Από Κοινού: Συνέλευση για την Αποανάπτυξη και την Άμεση Δημοκρατία

Μαζί στον δρόμο προς έναν μετα-καπιταλιστικό κόσμο: με το πρόταγμα της Αποανάπτυξης-Τοπικοποίησης, του Κοινοτισμού και της Άμεσης Δημοκρατίας.
Καθόλα αυτά τα χρόνια της λεγόμενης οικονομικής κρίσης έχει λάβει χώρα στην νεοελληνική κοινωνία μία διαδικασία, με κεντρικό άξονα την επανανοηματοδότηση του αξιακού μας συστήματος και των πολιτικών μας προταγμάτων.
Μεμονωμένα άτομα αλλά και ομάδες, συλλογικότητες και κινήματα έχουν αναπτυχθεί παντού στην Ελλάδα, έχουν αφήσει πίσω τους το «αναπτυξιακό» μοντέλο που προωθεί τον καταναλωτικό τρόπο ζωής και έχουν υιοθετήσει άλλες φιλοσοφίες και άλλους τρόπους προσωπικής και συλλογικής διαβίωσης.
Η πολύχρονη πορεία ζωής όλων αυτών των ανθρώπων και ομάδων έχει αποδείξει ότι υπάρχουν υγιή και δυναμικά κοινωνικά κύτταρα, οι δράσεις των οποίων επιθυμούν να συναντηθούν και να συντονιστούν, έτσι ώστε να εκφραστεί η κοινή πολιτική τους φιλοσοφία, σε μια προοπτική μετασχηματισμού που ανοίγει το δρόμο για μια κοινωνία που θα στηριχθεί:

  • στο αποαναπτυξιακό μοντέλο της οικονομίας των αναγκών, της επάρκειας και του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στη βάση της αφθονίας των υλικών και άυλων Κοινών,
  • στην κοινοτική οργάνωση με βάση την προσωπική και συλλογικήαυτονομία,
  • σε αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς και στη θέσμιση της άμεσης δημοκρατίας με τη μορφή του ομοσπονδιακού Κοινοτισμού.

Πρόκειται για τη διάδοση της παραπάνω θέσης μας, που διευρύνεται και διασυνδέεται εδώ και τώρα. Και εν μέρει, λόγω της επιρρεπούς στην κρίση φύσης του σημερινού κοινωνικού συστήματος, είναι δυνατόν να γίνει πράξη και λογική της πλειοψηφίας.
Στα σημερινά εγχειρήματα του πολύμορφου αυτού κινήματος και στις δραστηριότητές του, εμπεριέχονται οι δυνατότητες μιας κοινωνίας σε μετακαπιταλιστική μετάβαση. Στοιχεία της έχουν ήδη δημιουργηθεί, εάν και ακόμα ξετυλίγονται και δεν είναι πλήρη. Τέτοια στοιχεία είναι αυτά της άμεσης δημοκρατίας στα πλαίσια της λειτουργίας των εγχειρημάτων, της οικολογίας με τη μορφή του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στις οικονομικές δραστηριότητές τους, της οικονομίας των αναγκών στις πρακτικές της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας που υλοποιούν. Της ισότητας των αμοιβών και των αυτοκαθοριζόμενων συνθηκών εργασίας από τα μέλη τους, της ισότητας των φύλων και των μειονοτήτων στη συμμετοχή και στη λήψη των αποφάσεων κ.λπ.
Ταυτόχρονα αυτά τα εγχειρήματα είναι πάντα εκτεθειμένα στον κίνδυνο να εκληφθούν ως ιδιοτελείς προσπάθειες για βελτίωση των συνθηκών ζωής μόνο των μελών τους και όχι και των κοινοτήτων γύρω τους. Αμυντικές μάχες, συγκρούσεις και διαπραγματεύσεις για οικειοποίηση κοινών πόρων απαιτούνται για όσο διάστημα το ιεραρχικό εθνικό κράτος και η καπιταλιστική αγορά με τίς αντίστοιχες λογικές τους κυριαρχούν. Αυτές οι μάχες θα γίνονται πιο επιτυχείς, αν δίνονται στο πλαίσιο ενός ισχυρού, κοινού και πάνω από όλα χειραφετικού κοινωνικού κινήματος.
Το συγκεκριμένο μετα-καπιταλιστικό όραμα είναι ένας κόσμος που δεν είναι ιεραρχικός, αλλά συνδεδεμένος με δίκτυα λειτουργικά όλων των επιπέδων και δεσμών, είναι αυτο-οργανωμένος και οι βασικές προσωπικές ανάγκες όλων των πολιτών μπορούν να ικανοποιηθούν μέσω της αφθονίας των συλλογικών αγαθών (Commons). Αυτός ο κόσμος θα χαρακτηρίζεται εξάλλου από αυτοκαθοριζόμενες και γεμάτες ευθύνη σχέσεις δραστηριοτήτων και εργασίας, οι οποίες θα φέρνουν χαρά και νόημα, χωρίς υπερβολική εκμετάλλευση πόρων ή καταστροφή οικοσυστημάτων.
Το κίνημα των κοινοτήτων εμπιστεύεται το ανθρώπινο δυναμικό και μεταφράζει την έννοια της βιωσιμότητας στη γλώσσα των ανθρώπινων αναγκών: Υπάρχει μια βασική ανάγκη, η διατήρηση του πλανήτη, η οποία μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο εάν οργανώσουμε την ικανοποίηση, τόσο των ατομικών όσο και των συλλογικών αναγκών, σε αρμονία με τα όρια που βάζουν οι δυνατότητες των οικοσυστημάτων της γης. Η κοινή χρήση είναι ένας συγκεκριμένος τρόπος αντιμετώπισης της ανθρώπινης και μη ανθρώπινης φύσης, ο οποίος δεν βασίζεται στους καταναγκασμούς του αφηγήματος της «ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων», αλλά αναγνωρίζει ότι εμείς οι άνθρωποι είμαστε ένα (ανα)παραγόμενο στοιχείο του πλανήτη γη. Τα Κοινά (Commons) βέβαια ενδέχεται να μην επιλύσουν μακροπρόθεσμα όλα τα προβλήματα του κόσμου. Αλλά ζούμε το τέλος του καπιταλιστικού κόσμου, στο οποίο δυστοπικό τέλος, οι αντιθέσεις μάλλον τείνουν να επιδεινώνονται και οι συγκρούσεις γίνονται όλο και πιο βάναυσες. Για αυτό είναι ιδιαίτερης σημασίας η δημιουργία θετικών προοπτικών, η διατύπωση και - περισσότερο από οτιδήποτε - η πρακτική ενός αλληλέγγυου οράματος.
Για το μέλλον, φαίνεται επιθυμητό και απαραίτητο να βρεθεί κοινά αποφασισμένη και συντονισμένη κατεύθυνση για την προοπτική του κινήματος. Ο όρος σύγκλισηταιριάζει σε τέτοιες διαδικασίες σχηματισμού συμμαχιών και περιλαμβάνει επίσης πολλά άλλα ρεύματα που κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Ταυτόχρονα, πρέπει επίσης να εντατικοποιηθούν οι συζητήσεις γύρω από το περιεχόμενο, ώστε να αναλυθούν παραπέρα και τα στρατηγικά ζητήματα, αλλά και να συζητηθούν ανοιχτά τα αμφιλεγόμενα ζητήματα. Μόνο έτσι μπορεί να αποφευχθεί η σημερινή πραγματικότητα, όπου τα διαφορετικά ρεύματα δεν είναι συνδεδεμένα και δρουν παράλληλα και απομονωμένα. Θα χρειασθεί να ληφθεί μέριμνα ώστε να προέλθει μια διασύνδεση που θα χαρακτηρίζεται βέβαια από ποικιλομορφία και όχι οπωσδήποτε από ταύτιση.
Θα χρειασθεί επίσης να γίνει κοινά αποδεκτός ένας όρος που θα μπορέσει να αποτελέσει την κοινή στέγη, τον κοινό στόχο και να περιλαμβάνει τον κοινό ορίζοντα κατανόησης των διαφορετικών ρευμάτων, που δεν μπορεί να είναι άλλος από το ξεπέρασμα του καπιταλισμού.
Γενικότερα, ήρθε ο καιρός, που τα όποια-σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο- σημερινά κοινωνικά κινήματα θα χρειασθεί, στηριζόμενα στη αναβίωση του πνεύματος του κοινοτισμού στις σύγχρονες σημερινές συνθήκες και συνδεόμενα μεταξύ τους, να μετατραπούν σε ενιαίο πολιτικό κίνημα μετάβασης για την μετακαπιταλιστική κοινωνία.
Ειδικά για τη χώρα, που βρίσκεται σε συνθήκες οικονομικού πολέμου και έχει μετατραπεί σε αποικία χρέους, το πολύμορφο αυτό κίνημα θα χρειασθεί να διαμορφώσει ένα ελκυστικό πρόγραμμα διεκδίκησης της «εδώ και τώρα» αλλαγής πορείας, δημιουργώντας ταυτόχρονα τα στοιχεία και τις κοινωνικές δομές του νέου κόσμου που οραματίζεται, αφήνοντας πίσω τον καπιταλιστικό κόσμο που μας οδηγεί στην κοινωνική και οικολογική κατάρρευση.
Η μελλοντική επιδίωξη της κοινωνικής χειραφέτησης και της ένταξης των ανθρώπινων κοινοτήτων –πέρα από σύνορα-με ισορροπία στα πλαίσια ενός πεπερασμένου πλανητικού οικοσυστήματος, θα μπορέσει να υλοποιηθεί μόνο από μια σύγκλιση, στη δράση και στη σκέψη, των παραπάνω κοινωνικοπολιτικών ρευμάτων, και στο επίπεδο της καθημερινής ζωής, και στο επίπεδο της κοινωνικής και πολιτικής θέσμισης. Και καταρχήν στην διαπαιδαγώγηση –μέσα από την συμμετοχή-του απαραίτητου ανθρωπολογικού τύπου -σε κρίσιμο αριθμό- που θα βάλει όλη την κοινωνία σε περίοδο κοινωνικοοικολογικού μετασχηματισμού. Ξεκινώντας βασικά από κάθε τοπική κοινωνία.

Τρίτη, 12 Ιουνίου 2012

Μια άλλη στάση ζωής(συνέχεια 7...)

Ο ριζικός και δημοκρατικός μετασχηματισμός της σημερινής κοινωνίας

με ορίζοντα μια αυτόνομη κοινωνία ελεύθερων ανθρώπων θα είναι έργο όλων

1. Πώς τίθεται σήμερα το ζήτημα της «επανάστασης»

Όσο και αν φαίνεται μακρινός, ορίζοντας μιας άλλης στάσης ζωής, εδώ και τώρα, είναι ο ριζικός και δημοκρατικός μετασχηματισμός της σημερινής κοινωνίας, έργο της ίδιας της κοινωνίας, των ανθρώπων της, και γι’ αυτό αυτομετασχηματισμός. O μετασχηματισμός της κοινωνίας, που άλλοτε ονομάζαμε επανάσταση, αποκτά σήμερα νέο περιεχόμενο, αποτελεί, όπως ήδη ανέφερα, συλλογικό και μακρόπνοο εγχείρημα, και πρέπει να κατανοείται ως ριζικά νέα πολιτισμική δημιουργία με στόχο μια αυτόνομη κοινωνία ελεύθερων ανθρώπων. Με την κατεξοχήν πολιτική έννοια που έχει εδώ, ριζικά νέα πολιτισμική δημιουργία σημαίνει την επινόηση νέων αξιών κοινωνικής ζωής και τη δημιουργία νέων θεσμών ρύθμισής της. Όπως επίσης ανέφερα, μόνο σε αδρές γραμμές θα μπορούσαμε να περιγράψουμε τώρα το περιεχόμενο του ριζικού και δημοκρατικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, ο οποίος όμως μπορεί να αρχίσει από σήμερα κιόλας.

Επειδή βασική επιδίωξη του ριζικού αυτομετασχηματισμού της σημερινής κοινωνίας πρέπει να αποτελεί η εκθρόνιση της ανάπτυξης ως κεντρικού στόχου της κοινωνίας, ο αυτομετασχηματισμός αυτός σημαίνει την εκ βάθρων αναδιοργάνωση και αναδιάρθρωση της υπάρχουσας κοινωνίας, έτσι ώστε η βιοποριστική εργασία να μην έχει τη θέση κεντρικής αξίας στην κοινωνία και να μην παίζει τον κυρίαρχο ρόλο στη ζωή των ανθρώπων. Σύστοιχα, πρέπει να πάψει η παιδεία να θεωρείται αποκλειστικά ως το προστάδιο της επαγγελματικής απασχόλησης, να υπάρξει δηλαδή μια άλλη διάρθρωση - στην ουσία ανεξαρτοποίηση - της παιδείας, που μορφώνει, καλλιεργεί και εξανθρωπίζει, και της εκπαίδευσης για τη βιοποριστική εργασία. Η ζωή του ανθρώπου πρέπει να πάψει να θεωρείται, και μάλιστα κατά τον πιο φυσικό τρόπο, ως ένα αναγκαστικό δρομολόγιο, μέσα στην μονοτονία του οποίου ο καθένας θυσιάζει τα καλύτερά του χρόνια στη δουλειά-δουλεία, για να ξεκουραστεί δήθεν στα γεράματα. Είναι φανερό ότι αυτός ο γενικός στόχος περιλαμβάνει πολλούς άλλους, όπως την κατάργηση της «εθνικής παιδείας», διάβαζε κρατικής, η οποία ενσταλάζει τις «υγιείς αρχές», διάβαζε τις κυρίαρχες συντηρητικές ιδέες, της κοινωνίας στην ψυχή και τον νου των νέων. Όπως όλοι οι θεσμοί μιας αυθεντικά δημοκρατικής κοινωνίας, έτσι και η παιδεία αποτελεί υπόθεση όλων των πολιτών, που έχουν τον κύριο λόγο για το περιέχόμενό της.

Παρένθεση για δύο λόγους. Επειδή οι παραπάνω προτάσεις μπορεί να θεωρηθούν ξεκομμένες από τη σημερινή πραγματικότητα, αλλά και επειδή την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές χιλιάδες νέοι διαδηλώνουν στη Γαλλία, όπου ζω, με αιτήματα που έχουν άμεση σχέση με την κρατική εκπαίδευση και την εργασία, θα κάνω την παρακάτω επισήμανση. Στην εποχή γενικής σύγχυσης που ζούμε, έχει αντιστραφεί η σημασία των λέξεων, τα πάντα έχουν χάσει το πραγματικό νόημά τους. Ο Θουκυδίδης είχε εύστοχα παρατηρήσει το φαινόμενο αυτό σε περιόδους οξείας κοινωνικής κρίσης. Τα προβλήματα της σημερινής εκπαίδευσης, που αδυνατεί να εκπληρώσει ακόμα και τους στόχους της παρούσας κοινωνίας, και τα προβλήματα της εργασίας, τα οποία απορρέουν σαφώς από συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές έκδηλης και σκανδαλώδους κοινωνικής αδικίας, αλλά και από την σαφώς ατομικιστική στάση συγκεκριμένων κοινωνικών κατηγοριών, ονομάζονται ανεργία. Και η ανεργία ονομάζεται fléau : μάστιγα, πληγή σαν τις πληγές του Φαραώ, σαν κάτι που το στέλνει ο ουρανός, σαν θεομηνία. (Η λέξη χρησιμοποιήθηκε πάλι στο πρόσφατο μήνυμα του προέδρου της γαλλικής République Σιράκ.) Δεν αποτελεί λοιπόν προσωπική πεποίθηση ξεκομμένη από τα πραγματικά προβλήματα της σημερινής κοινωνίας, αποτελεί μακρόχρονη, ιστορική θα έλεγα, εμπειρία που προκύπτει από την αποτυχία όλων των διευθυντικών πολιτικών ομάδων να λύσουν τα προβλήματα αυτά, να υποστηριχθεί η άποψη ότι η λεγόμενη ανεργία παραπέμπει άμεσα στην αξία που λέγεται εργασία, και στον ολοένα πιο κεντρικό ρόλο που επεδίωξε αυτή να παίξει στις σύγχρονες κοινωνίες, για να υπηρετήσει μονοδιάστατα την περίφημη ανάπτυξη. Ακόμα και η ικανοποίηση της πιο ευγενούς διεκδίκησης που έχει ώς τώρα προβληθεί για να λυθεί το πρόβλημα της ανεργίας, του μοιράσματος της εργασίας, πέρα από το γεγονός ότι προϋποθέτει την καταπολέμηση του εγωιστικού ατομικισμού μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού, δεν θα μπορούσε να λύσει το πρόβλημα αυτό. Για να πάψουμε να διαβάζουμε την πραγματικότητα αντεστραμμένα, για να αποκατασταθεί η σημασία των λέξεων, για να πούμε επιτέλους τα πράγματα με το όνομά τους, η πολιτική πρόταση είναι να πάψει η ανάπτυξη να αποτελεί τον κεντρικό στόχο της κοινωνίας, που πράγματι προϋποθέτει το τιτάνιο έργο της αναδιαπαιδαγώγησης των νέων γενιών για να ρυθμίσουν τη ζωή τους διαφορετικά. Η στενή σχέση της σημερινής κρατικής εκπαίδευσης με τη βιοποριστική εργασία, και το ρόλο της τελευταίας στη συνολική ζωή των ανθρώπων, φαίνεται τώρα καθαρά. Κλείνοντας αυτή την παρένθεση θα συμπληρώσω ότι ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους τα άτομα εγκαταλείπουν κατά κανόνα κάθε προσπάθεια καλλιέργειας και παιδείας μετά τις σπουδές στα θρανία, είναι η ενσταλαγμένη μέσα τους ιδέα της χρησιμοθηρίας αυτών των σπουδών.

Ο αυτομετασχηματισμός της σημερινής κοινωνίας, χαρακτηρίζεται επίσης δημοκρατικός για δύο βασικά λόγους : πρώτον, θα γίνει με απόλυτα δημοκρατικό τρόπο• δεύτερον, θα οδηγήσει στην κοινωνία της απόλυτης πολιτικής ισότητας όλων των πολιτών.

Έτσι, ως προς τις κρίσιμες αξίες της θρησκείας και της οικογένειας, η αναδιαμόρφωση της κοινωνίας με στόχο την αυτόνομη κοινωνία σημαίνει, σε μια πρώτη φάση, γενικά και αντίστοιχα τα εξής. Για τη θρησκεία, ανοικτή δημοκρατική συζήτηση για να καταδειχθεί το καθαρά μυθολογικό περιεχόμενό της - αποτελεί ωραία πράγματι έκφραση ενός κατά τα άλλα μέτριου μυθιστορήματος η παρακάτω : «όλες οι θρησκείες είναι αληθινά ψέματα» (Σώτη Τριανταφύλλου, Το εργοστάσιο των μολυβιών, εκδόσεις Πατάκη, νέα, αναθεωρημένη έκδοση, Αθήνα 2005, σελ. 274). Για την οικογένεια, συλλογική αναζήτηση νέων μορφών κοινωνικοποίησης και ανατροφής των παιδιών με στόχο να γίνουν ελεύθερα άτομα. Διάκριση του έρωτα από την αναπαραγωγική λειτουργία και την ανατροφή των νέων γενιών, κάτι που ήξεραν οι αρχαίοι Έλληνες και είχαν εφαρμόσει στην πράξη. Ως προς τις αξίες αυτές, η απόλυτη ελευθερία του καθενός να υιοθετεί τη στάση που θέλει, θα είναι για πάντα διασφαλισμένη. Απόλυτη ατομική ελευθερία, όμως, ως προς τις αξίες αυτές, σημαίνει ταυτόχρονα ότι χάνουν τα προαιώνια και θεσμισμένα προνόμιά τους να θεωρούνται ως δεδομένες και να εμφυσούνται στους ανθρώπους από τη βρεφική τους κιόλας ηλικία.

Αυτόνομη είναι η κοινωνία που αυτο-νομοθετεί, που αποφασίζει η ίδια για τους νόμους που θέλει να την κυβερνούν και γενικότερα για τους στόχους που επιδιώκει. Αυτόνομο είναι το άτομο που, συμμετέχοντας στις αποφάσεις για τους νόμους και τους στόχους της κοινωνίας, σέβεται τις αποφάσεις αυτές, και ταυτόχρονα έχει τη δυνατότητα, διότι του την δίνει ακριβώς το περιεχόμενο τούτων των αποφάσεων, να ορίζει το ίδιο τους κανόνες και να θέτει τους στόχους της ζωής του. Η αυτόνομη κοινωνία συνενώνει μπορούμε να πούμε ελευθερία και δημοκρατία. Δεν μπορεί να υπάρξει αυτόνομη κοινωνία χωρίς αυτόνομα άτομα, ούτε και αυτόνομα άτομα σε μη αυτόνομη κοινωνία.

Ο παραπάνω ορισμός έχει το πλεονέκτημα ότι μας επιτρέπει να καταλάβουμε τι πρέπει να απορρίψουμε. Θα έχει πάντα το μειονέκτημα ότι δεν μας επιτρέπει να καταλάβουμε τι πρέπει κάθε φορά να πράξουμε, και αν θα επιτύχει. Αυτή είναι η πολιτική στην πιο βαθιά της σημασία.


2. Πώς τίθεται σήμερα το ζήτημα του «συλλογικού υποκειμένου»
που θα μπορούσε να πραγματοποιήσει την «επανάσταση»

Όσοι έχουν συνηθίσει να σκέφτονται την πραγματοποίηση του κοινωνικού μετασχηματισμού κατά έναν ορισμένο παραδοσιακό, και μηχανιστικό, τρόπο, θα ρωτήσουν : υπάρχει σήμερα το συλλογικό υποκείμενο που θα μπορούσε να συσπειρωθεί γύρω από τον πόλο : κατά της υπάρχουσας κοινωνίας στο σύνολό της ;

Η παραπάνω ερώτηση προϋποθέτει μια αντίληψη της «επανάστασης» που πρέπει να απορριφθεί. Η αντίληψη αυτή, είδος μεσσιανικής θρησκευτικής πίστης, στηρίζεται στην ιδέα ότι προορισμένες να κάνουν την «επανάσταση» είναι κοινωνικές κατηγορίες που έχουν μια υποδεέστερη θέση στην κοινωνία και κυρίως στην παραγωγή• μόνο αυτές οι κοινωνικές κατηγορίες, αποκτώντας «ταξική συνείδηση», μπορούν να αποτελέσουν «επαναστατική τάξη», που αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα ολόκληρης της κοινωνίας• και μόνο αυτές μπορούν να «συνειδητοποιηθούν πολιτικά» - με τη στενή έννοια της κατάκτησης της κρατικής εξουσίας. Τότε, δεν μένει παρά να περιμένουμε - όπως περίμεναν άλλοτε τον μεσσία - τον αναπόφευκτο ερχομό, μόλις «ωριμάσουν οι συνθήκες», της εξέγερσής τους, που θα στεφθεί από τη νίκη. Ταυτόχρονα και αντιφατικά, όσοι υιοθετούν αυτή την αντίληψη πιστεύουν στην ανάγκη φωτισμένων πρωτοποριών, ατομικών και συλλογικών, που θα ωθήσουν τα μέλη των υποδεέστερων κοινωνικών κατηγοριών στην ορθή «συνειδητοποίηση» - όσοι «συνειδητοποιήθηκαν» γνωρίζουν την περίφημη λέξη - και θα τα «καθοδηγήσουν πολιτικά» την ώρα της «επανάστασης» προς έναν συγκεκριμένο και προκαθορισμένο στόχο. Όλη η ιστορική εμπειρία, όμως, διαψεύδει αυτό το σχήμα μηχανιστικής και ντετερμινιστικής σκέψης. Αποδείχτηκε επίσης ότι η «συνειδητοποίηση», που έρχεται από τα έξω (τους «επαγγελματίες επαναστάτες»), και η «καθοδήγηση» από τα πάνω (το περίφημο Κόμμα), αποτελούν αντιδημοκρατικά μέσα που δεν είναι δυνατό να έχουν σχέση με τον δημοκρατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας και δεν μπορούν να οδηγήσουν στη δημιουργία μιας αυτόνομης κοινωνίας ελεύθερων ανθρώπων.

Οι μεγάλες λαϊκές κινητοποιήσεις επαναστατικού χαρακτήρα, λίγες σχετικά σε όλη την ιστορία της ανθρωπότητας, υπήρξαν συλλογικές πολιτικές δημιουργίες που εμπνεύστηκαν πρώτα και κύρια από ορισμένα ιδανικά. Στις πιο σημαντικές ιστορικές περιπτώσεις, τα ιδανικά αυτά διαμορφώθηκαν κατά την πορεία του αγώνα από τους ίδιους τους συμμετέχοντες στην κινητοποίηση, και δεν προϋπήρχαν σε καμιά θεωρία. Η θεωρία ήρθε μετά, και στις πιο πολλές περιπτώσεις συνέβαλε στο πάγωμα της κινητοποίησης. Η ισότητα των ανθρώπων, η ελευθερία τους να αποφασίζουν αυτοί για τους νόμους της κοινωνίας τους, η πολιτική ως συλλογική δραστηριότητα όλων των πολιτών, η δημοκρατία, η ισότητα ανδρών και γυναικών, όλα αυτά τα πολιτικά ιδανικά, δεν δημιουργήθηκαν επειδή οι άνθρωποι είχαν μια ορισμένη θέση στην κοινωνία, δημιουργήθηκαν επειδή οι άνθρωποι διαμόρφωσαν τη θέση της συνολικής αλλαγής της κοινωνίας στην οποία ζούσαν, και έτσι δημιούργησαν νέες αξίες. Η διαμόρφωση της θέσης αυτής είναι αποτέλεσμα πολλών και σύνθετων παραγόντων και συγκυριών, μεταξύ των οποίων η θέση στην παραγωγή, ή η αντικειμενικά υποδεέστερη θέση στην κοινωνία, παίζει δευτερεύοντα ρόλο. Γιατί μερικοί άνθρωποι διαμόρφωσαν πρώτοι τη θέση της συνολικής αλλαγής της κοινωνίας στην οποία ζούσαν ; Στο ερώτημα αυτό είναι μάταιο να αναζητήσουμε μια γενικευμένη απάντηση, για να κατασκευάσουμε μια θεωρία.

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, ιστορικής μάλιστα κλίμακας και σημασίας, της παραπάνω συνοπτικής σύνθεσης, συνιστά η περίπτωση των γυναικών που αποτελούν τον μισό πληθυσμό της ανθρωπότητας. Αυτή μάλιστα η περίπτωση συνιστά το κατεξοχήν αντιπαράδειγμα που ανατρέπει κάθε αντίληψη, σχετική με το «συλλογικό υποκείμενο» της «επανάστασης», η οποία στηρίζεται θεωρητικά στην αντικειμενική και υποδεέστερη κοινωνική θέση ορισμένων κοινωνικών κατηγοριών. Η πραγματικά, και τραγικά, υποδεέστερη θέση των γυναικών στην κοινωνία, μέχρι σήμερα ακόμα, δεν συνετέλεσε στην εξέγερσή τους που, θεωρητικά, θα ’πρεπε να είναι η πρώτη. Οι συλλογικές κινητοποιήσεις τους για την ισότητα αποτελούν μια σημαντικότατη πολιτική δημιουργία, η οποία όμως βρίσκεται ακόμα στην αρχή αν λάβουμε υπόψη τις έκδηλες ανισότητες έναντι των γυναικών που διατηρούνται στις σημερινές δυτικοευρωπαϊκές κοινωνίες. Και τούτο δείχνει ταυτόχρονα δύο πράγματα : πρώτον, ότι, για τον πρόσθετο αυτό λόγο, οι σημερινές δυτικοευρωπαϊκές κοινωνίες, συμπεριλαμβανομένης και της ελληνικής, δεν είναι δημοκρατικές, ούτε εξισωτικές• δεύτερον, ότι αναπόσπαστο στοιχείο του ριζικού και δημοκρατικού μετασχηματισμού αυτών των κοινωνιών πρέπει να είναι η κατάργηση όλων των ανισοτήτων έναντι των γυναικών, και κυρίως η εγκαθίδρυση της ισότητας και της ελευθερίας μεταξύ των δύο φύλων.

Στη διαμόρφωση των παραγόντων και των συγκυριών που μπορούν να οδηγήσουν τους ανθρώπους να διαμορφώσουν τη θέση της συνολικής αλλαγής της κοινωνίας στην οποία ζούν, και έτσι να επινοήσουν νέες αξίες και να δημιουργήσουν νέους θεσμούς, ο καθένας μας έχει σήμερα τη δυνατότητα να παίξει κάποιον ρόλο. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται, ούτε είναι δυνατό να κάνουμε την ιστορική εμπειρία των επαναστάσεων θεωρία. Και μόνο έτσι γίνεται δυνατό να συλλογιστούμε ελεύθερα τι θα μπορούσε να σημαίνει σήμερα ο ριζικός και δημοκρατικός μετασχηματισμός της κοινωνίας.

Με βάση τη συνοπτική αυτή ανάλυση, αντί να αναζητά τους «καλούς» και τους «κακούς», η επιδίωξη μιας δημοκρατικής πολιτικής σκέψης στις σημερινές συνθήκες έγκειται στο να αναζητά τα πραγματικά προβλήματα όλων των ανθρώπων, και σε όλες τις σφαίρες της ζωής τους. Οφείλει γι’ αυτό να θέτει στόχους οι οποίοι να αφορούν όλον σχεδόν τον πληθυσμό, εφόσον το ζητούμενο είναι ο μετασχηματισμός της κοινωνίας στο σύνολό της, και όχι η εναλλαγή των ρόλων. Αυτόν το χαρακτήρα έχουν τα δύο πρωταρχικά αιτήματα που προβάλλονται σε τούτο το κείμενο. Το αίτημα (ας το πούμε διαδικαστικό) να αποκτήσουν όλοι οι πολίτες, άνδρες και γυναίκες, το δικαίωμα απόφασης για όλα τα κρίσιμα ζητήματα που αφορούν την παρούσα κοινωνία και την ίδια τη ζωή τους, συμπεριλαμβάνει τους πάντες και μπορεί να γίνει διεκδίκηση όλων. Το αίτημα ουσίας να τεθεί επί τάπητος το ζήτημα του κεντρικού και μοναδικού στόχου της παρούσας κοινωνίας, που είναι η ανάπτυξη, αφορά όλους και μπορεί να γίνει διεκδίκηση όλων. Γύρω από τα δύο αυτά ζητήματα περιστρέφονται τα ουσιαστικά προβλήματα των σημερινών κοινωνιών και της μεγάλης πλειοψηφίας των μελών τους, αν την τομή την κάνουμε εκεί που πρέπει : υπέρ ή κατά των αξιών της υπάρχουσας κοινωνίας, που δεν έχουν πια νόημα, υπέρ ή κατά του αντιπροσωπευτικού καθεστώτος, που είναι αντιδημοκρατικό. Και μόνο αν τεθούν ξεκάθαρα, για να συζητηθούν δημοκρατικά, τα ζητήματα αυτά, μπορεί να ανοίξει ο δρόμος της επινόησης νέων αξιών κοινωνικής ζωής και της δημιουργίας νέων θεσμών ρύθμισής της.

Ακόμα κι αν δεχθούμε ότι κάποτε υπήρχε ιστορικά προνομιακό συλλογικό υποκείμενο του κοινωνικού μετασχηματισμού, η μεσσιανική εργατική τάξη, σήμερα δεν υπάρχει προνομιακό υποκείμενο για να οδηγήσει την ιστορία στον προορισμό της. Διότι η ιστορία δεν έχει προορισμό, θα τον δημιουργήσουν ενδεχομένως οι άνθρωποι. Και ο μόνος τρόπος να δημιουργηθούν πολλά συλλογικά υποκείμενα με στόχο τον κοινωνικό μετασχηματισμό, και κυρίως να διαμορφωθεί η πολιτική συλλογικότητα που θα μπορούσε να τον πραγματοποιήσει, είναι να δοθεί το δικαίωμα της απόφασης σε όλους. Να υπευθυνοποιηθούν όλοι οι πολίτες. Αυτοί θα είναι το καθολικό και πολιτικό υποκείμενο για μια αυτόνομη κοινωνία. Οι αξίες και οι στόχοι της θα αποτελέσουν δικό τους έργο.

Στα πλαίσια αυτά, τίποτε δεν εμποδίζει να δημιουργήσουμε συλλογικότητες και, κυρίως, να αναπτυχθούν εδώ και τώρα συλλογικές πράξεις που θα μπορούσαν να παίξουν έναν ιδιαίτερο ρόλο στην επίτευξη των παραπάνω στόχων. Οι συλλογικότητες αυτές δεν έχουν κανένα ιστορικό προνόμιο, δεν αντλούν το κύρος τους από καμιά θεωρία, δεν θέλουν να καθοδηγήσουν κανέναν.

Έτσι, κατά βάση, δεν οφείλουμε να απαντήσουμε στο ερώτημα : ποιο θα είναι το «συλλογικό υποκείμενο» της «επανάστασης», αλλά στο ερώτημα : τι θέλουμε να αλλάξουμε και προς ποια κατεύθυνση. Αποτελεί γι’ αυτό θεμελιώδη προϋπόθεση να καταγγελθούν σθεναρά όλες οι καθιερωμένες πολιτικές, και στην πραγματικότητα κομματικές, συλλογικότητες, οι οποίες εξαπατούν ηθελημένα ή αθέλητα και τον εαυτό τους και πάρα πολλούς άλλους. Δεν είναι δυνατό να εμφανίζονται ως δημοκρατικοί, άνθρωποι που δεν είναι, αφού δεν πιστεύουν στην πολιτική ισότητα όλων των συμπολιτών τους• ούτε ως προοδευτικοί, αυτοί που θα παλέψουν με όλα τα μέσα για να μην ανατραπεί η καθεστηκυία τάξη πραγμάτων. Το ερώτημα είναι αμείλικτο : υπέρ ή κατά αυτής της κοινωνίας στο σύνολό της ; Κάθε άλλο ερώτημα αποτελεί υπεκφυγή.

Οι συλλογικότητες αυτές καλούνται πιο συγκεκριμένα να απαντήσουν : πρώτον, πιστεύουν στην απόλυτη πολιτική ισότητα των ανθρώπων ; Δεύτερον, τι θέση παίρνουν για τις αξίες : θρησκεία, οικογένεια, κρατική εκπαίδευση, εργασία, και πατρίδα ;

Ας θυμηθούμε ότι το κατεξοχήν αντιδραστικό τρίπτυχο είναι : Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια, και ότι το γαλλικό δικτατορικό καθεστώς της συνεργασίας με τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής, που επιβλήθηκε το 1940 ως «εθνική επανάσταση», ανακήρυξε ως υπέρτατες αξίες την Εργασία, την Οικογένεια και την Πατρίδα. Μου δίνεται εδώ η ευκαιρία να διευκρινίσω ότι σε τούτο το κείμενο δεν θίγω το ζήτημα του Κράτους-έθνους, διότι, στην προοπτική του ριζικού και δημοκρατικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, τούτο απαιτεί μια ιδιαίτερη και μεγάλη ανάλυση η οποία να συμπεριλαμβάνει και τη σημερινή χαοτική κατάσταση των διεθνών σχέσεων. Προϋποθέτω ότι μια αυτόνομη κοινωνία ελεύθερων ανθρώπων είναι σήμερα δυνατή στα πλαίσια μιας ευρωπαϊκής χώρας όπως η Ελλάδα. Σε κάθε περίπτωση, μια δημοκρατική κοινωνία μπορεί να λύσει το πρόβλημα της αυτοκυβέρνησής της χωρίς να είναι αναγκαίος ο θεσμός του Κράτους. Και μια αυτόνομη κοινωνία θα μπορούσε να θεσμιστεί, όχι ως κοινωνία των Ελλήνων, αλλά ως κοινωνία των πολιτών της, η απόλυτη πολιτική ισότητα των οποίων αφήνει πίσω της, χωρίς να καταργεί, κάθε άλλη διαφορά• αρκεί κάθε πολίτης να εστερνιστεί τη βαθιά αληθινή ρήση του Μοντεσκιέ : «Είμαι πρώτα απ’ όλα άνθρωπος, και δεν είμαι Γάλλος παρά μόνο κατά τύχη.»

Οι καθιερωμένες κομματικές συλλογικότητες καλούνται επίσης να απαντήσουν : θέλουν μια κοινωνία χωρίς θρησκεία, χωρίς καταπιεστικές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, χωρίς θεσμισμένη γνώση, χωρίς η βιοποριστική εργασία να είναι η κύρια απασχόληση των ανθρώπων ; Εξάλλου, τι γνώμη έχουν για τη φιλία και τον έρωτα ; Επαναλαμβάνω ότι κάθε μετατόπιση της συζήτησης από αυτό το πεδίο αποτελεί υπεκφυγή.

Το χωρίς όμως δεν φτάνει, διότι δηλώνει μόνο το κατά. Χρειάζονται απαραιτήτως θετικοί στόχοι οι οποίοι να εντάσσονται στο γενικό ιδανικό μιας αυτόνομης κοινωνίας ελεύθερων ανθρώπων, μέσα στην οποία τα άτομα (άνδρες, γυναίκες, νέοι, και παιδιά) ζουν έχοντας σχέσεις χειραφέτησης, μορφώνονται, καλλιεργούνται και δημιουργούν ελεύθερα, ασχολούνται με τα κοινά τους προβλήματα και τα κοινά πράγματα γενικά. Άτομα που αποδέχονται αυτούς τους γενικούς στόχους υπάρχουν σήμερα. Αλλά κυρίως, ως προς αυτούς τους στόχους, είναι δυνατό να διαμορφωθούν πολλά συλλογικά υποκείμενα σε μια πορεία συζήτησης και ανοικτής αμφισβήτησης των παραδοσιακών και ξεφτισμένων αξιών : θρησκεία, οικογένεια, κρατική εκπαίδευση, εργασία, και των αντίστοιχων θεσμών. Ανθρώπους, που αμφισβητούν σήμερα αυτές τις αξίες, θα βρούμε παντού, και αυτοί δεν έχουν απολύτως καμιά σχέση με τα υπάρχοντα πολιτικά σχήματα ή τη θέση στην παραγωγή, το οικονομικό, μορφωτικό, κλπ., επίπεδο. Αν μας ανταπαντήσουν ότι οι άνθρωποι αυτοί σήμερα είναι λίγοι, ας τους προκαλέσουμε να θέσουν υπό συζήτηση, εξασφαλίζοντας τους όρους της ελευθερίας της, τα ζητήματα αυτά, όχι τόσο για να αποδειχθεί ότι είναι πολλοί, όσο διότι αυτό απαιτεί η δημοκρατία. Τότε μπορούμε να έχουμε μια απάντηση σε κάτι στο οποίο η κοινωνία και οι δεινοί άνθρωποι που την αποτελούν έχουν ώς ένα βαθμό απαντήσει, το μαρτυρά η δεινή κρίση των αξιών και των θεσμών αυτής της κοινωνίας. Προπαντός τότε μπορούμε να έχουμε απαντήσεις, άγνωστες για μας σήμερα, στα ερωτήματα που θέτει η εκ βάθρων αναδιοργάνωση και αναδιάρθρωση της σημερινής κοινωνίας. Ο ριζικός και δημοκρατικός μετασχηματισμός της κοινωνίας θα είναι έργο πολλών συλλογικών υποκειμένων των οποίων η πολιτική δημιουργικότητα και φαντασία δεν μπορεί να ενταχθεί σε κανένα προκαθορισμένο σχέδιο. Η πολιτική σύνθεση των προτάσεών τους θα γίνεται κάθε φορά με απόλυτα δημοκρατικό τρόπο.

                   Νίκος Ηλιόπουλος


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου