόνα» ενός απέραντου και απεριορίστων δυνατοτήτων πλανήτη, και όσο οι οικονομολόγοι μπορούσαν να υποστηρίζουν ότι η καμπύλη της οικονομίας είναι εκθετικά αυξητική.
Όμως και η αυξημένη κατανάλωση υλικών αγαθών και η αυξημένη παραγωγή τους απαιτούν αυξημένη χρήση υλικών και ενέργειας. Περιβαλλοντικοί παράγοντες, ελλείψεις πόρων, η οικονομική διεύρυνση στην Ν.Α. Ασία (αναδυόμενες χώρες) κ.λπ., μειώνουν τη διάρκεια ζωής των πεπερασμένων αποθεμάτων που έχουν απομείνει.
Ο ανταγωνισμός μεταξύ της εξασφάλισης τροφής και της εξασφάλισης της μετακίνησης (τρόφιμα ή βιοκαύσιμα) συμβάλει π.χ. στην αύξηση των τιμών των τροφίμων.
Η αύξηση των εκπομπών του άνθρακα και η συνακόλουθη κλιματική αλλαγή, η μείωση της βιοποικιλότητας, η αποψίλωση και οι πυρκαγιές των δασών, η μείωση των ιχθυαλιευμάτων, η έλλειψη νερού, η υποβάθμιση των καλλιεργούμενων εδαφών συμβάλλουν στην μείωση της αποδοτικότητας και των οικονομικών δραστηριοτήτων των ανθρώπων και διογκώνουν το πρόβλημα της ικανοποίησης των βιοτικών αναγκών τους.
Το τελικό αποτέλεσμα των αυξημένων οικονομικών δραστηριοτήτων του οποιασδήποτε μορφής κεφαλαίου είναι η κατάρρευση των αποθεμάτων των φυσικών πόρων του πλανήτη. Αλλά και του περιβάλλοντός του, γιατί επίσης έχουν αυξημένη παραγωγή αποβλήτων, όσο και να αυξάνεται ο βαθμός απόδοσης της χρησιμοποιημένης τεχνολογίας.
Δεν είναι βασικά η «ανευθυνότητα» ή η «απληστία» των αγορών -αν και έπαιξε σημαντικό ρόλο- η αιτία της συνεχιζόμενης οικονομικής κρίσης και της κρίσης των δημοσιονομικών χρεών. Η βασικότερη αιτία είναι η ίδια η επιδίωξη της οικονομικής ανάπτυξης και της αντίστοιχης ιδεολογίας της.
Αυτή η ιδεολογία, προς το παρόν οδηγεί σε οικονομική και περιβαλλοντική καταστροφή ολόκληρες χώρες και περιοχές, και στο μέλλον σε κατάρρευση ολόκληρο τον πλανήτη: οι υλικές και οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις της επιδιωκόμενης ανάπτυξης μας οδηγεί εκτός της δημιουργίας οικονομικών χρεών και στη δημιουργίαοικολογικών χρεών.
Η ανικανότητά μας να ρυθμίσουμε τις χρηματοοικονομικές αγορές συνδυάζεται με την ανικανότητά μας να προστατέψουμε τους φυσικούς πόρους και να περιορίσουμε τις οικολογικές καταστροφές.
Τα χρέη που αφήνουμε στα παιδιά μας και τις μελλούμενες γενιές δεν θα είναι μόνο οικονομικά προς τους πιστωτές μας. Θα είναι και οικολογικά προς τον πλανήτη και τα οικοσυστήματα, τα οποία ανήκουν σε όλους και δεν έχουν σύνορα. Και αυτά θα πρέπει να τα ξεπληρώσουν –οι νέες γενιές-αποκαθιστώντας ότι έχουμε καταστρέψει οι παλιότερες. Αν θέλουν φυσικά να επιβιώσουν στο μέλλον.
Με το κυρίαρχο σημερινό μοντέλο υπερκατανάλωσης, μέχρι το 2030 θα χρειαζόμασταν έναν δεύτερο πλανήτη σαν τη γη. Ο καπιταλισμός λοιπόν αντιμετωπίζοντας αυτή την πραγματικότητα, από τη μία εξασφαλίζει για τις ελίτ όλο και μεγαλύτερο κομμάτι της υπάρχουσας πεπερασμένης πίτας καταναλώνοντας τους εναπομείναντες πόρους και από την άλλη-για να συνεχίζει να καλλιεργεί τη ψευδαίσθηση της αύξησης της πίτας-την«φουσκώνει», αφού δε μπορεί να την μεγαλώνει.
Αλλά όσο μεγαλώνουν οι φούσκες τόσο πιο εύκολα «σπάνε» και έτσι δε μπορεί πια να εξασφαλίζει εύκολα τη συναίνεση των μεσαίων τάξεων. Αυτή η συναίνεση εξέλεγε μέχρι τώρα τις κυβερνήσεις των κομμάτων εξουσίας παντού. Με την άρση της έχουμε και αμφισβήτηση του πολιτικού συστήματος της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης και διακυβέρνησης, ιδίως στα κράτη της Ν. Ευρώπης.
2. Όσον αφορά στην Ελλάδα
Η Ελλάδα έγινε ο αδύνατος κρίκος στον παγκόσμιο καπιταλισμό, λόγω της μανίας της πολιτικής και οικονομικής ελίτ, για ανάπτυξη που δεν στηριζόταν στον πρωτογενή- δευτερογενή τομέα (γεωργία, μεταποίηση, καινοτομία κ.λπ.), αλλά στον τριτογενή (κατανάλωση, εμπόριο, τουριστικές υπηρεσίες κ.λπ.) και στις κάθε είδους οικοδόμηση και κατασκευές.
Ο «εκσυγχρονισμός» που υποτίθεται έγινε -χωρίς να υπολογίζεται το οικονομικό και το περιβαλλοντικό κόστος του-στηρίχθηκε σε δάνεια κύρια από το εξωτερικό. Σε αυτό βοήθησε και η είσοδος στην Ευρωζώνη, γιατί αύξησε τη δανειοληπτική πίστη λόγω του κοινού νομίσματος. Όλοι άρχισαν να δανείζονται εύκολα.
Η κυβέρνηση και οι τράπεζες από τις «χρηματοπιστωτικές αγορές», οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά από τις τράπεζες. Το Ευρώ και τα δάνεια βοήθησαν ιδιαίτερα στο να ικανοποιείται η μανία της ελληνικής ελίτ για έργα φαραωνικά ( π.χ. των ολυμπιακών του 2004 ), για γέφυρες λιμάνια, δρόμους, αεροδρόμια και στάδια, αλλά και για τη δημιουργία ενός υπερμεγέθους πελατειακού κράτους στην υπηρεσία της.
Σε όλη τη μεταπoλεμική περίoδo μόvo τo 15% τωv συvoλικώv επεvδύσεωv παγίoυ κεφαλαίoυ στρεφόταv στη μεταπoίηση, εvώ τo 42% τωv ιδιωτικώv επεvδύσεωv στρεφόταv στην οικοδομή και τα 2/3 τωv δημoσίωv στηv υπoδoμή.
Ο τουρισμός αναδείχθηκε στη «μεγάλη βιομηχανία» της χώρας και ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού προσπάθησε να επιβιώσει προσφέροντας υπηρεσίες κατά τη «τουριστική σαιζόν», αφήνοντας κατά μέρος τις άλλες δραστηριότητες και τη γεωργία.
Και αυτή η κατεύθυνση -που υλοποιούταν από ένα πολιτικό προσωπικό κάθε άλλο παρά αξιόλογο-κατέρρευσε στα πλαίσια της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης.
Λόγω της άρσης της «εμπιστοσύνης των πιστωτών», η δομική κατά βάση ελληνική κρίση μετατράπηκε σε κρίση των δημοσιονομικών χρεών. Αυτή έφερε και τις πολιτικές της τρόικας και των «μνημονίων».
Και η σημερινή, αλλά και οι επόμενες κυβερνήσεις των κομμάτων εξουσίας, θα είναι υποχρεωμένες –με τη «βοήθεια» της τρόικα ή των θεσμών της ΕΕ στη συνέχεια-να εφαρμόσουν τέτοιες πολιτικές, ώστε να επιστραφούν με ένα τρόπο τα χρέη στους διεθνείς και ντόπιους πιστωτές.
Εξάλλου η ευρωπαϊκή ελίτ δε μπορεί πια να διατηρεί πολυπληθείς μεσαίες τάξεις και θέλει να τις συρρικνώσει, ξεκινώντας από την Ελλάδα και τη Ν. Ευρώπη. Με τα προγράμματα «σωτηρίας» επιδιώκει τη «φτωχοποίησή» τους. Τελικά όχι μόνο των μεσαίων τάξεων.
Όσον αφορά στην Ελλάδα λοιπόν, που υπήρξε ιδιαίτερα επιρρεπής στο «να καταναλώνει περισσότερο από ό,τι παράγει», το «πρόγραμμα αναπροσαρμογής» οδηγεί στη «φτωχοποίηση» ολόκληρης της ελληνικής κοινωνίας και του περιβάλλοντος της χώρας.
Η ζωή θα γίνει για τους περισσότερους Έλληνες –εκτός της τοπικής ελίτ-σε μεγάλο βαθμό αβίωτη. Είναι γενικά φανερό ότι η πολυπληθής ελληνική μεσαία τάξη περνά σε αυτούς που αποκαλούμε «από κάτω».
Παρόλο το αίσθημα ενοχής, που κυριαρχεί σήμερα στα περισσότερα στρώματα λόγω και της προπαγάνδας του «όλοι μαζί τα φάγαμε», κάποια στιγμή, ιδίως τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα των ανειδίκευτων εργαζομένων και των ανέργων δε θα μπορούν να αποδεχθούν άλλο την εξαθλίωσή τους. Μαζί με κάποια μέχρι τώρα βολεμένα, αλλά «νεόπτωχα» πλέον στρώματα, θα πάψουν να συναινούν στην υπάρχουσα Ε.Ε. Δε θα μπορούν να δεχθούν για τη χώρα τον ρόλο που θα της έχει αναθέσει ο παγκόσμιος καπιταλιστικός καταμερισμός της εργασίας. Σαν χώρας δηλαδή που θα έχει χάσει την αυτάρκεια, θα έχει καταστρέψει το περιβάλλον της και θα έχει γίνει περιοχή φθηνών υπηρεσιών και τουρισμού. Σαν χώρας εξαρτημένης πλήρως από τις εισαγωγές για την ικανοποίηση των βιοτικών αναγκών του πληθυσμού με δημιουργία ελλειμμάτων και άρα ανάγκης για συνέχιση της δανειοδότησης από τους «πιστωτές» και της πληρωμής των δανείων από τα σημερινά και αυριανά «υποζύγια». Για να συνεχίζεται η εξάρτησή της για να συνεχίζεται το «πάρτυ» της ντόπιας και διεθνούς κυρίαρχης τάξης.
Αλλά ταυτόχρονα θα καταλάβουν ότι δε μπορούν να γυρίσουν προς τα πίσω, στο προηγούμενο της κρίσης μοντέλο ανάπτυξης που στηριζόταν στον υπερκαταναλωτικό τρόπο ζωής και στο μεγενθυμένο οικολογικό αποτύπωμα. Θα χρειασθεί, μέσα από την όξυνση της κρίσης, να αντιληφθούμε όλοι ότι είναι ψευδαίσθηση η επιθυμία μας να «ανελιχθούμε» κοινωνικά και να επιδιώξουμε την «ευημερία» μας μέσω της αύξησης του κομματιού της πίτας που μας αναλογεί. Θα χρειασθεί να αντιληφθούμε καθαρά ότι η ευζωία μας δε μπορεί να ταυτισθεί με την ατομική κατανάλωση .
Μπορεί να επιτευχθεί αν επιδιώξουμε την ευζωία μέσω της ανάδειξης άλλων σημαντικών αξιών και προτεραιοτήτων: της αλληλεγγύης, της συνεργασίας, της κοινότητας, της φιλίας, της ελευθερίας, του αυτοκαθορισμού, της κοινωνικής-αλληλέγγυας οικονομίας, της στήριξης στην αφθονία των κοινωνικών-συλλογικών αγαθών μας και στους δίκαια κατανεμημένους περιορισμένους φυσικούς πόρους μας.
Να αντιληφθούμε ότι δε μπορεί να συναινούμε πλέον στον μέχρι τώρα τρόπο ανάπτυξης και διακυβέρνησης που μας οδήγησε εδώ.
Πραγματικά, η απομυθοποίηση του καπιταλισμού και της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, μπορεί να μας πείσει πιο εύκολα πια, ότι η εκχώρηση της αντιπροσώπευσης και η διαμεσολάβηση από τους επαγγελματίες πολιτικούς των κομμάτων, δεν είναι ο καλύτερος τρόπος διακυβέρνησης. Ότι θα πρέπει να αναλάβουμε οι ίδιοι τη διαμόρφωση των συνθηκών της ζωής μας, προχωρώντας σε δομές αυτοοργάνωσης και αυτοκυβέρνησης.
Πριν από όλα να μην αισθανόμαστε φτωχοί επειδή πιθανά δεν έχουμε χρήματα, ούτε άχρηστοι επειδή δεν έχουμε κάποια μισθωτή θέση εργασίας στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις ή στο κράτος. Να μη αισθανόμαστε αδύναμοι, επειδή το κόμμα που ψηφίζαμε δεν μας εκπροσωπεί τελικά και έτσι να αποσυρόμαστε από τα «κοινά».
Αν σταματήσουμε να συμπεριφερόμαστε σαν καταναλωτές πολιτικών και αποφασίσουμε να συμμετάσχουμε στις διεργασίες διαμόρφωσης της πολιτικής, στις προσπάθειες δημιουργίας συλλογικών μορφών εργασίας και παραγωγής για την ικανοποίηση βιοτικών κατ αρχήν αναγκών, θα αντιληφθούμε, ότι ο καλύτερος διαμεσολαβητής είμαστε οι ίδιοι για τον εαυτό μας.
Ένα κίνημα, που θα ξεκινήσει από την «άμυνα», από τα συνθήματα των «πλατειών»: δεν «πληρώνουμε τα χρέη τους», «δε πουλάμε τα κοινωνικά και δημόσια αγαθά μας, ούτε το περιβάλλον μας», «δε χρειαζόμαστε τα λεφτά τους» κ.λπ., θα πρέπει να προχωρήσει επιθετικά στη δημιουργία εναλλακτικών μορφών ατομικής και κοινωνικής ύπαρξης. Να διαμορφώσει και να βάλει σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα από τα κάτω, για τους «από κάτω», που θα δίνει λύσεις στην καθημερινότητά τους,αποτινάζοντας από πάνω τους το καθεστώς της αποικίας χρέους, στο οποίο βρίσκεται η χώρα, αλλά θα αλλάζει και την κυρίαρχη ατομική και κοινωνική συνείδηση του ατομικισμού που έχει διαμορφώσει τονκυρίαρχο σημερινό ανθρωπολογικό τύπο της ελληνικής κοινωνίας, ανεξάρτητα της ταξικής του προέλευσης.
Όσα κόμματα και πολιτικές οργανώσεις θα θέλουν να βοηθήσουν σε αυτό, θα χρειασθεί να ρίξουν το βάρος τους, όχι στις εκλογές, αλλά στην αυτοοργάνωση των πολιτών.
Ένα τέτοιο κίνημα μπορεί να γίνει κάποια στιγμή πλειοψηφικό στην κοινωνία, και να την οδηγήσει σε ένα νέο «κοινωνικό συμβόλαιο» για μετάβαση σε μια μετακαπιταλιστική οργάνωσή της, αν αρνηθεί τη θέση της χώρας στα πλαίσια του παγκοσμιοποιημένου καπιταλιστικού μοντέλου ανάπτυξης και της ευρωζώνης και δε συμμορφωθεί με τα μέτρα που θα προωθήσουν οι επόμενες κυβερνήσεις, για να εξαναγκασθούν να κάνουν στάση πληρωμών τόκων και χρεολυσίων και να στραφούν στη στήριξη των συλλογικών αγαθών και μισθών ικανών να ικανοποιούν τις βιοτικές ανάγκες του πληθυσμού.
Αν διαμορφώσει συνθήκες ενδογενούς και τοπικής παραγωγής και διανομής, ώστε σημαντικές κοινωνικές κατηγορίες να βελτιώσουν τα εισοδήματά τους μέσα από την προώθηση ομάδων παραγωγών, συνεταιρισμών παραγωγών-καταναλωτών για απευθείας διακίνηση τροφίμων και άλλων χρηστικών προϊόντων χωρίς μεσάζοντες, συνεταιριστικών μικρών μαγαζιών, δικτύων διανομής και τοπικών συστημάτων ανταλλαγών με δικό τους νόμισμα κ.λ.π. Αν βοηθήσει να επαναπροσδιορισθούν γενικότερα από την κοινωνία οι βασικές μας ανάγκες και ο τρόπος ικανοποίησή τους-όσο γίνεται λιγότερο μέσω των αγορών και της ατομικής κατανάλωσης- με στήριξη στα συλλογικά αγαθά και με μικρότερο κοινωνικό και οικολογικό αποτύπωμα, επιδιώκοντας την «ευζωία με ατομική εγκράτεια και μέσα από τη συλλογική αφθονία». Επιδιώκοντας περισσότερο την αυτοανάπτυξη-αυτοπραγμάτωσή μας σαν ανθρώπινα όντα μέσα από τη συμμετοχή μας στις δομές αυτοοργάνωσης όλων των επιπέδων (οικονομικών, κοινωνικών, πολιτιστικών, πολιτικών), μέσα από τη κοινωνικοποίηση της εκπαίδευσης και παιδείας και την ενσωμάτωσή της στην κοινωνική ζωή και στην παραγωγική διαδικασία-σε ισορροπία με τη φύση -και κάτω από τον έλεγχο των πολιτών και των άμεσων παραγωγών.
3. Ο ρόλος της Τοπικοποίησης
Η Τοπικοποίηση προτείνεται σαν μια στρατηγική -στα πλαίσια της αποανάπτυξης-για στροφή σε μια αποκεντρωμένη, αυτοδιαχειριζόμενη, οικολογική και αταξική κοινωνία της ισοκατανομής πόρων και εξουσιών.
• Στήριξη όσο γίνεται περισσότερο στους τοπικούς πόρους κάθε περιοχής και όσον αφορά στη Γεωργία στις τοπικές ποικιλίες και ράτσες
• Τοπική ποιοτική παραγωγή για τις ανάγκες κυρίως της αλυσίδας: πολίτης, κοινότητα, δήμος-περιφέρεια και επικράτεια και όχι οπωσδήποτε με κριτήριο το συγκριτικό πλεονέκτημα στη παγκόσμια αγορά
• Δίκτυα Ανταλλαγών-Τοπικά Νομίσματα- Tοπική αγορά των μικρών αποστάσεων
• Μεγαλύτερη δυνατότητα συμμετοχής σε θεσμούς αυτοδιαχείρισης μικρής κλίμακας. Πιο εύκολος ο έλεγχος από την τοπική κοινωνία
Για τη χώρα μας:
Nα αναβιώσουμε το κοινοτικό πνεύμα για να ξεπεράσουμε τη κρίση, αλλά και για να αποχαιρετήσουμε τον καπιταλισμό που μας οδηγεί στη βαρβαρότητα και την οικο-καταστροφή
Θα χρειασθεί να στηριχθούμε στις κοινότητες κάθε είδους- αστικές ή της υπαίθρου, αλλά και επαγγελματικές, κοινωνικής ή συνεργατικής οικονομίας, τις κοινότητες ενδιαφερόντων ή του διαδικτύου(π.χ. κοινότητες «κοινής χρήσης» κατοικιών, αυτοκινήτων κ.λπ) -σαν κύτταρα της νέας κοινωνίας που θα επιδιώξουμε.
Εφαλτήρας για την οικονομία μπορεί να γίνει ο αγροδιατροφικός τομέας, ο τομέας ένδυσης-υπόδησης, ο ενεργειακός τομέας με αιχμή στις ΑΠΕ και ο τομέας του ήπιου οικοτουρισμού για δημιουργία επιπλέον τοπικού εισοδήματος
Εφαλτήρας για τη διαμόρφωση αντίστοιχης πολιτικής οι τοπικές κινήσεις πολιτών που παρεμβαίνοντας στις τοπικές κοινωνίες και συμμετέχοντας στις τοπικές εκλογές θα απαιτήσουν «συμμετοχικούς προϋπολογισμούς» στους δήμους.
4. Ο ρόλος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης
•Τ.Α. θέτει πόρους στη διάθεση συλλογικών δομών εργασίας, με τη μορφή κοινωνικών επιχειρήσεων (συνδυασμός αμειβόμενης εργασίας για ανέργους - εξειδικευμένης από υπαλλήλους του δήμου -εθελοντικής εργασίας από εθελοντές που μαζί με τους υπαλλήλους παίζουν το ρόλο του "εμψυχωτή")
•Δημιουργεί χώρους παραγωγής και αυτοπαραγωγής (π.χ. εργαστηρίων επαναχρησιμοποίησης ηλεκτρικών - ηλεκτρονικών ειδών, επίπλων, ρούχων, κομποστοποίησης -λιπασματοποίησης οργανικών αποβλήτων, δημοτικών λαχανόκηπων, μεταποιητηρίων γεωργικών προϊόντων κ.λπ.)
•Χώρους απασχόλησης παιδιών ,ανταλλαγής ειδών από «δεύτερο χέρι»,γραφείων «συνταξιδιωτών» κ.λπ
•οργάνωση γραφείων-συνεργείων από άνεργους αρχιτέκτονες-οικοδόμους για κατασκευή-μετατροπή κτιρίων σε βιοκλιματικά, συνεργείων για τη δημιουργία «πράσινων στεγών» και «ηλιακών στεγών»
•Ειδική περίπτωση: αυτοδιαχειριζόμενα συνεργεία και όχι ιδιώτες εργολάβοι να αναλαμβάνουν συγκεκριμένες εργασίες του δήμου
5. Ο ρόλος του κοινοτισμού
Ο ρόλος του κοινοτισμού για το ξεπέρασμα της σημερινής κρίσης (αλλά και για το πέρασμα σε μετακαπιταλιστική κοινωνία) θα είναι πολύ σημαντικός:
• Να αναβιώσουμε και σήμερα το κοινοτικό πνεύμα για να ξεπεράσουμε τη κρίση, αλλά και για να αποχαιρετήσουμε τον καπιταλισμό που μας οδηγεί στη βαρβαρότητα και την οικο-καταστροφή
• Να στηριχθούμε στις κοινότητες σαν κύτταρα της νέας κοινωνίας που θα επιδιώξουμε.
• Όχι μόνο στις χωρικές-αστικές ή της υπαίθρου-αλλά και στις επαγγελματικές, τα εγχειρήματα της κοινωνικής-συνεργατικής οικονομίας ή τις κοινότητες ενδιαφερόντων ή του διαδικτύου (π.χ. κοινότητες «κοινής χρήσης» κατοικιών, αυτοκινήτων κ.λπ)
Σήμερα υπάρχουν ήδη πάνω από 2600 εγχειρήματα κοινοτικού χαρακτήρα στη χώρα, που δεν περιμένουν την επανάσταση ή κάποια «κυβέρνηση κοινωνικής σωτηρίας» για να δώσει λύση. Εμφορούνται από την αντίληψη ότι μπορούν να δημιουργήσουν από τώρα στοιχεία «του κόσμου που θέλουν, μέσα στον κόσμο που θέλουν να ανατρέψουν και να αφήσουν πίσω τους».
Η δική μας συνολική πρόταση:
Να διαμορφωθεί «από τα κάτω» και από τους έλληνες «από κάτω» ένα απαραίτητο ρεαλιστικό και ελκυστικό πρόγραμμα για το ξεπέρασμα της κρίσης και συγχρόνως για τη μετάβαση σε μια μετακαπιταλιστική κοινωνία, σε μια κοινωνία δημοκρατικής αυτονομίας που θα στηριχθεί:
• στην οικονομία των βιοτικών αναγκών όσον αφορά στο περιεχόμενο,
• στον συνεργατισμό-συνεταιρισμό όσον αφορά στις σχέσεις παραγωγής,
• στη συλλογική-κοινοτική-δημοτική ιδιοκτησία όσον αφορά στα μέσα παραγωγής,
• στην εγγύτητα και τις μικρές αποστάσεις όσον αφορά στο μικρότερο δυνατό οικολογικό αποτύπωμα,
• στην άμεση δημοκρατία των συνελεύσεων και των ανακλητών εκπροσώπων, όσο αφορά στις διαδικασίες αποφάσεων, πολιτικής θέσμισης και διακυβέρνησης
6. Ο Συνομοσπονδισμός
Εφαλτήρας για τη διαμόρφωση της κοινοτικής πολιτικής θέσμισης οι τοπικές κινήσεις πολιτών για τη δημοκρατική αυτονομία –με τη μορφή της δημοκρατίας εν δράσει και κοινή ονομασία π.χ. Κίνηση για τη "Δημοκρατική Αυτονομία"-που παρεμβαίνοντας στις τοπικές κοινωνίες στη βάση των προβλημάτων της καθημερινότητας και δημιουργώντας θεσμούς άμεσης δημοκρατίας σε όλα τα επίπεδα- θα μπορέσουν-συνδεόμενες και μεταξύ τους- να διαμορφώσουν ένα πρόγραμμα μετάβασης σε ένα σύστημα αποκεντρωμένης δημοκρατικής αυτονομίας και κοινοτισμού, σε μια κοινωνία ελευθερίας, ειρήνης, κοινωνικής και φυλετικής ισότητας, δικαιοσύνης και οικολογικής ισορροπίας.
Αυτές οι Κινήσεις θα απαιτήσουν από τους υπάρχοντες δήμους«συμμετοχικούς προϋπολογισμούς και προγραμματισμούς»(οργανώνοντας π.χ. στις γειτονιές των πόλεων και τα χωριά συνελεύσεις πολιτών όπου θα γίνονται οι προτάσεις και θα αποφασίζονται οι προτεραιότητες και στη συνέχεια Συντονιστικά Συμβούλια με ανακλητούς εκπροσώπους[1] για την προώθηση των λύσεων προς την Τ.Α. Όταν μπορέσουν να αλλάξουν τους πολιτικούς συσχετισμούς και συμμετέχοντας στις τοπικές εκλογές πάρουν την πλειοψηφία σε κάποιους δήμους, τότε τους μετατρέπουν σε θεσμούς πραγματικής αυτοδιοίκησης και αυτοκυβέρνησης (μικραίνοντας το μέγεθός τους-επιστρέφοντας τουλάχιστον στο καποδιστριακό τους μέγεθος- και θεσμοθετώντας τηνκοινότητα δρόμου στις πόλεις και την αγροτική κοινότητα σαν το μικρότερο κύτταρο της δημοκρατικής αυτονομίας, τα Συμβούλια Συνοικιών στη συνέχεια και τα Συμβούλια Πόλης.
Όταν γίνει αυτό σε αρκετούς δήμους τους ομοσπονδοποιούν και λειτουργούν για ένα πιθανά μεγάλο διάστημα σαν αυτόνομη ομοσπονδίασε σχέση συμπλήρωσης, αντιπαράθεσης και ρήξης με το κεντρικό κράτος( ένα είδος δυαδικής αντιεξουσίας) έως ότου καταλήξουμε σε ένα νέο «Κοινωνικό Συμβόλαιο» και μια δημοκρατική συνομοσπονδιακή κοινοπολιτεία στην ελληνική επικράτεια (ελπίζουμε ειρηνικά και αναίμακτα, αλλά και προετοιμαζόμενοι για πιθανές συγκρούσεις με αυτοάμυνα και αντίσταση και μεθόδους που θα έχει αναπτύξει το κίνημα εντωμεταξύ).
Από τον «αδύνατο καπιταλιστικό κρίκο της «Ενωμένης Ευρώπης» να μετατρέψουμε τη χώρα σε κόμβο κοινωνικής, πολιτικής και οικολογικής ανάτασης στα πλαίσια του πραγματικού μας «οίκου» που είναι η Μεσόγειος και τα Βαλκάνια. Όπου ανεξάρτητα των θρησκευτικών και φυλετικών διαφορών, καθώς και συνόρων, μπορούν να δημιουργηθούνσυνομοσπονδισμένες βιοπεριφέρειες, που θα στηρίζονται σε ένα εκτεταμένο δίκτυο συνεργασιών και μεταξύ τους ροών και θα αναπτύσσουν το μοντέλο της ευζωίας χωρίς «ανάπτυξη» και καταναλωτισμό , αλλά με κοινωνική ισότητα και ατομική εγκράτεια, στηριζόμενοι στα κοινωνικά και συλλογικά αγαθά και την άμεση δημοκρατία.
7. Ο ρόλος και η έννοια της Βιο-περιφέρειας στα πλαίσια της στρατηγικής της τοπικοποίησης (Ρεγκιοναλισμού)
Δεν ταυτίζεται με την έννοια της διοικητικής περιφέρειας, όπως εκφράζεται στον «Καλλικράτη», όπου είναι μια δομή του περιφερειακού κράτους. Ούτε 100% με την έννοια της γεωγραφικής περιφέρειας. Το ίδιο δεν ταυτίζεται με την έννοια ενός οικοσυστήματος ή μιας οικοπεριοχής- όπως ορίζονται στην επιστήμη της οικολογίας- γιατί είναι συνήθως μεγαλύτερη. Δεν ταυτίζεται επίσης με μια οικοζώνη, από την οποία είναι μικρότερη. Πρόκειται για μια οικολογική και γεωγραφική ταυτόχρονα περιοχή, που αποτελεί ένα χώρο με κοινές φυσικές και γεωγραφικές συνθήκες, αρκετό για να εξασφαλίζει τους κύκλους της ζωής και των θρεπτικών φυσικών στοιχείων και υλικών, καθώς και την ενσωμάτωση των αποβλήτων, αλλά και κοινές ιστορικές καταβολές και ηθικές αξίες των ανθρώπινων κοινοτήτων της, που της δίνουν μια ταυτότητα.
Χαρακτηρίζεται από τον τρόπο που εντάσσεται η ανθρώπινη κοινωνία της με το φυσικό της περιβάλλον. Από το πως δένονται οι διανθρώπινες σχέσεις με τους τοπικούς φυσικούς πόρους, όπως π.χ με τις λεκάνες απορροής του νερού, με τις άλλες μορφές ζωής και το πλέγμα των οικοσυστημάτων της περιοχής, εξασφαλίζοντας την αρμονική ενότητα του τόπου, της κοινότητας των ανθρώπων που τον κατοικούν και του συνόλου των παραγωγικών τους δραστηριοτήτων. Η εγγύτητα καθορίζει τη διαχείριση των εισροών και των εκροών των παραγωγικών μονάδων και των ανταλλαγών, με βάση τη σχετική αυτάρκεια-αυτοδυναμία της. Μπορεί να είναι μια περιοχή στα πλαίσια μιας νομαρχίας του παρελθόντος (π.χ. Μαγνησίας) με 1-2 αστικούς δήμους και μερικούς περιφερειακούς δήμους και κοινότητες, που μπορεί να εξασφαλίζει αυτοδυναμία πόρων και ενέργειας. Μπορεί βέβαια να επεκταθεί και στα πλαίσια μιας υπάρχουσας περιφέρειας του "Καλλικράτη", όπως η Θεσσαλία, αλλά θα εξαρτάται και από τον ανθρώπινο πληθυσμό της που δε θα πρέπει να υπερβαίνει το 1.000.000. Πολλές φορές θα χρειασθεί να μη ληφθούν υπόψη υπάρχοντα εθνικά σύνορα και να διαμορφωθεί από το διασυνοριακό κίνημα του συνομοσπονδισμού «σκιωδώς» διασυνοριακά!
Για τον καθορισμό της λοιπόν σαν μια δομή στα πλαίσια της ελλαδικής Αυτοδιοίκησης με τα σημερινά δεδομένα του Καλλικράτη, απαιτείται νομική παρέμβαση από τη πλευρά της υπάρχουσας κεντρικής εξουσίας με νέο νόμο για την Τοπική Αυτοδιοίκηση και με μεταφορά πόρων προς αυτήν. Για την ολοκλήρωσή της όμως σαν θεσμός άμεσης δημοκρατίας, θα απαιτηθεί ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο από μια μετακαπιταλιστική κοινωνία μετάβασης στην άμεση δημοκρατία και τον δημοκρατικό συνομοσπονδισμό, και μάλιστα με επέκταση στα Βαλκάνια και τη Μεσόγειο.
Η Αυτοδιοίκηση στα πλαίσια μιας τέτοιας βιοπεριφέρειας μπορεί να στηρίζεται σε δομές σαν τις παρακάτω:
• Πέρα από τη πυρηνική οικογένεια, είναι επιθυμητό να δημιουργηθούν και να επικρατήσουν «διευρυμένες» οικογένειες (όχι γενετικής συγγένειας, αλλά περισσότερο ιδεολογικής συγγένειας και με όλες τις ηλικίες- η τρίτη ηλικία μπορεί να είναι πολύ χρήσιμη , η επιβίωσή της αδύνατη στο μέλλον από ένα καταρρέον συνταξιοδοτικό σύστημα), σαν κύτταρα των μελλοντικών χωρικών κοινοτήτων-δήμων. Το κοινό χαρακτηριστικό τους το «κοινό ταμείο».
• Στην επανασύσταση ως αυτοδιοικητικών μονάδων των υπαρχόντων χωρικών κοινοτήτων της υπαίθρου της.
• Στην επανασύσταση των μικρών δήμων, με το χωρισμό των μεγάλων πόλεων σε δήμους κάτω των 50.000 κατοίκων, οι οποίοι συστήνουν με τη σειρά τους αστικές κοινότητες με βάση τις οδούς στις γειτονιές των πόλεων που δεν ξεπερνούν π.χ. τους 1000-2000 κατοίκους.
8. Η παρέμβαση των Τοπικών Κινήσεων Δημοκρατικής Αυτονομίας με βάση τη Βιοπεριφέρεια:
Έως ότου επιτευχθεί αυτό με νόμο από τη Κεντρική Εξουσία, το κίνημα για την Δημοκρατική Αυτονομία… (και οι αναφερθείσες Τοπικές Κινήσεις Πολιτών που θα έχει δημιουργήσει) λειτουργεί και παρεμβαίνει με βάση τη παραπάνω «σκιώδη»διαμόρφωση της Τ.Α. από τη δική του μεριά (π.χ. τον «Καλλικρατικό Βόλο» θα τον χωρίσει σε Βόλο και Νέα Ιωνία, όπως ήταν πριν το «Καλλικράτη), σε αντιπαράθεση με την υφιστάμενη Τ.Α., όσο αυτή υπάρχει. Συστήνει λοιπόν στα χωριά και στις πόλεις, με βάση την οδό( σε μεγάλη πόλη) ή την μικρή γειτονιά-σαν κοινοτικά κύτταρα- Συνελεύσεις Πολιτών(ΣΠ), όπου συμμετέχουν, συζητούν και αποφασίζουν-όσοι ενεργοί πολίτες ενδιαφέρονται στην αρχή και στη συνέχεια όσοι πείθονται ότι έχει σημασία για αυτούς- για τον προγραμματισμό και τον προϋπολογισμό του δήμου στον οποίο ανήκουν. Συστήνει επακόλουθα με εκλεγμένα και ανακλητά μέλη (με ποσόστωση 50-50 άνδρες γυναίκες και ανεξάρτητα της υπηκοότητας των πολιτών) Συντονιστικά Συμβούλια Κοινοτήτων(ΣΣΚ)- αυτών των υπό διαμόρφωση κοινοτήτων- για την προώθηση των αποφάσεών τους προς τα υπάρχοντα δημοτικά συμβούλια, θέτοντάς τα προ των ευθυνών τους και πιέζοντάς τα να τις λάβουν υπόψη στον προγραμματισμό-προϋπολογισμό του υπάρχοντος δήμου. Καλύτερα θα μπορούσε να συσταθεί μια επιπλέον δομή, δηλαδή από όλα τα ΣΣΚ εκλέγεται ένα ολιγομελές Συντονιστικό Συμβούλιο Πόλης (ΣΣΠ) ήΣυντονιστικό Συμβούλιο Ενότητας Χωριών (ΣΣΕΧ)-όπου με την Ενότητα Χωριών εννοούμε κοντινά χωριά που ανήκαν πριν σε «Καποδιστριακό Δήμο»- που θα αναλάβει την προώθηση των αποφάσεων των υπό διαμόρφωση κοινοτήτων ανάλογα με την προτεραιότητα των αναγκών τους, την οποία προτεραιότητα αποφασίζει δημοκρατικά το ΣΣΠ ή ΣΣΕΧ, προς τους δήμους.
Από όλα τα ΣΣΠ και ΣΣΕΧ εκλέγεται δημοκρατικά με ανακλητά μέλη και την ίδια ποσόστωση το Συντονιστικό Περιφερειακό Συμβούλιο (ΣΠΣ), το οποίο παρεμβαίνει στην υπάρχουσα Περιφέρεια και προωθεί εκείνα τα αιτήματα των κοινοτήτων που αφορούν στην Περιφέρεια.
Ένα τέτοιο Σύστημα Συμβουλίων (ΣΣ), εξελισσόμενο από βαθμίδα σε βαθμίδα, θα αποτελέσει τον πολιτικό κορμό για τη μετάβαση σε μια κοινωνία Δημοκρατικής Αυτονομίας και θα πρέπει να ενεργοποιήσει και να εμπλέξει όσο γίνεται μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού στις διεργασίες του, ώστε το πρόγραμμα μετάβασης που θα αναπτύξει να είναι όσο γίνεται πιο αντιπροσωπευτικό.
Επειδή θεωρούμε τον αγροδιατροφικό τομέα σαν εφαλτήρα για τη μετάβαση προς αυτή την κατεύθυνση θα είναι από την αρχή αναγκαίο να συσταθεί και ιδιαίτερο Συντονιστικό Συμβούλιο Αγροδιατροφικού Τομέα (ΣΣΑΤ), το οποίο με βάση τις διατροφικές ανάγκες που θα έχουν προταθεί από τις υπό διαμόρφωση Κοινότητες και σε συνεργασία με το ΣΣ, θα ολοκληρώσει και ένα πρόγραμμα για τις αγροδιατροφικές οικονομικές δραστηριότητες στα πλαίσια του κάθε δήμου και στη συνέχεια της περιφέρειας. Επίσης θα είναι σημαντικό να γίνει σε κάθε δήμο ένα ιδιαίτερο Συμβούλιο Δημοτικού Τομέα Οικονομίας (ΣΔΤΟ),για τη στήριξη του ιδιαίτερου οικονομικού ρόλου του δήμου που θα αφορά σε όλους τους πολίτες
Το ίδιο θα χρειασθεί να γίνει και για κάθε άλλον τομέα της οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας-στηριγμένης στη συνεργατική και συνεταιριστική οργάνωσή της- στους δήμους και τις περιφέρειες, όπως για την υγεία, την χειραφετητική παιδεία-εκπαίδευση, τη δικαιοσύνη, τη βιοτεχνική- βιομηχανική παραγωγή, τον ενεργειακό εφοδιασμό, τοπεριβάλλον και την οικολογική ισορροπία, την αυτοάμυνα κ.λπ.
9. Και μια σημείωση σχετικά με την ιδιοκτησία
Το ζήτημα δεν μπορεί να ξεκαθαρισθεί εκ των προτέρων και θα εξαρτηθεί από τις οικονομικές δομές που θα δημιουργήσει κάθε τοπική κοινωνία ισοκατανομής (οικονομικής-κοινωνικής-οικολογικής-πολιτικής). Από τη στιγμή όμως που το βασικό κύτταρό της θα είναι η κοινότητα, είτε χωρική θα είναι αυτή, είτε δραστηριοτήτων, είτε ενδιαφερόντων, είναι προφανές ότι θα προάγεται η συλλογική ιδιοκτησία. Η ατομική δεν θα έχει καμία τύχη, γιατί οι άνθρωποι θα οργανώσουν την καθημερινότητά τους βασισμένοι στις αξίες της συλλογικότητας και της αλληλεγγύης. Μάλλον δεν θα προτιμήσουν την πυρηνική οικογένεια, αλλά τη «διευρυμένη οικογένεια» που θα περιλαμβάνει περισσότερους γονείς καθώς και τις 3 γενιές τους (παππούδες-γιαγιάδες-παιδιά), εκφράζοντας έτσι την αλληλεγγύη των γενιών. Θα είναι η ευνοϊκότερη (σε σχέση με την πυρηνική οικογένεια) εξέλιξη της παλιάς αυτοδύναμης-αυτάρκους πολυπληθούς πατριαρχικής ή μητριαρχικής οικογένειας (Οι υπάρχουσες σήμερα "ομάδες συγγένειας" της καθημερινής ζωής ή οι οικοκοινότητες, μπορούν να δώσουν μια εικόνα της «διευρυμένης οικογένειας»).
Αυτό σημαίνει λοιπόν ότι θα χάσει το έδαφος κάτω από τα πόδια της η ατομική ιδιοκτησία και θα εντάσσεται με τη θέλησή της στη συλλογική-κοινοτική ή ακόμα καλύτερα στη δημοτική ιδιοκτησία, αφού θα δοθεί προτεραιότητα στον δημοτικό τομέα οικονομίας. Δεν θα χρειασθεί να γίνει «δημοτικοποίηση» των μέσων παραγωγής και της γης (με νόμο και με βία), όπως απαίτησε η «κρατικοποίηση», όπου εφαρμόσθηκε μέχρι τώρα.

Τι να κάνουμε: τα πρώτα βήματα, μετά τη κατάρρευση της οικονομίας και της πολιτικής των «μνημονίων»

Περισσότερα στο:
http://topikopoiisi.blogspot.gr/p/blog-page_10.html


Επισκεφθείτε και την νέα ιστοσελίδα μας: http://www.topikopoiisi.eu/






Τρίτη, 5 Ιουνίου 2012

Μια άλλη στάση ζωής(συνέχεια 6)…

Η συνέχεια από την ανάρτηση:http://topikopoiisi.blogspot.gr/2012/06/5.html

Με προοπτική τη δημιουργία μιας άλλης πολιτικής, μια άλλη στάση ζωής, εδώ και τώρα, είναι εφικτή
Αναγκαία προϋπόθεση : να διαλυθούν οι συγχύσεις που επικρατούν
Όπως τονίστηκε από την αρχή, πρέπει να είναι κρυστάλλινα σαφές ότι η συλλογιστική αυτού του κειμένου δεν έχει απολύτως καμιά σχέση με οποιαδήποτε κριτική σε προσωπικό επίπεδο και για κανέναν, αναφέρεται σε γενικά κοινωνικά φαινόμενα. Αποτελούμε όλοι παιδιά μιας κοινωνίας. Πλέουμε στο ίδιο καράβι, που είναι σίγουρα δίχως έρμα και προσανατολισμό. Η αναγνώριση της υπευθυνότητας του καθενός και όλων μαζί για τη σημερινή κατάσταση της κοινωνίας θεωρείται δεδομένη. Εντούτοις, σε αυτή την κοινωνία, έχουμε σήμερα μια ορισμένη ελευθερία επιλογών. Καλούμαστε γι’ αυτό να αναλάβουμε την ευθύνη των επιλογών μας. Επαφίεται στον καθένα να διατυπώσει και να θέσει το ερώτημα της ευθύνης αυτής. Αναδύεται, όμως, έτσι κι αλλιώς, αμείλικτο, και στην πιο βαθιά του διατύπωση είναι : ακόμα κι αν όλα γύρω μου δεν έχουν νόημα, τι νόημα μπορώ να δώσω στη ζωή μου ;

Ταυτόχρονα, πρέπει να είναι κρυστάλλινα σαφές ότι αυτό που προτείνεται σε τούτο το κείμενο αποτελεί μια στάση ζωής, άρα προϋποθέτει την υιοθέτηση, εδώ και τώρα, ενός άλλου τρόπου ζωής από αυτόν που προτείνει - δεν επιβάλλει - η υπάρχουσα κοινωνία, το πνεύμα της εποχής, το γενικό ρεύμα. Μια νέα στάση ζωής, εδώ και τώρα, είναι όμως δυνατή ; Η συζήτηση γύρω από το ερώτημα αυτό είναι μεγάλη, αλλά μπορούμε να την αρχίσουμε από τώρα κιόλας. Αποτελεί ταυτόχρονα την αφετηρία μιας γενικότερης συζήτησης με θέμα την ένταξη της στάσης αυτής στην προοπτική της δημιουργίας μιας άλλης πολιτικής με στόχο τον ριζικό και δημοκρατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Μία και μόνο άποψη αποκλείεται από αυτή τη συζήτηση, η άποψη που λέει πως δεν μπορούμε να κάνουμε διαφορετικά. Διότι τότε το «κάτι πρέπει να κάνουμε» και το «σίγουρα μπορεί κάτι να γίνει» χάνουν κάθε νόημα, και μαζί τους χάνεται και το νόημα κάθε πολιτικής προοπτικής.

Ζούμε σε μια εποχή γενικευμένης σύγχυσης. (Τα αίτια της σύγχυσης, στενά συνδεδεμένα με την τωρινή κοινωνική κατάσταση, δεν θα μας απασχολήσουν εδώ, διαφαίνονται όμως σε πολλά σημεία του κειμένου.) Έτσι, ένα βασικό καθήκον της πολιτικής σκέψης σήμερα είναι να διαλύσει πολλές συγχύσεις που επικρατούν. Θα αναφέρω τις κυριότερες, προσπαθώντας να ξεδιαλύνω λίγο τα πράγματα. Ο κύριος στόχος είναι να δειχθεί ότι καταρχήν μια άλλη στάση ζωής, εδώ και τώρα, είναι εφικτή, και έτσι να ενισχυθεί η πεποίθηση ότι η δυνατότητα της ένταξής της στην προοπτική της δημιουργίας μιας άλλης πολιτικής επίσης υπάρχει.

Δεν θα ήταν αναγκαίο να πω ότι προσωπικά είμαι απόλυτα πεισμένος για αυτές τις δυνατότητες, αν δεν έπρεπε να τονίσω πως αυτά που με πείθουν ή με ωθούν περισσότερο είναι τρία πράγματα. Πρώτον, η ρητή απόρριψη κάθε προηγούμενης (ή επόμενης) θεωρίας κοινωνικού μετασχηματισμού (κάτι που από ό,τι φαίνεται δεν καταφέρνουν πολλοί πρώην ή νυν μαρξιστές, διατηρώντας με τον Μαρξ και τον μαρξισμό μια σχέση θρησκευτικής πίστης και προσήλωσης). Δεύτερον, η σύμφυτη με αυτή την απόρριψη πεποίθηση όχι μόνο για την απαράδεκτη κατάσταση της σημερινής κοινωνίας αλλά και για την αδυναμία να αναλυθεί αυτή σωστά και να επισημανθούν τα βαθύτερα αίτιά της ακολουθώντας τους παραδοσιακούς τρόπους ανάγνωσης της κοινωνίας• η ανάγνωση που προτείνω αποτελεί διαύγαση, και όχι θεωρία, είναι προσπάθεια αποσαφήνισης και κατανόησης, υπόκειται στον έλεγχο του καθενός. Τρίτον και σπουδαιότερο, η θέληση να αλλάξει αυτή η κατάσταση. Διότι, αν πράγματι θέλουμε να απορρίψουμε την θρησκευτική πίστη που εξασφαλίζει το μέλλον, επί γης και ουρανού, η βασική προϋπόθεση είναι να μην απορρίψουμε τη θέληση του δικού μας παρόντος και του δικού μας μέλλοντος, δηλαδή τη θέληση να θέτουμε άμεσους στόχους, να έχουμε οράματα και προτάγματα για το μέλλον, η επιτυχία των οποίων δεν είναι και δεν θα είναι ποτέ εξασφαλισμένη. Η πίστη σε θεούς, θεανθρώπους και (υπερ)θεωρίες (υπερ)ανθρώπων, απορρίπτεται μόνο με τη θέληση να είμαστε αυτόνομοι, να θέλουμε η ελευθερία μας, σκέψης και πράξης, να είναι έργο δικό μας, η ελευθερία και η ισότητα των ανθρώπων να είναι έργο δικό τους. Αυτή η θέληση κάνει από τώρα ορατό τον ορίζοντα μιας άλλης κοινωνίας, μιας αυτόνομης κοινωνίας ελεύθερων ανθρώπων.

1. Ατομική ευθύνη και μοιρασμένη υπευθυνότητα

Υπάρχει πάντα μια σαφής ή υπόρρητη υπόθεση στις αναλύσεις της σημερινής κατάστασης, είναι το αξίωμα : «για ό,τι γίνεται, φταίνε πάντα οι άλλοι». Το ενοχοποιητικό αυτό αξίωμα, απόρροια θρησκευτικής, και πιο συγκεκριμένα βιβλικής, αντίληψης των πραγμάτων, εύκολα αντιστρέφεται, στις ίδιες πολλές φορές αναλύσεις, για να γίνει : «για ό,τι συμβαίνει, φταίμε μόνο εμείς». Και στις δύο περιπτώσεις, η κύρια σύγχυση δεν προέρχεται από το «οι άλλοι» και από το «εμείς». Είναι φανερό, και μπορεί να αποδειχτεί εύκολα, ότι κάθε κατάσταση οφείλεται σε ένα πλήθος παραγόντων, είναι πολυπαραγοντική ή πολυαιτιακή. Η κύρια σύγχυση προέρχεται από το ρήμα «φταίνε», ή «φταίμε», το οποίο εισάγει ένα στοιχείο ενοχής, ενώ στις κοινωνικές καταστάσεις και στα ανθρώπινα πράγματα, σήμερα τουλάχιστον, το κύριο είναι η ευθύνη, πριν ακόμα και από την υπευθυνότητα. Η ορθή οπτική γωνία για τις αναλύσεις της σημερινής κοινωνικής κατάστασης πρέπει λοιπόν να είναι : πάντα μέσα σε ένα ορισμένο πλαίσιο, πάντα μέσα σε ορισμένες συνθήκες που είναι και αυτές αντικείμενο ανάλυσης, εφόσον έχουμε αναλάβει την ευθύνη των δικών μας επιλογών, διότι σήμερα υπάρχει πεδίο τέτοιων επιλογών, είμαστε υπεύθυνοι - όχι ένοχοι - για τις πράξεις μας που απορρέουν από τις εν λόγω επιλογές. Για την κατάσταση που τελικά προκύπτει ως αποτέλεσμα της δράσης μας αλλά και της δράσης άλλων παραγόντων, η υπευθυνότητα είναι λοιπόν πάντα μοιρασμένη.

Για να κάνουμε πιο σαφή τα πράγματα, ας χρησιμοποιήσουμε το παράδειγμα της ανατροφής ενός παιδιού. Για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα του, για τη γενική του στάση μετέπειτα στη ζωή, οι δύο ομόλογες θέσεις «φταίει η κοινωνία» και «φταίνε οι γονείς» απορρίπτονται. Υπάρχουν σίγουρα οι γενικές υπευθυνότητες της κοινωνίας και οι ειδικές υπευθυνότητες των γονέων. Προκύπτουν από την ευθύνη των επιλογών που έχουν κάνει. Είναι μια ελεύθερη επιλογή των γονέων να στείλουν το παιδί τους σε ιδιωτικό ή δημόσιο σχολείο, ή να μην το στείλουν καθόλου ! - και αυτή η επιλογή, βέβαια, εξαρτάται από κάποιες κοινωνικές προϋποθέσεις, όπως είναι η οικονομική ή η μορφωτική κατάσταση των γονέων και όχι μόνο. Από την άλλη μεριά, υπάρχει η επιλογή της κοινωνίας όσον αφορά την ποιότητα και κυρίως το περιεχόμενο της εκπαίδευσης που παρέχει. Αν αυτό το περιεχόμενο έχει προκύψει δημοκρατικά ή είναι αποτέλεσμα επιβολής από το Κράτος, αυτό αποτελεί κεντρικό πολιτικό ζήτημα που εμπίπτει - έπρεπε να εμπίπτει - στην ευθύνη και την υπευθυνότητα όλων. (Να επίσης εδώ η δημοκρατία, τόσο ως διαδικαστική όσο και ως ουσιαστική απαίτηση, που είναι άρρηκτα δεμένες.) Στο συγκεκριμένο παράδειγμα, φυσικά, υπάρχουν επίσης, από μια ηλικία και μετά, η ευθύνη και η υπευθυνότητα του παιδιού. Προκύπτει έτσι ολοφάνερα ότι οι γονείς του, η κοινωνία και το ίδιο μοιράζονται την υπευθυνότητα για την όλη διαμόρφωσή του.

Δεν είναι επομένως δυνατό, στη σημερινή ελληνική κοινωνία, να παρουσιάζονται σχεδόν όλοι ως θύματα μιας γενικής κατάστασης, λέγοντας ότι ζουν και συμπεριφέρονται έτσι διότι δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς. Ξεχνούν έτσι συγκεκριμένες επιλογές που οι ίδιοι ελεύθερα έχουν κάνει, αρνούνται να αναλάβουν τις ευθύνες τους, ενοχοποιούν ένα αφηρημένο και αόρατο «σύστημα», που το θέλουν παντοδύναμο, ενοχοποιώντας στην ουσία όλους τους άλλους, για να μην ενοχοποιήσουν τον εαυτό τους. Και το χειρότερο, λόγω αυτής της εθελοτυφλίας, εξοργίζονται όταν κάποιος επισημαίνει τις υπευθυνότητές τους, βλέποντάς τους όμως ως υπεύθυνα άτομα μέσα σε μια συγκεκριμένη κοινωνία. Διότι τότε, αντιστρέφοντας το λογικό σχήμα για το οποίο μίλησα στην αρχή, ενοχοποιούν τους εαυτούς τους και μόνο. Στη λογική του «φταίνε πάντα οι άλλοι» και του «φταίμε μόνο εμείς» πρέπει να αντιτάξουμε σθεναρά το εξής : «έχουμε την περιορισμένη έστω δυνατότητα επιλογών, αναλαμβάνουμε την ευθύνη να επιλέξουμε, και άρα αναλαμβάνουμε επίσης το μερίδιο της υπευθυνότητας που μας αναλογεί μετά τις πράξεις που κάναμε με βάση αυτό που επιλέξαμε».

Νέο παράδειγμα : σήμερα, έχουμε τη δυνατότητα να παντρευτούμε ή όχι. Αν επιλέξουμε, όπως συνήθως γίνεται, την πρώτη λύση, αναλαμβάνουμε το μερίδιο της υπευθυνότητας που μας αναλογεί μετά την πράξη του γάμου. Δεν μπορούμε να λέμε, όπως συνήθως γίνεται, ότι μας πίεσαν, δεν γινόταν αλλιώς και όλα τα σχετικά. Ούτε όμως έχουμε το δικαίωμα να θυμώνουμε, επειδή αισθανόμαστε ένοχοι, να γινόμαστε εχθρικοί και επιθετικοί, και να σταματάμε κάθε συζήτηση, όταν κάποιος μας πει, π. χ., ότι αυτός ο θεσμός σκοτώνει τον έρωτα ή δεν ανταποκρίνεται πια στις σημερινές κοινωνικές συνθήκες ή δεν μπορεί να εκπληρώσει τους σκοπούς που έθετε σε προηγούμενες περιόδους. (Δεδομένου ότι η θεμελιώδης επιλογή αφορά τον θεσμό του γάμου, το δίλημμα πολιτικός ή θρησκευτικός γάμος έχει ελάχιστη σημασία. Εντούτοις, το επιχείρημα που προβάλλουν μερικά ζευγάρια ότι πιέστηκαν και γι’ αυτό έκαναν θρησκευτικό γάμο, είναι γελοίο.)

Επακόλουθο παράδειγμα : έχουμε τη δυνατότητα να χωρίσουμε. Αν επιλέξουμε υπεύθυνα αυτή τη λύση, που πράγματι είναι σήμερα πολύ διαδεδομένη, μαζί με όλες τις άλλες υπευθυνότητες που αναλαμβάνουμε, έχουμε και την υποχρέωση να αναλογιστούμε κριτικά, και χωρίς αυτομαστιγώματα, γύρω από δύο τουλάχιστον ερωτήματα : πόσο σωστή και υπεύθυνη υπήρξε η απόφασή μας να παντρευτούμε ; και, μήπως η κατάληξη αυτής της απόφασης πρέπει να μας οδηγήσει σε μια αμφισβήτηση του θεσμού του γάμου ; (Αν οι κοινωνιολογικές έρευνες δείχνουν ότι σχεδόν ένα στα τρία ζευγάρια επιλέγουν το διαζύγιο - δικαστικός χωρισμός -, η πραγματικότητα βοά ότι ο ουσιαστικός χωρισμός αποτελεί την αναπόφευκτα προδιαγραμμένη συνέπεια και απόρροια κάθε γάμου. Μετά την πάροδο ενός ορισμένου χρονικού διαστήματος, που εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, μόνο η συμβατικότητα διατηρεί τη σχέση των συζύγων - εύστοχη πράγματι λέξη ! ) Εκπλήσσει το γεγονός ότι τα απλά και φυσικά αυτά ερωτήματα δεν τα θέτουν στον εαυτό τους ούτε οι άνθρωποι μιας ορισμένης ηλικίας, οι οποίοι επιπλέον είναι γονείς, και απερίσκεπτα πιέζουν τα παιδιά τους να ακολουθήσουν την πεπατημένη. Έχουν ιδιαίτερη ευθύνη διότι συντηρούν την κοινωνική πίεση της παράδοσης, και αφαιρούν κατά ένα μέρος τη δυνατότητα από τους νέους να γίνουν υπεύθυνοι άνθρωποι που αναλαμβάνουν οι ίδιοι όλη την ευθύνη των πράξεών τους. Τούτο βέβαια δεν αφαιρεί από τους νέους το άλλο και μεγαλύτερο μέρος της δυνατότητας που έχουν να γίνουν υπεύθυνοι και ελεύθεροι άνθρωποι.

Ολοκληρώνοντας αυτή την ενότητα, θα κάνω μια επισήμανση που συνδέεται στενά με τις παραπάνω σκέψεις και αφορά την καθεστηκυία πολιτική στο σύνολό της. Αποτελεί βασικό στοιχείο της παραδοσιακής πολιτικής, η οποία συν τοις άλλοις είναι δημαγωγική και υποκριτική, η λογική σύμφωνα με την οποία υπεύθυνος θεωρείται πάντοτε ο πολιτικός αντίπαλος, και έτσι κανένας δεν αναγνωρίζει και δεν αναλαμβάνει την ευθύνη των λαθών του. Σύστοιχη με αυτή τη λογική είναι η αντίληψη, που χαρακτηρίζει κυρίως την αριστερά, ότι ο λαός έχει πάντα δίκιο, διότι θεωρείται αλάθητος, και διότι φταίει πάντα το «σύστημα» - για τη δεξιά, ο λαός παρασύρεται. Δεν θυμάμαι να έχω ακούσει πολιτικό άνδρα, εκτός από μια φωτεινή εξαίρεση, ή και πολιτικό αναλυτή, ο οποίος να επισημαίνει την ευθύνη των πολιτών για τις επιλογές τους ή για την κατάσταση της κοινωνίας. Όσον αφορά τη δεξιά, η στάση αυτή ερμηνεύεται εν μέρει με βάση την έγνοια των πολιτικών της να μη χάσουν ψήφους. Όσον αφορά την αριστερά, η στάση αυτή είναι πιο επιβαρυντική, και εμπεριέχει τον γνωστό μαρξιστικό πυρήνα σκέψης του κακού «συστήματος» το οποίο, καθορίζοντας σκληρά τη ζωή των καλών εν γένει ανθρώπων, τους καθιστά ανεύθυνους για τις επιλογές τους, και αρκεί να ανατραπεί για να γίνουν αυτόματα υπεύθυνοι και ελεύθεροι. Στο βάθος όμως και των δύο αυτών πανομοιότυπων συμπεριφορών βρίσκεται το στοιχείο, που έχω ήδη αναφέρει, της πλήρους και ακλόνητης σύμπνοιας και σύμπλευσης δεξιάς και αριστεράς σχετικά με κρίσιμους θεσμούς της υπάρχουσας κοινωνίας τους οποίους ομόψυχα θεωρούν υπεράνω κάθε υποψίας και αμφισβήτησης.

2. Άκριτος καταναλωτισμός, τηλεοπτική βουλιμία και οι ευθύνες του καθενός

Θέλω εδώ να είμαι απόλυτα σαφής όσον αφορά την κριτική που ασκώ στον άκρατο καταναλωτισμό και στην τηλεοπτική βουλιμία σε όλες τους τις μορφές.

Διευκρινίζω ότι η κριτική που απευθύνω σε όσους αναλώνονται στην απόκτηση κινητών ή ακίνητων αγαθών, δεν αφορά κυρίως την απόκτηση καθεαυτή. Είναι αναφαίρετο δικαίωμά τους, και κανείς δεν έχει όλα τα στοιχεία για να κρίνει. Αφορά το γεγονός ότι ο καταναλωτισμός γίνεται κύρια, αν όχι μοναδική, έγνοια, και έτσι αφήνονται όλοι οι άλλοι τομείς, π. χ., η ατομική καλλιέργεια και πολύ περισσότερο οι ανθρώπινες σχέσεις. Τους καλώ να αναρωτηθούν γιατί δεν μπορούν να τα κάνουν και τα δύο. Μια πρώτη δική μου απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι : διότι, αν δεν έχουν αμαχητί παραδοθεί στο πνεύμα της εποχής, θέλουν να κινούνται στο γενικό ρεύμα, που είναι η ουτοπική ιδέα της ατομικιστικής εξασφάλισης μέσω της απόκτησης υλικών αγαθών και οικονομικών μέσων. Είναι σαν να λένε : «Τουλάχιστον νάχω ένα σπίτι δικό μου, αφού δεν μπορώ να κρατηθώ από πουθενά, καθώς βλέπω γύρω μου και μέσα μου πως όλα τα άλλα στηρίγματα έχουν κλονιστεί ή χαθεί. Ούτε φίλη/ος, ούτε ερωμένος/η, ούτε συγγενείς, ούτε παιδιά.» Κάποιοι, πιο «πολιτικοποιημένοι», θα πρόσθεταν : «Σε αυτή τη χώρα, ούτε και Κράτος.» Θα περιμέναμε ωστόσο, τουλάχιστον από τους πιο «πολιτικοποιημένους», να προβάλλουν μια ορισμένη αντίσταση στο πνεύμα της εποχής, υποστηρίζοντας σθεναρά τις ανθρώπινες σχέσεις.

Να ακόμα μια φορά η κρίση των ανθρώπινων σχέσεων, για την οποία έχω μιλήσει πολλές φορές. Έγραψα, στην αρχή του πρώτου μέρους, ότι ο όρος «κρίση» είναι επιεικής. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε, από τη μια πλευρά που είναι σίγουρα η κύρια, για ανυπαρξία• και τούτο σημαίνει μοναξιά και, οριακά, θεληματικά επιλεγμένη απομόνωση. Μπορούμε όμως παράλληλα να διαπιστώσουμε, χωρίς αυτή η δεύτερη πλευρά να αναιρεί την πρώτη - είναι απόρροιά της και μάλλον την συμπληρώνει και την ενισχύει -, ότι η ανεπιείκεια, η εριστικότητα, η εχθρότητα και η κακότητα ακόμη, χαρακτηρίζουν σήμερα τις ανθρώπινες σχέσεις. (Παράξενη, και αντιφατική, εποχή : την ώρα που το κάθε πράγμα γίνεται εύκολα αποδεκτό και η ομοιομορφία των συμπεριφορών βασιλεύει, την ίδια ώρα δύσκολα γίνεται αποδεκτός ο άλλος άνθρωπος. Εξηγήσιμη, και συνεπής, εποχή : πράγματα, «ιδέες» και άνθρωποι απορρίπτονται γρήγορα.) Τα χαρακτηριστικά αυτά αποτελούν στοιχείο της κρίσης τους. Θα επαναλάβω όμως εδώ κάτι που έχει μεγάλη σημασία : δεν χρησιμοποιώ την έννοια «κρίση» με την καθιερωμένη, συντηρητική, σημασία που παραπέμπει στη θρηνολογία και τη νοσταλγία. Όπως και η κρίση των κυρίαρχων άλλοτε αξιών, η κρίση των παραδοσιακών ανθρώπινων σχέσεων μαρτυρά ότι έχουν και αυτές υποστεί τη δοκιμασία του χρόνου, δηλαδή η φθορά τους προέρχεται επίσης από την κριτική με λόγια και πράξεις των πραγματικών ανθρώπων. Κρίση σημαίνει πάντα δυσκολία και κριτική.

Η κρίση των ανθρώπινων σχέσεων συνιστά βέβαια ένα από τα πιο βασικά χαρακτηριστικά όλων των σημερινών δυτικοευρωπαϊκών κοινωνιών, και από την άποψη αυτή η σημερινή ελληνική κοινωνία δεν αποτελεί εξαίρεση. Αυτό που απεναντίας εκπλήσσει είναι η ιδιαίτερη οξύτητα με την οποία η κρίση αυτή εμφανίζεται στη σημερινή ελληνική κοινωνία. Σίγουρα πολλοί ειδικοί παράγοντες συμβάλλουν σε αυτό. Ομολογώ όμως ότι στο βάθος το φαινόμενο αυτό μένει για μένα ανεξήγητο. Μπορούμε να σκεφτούμε την ιλιγγιώδη ταχύτητα της εξαφάνισης παραδοσιακών χώρων συναναστροφής, όπως η γειτονιά, η αγορά, ο καφενές, και παραδοσιακών τρόπων δημιουργίας και διατήρησης των σχέσεων των ανθρώπων, όπως η γιορτή και το γλέντι. Μπορούμε ακόμα να σκεφτούμε την ιλιγγιώδη ταχύτητα της διάλυσης των μορφών ανθρώπινης αλληλεγγύης, όπως η συναδελφική αλληλεγγύη των εργαζομένων ή συναγωνιστική αλληλεγγύη των συμμετεχόντων σε συλλογικούς πολιτικούς αγώνες. Είναι αποτελέσματα της επίσης ιλιγγιώδους ταχύτητας των μετασχηματισμών που προκάλεσε στη συμπεριφορά των ανθρώπων η ταχύτατη έλευση νέων τεχνολογικών μέσων (μεταξύ των οποίων τον πρώτο ρόλο έχει παίξει η τηλεόραση). Αλλά η ιλιγγιώδης ταχύτητα μόνο μερικά μπορεί να εξηγηθεί, και μόνο μερικά μπορεί να εξηγήσει τα χαρακτηριστικά της κρίσης. Η βαθιά απογοήτευση από μερικές αποτυχημένες απόπειρες νέων μορφών σχέσεων ανάμεσα στους ανθρώπους, ερωτικών κυρίως σχέσεων, και από την αποτυχία της πολιτικής στράτευσης για ιδέες που αποδείχτηκαν κάλπικες, έχει οπωσδήποτε μεγάλη σχέση με τη σημερινή κρίση των ανθρώπινων σχέσεων στην ελληνική κοινωνία.

Η κρίση των ανθρώπινων σχέσεων επισημαίνεται επίμονα διότι έχει σίγουρα μεγάλη, και βαθιά ψυχολογική, σχέση με την καταναλωτική μανία (είναι πολύ πιο εύκολο να κάνουμε μια αγορά, και να διατηρήσουμε μια περιουσία, από το να κάνουμε ή να κρατήσουμε μια σχέση) και την τηλεοπτική βουλιμία (η τηλεόραση μένει διαρκώς αναμμένη ως είδος παρέας, και την κοιτάμε ως είδος όπιου λησμονιάς και αφαίρεσης απο τα άγχη).

Έτσι, για άλλη μια φορά, πρέπει να τονιστεί, ενάντια σε διαδεδομένες συγχύσεις, ότι τα φαινόμενα της υπερκατανάλωσης άρτου και θεαμάτων δεν είναι φαινόμενα που θα μπορούσαν να εξηγηθούν κυρίως με οικονομικούς όρους και με όρους μονόδρομου εξαναγκασμού. Με άλλα λόγια, η απόκτηση υλικών αγαθών δεν αποτελεί, στην τεράστια πλειοψηφία των περιπτώσεων, αυτοσκοπό, δεν αποσκοπεί δηλαδή κατά κύριο λόγο στον υλικό πλουτισμό. Και η κατανάλωση τηλεοπτικών σειρών δεν αποτελεί, πάλι στην τεράστια πλειοψηφία των περιπτώσεων, αναγκαστική λύση καλλιέργειας ή καλύτερα διασκέδασης που επιβάλλεται από τα κανάλια. Η υπερκατανάλωση άρτου και θεαμάτων συνιστά λαθεμένη απάντηση στην ερημία των ανθρώπων και απατηλή, ουτοπική, λύση του προβλήματος της επικοινωνίας• σαν τέτοια την κριτικάρω. Αποτελεί γενικό κοινωνικό φαινόμενο, και ως τέτοιο πρέπει να αντιμετωπίζεται. Όσον αφορά το φαινόμενο της τηλεοπτικής βουλιμίας, συναντώνται σε αυτό η ευθύνη των παραγωγών τηλεοπτικών προγραμμάτων, και γενικότερα των ΜΜΕ, η ευθύνη των παρουσιαστών και όσων συμμετέχουν στην πραγματοποίηση των προγραμμάτων αυτών, η ευθύνη του κοινού το οποίο τα παρακολουθεί, και βέβαια η ιδιαίτερη ευθύνη του καθενός μας. Όσον αφορά το φαινόμενο της καταναλωτικής μανίας, θα ήταν παράλογο να μην αναγνωριστεί μια ουσιαστική ευθύνη του καταναλωτικού κοινού και του καθενός μας. Πάντως η ρίζα του βρίσκεται στη λογική σύμφωνα με την οποία κεντρικός στόχος της κοινωνίας είναι η ανάπτυξη. Η λογική αυτή έγινε κυρίαρχη διότι ακριβώς έπεισε τους ανθρώπους, και είναι γι’ αυτό υπεύθυνοι.

Υπάρχει όμως και μια δεύτερη, γενικότερη, απάντηση στο ερώτημα που αφορά την σχεδόν πλήρη και άνευ όρων παράδοση της μεγάλης πλειοψηφίας των ανθρώπων στο καταναλωτικό πνεύμα της εποχής, την απουσία αντίστασης από την πλευρά τους στο γενικό ρεύμα, και την εγκατάλειψη, ή τουλάχιστον την υποτίμηση, των ανθρώπινων σχέσεων. Έχει από πολύ καιρό αποκρυσταλλωθεί μέσα μου η ιδέα ότι, σε σχέση με ορισμένους καθιερωμένους θεσμούς των ανθρώπινων σχέσεων οι οποίοι πράγματι ασκούν μια ισχυρότατη έλξη, και πιο συγκεκριμένα σε σχέση με τον θεσμό του γάμου που παίζει κρίσιμο ρόλο στις διανθρώπινες σχέσεις και επηρεάζει σχεδόν τα πάντα στη ζωή μας, είναι αδύνατο να πατάμε σε δύο βάρκες, ή θα είμαστε με τους υπάρχοντες θεσμούς ή όχι. Βλέπουμε ωστόσο ότι οι άνθρωποι νομίζουν πως μια συμβιβαστική, ας πούμε, στάση είναι δυνατή. Συμβιβαστική όμως στάση που επιχειρεί να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα, έχει ως αποτέλεσμα διχαστική παραλυσία και μόνιμη αμφιθυμία. Η συμβιβαστική αυτή στάση, επειδή στην ουσία είναι εγκατάλειψη στους υπάρχοντες θεσμούς, πράγμα που καταλαβαίνουν οι άνθρωποι, δικαιολογείται ως στάση που επιβάλλεται από τα έξω, από τους άλλους, στάση που υιοθετούν χωρίς να την πιστεύουν, και άρα ως στάση που δεν είναι προϊόν της ελεύθερης θέλησής τους. Ποια θα ήταν όμως η ελεύθερη θέλησή τους, αν ένιωθαν υπεύθυνοι να την έχουν και να την κάνουν πράξη ; Φαίνεται ότι συμβιβαστική τους στάση δεν τους αφήνει, δεν τους επιτρέπει, να απαντήσουν σε αυτό το κρίσιμο ερώτημα. Όπως δεν τους το επιτρέπουν ίσως και το βόλεμα της συνήθειας, η σιγουριά της επανάληψης, ο φόβος του νέου, η αβεβαιότητα του πρωτότυπου. Η σύγκρουση : θέλουμε ή όχι να είμαστε με τους υπάρχοντες θεσμούς, παραμένει.

Έτσι, ένα βασικό ίσως στοιχείο της πραγματικής δυστυχίας των σημερινών ανθρώπων είναι αυτή η παραλυτική αμφιθυμία και η αναποφασιστικότητα, που προέρχονται από τη μη ξεκάθαρη αποδοχή της ιδέας ότι είναι αδύνατο να πατάμε σε δύο βάρκες• αυτό εξηγεί και το υπαρξιακό άγχος που διασκεδάζεται με την υπερκατανάλωση άρτου και θεαμάτων. Η αποδοχή αυτής της ιδέας σίγουρα δεν θα έκανε τους ανθρώπους ευτυχισμένους, ίσως όμως θα ήξεραν περισσότερο τι θέλουν, και δεν θα ήταν, όπως είναι σήμερα, δίβουλοι• δεν θα ήταν tiraillés, για να χρησιμοποιήσω μια γαλλική λέξη που περιγράφει καλύτερα αυτή την κατάσταση των σημερινών ανθρώπων. Δεν υπάρχει ίσως ελληνική λέξη που να αποδίδει το νόημα αυτής της γαλλικής λέξης. Σημαίνει την κατάσταση κάποιου τον οποίο τραβά ο εαυτός του, είτε και άλλοι, προς πολλές κατευθύνσεις.

Αν λοιπόν τίποτα, πάρεξ η φυγή από τη σκληρή πραγματικότητα της μοναξιάς, δεν μας επιβάλλει την καταναλωτική μανία και την τηλεοπτική βουλιμία, είναι δυνατές εδώ και τώρα η προσπάθεια για την αναζωογόνηση των ανθρώπινων σχέσεων και την ανακατάκτηση της εμπιστοσύνης στο διάλογο και την επικοινωνία, η επιδίωξη να χαιρόμαστε αποκτώντας νέους φίλους, αντί για νέα πράγματα, να βλέπουμε ζεστά πρόσωπα, αντί για τα νεκρά προσωπεία της οθόνης.

Νίκος Ηλιόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου