Μετά το 3ο και το συνεχές-με "κόφτη"- Μνημόνιο

Τ

Τι περιμένουμε; Δεν υπάρχουν "σωτήρες"
Οι περισσότεροι νεοέλληνες περίμεναν μετέωροι και άπρακτοι την κυβέρνηση "κοινωνικής σωτηρίας" της αριστεράς με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ για να μας λύσει όλα τα προβλήματα! Να συμφωνήσει με τους "θεσμούς", να εξασφαλίσει χρηματοδότηση, να αποτρέψει τη "λιτότητα" και την "ανθρωπιστική κρίση". Και αυτή η Κυβέρνηση κάθε άλλο παρά έλυσε αυτά τα προβλήματα, έφερε ένα σκληρότερο μνημόνιο, σαν αποτέλεσμα της "σθεναράς διαπραγμάτευσης" με τους πιστωτές. Και για να το εφαρμόσει χωρίς τα "βαρίδια" της, έκανε "φαστ τρακ" εκλογές, για μια νέα "ισχυρή εντολή" από το ζαλισμένο "πόπολο". Πριν προλάβει αυτό να αντιληφθεί ότι οι υποσχέσεις των εκλογών, θα ακολουθήσουν το δρόμο των προηγούμενων που δεν κρατήθηκαν παρά το ότι ο Τσίπρας ήθελε να "πρωτοτυπήσει και να τις κρατήσει".
Και πραγματικά: με το 3ο και διαρκές μνημόνιο, που μας έφερε η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, καταρρέουν και οι τελευταίες ελπίδες του ζαλισμένου "πόπολου".
​Για όσους έχουν αντιληφθεί καθαρά αυτές τις εξελίξεις, δεν μας μένει παρά:
να διαμορφώσουμε «από τα κάτω» ένα απαραίτητο ρεαλιστικό και ελκυστικό πολιτικό πρόγραμμα για το ξεπέρασμα της σημερινής κατάρρευσης και συγχρόνως για τη μετάβαση σε μια μετακαπιταλιστική κοινωνία, που θα στηριχθεί:
-στην οικονομία των βιοτικών αναγκών και στα "κοινά" όσον αφορά στο περιεχόμενο,
-στον συνεργατισμό-συνεταιρισμό όσον αφορά στις σχέσεις παραγωγής,
-στη συλλογική-κοινοτική-δημοτική ιδιοκτησία όσον αφορά στα μέσα παραγωγής,
-στην εγγύτητα, τις μικρές αποστάσεις και την ελεύθερη ενέργεια των ΑΠΕ, όσον αφορά στο μικρότερο δυνατό οικολογικό αποτύπωμα
-Στην άμεση δημοκρατία όσον αφορά στις αποφάσεις και τους πολιτικούς θεσμούς

Δε μας μένει τίποτα άλλο σε αυτή την χώρα, από το να αναζητήσουμε ριζοσπαστικές λύσεις.
Παρακάτω περιγράφουμε τη στρατηγική της Τοπικοποίησης για τη μετάβαση σε μετακαπιταλιστικές κοινωνίες:

Η Στρατηγική της Τοπικοποίησης
1. Το παγκόσμιο πλαίσιο
Η ελληνική κρίση είναι η «εξτρέμ» έκφραση της παγκόσμιας κρίσης, στην οποία βρίσκεται το καπιταλιστικό σύστημα υπό την ηγεσία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου.
Υπάρχει μια χρηματοπιστωτική φούσκα διογκωμένη τουλάχιστον κατά 10 φορές. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να έχουν αυξηθεί υπέρμετρα οι σημερινές χρηματικές περιουσίες της ελίτ του 1% του παγκόσμιου πληθυσμού. Αυτή η ελίτ διακινώντας και δανείζοντας αυτόν τον τεράστιο χρηματικό όγκο μπορεί και ελέγχει την «ευημερία» του υπόλοιπου 99%. Αυτό είναι δυνατόν γιατί έχει εξαρτήσει από αυτό το χρήμα και τις πλειοψηφίες των «από κάτω».

Πραγματικά, η μεγάλη αύξηση της παγκόσμιας κατανάλωσης τα τελευταία 15-20 χρόνια (βασικά μεταξύ 1990-2007) πυροδοτήθηκε και στηρίχθηκε από την μαζική χορήγηση δανείων από τις τράπεζες. Είχαμε παντού αυξανόμενα επίπεδα χρέους. Των νοικοκυριών, των επιχειρήσεων, των κυβερνήσεων.

Με τη μορφή καταναλωτικών χρεών, χρηματοπιστωτικών επενδύσεων, δημοσίων χρεών, εξωτερικών χρεών σε κάθε χώρα. Στο προηγούμενο της κρίσης διάστημα το χαρακτηριστικό ήταν η αύξηση ιδίως των καταναλωτικών χρεών. Χρησιμοποιήθηκαν σαν μηχανισμός, ώστε η κατανάλωση να γίνει ο βασικός μοχλός της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Στην κουλτούρα του «δανείσου και ξόδευε» τα πιο ευάλωτα ήταν τα κοινωνικά στρώματα χαμηλού εισοδήματος, ιδίως της μεσαίας τάξης.
Η «αριστοκρατία» των μεσοστρωμάτων και των μισθωτών εργαζομένων είχαν κατορθώσει να εξασφαλίσουν για τον εαυτό τους σημαντικό μέρος της πίτας και προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να μη βρεθούν στη θέση των «από κάτω».
Οι κυρίαρχες ελίτ και τάξεις κατόρθωναν μέχρι τώρα να έχουν την συναίνεση αυτών των στρωμάτων, υποσχόμενες ότι μπορούν να τους αυξάνουν το μερίδιο της πίτας με το να τις βοηθούν να μεγαλώνουν τη συνολική πίτα μέσω της «ανάπτυξης και της προόδου». Κατορθώνοντας δηλαδή να περάσει στη συνείδηση των «από κάτω» της πυραμίδας, σαν υπέρτατη αξία-σχεδόν σα νέα θρησκεία- την «άνετη» ζωή μέσα από την συνεχή αύξηση της κατανάλωσης.
Αυτό λειτουργούσε, όσο οι λαοί πίστευαν ακόμα σε μια «εικόνα» ενός απέραντου και απεριορίστων δυνατοτήτων πλανήτη, και όσο οι οικονομολόγοι μπορούσαν να υποστηρίζουν ότι η καμπύλη της οικονομίας είναι εκθετικά αυξητική.
Όμως και η αυξημένη κατανάλωση υλικών αγαθών και η αυξημένη παραγωγή τους απαιτούν αυξημένη χρήση υλικών και ενέργειας. Περιβαλλοντικοί παράγοντες, ελλείψεις πόρων, η οικονομική διεύρυνση στην Ν.Α. Ασία (αναδυόμενες χώρες) κ.λπ., μειώνουν τη διάρκεια ζωής των πεπερασμένων αποθεμάτων που έχουν απομείνει.
Ο ανταγωνισμός μεταξύ της εξασφάλισης τροφής και της εξασφάλισης της μετακίνησης (τρόφιμα ή βιοκαύσιμα) συμβάλει π.χ. στην αύξηση των τιμών των τροφίμων.
Η αύξηση των εκπομπών του άνθρακα και η συνακόλουθη κλιματική αλλαγή, η μείωση της βιοποικιλότητας, η αποψίλωση και οι πυρκαγιές των δασών, η μείωση των ιχθυαλιευμάτων, η έλλειψη νερού, η υποβάθμιση των καλλιεργούμενων εδαφών συμβάλλουν στην μείωση της αποδοτικότητας και των οικονομικών δραστηριοτήτων των ανθρώπων και διογκώνουν το πρόβλημα της ικανοποίησης των βιοτικών αναγκών τους.
Το τελικό αποτέλεσμα των αυξημένων οικονομικών δραστηριοτήτων του οποιασδήποτε μορφής κεφαλαίου είναι η κατάρρευση των αποθεμάτων των φυσικών πόρων του πλανήτη. Αλλά και του περιβάλλοντός του, γιατί επίσης έχουν αυξημένη παραγωγή αποβλήτων, όσο και να αυξάνεται ο βαθμός απόδοσης της χρησιμοποιημένης τεχνολογίας.
Δεν είναι βασικά η «ανευθυνότητα» ή η «απληστία» των αγορών -αν και έπαιξε σημαντικό ρόλο- η αιτία της συνεχιζόμενης οικονομικής κρίσης και της κρίσης των δημοσιονομικών χρεών. Η βασικότερη αιτία είναι η ίδια η επιδίωξη της οικονομικής ανάπτυξης και της αντίστοιχης ιδεολογίας της.
Αυτή η ιδεολογία, προς το παρόν οδηγεί σε οικονομική και περιβαλλοντική καταστροφή ολόκληρες χώρες και περιοχές, και στο μέλλον σε κατάρρευση ολόκληρο τον πλανήτη: οι υλικές και οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις της επιδιωκόμενης ανάπτυξης μας οδηγεί εκτός της δημιουργίας οικονομικών χρεών και στη δημιουργίαοικολογικών χρεών.
Η ανικανότητά μας να ρυθμίσουμε τις χρηματοοικονομικές αγορές συνδυάζεται με την ανικανότητά μας να προστατέψουμε τους φυσικούς πόρους και να περιορίσουμε τις οικολογικές καταστροφές.
Τα χρέη που αφήνουμε στα παιδιά μας και τις μελλούμενες γενιές δεν θα είναι μόνο οικονομικά προς τους πιστωτές μας. Θα είναι και οικολογικά προς τον πλανήτη και τα οικοσυστήματα, τα οποία ανήκουν σε όλους και δεν έχουν σύνορα. Και αυτά θα πρέπει να τα ξεπληρώσουν –οι νέες γενιές-αποκαθιστώντας ότι έχουμε καταστρέψει οι παλιότερες. Αν θέλουν φυσικά να επιβιώσουν στο μέλλον.
Με το κυρίαρχο σημερινό μοντέλο υπερκατανάλωσης, μέχρι το 2030 θα χρειαζόμασταν έναν δεύτερο πλανήτη σαν τη γη. Ο καπιταλισμός λοιπόν αντιμετωπίζοντας αυτή την πραγματικότητα, από τη μία εξασφαλίζει για τις ελίτ όλο και μεγαλύτερο κομμάτι της υπάρχουσας πεπερασμένης πίτας καταναλώνοντας τους εναπομείναντες πόρους και από την άλλη-για να συνεχίζει να καλλιεργεί τη ψευδαίσθηση της αύξησης της πίτας-την«φουσκώνει», αφού δε μπορεί να την μεγαλώνει.
Αλλά όσο μεγαλώνουν οι φούσκες τόσο πιο εύκολα «σπάνε» και έτσι δε μπορεί πια να εξασφαλίζει εύκολα τη συναίνεση των μεσαίων τάξεων. Αυτή η συναίνεση εξέλεγε μέχρι τώρα τις κυβερνήσεις των κομμάτων εξουσίας παντού. Με την άρση της έχουμε και αμφισβήτηση του πολιτικού συστήματος της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης και διακυβέρνησης, ιδίως στα κράτη της Ν. Ευρώπης.
2. Όσον αφορά στην Ελλάδα
Η Ελλάδα έγινε ο αδύνατος κρίκος στον παγκόσμιο καπιταλισμό, λόγω της μανίας της πολιτικής και οικονομικής ελίτ, για ανάπτυξη που δεν στηριζόταν στον πρωτογενή- δευτερογενή τομέα (γεωργία, μεταποίηση, καινοτομία κ.λπ.), αλλά στον τριτογενή (κατανάλωση, εμπόριο, τουριστικές υπηρεσίες κ.λπ.) και στις κάθε είδους οικοδόμηση και κατασκευές.
Ο «εκσυγχρονισμός» που υποτίθεται έγινε -χωρίς να υπολογίζεται το οικονομικό και το περιβαλλοντικό κόστος του-στηρίχθηκε σε δάνεια κύρια από το εξωτερικό. Σε αυτό βοήθησε και η είσοδος στην Ευρωζώνη, γιατί αύξησε τη δανειοληπτική πίστη λόγω του κοινού νομίσματος. Όλοι άρχισαν να δανείζονται εύκολα.
Η κυβέρνηση και οι τράπεζες από τις «χρηματοπιστωτικές αγορές», οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά από τις τράπεζες. Το Ευρώ και τα δάνεια βοήθησαν ιδιαίτερα στο να ικανοποιείται η μανία της ελληνικής ελίτ για έργα φαραωνικά ( π.χ. των ολυμπιακών του 2004 ), για γέφυρες λιμάνια, δρόμους, αεροδρόμια και στάδια, αλλά και για τη δημιουργία ενός υπερμεγέθους πελατειακού κράτους στην υπηρεσία της.
Σε όλη τη μεταπoλεμική περίoδo μόvo τo 15% τωv συvoλικώv επεvδύσεωv παγίoυ κεφαλαίoυ στρεφόταv στη μεταπoίηση, εvώ τo 42% τωv ιδιωτικώv επεvδύσεωv στρεφόταv στην οικοδομή και τα 2/3 τωv δημoσίωv στηv υπoδoμή.
Ο τουρισμός αναδείχθηκε στη «μεγάλη βιομηχανία» της χώρας και ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού προσπάθησε να επιβιώσει προσφέροντας υπηρεσίες κατά τη «τουριστική σαιζόν», αφήνοντας κατά μέρος τις άλλες δραστηριότητες και τη γεωργία.
Και αυτή η κατεύθυνση -που υλοποιούταν από ένα πολιτικό προσωπικό κάθε άλλο παρά αξιόλογο-κατέρρευσε στα πλαίσια της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης.
Λόγω της άρσης της «εμπιστοσύνης των πιστωτών», η δομική κατά βάση ελληνική κρίση μετατράπηκε σε κρίση των δημοσιονομικών χρεών. Αυτή έφερε και τις πολιτικές της τρόικας και των «μνημονίων».
Και η σημερινή, αλλά και οι επόμενες κυβερνήσεις των κομμάτων εξουσίας, θα είναι υποχρεωμένες –με τη «βοήθεια» της τρόικα ή των θεσμών της ΕΕ στη συνέχεια-να εφαρμόσουν τέτοιες πολιτικές, ώστε να επιστραφούν με ένα τρόπο τα χρέη στους διεθνείς και ντόπιους πιστωτές.
Εξάλλου η ευρωπαϊκή ελίτ δε μπορεί πια να διατηρεί πολυπληθείς μεσαίες τάξεις και θέλει να τις συρρικνώσει, ξεκινώντας από την Ελλάδα και τη Ν. Ευρώπη. Με τα προγράμματα «σωτηρίας» επιδιώκει τη «φτωχοποίησή» τους. Τελικά όχι μόνο των μεσαίων τάξεων.
Όσον αφορά στην Ελλάδα λοιπόν, που υπήρξε ιδιαίτερα επιρρεπής στο «να καταναλώνει περισσότερο από ό,τι παράγει», το «πρόγραμμα αναπροσαρμογής» οδηγεί στη «φτωχοποίηση» ολόκληρης της ελληνικής κοινωνίας και του περιβάλλοντος της χώρας.
Η ζωή θα γίνει για τους περισσότερους Έλληνες –εκτός της τοπικής ελίτ-σε μεγάλο βαθμό αβίωτη. Είναι γενικά φανερό ότι η πολυπληθής ελληνική μεσαία τάξη περνά σε αυτούς που αποκαλούμε «από κάτω».
Παρόλο το αίσθημα ενοχής, που κυριαρχεί σήμερα στα περισσότερα στρώματα λόγω και της προπαγάνδας του «όλοι μαζί τα φάγαμε», κάποια στιγμή, ιδίως τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα των ανειδίκευτων εργαζομένων και των ανέργων δε θα μπορούν να αποδεχθούν άλλο την εξαθλίωσή τους. Μαζί με κάποια μέχρι τώρα βολεμένα, αλλά «νεόπτωχα» πλέον στρώματα, θα πάψουν να συναινούν στην υπάρχουσα Ε.Ε. Δε θα μπορούν να δεχθούν για τη χώρα τον ρόλο που θα της έχει αναθέσει ο παγκόσμιος καπιταλιστικός καταμερισμός της εργασίας. Σαν χώρας δηλαδή που θα έχει χάσει την αυτάρκεια, θα έχει καταστρέψει το περιβάλλον της και θα έχει γίνει περιοχή φθηνών υπηρεσιών και τουρισμού. Σαν χώρας εξαρτημένης πλήρως από τις εισαγωγές για την ικανοποίηση των βιοτικών αναγκών του πληθυσμού με δημιουργία ελλειμμάτων και άρα ανάγκης για συνέχιση της δανειοδότησης από τους «πιστωτές» και της πληρωμής των δανείων από τα σημερινά και αυριανά «υποζύγια». Για να συνεχίζεται η εξάρτησή της για να συνεχίζεται το «πάρτυ» της ντόπιας και διεθνούς κυρίαρχης τάξης.
Αλλά ταυτόχρονα θα καταλάβουν ότι δε μπορούν να γυρίσουν προς τα πίσω, στο προηγούμενο της κρίσης μοντέλο ανάπτυξης που στηριζόταν στον υπερκαταναλωτικό τρόπο ζωής και στο μεγενθυμένο οικολογικό αποτύπωμα. Θα χρειασθεί, μέσα από την όξυνση της κρίσης, να αντιληφθούμε όλοι ότι είναι ψευδαίσθηση η επιθυμία μας να «ανελιχθούμε» κοινωνικά και να επιδιώξουμε την «ευημερία» μας μέσω της αύξησης του κομματιού της πίτας που μας αναλογεί. Θα χρειασθεί να αντιληφθούμε καθαρά ότι η ευζωία μας δε μπορεί να ταυτισθεί με την ατομική κατανάλωση .
Μπορεί να επιτευχθεί αν επιδιώξουμε την ευζωία μέσω της ανάδειξης άλλων σημαντικών αξιών και προτεραιοτήτων: της αλληλεγγύης, της συνεργασίας, της κοινότητας, της φιλίας, της ελευθερίας, του αυτοκαθορισμού, της κοινωνικής-αλληλέγγυας οικονομίας, της στήριξης στην αφθονία των κοινωνικών-συλλογικών αγαθών μας και στους δίκαια κατανεμημένους περιορισμένους φυσικούς πόρους μας.
Να αντιληφθούμε ότι δε μπορεί να συναινούμε πλέον στον μέχρι τώρα τρόπο ανάπτυξης και διακυβέρνησης που μας οδήγησε εδώ.
Πραγματικά, η απομυθοποίηση του καπιταλισμού και της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, μπορεί να μας πείσει πιο εύκολα πια, ότι η εκχώρηση της αντιπροσώπευσης και η διαμεσολάβηση από τους επαγγελματίες πολιτικούς των κομμάτων, δεν είναι ο καλύτερος τρόπος διακυβέρνησης. Ότι θα πρέπει να αναλάβουμε οι ίδιοι τη διαμόρφωση των συνθηκών της ζωής μας, προχωρώντας σε δομές αυτοοργάνωσης και αυτοκυβέρνησης.
Πριν από όλα να μην αισθανόμαστε φτωχοί επειδή πιθανά δεν έχουμε χρήματα, ούτε άχρηστοι επειδή δεν έχουμε κάποια μισθωτή θέση εργασίας στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις ή στο κράτος. Να μη αισθανόμαστε αδύναμοι, επειδή το κόμμα που ψηφίζαμε δεν μας εκπροσωπεί τελικά και έτσι να αποσυρόμαστε από τα «κοινά».
Αν σταματήσουμε να συμπεριφερόμαστε σαν καταναλωτές πολιτικών και αποφασίσουμε να συμμετάσχουμε στις διεργασίες διαμόρφωσης της πολιτικής, στις προσπάθειες δημιουργίας συλλογικών μορφών εργασίας και παραγωγής για την ικανοποίηση βιοτικών κατ αρχήν αναγκών, θα αντιληφθούμε, ότι ο καλύτερος διαμεσολαβητής είμαστε οι ίδιοι για τον εαυτό μας.
Ένα κίνημα, που θα ξεκινήσει από την «άμυνα», από τα συνθήματα των «πλατειών»: δεν «πληρώνουμε τα χρέη τους», «δε πουλάμε τα κοινωνικά και δημόσια αγαθά μας, ούτε το περιβάλλον μας», «δε χρειαζόμαστε τα λεφτά τους» κ.λπ., θα πρέπει να προχωρήσει επιθετικά στη δημιουργία εναλλακτικών μορφών ατομικής και κοινωνικής ύπαρξης. Να διαμορφώσει και να βάλει σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα από τα κάτω, για τους «από κάτω», που θα δίνει λύσεις στην καθημερινότητά τους,αποτινάζοντας από πάνω τους το καθεστώς της αποικίας χρέους, στο οποίο βρίσκεται η χώρα, αλλά θα αλλάζει και την κυρίαρχη ατομική και κοινωνική συνείδηση του ατομικισμού που έχει διαμορφώσει τονκυρίαρχο σημερινό ανθρωπολογικό τύπο της ελληνικής κοινωνίας, ανεξάρτητα της ταξικής του προέλευσης.
Όσα κόμματα και πολιτικές οργανώσεις θα θέλουν να βοηθήσουν σε αυτό, θα χρειασθεί να ρίξουν το βάρος τους, όχι στις εκλογές, αλλά στην αυτοοργάνωση των πολιτών.
Ένα τέτοιο κίνημα μπορεί να γίνει κάποια στιγμή πλειοψηφικό στην κοινωνία, και να την οδηγήσει σε ένα νέο «κοινωνικό συμβόλαιο» για μετάβαση σε μια μετακαπιταλιστική οργάνωσή της, αν αρνηθεί τη θέση της χώρας στα πλαίσια του παγκοσμιοποιημένου καπιταλιστικού μοντέλου ανάπτυξης και της ευρωζώνης και δε συμμορφωθεί με τα μέτρα που θα προωθήσουν οι επόμενες κυβερνήσεις, για να εξαναγκασθούν να κάνουν στάση πληρωμών τόκων και χρεολυσίων και να στραφούν στη στήριξη των συλλογικών αγαθών και μισθών ικανών να ικανοποιούν τις βιοτικές ανάγκες του πληθυσμού.
Αν διαμορφώσει συνθήκες ενδογενούς και τοπικής παραγωγής και διανομής, ώστε σημαντικές κοινωνικές κατηγορίες να βελτιώσουν τα εισοδήματά τους μέσα από την προώθηση ομάδων παραγωγών, συνεταιρισμών παραγωγών-καταναλωτών για απευθείας διακίνηση τροφίμων και άλλων χρηστικών προϊόντων χωρίς μεσάζοντες, συνεταιριστικών μικρών μαγαζιών, δικτύων διανομής και τοπικών συστημάτων ανταλλαγών με δικό τους νόμισμα κ.λ.π. Αν βοηθήσει να επαναπροσδιορισθούν γενικότερα από την κοινωνία οι βασικές μας ανάγκες και ο τρόπος ικανοποίησή τους-όσο γίνεται λιγότερο μέσω των αγορών και της ατομικής κατανάλωσης- με στήριξη στα συλλογικά αγαθά και με μικρότερο κοινωνικό και οικολογικό αποτύπωμα, επιδιώκοντας την «ευζωία με ατομική εγκράτεια και μέσα από τη συλλογική αφθονία». Επιδιώκοντας περισσότερο την αυτοανάπτυξη-αυτοπραγμάτωσή μας σαν ανθρώπινα όντα μέσα από τη συμμετοχή μας στις δομές αυτοοργάνωσης όλων των επιπέδων (οικονομικών, κοινωνικών, πολιτιστικών, πολιτικών), μέσα από τη κοινωνικοποίηση της εκπαίδευσης και παιδείας και την ενσωμάτωσή της στην κοινωνική ζωή και στην παραγωγική διαδικασία-σε ισορροπία με τη φύση -και κάτω από τον έλεγχο των πολιτών και των άμεσων παραγωγών.
3. Ο ρόλος της Τοπικοποίησης
Η Τοπικοποίηση προτείνεται σαν μια στρατηγική -στα πλαίσια της αποανάπτυξης-για στροφή σε μια αποκεντρωμένη, αυτοδιαχειριζόμενη, οικολογική και αταξική κοινωνία της ισοκατανομής πόρων και εξουσιών.
• Στήριξη όσο γίνεται περισσότερο στους τοπικούς πόρους κάθε περιοχής και όσον αφορά στη Γεωργία στις τοπικές ποικιλίες και ράτσες
• Τοπική ποιοτική παραγωγή για τις ανάγκες κυρίως της αλυσίδας: πολίτης, κοινότητα, δήμος-περιφέρεια και επικράτεια και όχι οπωσδήποτε με κριτήριο το συγκριτικό πλεονέκτημα στη παγκόσμια αγορά
• Δίκτυα Ανταλλαγών-Τοπικά Νομίσματα- Tοπική αγορά των μικρών αποστάσεων
• Μεγαλύτερη δυνατότητα συμμετοχής σε θεσμούς αυτοδιαχείρισης μικρής κλίμακας. Πιο εύκολος ο έλεγχος από την τοπική κοινωνία
Για τη χώρα μας:
Nα αναβιώσουμε το κοινοτικό πνεύμα για να ξεπεράσουμε τη κρίση, αλλά και για να αποχαιρετήσουμε τον καπιταλισμό που μας οδηγεί στη βαρβαρότητα και την οικο-καταστροφή
Θα χρειασθεί να στηριχθούμε στις κοινότητες κάθε είδους- αστικές ή της υπαίθρου, αλλά και επαγγελματικές, κοινωνικής ή συνεργατικής οικονομίας, τις κοινότητες ενδιαφερόντων ή του διαδικτύου(π.χ. κοινότητες «κοινής χρήσης» κατοικιών, αυτοκινήτων κ.λπ) -σαν κύτταρα της νέας κοινωνίας που θα επιδιώξουμε.
Εφαλτήρας για την οικονομία μπορεί να γίνει ο αγροδιατροφικός τομέας, ο τομέας ένδυσης-υπόδησης, ο ενεργειακός τομέας με αιχμή στις ΑΠΕ και ο τομέας του ήπιου οικοτουρισμού για δημιουργία επιπλέον τοπικού εισοδήματος
Εφαλτήρας για τη διαμόρφωση αντίστοιχης πολιτικής οι τοπικές κινήσεις πολιτών που παρεμβαίνοντας στις τοπικές κοινωνίες και συμμετέχοντας στις τοπικές εκλογές θα απαιτήσουν «συμμετοχικούς προϋπολογισμούς» στους δήμους.
4. Ο ρόλος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης
•Τ.Α. θέτει πόρους στη διάθεση συλλογικών δομών εργασίας, με τη μορφή κοινωνικών επιχειρήσεων (συνδυασμός αμειβόμενης εργασίας για ανέργους - εξειδικευμένης από υπαλλήλους του δήμου -εθελοντικής εργασίας από εθελοντές που μαζί με τους υπαλλήλους παίζουν το ρόλο του "εμψυχωτή")
•Δημιουργεί χώρους παραγωγής και αυτοπαραγωγής (π.χ. εργαστηρίων επαναχρησιμοποίησης ηλεκτρικών - ηλεκτρονικών ειδών, επίπλων, ρούχων, κομποστοποίησης -λιπασματοποίησης οργανικών αποβλήτων, δημοτικών λαχανόκηπων, μεταποιητηρίων γεωργικών προϊόντων κ.λπ.)
•Χώρους απασχόλησης παιδιών ,ανταλλαγής ειδών από «δεύτερο χέρι»,γραφείων «συνταξιδιωτών» κ.λπ
•οργάνωση γραφείων-συνεργείων από άνεργους αρχιτέκτονες-οικοδόμους για κατασκευή-μετατροπή κτιρίων σε βιοκλιματικά, συνεργείων για τη δημιουργία «πράσινων στεγών» και «ηλιακών στεγών»
•Ειδική περίπτωση: αυτοδιαχειριζόμενα συνεργεία και όχι ιδιώτες εργολάβοι να αναλαμβάνουν συγκεκριμένες εργασίες του δήμου
5. Ο ρόλος του κοινοτισμού
Ο ρόλος του κοινοτισμού για το ξεπέρασμα της σημερινής κρίσης (αλλά και για το πέρασμα σε μετακαπιταλιστική κοινωνία) θα είναι πολύ σημαντικός:
• Να αναβιώσουμε και σήμερα το κοινοτικό πνεύμα για να ξεπεράσουμε τη κρίση, αλλά και για να αποχαιρετήσουμε τον καπιταλισμό που μας οδηγεί στη βαρβαρότητα και την οικο-καταστροφή
• Να στηριχθούμε στις κοινότητες σαν κύτταρα της νέας κοινωνίας που θα επιδιώξουμε.
• Όχι μόνο στις χωρικές-αστικές ή της υπαίθρου-αλλά και στις επαγγελματικές, τα εγχειρήματα της κοινωνικής-συνεργατικής οικονομίας ή τις κοινότητες ενδιαφερόντων ή του διαδικτύου (π.χ. κοινότητες «κοινής χρήσης» κατοικιών, αυτοκινήτων κ.λπ)
Σήμερα υπάρχουν ήδη πάνω από 2600 εγχειρήματα κοινοτικού χαρακτήρα στη χώρα, που δεν περιμένουν την επανάσταση ή κάποια «κυβέρνηση κοινωνικής σωτηρίας» για να δώσει λύση. Εμφορούνται από την αντίληψη ότι μπορούν να δημιουργήσουν από τώρα στοιχεία «του κόσμου που θέλουν, μέσα στον κόσμο που θέλουν να ανατρέψουν και να αφήσουν πίσω τους».
Η δική μας συνολική πρόταση:
Να διαμορφωθεί «από τα κάτω» και από τους έλληνες «από κάτω» ένα απαραίτητο ρεαλιστικό και ελκυστικό πρόγραμμα για το ξεπέρασμα της κρίσης και συγχρόνως για τη μετάβαση σε μια μετακαπιταλιστική κοινωνία, σε μια κοινωνία δημοκρατικής αυτονομίας που θα στηριχθεί:
• στην οικονομία των βιοτικών αναγκών όσον αφορά στο περιεχόμενο,
• στον συνεργατισμό-συνεταιρισμό όσον αφορά στις σχέσεις παραγωγής,
• στη συλλογική-κοινοτική-δημοτική ιδιοκτησία όσον αφορά στα μέσα παραγωγής,
• στην εγγύτητα και τις μικρές αποστάσεις όσον αφορά στο μικρότερο δυνατό οικολογικό αποτύπωμα,
• στην άμεση δημοκρατία των συνελεύσεων και των ανακλητών εκπροσώπων, όσο αφορά στις διαδικασίες αποφάσεων, πολιτικής θέσμισης και διακυβέρνησης
6. Ο Συνομοσπονδισμός
Εφαλτήρας για τη διαμόρφωση της κοινοτικής πολιτικής θέσμισης οι τοπικές κινήσεις πολιτών για τη δημοκρατική αυτονομία –με τη μορφή της δημοκρατίας εν δράσει και κοινή ονομασία π.χ. Κίνηση για τη "Δημοκρατική Αυτονομία"-που παρεμβαίνοντας στις τοπικές κοινωνίες στη βάση των προβλημάτων της καθημερινότητας και δημιουργώντας θεσμούς άμεσης δημοκρατίας σε όλα τα επίπεδα- θα μπορέσουν-συνδεόμενες και μεταξύ τους- να διαμορφώσουν ένα πρόγραμμα μετάβασης σε ένα σύστημα αποκεντρωμένης δημοκρατικής αυτονομίας και κοινοτισμού, σε μια κοινωνία ελευθερίας, ειρήνης, κοινωνικής και φυλετικής ισότητας, δικαιοσύνης και οικολογικής ισορροπίας.
Αυτές οι Κινήσεις θα απαιτήσουν από τους υπάρχοντες δήμους«συμμετοχικούς προϋπολογισμούς και προγραμματισμούς»(οργανώνοντας π.χ. στις γειτονιές των πόλεων και τα χωριά συνελεύσεις πολιτών όπου θα γίνονται οι προτάσεις και θα αποφασίζονται οι προτεραιότητες και στη συνέχεια Συντονιστικά Συμβούλια με ανακλητούς εκπροσώπους[1] για την προώθηση των λύσεων προς την Τ.Α. Όταν μπορέσουν να αλλάξουν τους πολιτικούς συσχετισμούς και συμμετέχοντας στις τοπικές εκλογές πάρουν την πλειοψηφία σε κάποιους δήμους, τότε τους μετατρέπουν σε θεσμούς πραγματικής αυτοδιοίκησης και αυτοκυβέρνησης (μικραίνοντας το μέγεθός τους-επιστρέφοντας τουλάχιστον στο καποδιστριακό τους μέγεθος- και θεσμοθετώντας τηνκοινότητα δρόμου στις πόλεις και την αγροτική κοινότητα σαν το μικρότερο κύτταρο της δημοκρατικής αυτονομίας, τα Συμβούλια Συνοικιών στη συνέχεια και τα Συμβούλια Πόλης.
Όταν γίνει αυτό σε αρκετούς δήμους τους ομοσπονδοποιούν και λειτουργούν για ένα πιθανά μεγάλο διάστημα σαν αυτόνομη ομοσπονδίασε σχέση συμπλήρωσης, αντιπαράθεσης και ρήξης με το κεντρικό κράτος( ένα είδος δυαδικής αντιεξουσίας) έως ότου καταλήξουμε σε ένα νέο «Κοινωνικό Συμβόλαιο» και μια δημοκρατική συνομοσπονδιακή κοινοπολιτεία στην ελληνική επικράτεια (ελπίζουμε ειρηνικά και αναίμακτα, αλλά και προετοιμαζόμενοι για πιθανές συγκρούσεις με αυτοάμυνα και αντίσταση και μεθόδους που θα έχει αναπτύξει το κίνημα εντωμεταξύ).
Από τον «αδύνατο καπιταλιστικό κρίκο της «Ενωμένης Ευρώπης» να μετατρέψουμε τη χώρα σε κόμβο κοινωνικής, πολιτικής και οικολογικής ανάτασης στα πλαίσια του πραγματικού μας «οίκου» που είναι η Μεσόγειος και τα Βαλκάνια. Όπου ανεξάρτητα των θρησκευτικών και φυλετικών διαφορών, καθώς και συνόρων, μπορούν να δημιουργηθούνσυνομοσπονδισμένες βιοπεριφέρειες, που θα στηρίζονται σε ένα εκτεταμένο δίκτυο συνεργασιών και μεταξύ τους ροών και θα αναπτύσσουν το μοντέλο της ευζωίας χωρίς «ανάπτυξη» και καταναλωτισμό , αλλά με κοινωνική ισότητα και ατομική εγκράτεια, στηριζόμενοι στα κοινωνικά και συλλογικά αγαθά και την άμεση δημοκρατία.
7. Ο ρόλος και η έννοια της Βιο-περιφέρειας στα πλαίσια της στρατηγικής της τοπικοποίησης (Ρεγκιοναλισμού)
Δεν ταυτίζεται με την έννοια της διοικητικής περιφέρειας, όπως εκφράζεται στον «Καλλικράτη», όπου είναι μια δομή του περιφερειακού κράτους. Ούτε 100% με την έννοια της γεωγραφικής περιφέρειας. Το ίδιο δεν ταυτίζεται με την έννοια ενός οικοσυστήματος ή μιας οικοπεριοχής- όπως ορίζονται στην επιστήμη της οικολογίας- γιατί είναι συνήθως μεγαλύτερη. Δεν ταυτίζεται επίσης με μια οικοζώνη, από την οποία είναι μικρότερη. Πρόκειται για μια οικολογική και γεωγραφική ταυτόχρονα περιοχή, που αποτελεί ένα χώρο με κοινές φυσικές και γεωγραφικές συνθήκες, αρκετό για να εξασφαλίζει τους κύκλους της ζωής και των θρεπτικών φυσικών στοιχείων και υλικών, καθώς και την ενσωμάτωση των αποβλήτων, αλλά και κοινές ιστορικές καταβολές και ηθικές αξίες των ανθρώπινων κοινοτήτων της, που της δίνουν μια ταυτότητα.
Χαρακτηρίζεται από τον τρόπο που εντάσσεται η ανθρώπινη κοινωνία της με το φυσικό της περιβάλλον. Από το πως δένονται οι διανθρώπινες σχέσεις με τους τοπικούς φυσικούς πόρους, όπως π.χ με τις λεκάνες απορροής του νερού, με τις άλλες μορφές ζωής και το πλέγμα των οικοσυστημάτων της περιοχής, εξασφαλίζοντας την αρμονική ενότητα του τόπου, της κοινότητας των ανθρώπων που τον κατοικούν και του συνόλου των παραγωγικών τους δραστηριοτήτων. Η εγγύτητα καθορίζει τη διαχείριση των εισροών και των εκροών των παραγωγικών μονάδων και των ανταλλαγών, με βάση τη σχετική αυτάρκεια-αυτοδυναμία της. Μπορεί να είναι μια περιοχή στα πλαίσια μιας νομαρχίας του παρελθόντος (π.χ. Μαγνησίας) με 1-2 αστικούς δήμους και μερικούς περιφερειακούς δήμους και κοινότητες, που μπορεί να εξασφαλίζει αυτοδυναμία πόρων και ενέργειας. Μπορεί βέβαια να επεκταθεί και στα πλαίσια μιας υπάρχουσας περιφέρειας του "Καλλικράτη", όπως η Θεσσαλία, αλλά θα εξαρτάται και από τον ανθρώπινο πληθυσμό της που δε θα πρέπει να υπερβαίνει το 1.000.000. Πολλές φορές θα χρειασθεί να μη ληφθούν υπόψη υπάρχοντα εθνικά σύνορα και να διαμορφωθεί από το διασυνοριακό κίνημα του συνομοσπονδισμού «σκιωδώς» διασυνοριακά!
Για τον καθορισμό της λοιπόν σαν μια δομή στα πλαίσια της ελλαδικής Αυτοδιοίκησης με τα σημερινά δεδομένα του Καλλικράτη, απαιτείται νομική παρέμβαση από τη πλευρά της υπάρχουσας κεντρικής εξουσίας με νέο νόμο για την Τοπική Αυτοδιοίκηση και με μεταφορά πόρων προς αυτήν. Για την ολοκλήρωσή της όμως σαν θεσμός άμεσης δημοκρατίας, θα απαιτηθεί ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο από μια μετακαπιταλιστική κοινωνία μετάβασης στην άμεση δημοκρατία και τον δημοκρατικό συνομοσπονδισμό, και μάλιστα με επέκταση στα Βαλκάνια και τη Μεσόγειο.
Η Αυτοδιοίκηση στα πλαίσια μιας τέτοιας βιοπεριφέρειας μπορεί να στηρίζεται σε δομές σαν τις παρακάτω:
• Πέρα από τη πυρηνική οικογένεια, είναι επιθυμητό να δημιουργηθούν και να επικρατήσουν «διευρυμένες» οικογένειες (όχι γενετικής συγγένειας, αλλά περισσότερο ιδεολογικής συγγένειας και με όλες τις ηλικίες- η τρίτη ηλικία μπορεί να είναι πολύ χρήσιμη , η επιβίωσή της αδύνατη στο μέλλον από ένα καταρρέον συνταξιοδοτικό σύστημα), σαν κύτταρα των μελλοντικών χωρικών κοινοτήτων-δήμων. Το κοινό χαρακτηριστικό τους το «κοινό ταμείο».
• Στην επανασύσταση ως αυτοδιοικητικών μονάδων των υπαρχόντων χωρικών κοινοτήτων της υπαίθρου της.
• Στην επανασύσταση των μικρών δήμων, με το χωρισμό των μεγάλων πόλεων σε δήμους κάτω των 50.000 κατοίκων, οι οποίοι συστήνουν με τη σειρά τους αστικές κοινότητες με βάση τις οδούς στις γειτονιές των πόλεων που δεν ξεπερνούν π.χ. τους 1000-2000 κατοίκους.
8. Η παρέμβαση των Τοπικών Κινήσεων Δημοκρατικής Αυτονομίας με βάση τη Βιοπεριφέρεια:
Έως ότου επιτευχθεί αυτό με νόμο από τη Κεντρική Εξουσία, το κίνημα για την Δημοκρατική Αυτονομία… (και οι αναφερθείσες Τοπικές Κινήσεις Πολιτών που θα έχει δημιουργήσει) λειτουργεί και παρεμβαίνει με βάση τη παραπάνω «σκιώδη»διαμόρφωση της Τ.Α. από τη δική του μεριά (π.χ. τον «Καλλικρατικό Βόλο» θα τον χωρίσει σε Βόλο και Νέα Ιωνία, όπως ήταν πριν το «Καλλικράτη), σε αντιπαράθεση με την υφιστάμενη Τ.Α., όσο αυτή υπάρχει. Συστήνει λοιπόν στα χωριά και στις πόλεις, με βάση την οδό( σε μεγάλη πόλη) ή την μικρή γειτονιά-σαν κοινοτικά κύτταρα- Συνελεύσεις Πολιτών(ΣΠ), όπου συμμετέχουν, συζητούν και αποφασίζουν-όσοι ενεργοί πολίτες ενδιαφέρονται στην αρχή και στη συνέχεια όσοι πείθονται ότι έχει σημασία για αυτούς- για τον προγραμματισμό και τον προϋπολογισμό του δήμου στον οποίο ανήκουν. Συστήνει επακόλουθα με εκλεγμένα και ανακλητά μέλη (με ποσόστωση 50-50 άνδρες γυναίκες και ανεξάρτητα της υπηκοότητας των πολιτών) Συντονιστικά Συμβούλια Κοινοτήτων(ΣΣΚ)- αυτών των υπό διαμόρφωση κοινοτήτων- για την προώθηση των αποφάσεών τους προς τα υπάρχοντα δημοτικά συμβούλια, θέτοντάς τα προ των ευθυνών τους και πιέζοντάς τα να τις λάβουν υπόψη στον προγραμματισμό-προϋπολογισμό του υπάρχοντος δήμου. Καλύτερα θα μπορούσε να συσταθεί μια επιπλέον δομή, δηλαδή από όλα τα ΣΣΚ εκλέγεται ένα ολιγομελές Συντονιστικό Συμβούλιο Πόλης (ΣΣΠ) ήΣυντονιστικό Συμβούλιο Ενότητας Χωριών (ΣΣΕΧ)-όπου με την Ενότητα Χωριών εννοούμε κοντινά χωριά που ανήκαν πριν σε «Καποδιστριακό Δήμο»- που θα αναλάβει την προώθηση των αποφάσεων των υπό διαμόρφωση κοινοτήτων ανάλογα με την προτεραιότητα των αναγκών τους, την οποία προτεραιότητα αποφασίζει δημοκρατικά το ΣΣΠ ή ΣΣΕΧ, προς τους δήμους.
Από όλα τα ΣΣΠ και ΣΣΕΧ εκλέγεται δημοκρατικά με ανακλητά μέλη και την ίδια ποσόστωση το Συντονιστικό Περιφερειακό Συμβούλιο (ΣΠΣ), το οποίο παρεμβαίνει στην υπάρχουσα Περιφέρεια και προωθεί εκείνα τα αιτήματα των κοινοτήτων που αφορούν στην Περιφέρεια.
Ένα τέτοιο Σύστημα Συμβουλίων (ΣΣ), εξελισσόμενο από βαθμίδα σε βαθμίδα, θα αποτελέσει τον πολιτικό κορμό για τη μετάβαση σε μια κοινωνία Δημοκρατικής Αυτονομίας και θα πρέπει να ενεργοποιήσει και να εμπλέξει όσο γίνεται μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού στις διεργασίες του, ώστε το πρόγραμμα μετάβασης που θα αναπτύξει να είναι όσο γίνεται πιο αντιπροσωπευτικό.
Επειδή θεωρούμε τον αγροδιατροφικό τομέα σαν εφαλτήρα για τη μετάβαση προς αυτή την κατεύθυνση θα είναι από την αρχή αναγκαίο να συσταθεί και ιδιαίτερο Συντονιστικό Συμβούλιο Αγροδιατροφικού Τομέα (ΣΣΑΤ), το οποίο με βάση τις διατροφικές ανάγκες που θα έχουν προταθεί από τις υπό διαμόρφωση Κοινότητες και σε συνεργασία με το ΣΣ, θα ολοκληρώσει και ένα πρόγραμμα για τις αγροδιατροφικές οικονομικές δραστηριότητες στα πλαίσια του κάθε δήμου και στη συνέχεια της περιφέρειας. Επίσης θα είναι σημαντικό να γίνει σε κάθε δήμο ένα ιδιαίτερο Συμβούλιο Δημοτικού Τομέα Οικονομίας (ΣΔΤΟ),για τη στήριξη του ιδιαίτερου οικονομικού ρόλου του δήμου που θα αφορά σε όλους τους πολίτες
Το ίδιο θα χρειασθεί να γίνει και για κάθε άλλον τομέα της οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας-στηριγμένης στη συνεργατική και συνεταιριστική οργάνωσή της- στους δήμους και τις περιφέρειες, όπως για την υγεία, την χειραφετητική παιδεία-εκπαίδευση, τη δικαιοσύνη, τη βιοτεχνική- βιομηχανική παραγωγή, τον ενεργειακό εφοδιασμό, τοπεριβάλλον και την οικολογική ισορροπία, την αυτοάμυνα κ.λπ.
9. Και μια σημείωση σχετικά με την ιδιοκτησία
Το ζήτημα δεν μπορεί να ξεκαθαρισθεί εκ των προτέρων και θα εξαρτηθεί από τις οικονομικές δομές που θα δημιουργήσει κάθε τοπική κοινωνία ισοκατανομής (οικονομικής-κοινωνικής-οικολογικής-πολιτικής). Από τη στιγμή όμως που το βασικό κύτταρό της θα είναι η κοινότητα, είτε χωρική θα είναι αυτή, είτε δραστηριοτήτων, είτε ενδιαφερόντων, είναι προφανές ότι θα προάγεται η συλλογική ιδιοκτησία. Η ατομική δεν θα έχει καμία τύχη, γιατί οι άνθρωποι θα οργανώσουν την καθημερινότητά τους βασισμένοι στις αξίες της συλλογικότητας και της αλληλεγγύης. Μάλλον δεν θα προτιμήσουν την πυρηνική οικογένεια, αλλά τη «διευρυμένη οικογένεια» που θα περιλαμβάνει περισσότερους γονείς καθώς και τις 3 γενιές τους (παππούδες-γιαγιάδες-παιδιά), εκφράζοντας έτσι την αλληλεγγύη των γενιών. Θα είναι η ευνοϊκότερη (σε σχέση με την πυρηνική οικογένεια) εξέλιξη της παλιάς αυτοδύναμης-αυτάρκους πολυπληθούς πατριαρχικής ή μητριαρχικής οικογένειας (Οι υπάρχουσες σήμερα "ομάδες συγγένειας" της καθημερινής ζωής ή οι οικοκοινότητες, μπορούν να δώσουν μια εικόνα της «διευρυμένης οικογένειας»).
Αυτό σημαίνει λοιπόν ότι θα χάσει το έδαφος κάτω από τα πόδια της η ατομική ιδιοκτησία και θα εντάσσεται με τη θέλησή της στη συλλογική-κοινοτική ή ακόμα καλύτερα στη δημοτική ιδιοκτησία, αφού θα δοθεί προτεραιότητα στον δημοτικό τομέα οικονομίας. Δεν θα χρειασθεί να γίνει «δημοτικοποίηση» των μέσων παραγωγής και της γης (με νόμο και με βία), όπως απαίτησε η «κρατικοποίηση», όπου εφαρμόσθηκε μέχρι τώρα.

Τι να κάνουμε: τα πρώτα βήματα, μετά τη κατάρρευση της οικονομίας και της πολιτικής των «μνημονίων»

Περισσότερα στο:
http://topikopoiisi.blogspot.gr/p/blog-page_10.html


Επισκεφθείτε και την νέα ιστοσελίδα μας: http://www.topikopoiisi.eu/






Τρίτη, 12 Ιουνίου 2012

Μια άλλη στάση ζωής(συνέχεια 7...)

Ο ριζικός και δημοκρατικός μετασχηματισμός της σημερινής κοινωνίας

με ορίζοντα μια αυτόνομη κοινωνία ελεύθερων ανθρώπων θα είναι έργο όλων

1. Πώς τίθεται σήμερα το ζήτημα της «επανάστασης»

Όσο και αν φαίνεται μακρινός, ορίζοντας μιας άλλης στάσης ζωής, εδώ και τώρα, είναι ο ριζικός και δημοκρατικός μετασχηματισμός της σημερινής κοινωνίας, έργο της ίδιας της κοινωνίας, των ανθρώπων της, και γι’ αυτό αυτομετασχηματισμός. O μετασχηματισμός της κοινωνίας, που άλλοτε ονομάζαμε επανάσταση, αποκτά σήμερα νέο περιεχόμενο, αποτελεί, όπως ήδη ανέφερα, συλλογικό και μακρόπνοο εγχείρημα, και πρέπει να κατανοείται ως ριζικά νέα πολιτισμική δημιουργία με στόχο μια αυτόνομη κοινωνία ελεύθερων ανθρώπων. Με την κατεξοχήν πολιτική έννοια που έχει εδώ, ριζικά νέα πολιτισμική δημιουργία σημαίνει την επινόηση νέων αξιών κοινωνικής ζωής και τη δημιουργία νέων θεσμών ρύθμισής της. Όπως επίσης ανέφερα, μόνο σε αδρές γραμμές θα μπορούσαμε να περιγράψουμε τώρα το περιεχόμενο του ριζικού και δημοκρατικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, ο οποίος όμως μπορεί να αρχίσει από σήμερα κιόλας.

Επειδή βασική επιδίωξη του ριζικού αυτομετασχηματισμού της σημερινής κοινωνίας πρέπει να αποτελεί η εκθρόνιση της ανάπτυξης ως κεντρικού στόχου της κοινωνίας, ο αυτομετασχηματισμός αυτός σημαίνει την εκ βάθρων αναδιοργάνωση και αναδιάρθρωση της υπάρχουσας κοινωνίας, έτσι ώστε η βιοποριστική εργασία να μην έχει τη θέση κεντρικής αξίας στην κοινωνία και να μην παίζει τον κυρίαρχο ρόλο στη ζωή των ανθρώπων. Σύστοιχα, πρέπει να πάψει η παιδεία να θεωρείται αποκλειστικά ως το προστάδιο της επαγγελματικής απασχόλησης, να υπάρξει δηλαδή μια άλλη διάρθρωση - στην ουσία ανεξαρτοποίηση - της παιδείας, που μορφώνει, καλλιεργεί και εξανθρωπίζει, και της εκπαίδευσης για τη βιοποριστική εργασία. Η ζωή του ανθρώπου πρέπει να πάψει να θεωρείται, και μάλιστα κατά τον πιο φυσικό τρόπο, ως ένα αναγκαστικό δρομολόγιο, μέσα στην μονοτονία του οποίου ο καθένας θυσιάζει τα καλύτερά του χρόνια στη δουλειά-δουλεία, για να ξεκουραστεί δήθεν στα γεράματα. Είναι φανερό ότι αυτός ο γενικός στόχος περιλαμβάνει πολλούς άλλους, όπως την κατάργηση της «εθνικής παιδείας», διάβαζε κρατικής, η οποία ενσταλάζει τις «υγιείς αρχές», διάβαζε τις κυρίαρχες συντηρητικές ιδέες, της κοινωνίας στην ψυχή και τον νου των νέων. Όπως όλοι οι θεσμοί μιας αυθεντικά δημοκρατικής κοινωνίας, έτσι και η παιδεία αποτελεί υπόθεση όλων των πολιτών, που έχουν τον κύριο λόγο για το περιέχόμενό της.

Παρένθεση για δύο λόγους. Επειδή οι παραπάνω προτάσεις μπορεί να θεωρηθούν ξεκομμένες από τη σημερινή πραγματικότητα, αλλά και επειδή την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές χιλιάδες νέοι διαδηλώνουν στη Γαλλία, όπου ζω, με αιτήματα που έχουν άμεση σχέση με την κρατική εκπαίδευση και την εργασία, θα κάνω την παρακάτω επισήμανση. Στην εποχή γενικής σύγχυσης που ζούμε, έχει αντιστραφεί η σημασία των λέξεων, τα πάντα έχουν χάσει το πραγματικό νόημά τους. Ο Θουκυδίδης είχε εύστοχα παρατηρήσει το φαινόμενο αυτό σε περιόδους οξείας κοινωνικής κρίσης. Τα προβλήματα της σημερινής εκπαίδευσης, που αδυνατεί να εκπληρώσει ακόμα και τους στόχους της παρούσας κοινωνίας, και τα προβλήματα της εργασίας, τα οποία απορρέουν σαφώς από συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές έκδηλης και σκανδαλώδους κοινωνικής αδικίας, αλλά και από την σαφώς ατομικιστική στάση συγκεκριμένων κοινωνικών κατηγοριών, ονομάζονται ανεργία. Και η ανεργία ονομάζεται fléau : μάστιγα, πληγή σαν τις πληγές του Φαραώ, σαν κάτι που το στέλνει ο ουρανός, σαν θεομηνία. (Η λέξη χρησιμοποιήθηκε πάλι στο πρόσφατο μήνυμα του προέδρου της γαλλικής République Σιράκ.) Δεν αποτελεί λοιπόν προσωπική πεποίθηση ξεκομμένη από τα πραγματικά προβλήματα της σημερινής κοινωνίας, αποτελεί μακρόχρονη, ιστορική θα έλεγα, εμπειρία που προκύπτει από την αποτυχία όλων των διευθυντικών πολιτικών ομάδων να λύσουν τα προβλήματα αυτά, να υποστηριχθεί η άποψη ότι η λεγόμενη ανεργία παραπέμπει άμεσα στην αξία που λέγεται εργασία, και στον ολοένα πιο κεντρικό ρόλο που επεδίωξε αυτή να παίξει στις σύγχρονες κοινωνίες, για να υπηρετήσει μονοδιάστατα την περίφημη ανάπτυξη. Ακόμα και η ικανοποίηση της πιο ευγενούς διεκδίκησης που έχει ώς τώρα προβληθεί για να λυθεί το πρόβλημα της ανεργίας, του μοιράσματος της εργασίας, πέρα από το γεγονός ότι προϋποθέτει την καταπολέμηση του εγωιστικού ατομικισμού μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού, δεν θα μπορούσε να λύσει το πρόβλημα αυτό. Για να πάψουμε να διαβάζουμε την πραγματικότητα αντεστραμμένα, για να αποκατασταθεί η σημασία των λέξεων, για να πούμε επιτέλους τα πράγματα με το όνομά τους, η πολιτική πρόταση είναι να πάψει η ανάπτυξη να αποτελεί τον κεντρικό στόχο της κοινωνίας, που πράγματι προϋποθέτει το τιτάνιο έργο της αναδιαπαιδαγώγησης των νέων γενιών για να ρυθμίσουν τη ζωή τους διαφορετικά. Η στενή σχέση της σημερινής κρατικής εκπαίδευσης με τη βιοποριστική εργασία, και το ρόλο της τελευταίας στη συνολική ζωή των ανθρώπων, φαίνεται τώρα καθαρά. Κλείνοντας αυτή την παρένθεση θα συμπληρώσω ότι ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους τα άτομα εγκαταλείπουν κατά κανόνα κάθε προσπάθεια καλλιέργειας και παιδείας μετά τις σπουδές στα θρανία, είναι η ενσταλαγμένη μέσα τους ιδέα της χρησιμοθηρίας αυτών των σπουδών.

Ο αυτομετασχηματισμός της σημερινής κοινωνίας, χαρακτηρίζεται επίσης δημοκρατικός για δύο βασικά λόγους : πρώτον, θα γίνει με απόλυτα δημοκρατικό τρόπο• δεύτερον, θα οδηγήσει στην κοινωνία της απόλυτης πολιτικής ισότητας όλων των πολιτών.

Έτσι, ως προς τις κρίσιμες αξίες της θρησκείας και της οικογένειας, η αναδιαμόρφωση της κοινωνίας με στόχο την αυτόνομη κοινωνία σημαίνει, σε μια πρώτη φάση, γενικά και αντίστοιχα τα εξής. Για τη θρησκεία, ανοικτή δημοκρατική συζήτηση για να καταδειχθεί το καθαρά μυθολογικό περιεχόμενό της - αποτελεί ωραία πράγματι έκφραση ενός κατά τα άλλα μέτριου μυθιστορήματος η παρακάτω : «όλες οι θρησκείες είναι αληθινά ψέματα» (Σώτη Τριανταφύλλου, Το εργοστάσιο των μολυβιών, εκδόσεις Πατάκη, νέα, αναθεωρημένη έκδοση, Αθήνα 2005, σελ. 274). Για την οικογένεια, συλλογική αναζήτηση νέων μορφών κοινωνικοποίησης και ανατροφής των παιδιών με στόχο να γίνουν ελεύθερα άτομα. Διάκριση του έρωτα από την αναπαραγωγική λειτουργία και την ανατροφή των νέων γενιών, κάτι που ήξεραν οι αρχαίοι Έλληνες και είχαν εφαρμόσει στην πράξη. Ως προς τις αξίες αυτές, η απόλυτη ελευθερία του καθενός να υιοθετεί τη στάση που θέλει, θα είναι για πάντα διασφαλισμένη. Απόλυτη ατομική ελευθερία, όμως, ως προς τις αξίες αυτές, σημαίνει ταυτόχρονα ότι χάνουν τα προαιώνια και θεσμισμένα προνόμιά τους να θεωρούνται ως δεδομένες και να εμφυσούνται στους ανθρώπους από τη βρεφική τους κιόλας ηλικία.

Αυτόνομη είναι η κοινωνία που αυτο-νομοθετεί, που αποφασίζει η ίδια για τους νόμους που θέλει να την κυβερνούν και γενικότερα για τους στόχους που επιδιώκει. Αυτόνομο είναι το άτομο που, συμμετέχοντας στις αποφάσεις για τους νόμους και τους στόχους της κοινωνίας, σέβεται τις αποφάσεις αυτές, και ταυτόχρονα έχει τη δυνατότητα, διότι του την δίνει ακριβώς το περιεχόμενο τούτων των αποφάσεων, να ορίζει το ίδιο τους κανόνες και να θέτει τους στόχους της ζωής του. Η αυτόνομη κοινωνία συνενώνει μπορούμε να πούμε ελευθερία και δημοκρατία. Δεν μπορεί να υπάρξει αυτόνομη κοινωνία χωρίς αυτόνομα άτομα, ούτε και αυτόνομα άτομα σε μη αυτόνομη κοινωνία.

Ο παραπάνω ορισμός έχει το πλεονέκτημα ότι μας επιτρέπει να καταλάβουμε τι πρέπει να απορρίψουμε. Θα έχει πάντα το μειονέκτημα ότι δεν μας επιτρέπει να καταλάβουμε τι πρέπει κάθε φορά να πράξουμε, και αν θα επιτύχει. Αυτή είναι η πολιτική στην πιο βαθιά της σημασία.


2. Πώς τίθεται σήμερα το ζήτημα του «συλλογικού υποκειμένου»
που θα μπορούσε να πραγματοποιήσει την «επανάσταση»

Όσοι έχουν συνηθίσει να σκέφτονται την πραγματοποίηση του κοινωνικού μετασχηματισμού κατά έναν ορισμένο παραδοσιακό, και μηχανιστικό, τρόπο, θα ρωτήσουν : υπάρχει σήμερα το συλλογικό υποκείμενο που θα μπορούσε να συσπειρωθεί γύρω από τον πόλο : κατά της υπάρχουσας κοινωνίας στο σύνολό της ;

Η παραπάνω ερώτηση προϋποθέτει μια αντίληψη της «επανάστασης» που πρέπει να απορριφθεί. Η αντίληψη αυτή, είδος μεσσιανικής θρησκευτικής πίστης, στηρίζεται στην ιδέα ότι προορισμένες να κάνουν την «επανάσταση» είναι κοινωνικές κατηγορίες που έχουν μια υποδεέστερη θέση στην κοινωνία και κυρίως στην παραγωγή• μόνο αυτές οι κοινωνικές κατηγορίες, αποκτώντας «ταξική συνείδηση», μπορούν να αποτελέσουν «επαναστατική τάξη», που αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα ολόκληρης της κοινωνίας• και μόνο αυτές μπορούν να «συνειδητοποιηθούν πολιτικά» - με τη στενή έννοια της κατάκτησης της κρατικής εξουσίας. Τότε, δεν μένει παρά να περιμένουμε - όπως περίμεναν άλλοτε τον μεσσία - τον αναπόφευκτο ερχομό, μόλις «ωριμάσουν οι συνθήκες», της εξέγερσής τους, που θα στεφθεί από τη νίκη. Ταυτόχρονα και αντιφατικά, όσοι υιοθετούν αυτή την αντίληψη πιστεύουν στην ανάγκη φωτισμένων πρωτοποριών, ατομικών και συλλογικών, που θα ωθήσουν τα μέλη των υποδεέστερων κοινωνικών κατηγοριών στην ορθή «συνειδητοποίηση» - όσοι «συνειδητοποιήθηκαν» γνωρίζουν την περίφημη λέξη - και θα τα «καθοδηγήσουν πολιτικά» την ώρα της «επανάστασης» προς έναν συγκεκριμένο και προκαθορισμένο στόχο. Όλη η ιστορική εμπειρία, όμως, διαψεύδει αυτό το σχήμα μηχανιστικής και ντετερμινιστικής σκέψης. Αποδείχτηκε επίσης ότι η «συνειδητοποίηση», που έρχεται από τα έξω (τους «επαγγελματίες επαναστάτες»), και η «καθοδήγηση» από τα πάνω (το περίφημο Κόμμα), αποτελούν αντιδημοκρατικά μέσα που δεν είναι δυνατό να έχουν σχέση με τον δημοκρατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας και δεν μπορούν να οδηγήσουν στη δημιουργία μιας αυτόνομης κοινωνίας ελεύθερων ανθρώπων.

Οι μεγάλες λαϊκές κινητοποιήσεις επαναστατικού χαρακτήρα, λίγες σχετικά σε όλη την ιστορία της ανθρωπότητας, υπήρξαν συλλογικές πολιτικές δημιουργίες που εμπνεύστηκαν πρώτα και κύρια από ορισμένα ιδανικά. Στις πιο σημαντικές ιστορικές περιπτώσεις, τα ιδανικά αυτά διαμορφώθηκαν κατά την πορεία του αγώνα από τους ίδιους τους συμμετέχοντες στην κινητοποίηση, και δεν προϋπήρχαν σε καμιά θεωρία. Η θεωρία ήρθε μετά, και στις πιο πολλές περιπτώσεις συνέβαλε στο πάγωμα της κινητοποίησης. Η ισότητα των ανθρώπων, η ελευθερία τους να αποφασίζουν αυτοί για τους νόμους της κοινωνίας τους, η πολιτική ως συλλογική δραστηριότητα όλων των πολιτών, η δημοκρατία, η ισότητα ανδρών και γυναικών, όλα αυτά τα πολιτικά ιδανικά, δεν δημιουργήθηκαν επειδή οι άνθρωποι είχαν μια ορισμένη θέση στην κοινωνία, δημιουργήθηκαν επειδή οι άνθρωποι διαμόρφωσαν τη θέση της συνολικής αλλαγής της κοινωνίας στην οποία ζούσαν, και έτσι δημιούργησαν νέες αξίες. Η διαμόρφωση της θέσης αυτής είναι αποτέλεσμα πολλών και σύνθετων παραγόντων και συγκυριών, μεταξύ των οποίων η θέση στην παραγωγή, ή η αντικειμενικά υποδεέστερη θέση στην κοινωνία, παίζει δευτερεύοντα ρόλο. Γιατί μερικοί άνθρωποι διαμόρφωσαν πρώτοι τη θέση της συνολικής αλλαγής της κοινωνίας στην οποία ζούσαν ; Στο ερώτημα αυτό είναι μάταιο να αναζητήσουμε μια γενικευμένη απάντηση, για να κατασκευάσουμε μια θεωρία.

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, ιστορικής μάλιστα κλίμακας και σημασίας, της παραπάνω συνοπτικής σύνθεσης, συνιστά η περίπτωση των γυναικών που αποτελούν τον μισό πληθυσμό της ανθρωπότητας. Αυτή μάλιστα η περίπτωση συνιστά το κατεξοχήν αντιπαράδειγμα που ανατρέπει κάθε αντίληψη, σχετική με το «συλλογικό υποκείμενο» της «επανάστασης», η οποία στηρίζεται θεωρητικά στην αντικειμενική και υποδεέστερη κοινωνική θέση ορισμένων κοινωνικών κατηγοριών. Η πραγματικά, και τραγικά, υποδεέστερη θέση των γυναικών στην κοινωνία, μέχρι σήμερα ακόμα, δεν συνετέλεσε στην εξέγερσή τους που, θεωρητικά, θα ’πρεπε να είναι η πρώτη. Οι συλλογικές κινητοποιήσεις τους για την ισότητα αποτελούν μια σημαντικότατη πολιτική δημιουργία, η οποία όμως βρίσκεται ακόμα στην αρχή αν λάβουμε υπόψη τις έκδηλες ανισότητες έναντι των γυναικών που διατηρούνται στις σημερινές δυτικοευρωπαϊκές κοινωνίες. Και τούτο δείχνει ταυτόχρονα δύο πράγματα : πρώτον, ότι, για τον πρόσθετο αυτό λόγο, οι σημερινές δυτικοευρωπαϊκές κοινωνίες, συμπεριλαμβανομένης και της ελληνικής, δεν είναι δημοκρατικές, ούτε εξισωτικές• δεύτερον, ότι αναπόσπαστο στοιχείο του ριζικού και δημοκρατικού μετασχηματισμού αυτών των κοινωνιών πρέπει να είναι η κατάργηση όλων των ανισοτήτων έναντι των γυναικών, και κυρίως η εγκαθίδρυση της ισότητας και της ελευθερίας μεταξύ των δύο φύλων.

Στη διαμόρφωση των παραγόντων και των συγκυριών που μπορούν να οδηγήσουν τους ανθρώπους να διαμορφώσουν τη θέση της συνολικής αλλαγής της κοινωνίας στην οποία ζούν, και έτσι να επινοήσουν νέες αξίες και να δημιουργήσουν νέους θεσμούς, ο καθένας μας έχει σήμερα τη δυνατότητα να παίξει κάποιον ρόλο. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται, ούτε είναι δυνατό να κάνουμε την ιστορική εμπειρία των επαναστάσεων θεωρία. Και μόνο έτσι γίνεται δυνατό να συλλογιστούμε ελεύθερα τι θα μπορούσε να σημαίνει σήμερα ο ριζικός και δημοκρατικός μετασχηματισμός της κοινωνίας.

Με βάση τη συνοπτική αυτή ανάλυση, αντί να αναζητά τους «καλούς» και τους «κακούς», η επιδίωξη μιας δημοκρατικής πολιτικής σκέψης στις σημερινές συνθήκες έγκειται στο να αναζητά τα πραγματικά προβλήματα όλων των ανθρώπων, και σε όλες τις σφαίρες της ζωής τους. Οφείλει γι’ αυτό να θέτει στόχους οι οποίοι να αφορούν όλον σχεδόν τον πληθυσμό, εφόσον το ζητούμενο είναι ο μετασχηματισμός της κοινωνίας στο σύνολό της, και όχι η εναλλαγή των ρόλων. Αυτόν το χαρακτήρα έχουν τα δύο πρωταρχικά αιτήματα που προβάλλονται σε τούτο το κείμενο. Το αίτημα (ας το πούμε διαδικαστικό) να αποκτήσουν όλοι οι πολίτες, άνδρες και γυναίκες, το δικαίωμα απόφασης για όλα τα κρίσιμα ζητήματα που αφορούν την παρούσα κοινωνία και την ίδια τη ζωή τους, συμπεριλαμβάνει τους πάντες και μπορεί να γίνει διεκδίκηση όλων. Το αίτημα ουσίας να τεθεί επί τάπητος το ζήτημα του κεντρικού και μοναδικού στόχου της παρούσας κοινωνίας, που είναι η ανάπτυξη, αφορά όλους και μπορεί να γίνει διεκδίκηση όλων. Γύρω από τα δύο αυτά ζητήματα περιστρέφονται τα ουσιαστικά προβλήματα των σημερινών κοινωνιών και της μεγάλης πλειοψηφίας των μελών τους, αν την τομή την κάνουμε εκεί που πρέπει : υπέρ ή κατά των αξιών της υπάρχουσας κοινωνίας, που δεν έχουν πια νόημα, υπέρ ή κατά του αντιπροσωπευτικού καθεστώτος, που είναι αντιδημοκρατικό. Και μόνο αν τεθούν ξεκάθαρα, για να συζητηθούν δημοκρατικά, τα ζητήματα αυτά, μπορεί να ανοίξει ο δρόμος της επινόησης νέων αξιών κοινωνικής ζωής και της δημιουργίας νέων θεσμών ρύθμισής της.

Ακόμα κι αν δεχθούμε ότι κάποτε υπήρχε ιστορικά προνομιακό συλλογικό υποκείμενο του κοινωνικού μετασχηματισμού, η μεσσιανική εργατική τάξη, σήμερα δεν υπάρχει προνομιακό υποκείμενο για να οδηγήσει την ιστορία στον προορισμό της. Διότι η ιστορία δεν έχει προορισμό, θα τον δημιουργήσουν ενδεχομένως οι άνθρωποι. Και ο μόνος τρόπος να δημιουργηθούν πολλά συλλογικά υποκείμενα με στόχο τον κοινωνικό μετασχηματισμό, και κυρίως να διαμορφωθεί η πολιτική συλλογικότητα που θα μπορούσε να τον πραγματοποιήσει, είναι να δοθεί το δικαίωμα της απόφασης σε όλους. Να υπευθυνοποιηθούν όλοι οι πολίτες. Αυτοί θα είναι το καθολικό και πολιτικό υποκείμενο για μια αυτόνομη κοινωνία. Οι αξίες και οι στόχοι της θα αποτελέσουν δικό τους έργο.

Στα πλαίσια αυτά, τίποτε δεν εμποδίζει να δημιουργήσουμε συλλογικότητες και, κυρίως, να αναπτυχθούν εδώ και τώρα συλλογικές πράξεις που θα μπορούσαν να παίξουν έναν ιδιαίτερο ρόλο στην επίτευξη των παραπάνω στόχων. Οι συλλογικότητες αυτές δεν έχουν κανένα ιστορικό προνόμιο, δεν αντλούν το κύρος τους από καμιά θεωρία, δεν θέλουν να καθοδηγήσουν κανέναν.

Έτσι, κατά βάση, δεν οφείλουμε να απαντήσουμε στο ερώτημα : ποιο θα είναι το «συλλογικό υποκείμενο» της «επανάστασης», αλλά στο ερώτημα : τι θέλουμε να αλλάξουμε και προς ποια κατεύθυνση. Αποτελεί γι’ αυτό θεμελιώδη προϋπόθεση να καταγγελθούν σθεναρά όλες οι καθιερωμένες πολιτικές, και στην πραγματικότητα κομματικές, συλλογικότητες, οι οποίες εξαπατούν ηθελημένα ή αθέλητα και τον εαυτό τους και πάρα πολλούς άλλους. Δεν είναι δυνατό να εμφανίζονται ως δημοκρατικοί, άνθρωποι που δεν είναι, αφού δεν πιστεύουν στην πολιτική ισότητα όλων των συμπολιτών τους• ούτε ως προοδευτικοί, αυτοί που θα παλέψουν με όλα τα μέσα για να μην ανατραπεί η καθεστηκυία τάξη πραγμάτων. Το ερώτημα είναι αμείλικτο : υπέρ ή κατά αυτής της κοινωνίας στο σύνολό της ; Κάθε άλλο ερώτημα αποτελεί υπεκφυγή.

Οι συλλογικότητες αυτές καλούνται πιο συγκεκριμένα να απαντήσουν : πρώτον, πιστεύουν στην απόλυτη πολιτική ισότητα των ανθρώπων ; Δεύτερον, τι θέση παίρνουν για τις αξίες : θρησκεία, οικογένεια, κρατική εκπαίδευση, εργασία, και πατρίδα ;

Ας θυμηθούμε ότι το κατεξοχήν αντιδραστικό τρίπτυχο είναι : Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια, και ότι το γαλλικό δικτατορικό καθεστώς της συνεργασίας με τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής, που επιβλήθηκε το 1940 ως «εθνική επανάσταση», ανακήρυξε ως υπέρτατες αξίες την Εργασία, την Οικογένεια και την Πατρίδα. Μου δίνεται εδώ η ευκαιρία να διευκρινίσω ότι σε τούτο το κείμενο δεν θίγω το ζήτημα του Κράτους-έθνους, διότι, στην προοπτική του ριζικού και δημοκρατικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, τούτο απαιτεί μια ιδιαίτερη και μεγάλη ανάλυση η οποία να συμπεριλαμβάνει και τη σημερινή χαοτική κατάσταση των διεθνών σχέσεων. Προϋποθέτω ότι μια αυτόνομη κοινωνία ελεύθερων ανθρώπων είναι σήμερα δυνατή στα πλαίσια μιας ευρωπαϊκής χώρας όπως η Ελλάδα. Σε κάθε περίπτωση, μια δημοκρατική κοινωνία μπορεί να λύσει το πρόβλημα της αυτοκυβέρνησής της χωρίς να είναι αναγκαίος ο θεσμός του Κράτους. Και μια αυτόνομη κοινωνία θα μπορούσε να θεσμιστεί, όχι ως κοινωνία των Ελλήνων, αλλά ως κοινωνία των πολιτών της, η απόλυτη πολιτική ισότητα των οποίων αφήνει πίσω της, χωρίς να καταργεί, κάθε άλλη διαφορά• αρκεί κάθε πολίτης να εστερνιστεί τη βαθιά αληθινή ρήση του Μοντεσκιέ : «Είμαι πρώτα απ’ όλα άνθρωπος, και δεν είμαι Γάλλος παρά μόνο κατά τύχη.»

Οι καθιερωμένες κομματικές συλλογικότητες καλούνται επίσης να απαντήσουν : θέλουν μια κοινωνία χωρίς θρησκεία, χωρίς καταπιεστικές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, χωρίς θεσμισμένη γνώση, χωρίς η βιοποριστική εργασία να είναι η κύρια απασχόληση των ανθρώπων ; Εξάλλου, τι γνώμη έχουν για τη φιλία και τον έρωτα ; Επαναλαμβάνω ότι κάθε μετατόπιση της συζήτησης από αυτό το πεδίο αποτελεί υπεκφυγή.

Το χωρίς όμως δεν φτάνει, διότι δηλώνει μόνο το κατά. Χρειάζονται απαραιτήτως θετικοί στόχοι οι οποίοι να εντάσσονται στο γενικό ιδανικό μιας αυτόνομης κοινωνίας ελεύθερων ανθρώπων, μέσα στην οποία τα άτομα (άνδρες, γυναίκες, νέοι, και παιδιά) ζουν έχοντας σχέσεις χειραφέτησης, μορφώνονται, καλλιεργούνται και δημιουργούν ελεύθερα, ασχολούνται με τα κοινά τους προβλήματα και τα κοινά πράγματα γενικά. Άτομα που αποδέχονται αυτούς τους γενικούς στόχους υπάρχουν σήμερα. Αλλά κυρίως, ως προς αυτούς τους στόχους, είναι δυνατό να διαμορφωθούν πολλά συλλογικά υποκείμενα σε μια πορεία συζήτησης και ανοικτής αμφισβήτησης των παραδοσιακών και ξεφτισμένων αξιών : θρησκεία, οικογένεια, κρατική εκπαίδευση, εργασία, και των αντίστοιχων θεσμών. Ανθρώπους, που αμφισβητούν σήμερα αυτές τις αξίες, θα βρούμε παντού, και αυτοί δεν έχουν απολύτως καμιά σχέση με τα υπάρχοντα πολιτικά σχήματα ή τη θέση στην παραγωγή, το οικονομικό, μορφωτικό, κλπ., επίπεδο. Αν μας ανταπαντήσουν ότι οι άνθρωποι αυτοί σήμερα είναι λίγοι, ας τους προκαλέσουμε να θέσουν υπό συζήτηση, εξασφαλίζοντας τους όρους της ελευθερίας της, τα ζητήματα αυτά, όχι τόσο για να αποδειχθεί ότι είναι πολλοί, όσο διότι αυτό απαιτεί η δημοκρατία. Τότε μπορούμε να έχουμε μια απάντηση σε κάτι στο οποίο η κοινωνία και οι δεινοί άνθρωποι που την αποτελούν έχουν ώς ένα βαθμό απαντήσει, το μαρτυρά η δεινή κρίση των αξιών και των θεσμών αυτής της κοινωνίας. Προπαντός τότε μπορούμε να έχουμε απαντήσεις, άγνωστες για μας σήμερα, στα ερωτήματα που θέτει η εκ βάθρων αναδιοργάνωση και αναδιάρθρωση της σημερινής κοινωνίας. Ο ριζικός και δημοκρατικός μετασχηματισμός της κοινωνίας θα είναι έργο πολλών συλλογικών υποκειμένων των οποίων η πολιτική δημιουργικότητα και φαντασία δεν μπορεί να ενταχθεί σε κανένα προκαθορισμένο σχέδιο. Η πολιτική σύνθεση των προτάσεών τους θα γίνεται κάθε φορά με απόλυτα δημοκρατικό τρόπο.

                   Νίκος Ηλιόπουλος


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου