Μετά το 3ο και το συνεχές-με "κόφτη"- Μνημόνιο

Τ

Τι περιμένουμε; Δεν υπάρχουν "σωτήρες"
Οι περισσότεροι νεοέλληνες περίμεναν μετέωροι και άπρακτοι την κυβέρνηση "κοινωνικής σωτηρίας" της αριστεράς με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ για να μας λύσει όλα τα προβλήματα! Να συμφωνήσει με τους "θεσμούς", να εξασφαλίσει χρηματοδότηση, να αποτρέψει τη "λιτότητα" και την "ανθρωπιστική κρίση". Και αυτή η Κυβέρνηση κάθε άλλο παρά έλυσε αυτά τα προβλήματα, έφερε ένα σκληρότερο μνημόνιο, σαν αποτέλεσμα της "σθεναράς διαπραγμάτευσης" με τους πιστωτές. Και για να το εφαρμόσει χωρίς τα "βαρίδια" της, έκανε "φαστ τρακ" εκλογές, για μια νέα "ισχυρή εντολή" από το ζαλισμένο "πόπολο". Πριν προλάβει αυτό να αντιληφθεί ότι οι υποσχέσεις των εκλογών, θα ακολουθήσουν το δρόμο των προηγούμενων που δεν κρατήθηκαν παρά το ότι ο Τσίπρας ήθελε να "πρωτοτυπήσει και να τις κρατήσει".
Και πραγματικά: με το 3ο και διαρκές μνημόνιο, που μας έφερε η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, καταρρέουν και οι τελευταίες ελπίδες του ζαλισμένου "πόπολου".
​Για όσους έχουν αντιληφθεί καθαρά αυτές τις εξελίξεις, δεν μας μένει παρά:
να διαμορφώσουμε «από τα κάτω» ένα απαραίτητο ρεαλιστικό και ελκυστικό πολιτικό πρόγραμμα για το ξεπέρασμα της σημερινής κατάρρευσης και συγχρόνως για τη μετάβαση σε μια μετακαπιταλιστική κοινωνία, που θα στηριχθεί:
-στην οικονομία των βιοτικών αναγκών και στα "κοινά" όσον αφορά στο περιεχόμενο,
-στον συνεργατισμό-συνεταιρισμό όσον αφορά στις σχέσεις παραγωγής,
-στη συλλογική-κοινοτική-δημοτική ιδιοκτησία όσον αφορά στα μέσα παραγωγής,
-στην εγγύτητα, τις μικρές αποστάσεις και την ελεύθερη ενέργεια των ΑΠΕ, όσον αφορά στο μικρότερο δυνατό οικολογικό αποτύπωμα
-Στην άμεση δημοκρατία όσον αφορά στις αποφάσεις και τους πολιτικούς θεσμούς

Δε μας μένει τίποτα άλλο σε αυτή την χώρα, από το να αναζητήσουμε ριζοσπαστικές λύσεις.
Παρακάτω περιγράφουμε τη στρατηγική της Τοπικοποίησης για τη μετάβαση σε μετακαπιταλιστικές κοινωνίες:

Η Στρατηγική της Τοπικοποίησης
1. Το παγκόσμιο πλαίσιο
Η ελληνική κρίση είναι η «εξτρέμ» έκφραση της παγκόσμιας κρίσης, στην οποία βρίσκεται το καπιταλιστικό σύστημα υπό την ηγεσία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου.
Υπάρχει μια χρηματοπιστωτική φούσκα διογκωμένη τουλάχιστον κατά 10 φορές. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να έχουν αυξηθεί υπέρμετρα οι σημερινές χρηματικές περιουσίες της ελίτ του 1% του παγκόσμιου πληθυσμού. Αυτή η ελίτ διακινώντας και δανείζοντας αυτόν τον τεράστιο χρηματικό όγκο μπορεί και ελέγχει την «ευημερία» του υπόλοιπου 99%. Αυτό είναι δυνατόν γιατί έχει εξαρτήσει από αυτό το χρήμα και τις πλειοψηφίες των «από κάτω».

Πραγματικά, η μεγάλη αύξηση της παγκόσμιας κατανάλωσης τα τελευταία 15-20 χρόνια (βασικά μεταξύ 1990-2007) πυροδοτήθηκε και στηρίχθηκε από την μαζική χορήγηση δανείων από τις τράπεζες. Είχαμε παντού αυξανόμενα επίπεδα χρέους. Των νοικοκυριών, των επιχειρήσεων, των κυβερνήσεων.

Με τη μορφή καταναλωτικών χρεών, χρηματοπιστωτικών επενδύσεων, δημοσίων χρεών, εξωτερικών χρεών σε κάθε χώρα. Στο προηγούμενο της κρίσης διάστημα το χαρακτηριστικό ήταν η αύξηση ιδίως των καταναλωτικών χρεών. Χρησιμοποιήθηκαν σαν μηχανισμός, ώστε η κατανάλωση να γίνει ο βασικός μοχλός της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Στην κουλτούρα του «δανείσου και ξόδευε» τα πιο ευάλωτα ήταν τα κοινωνικά στρώματα χαμηλού εισοδήματος, ιδίως της μεσαίας τάξης.
Η «αριστοκρατία» των μεσοστρωμάτων και των μισθωτών εργαζομένων είχαν κατορθώσει να εξασφαλίσουν για τον εαυτό τους σημαντικό μέρος της πίτας και προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να μη βρεθούν στη θέση των «από κάτω».
Οι κυρίαρχες ελίτ και τάξεις κατόρθωναν μέχρι τώρα να έχουν την συναίνεση αυτών των στρωμάτων, υποσχόμενες ότι μπορούν να τους αυξάνουν το μερίδιο της πίτας με το να τις βοηθούν να μεγαλώνουν τη συνολική πίτα μέσω της «ανάπτυξης και της προόδου». Κατορθώνοντας δηλαδή να περάσει στη συνείδηση των «από κάτω» της πυραμίδας, σαν υπέρτατη αξία-σχεδόν σα νέα θρησκεία- την «άνετη» ζωή μέσα από την συνεχή αύξηση της κατανάλωσης.
Αυτό λειτουργούσε, όσο οι λαοί πίστευαν ακόμα σε μια «εικόνα» ενός απέραντου και απεριορίστων δυνατοτήτων πλανήτη, και όσο οι οικονομολόγοι μπορούσαν να υποστηρίζουν ότι η καμπύλη της οικονομίας είναι εκθετικά αυξητική.
Όμως και η αυξημένη κατανάλωση υλικών αγαθών και η αυξημένη παραγωγή τους απαιτούν αυξημένη χρήση υλικών και ενέργειας. Περιβαλλοντικοί παράγοντες, ελλείψεις πόρων, η οικονομική διεύρυνση στην Ν.Α. Ασία (αναδυόμενες χώρες) κ.λπ., μειώνουν τη διάρκεια ζωής των πεπερασμένων αποθεμάτων που έχουν απομείνει.
Ο ανταγωνισμός μεταξύ της εξασφάλισης τροφής και της εξασφάλισης της μετακίνησης (τρόφιμα ή βιοκαύσιμα) συμβάλει π.χ. στην αύξηση των τιμών των τροφίμων.
Η αύξηση των εκπομπών του άνθρακα και η συνακόλουθη κλιματική αλλαγή, η μείωση της βιοποικιλότητας, η αποψίλωση και οι πυρκαγιές των δασών, η μείωση των ιχθυαλιευμάτων, η έλλειψη νερού, η υποβάθμιση των καλλιεργούμενων εδαφών συμβάλλουν στην μείωση της αποδοτικότητας και των οικονομικών δραστηριοτήτων των ανθρώπων και διογκώνουν το πρόβλημα της ικανοποίησης των βιοτικών αναγκών τους.
Το τελικό αποτέλεσμα των αυξημένων οικονομικών δραστηριοτήτων του οποιασδήποτε μορφής κεφαλαίου είναι η κατάρρευση των αποθεμάτων των φυσικών πόρων του πλανήτη. Αλλά και του περιβάλλοντός του, γιατί επίσης έχουν αυξημένη παραγωγή αποβλήτων, όσο και να αυξάνεται ο βαθμός απόδοσης της χρησιμοποιημένης τεχνολογίας.
Δεν είναι βασικά η «ανευθυνότητα» ή η «απληστία» των αγορών -αν και έπαιξε σημαντικό ρόλο- η αιτία της συνεχιζόμενης οικονομικής κρίσης και της κρίσης των δημοσιονομικών χρεών. Η βασικότερη αιτία είναι η ίδια η επιδίωξη της οικονομικής ανάπτυξης και της αντίστοιχης ιδεολογίας της.
Αυτή η ιδεολογία, προς το παρόν οδηγεί σε οικονομική και περιβαλλοντική καταστροφή ολόκληρες χώρες και περιοχές, και στο μέλλον σε κατάρρευση ολόκληρο τον πλανήτη: οι υλικές και οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις της επιδιωκόμενης ανάπτυξης μας οδηγεί εκτός της δημιουργίας οικονομικών χρεών και στη δημιουργίαοικολογικών χρεών.
Η ανικανότητά μας να ρυθμίσουμε τις χρηματοοικονομικές αγορές συνδυάζεται με την ανικανότητά μας να προστατέψουμε τους φυσικούς πόρους και να περιορίσουμε τις οικολογικές καταστροφές.
Τα χρέη που αφήνουμε στα παιδιά μας και τις μελλούμενες γενιές δεν θα είναι μόνο οικονομικά προς τους πιστωτές μας. Θα είναι και οικολογικά προς τον πλανήτη και τα οικοσυστήματα, τα οποία ανήκουν σε όλους και δεν έχουν σύνορα. Και αυτά θα πρέπει να τα ξεπληρώσουν –οι νέες γενιές-αποκαθιστώντας ότι έχουμε καταστρέψει οι παλιότερες. Αν θέλουν φυσικά να επιβιώσουν στο μέλλον.
Με το κυρίαρχο σημερινό μοντέλο υπερκατανάλωσης, μέχρι το 2030 θα χρειαζόμασταν έναν δεύτερο πλανήτη σαν τη γη. Ο καπιταλισμός λοιπόν αντιμετωπίζοντας αυτή την πραγματικότητα, από τη μία εξασφαλίζει για τις ελίτ όλο και μεγαλύτερο κομμάτι της υπάρχουσας πεπερασμένης πίτας καταναλώνοντας τους εναπομείναντες πόρους και από την άλλη-για να συνεχίζει να καλλιεργεί τη ψευδαίσθηση της αύξησης της πίτας-την«φουσκώνει», αφού δε μπορεί να την μεγαλώνει.
Αλλά όσο μεγαλώνουν οι φούσκες τόσο πιο εύκολα «σπάνε» και έτσι δε μπορεί πια να εξασφαλίζει εύκολα τη συναίνεση των μεσαίων τάξεων. Αυτή η συναίνεση εξέλεγε μέχρι τώρα τις κυβερνήσεις των κομμάτων εξουσίας παντού. Με την άρση της έχουμε και αμφισβήτηση του πολιτικού συστήματος της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης και διακυβέρνησης, ιδίως στα κράτη της Ν. Ευρώπης.
2. Όσον αφορά στην Ελλάδα
Η Ελλάδα έγινε ο αδύνατος κρίκος στον παγκόσμιο καπιταλισμό, λόγω της μανίας της πολιτικής και οικονομικής ελίτ, για ανάπτυξη που δεν στηριζόταν στον πρωτογενή- δευτερογενή τομέα (γεωργία, μεταποίηση, καινοτομία κ.λπ.), αλλά στον τριτογενή (κατανάλωση, εμπόριο, τουριστικές υπηρεσίες κ.λπ.) και στις κάθε είδους οικοδόμηση και κατασκευές.
Ο «εκσυγχρονισμός» που υποτίθεται έγινε -χωρίς να υπολογίζεται το οικονομικό και το περιβαλλοντικό κόστος του-στηρίχθηκε σε δάνεια κύρια από το εξωτερικό. Σε αυτό βοήθησε και η είσοδος στην Ευρωζώνη, γιατί αύξησε τη δανειοληπτική πίστη λόγω του κοινού νομίσματος. Όλοι άρχισαν να δανείζονται εύκολα.
Η κυβέρνηση και οι τράπεζες από τις «χρηματοπιστωτικές αγορές», οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά από τις τράπεζες. Το Ευρώ και τα δάνεια βοήθησαν ιδιαίτερα στο να ικανοποιείται η μανία της ελληνικής ελίτ για έργα φαραωνικά ( π.χ. των ολυμπιακών του 2004 ), για γέφυρες λιμάνια, δρόμους, αεροδρόμια και στάδια, αλλά και για τη δημιουργία ενός υπερμεγέθους πελατειακού κράτους στην υπηρεσία της.
Σε όλη τη μεταπoλεμική περίoδo μόvo τo 15% τωv συvoλικώv επεvδύσεωv παγίoυ κεφαλαίoυ στρεφόταv στη μεταπoίηση, εvώ τo 42% τωv ιδιωτικώv επεvδύσεωv στρεφόταv στην οικοδομή και τα 2/3 τωv δημoσίωv στηv υπoδoμή.
Ο τουρισμός αναδείχθηκε στη «μεγάλη βιομηχανία» της χώρας και ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού προσπάθησε να επιβιώσει προσφέροντας υπηρεσίες κατά τη «τουριστική σαιζόν», αφήνοντας κατά μέρος τις άλλες δραστηριότητες και τη γεωργία.
Και αυτή η κατεύθυνση -που υλοποιούταν από ένα πολιτικό προσωπικό κάθε άλλο παρά αξιόλογο-κατέρρευσε στα πλαίσια της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης.
Λόγω της άρσης της «εμπιστοσύνης των πιστωτών», η δομική κατά βάση ελληνική κρίση μετατράπηκε σε κρίση των δημοσιονομικών χρεών. Αυτή έφερε και τις πολιτικές της τρόικας και των «μνημονίων».
Και η σημερινή, αλλά και οι επόμενες κυβερνήσεις των κομμάτων εξουσίας, θα είναι υποχρεωμένες –με τη «βοήθεια» της τρόικα ή των θεσμών της ΕΕ στη συνέχεια-να εφαρμόσουν τέτοιες πολιτικές, ώστε να επιστραφούν με ένα τρόπο τα χρέη στους διεθνείς και ντόπιους πιστωτές.
Εξάλλου η ευρωπαϊκή ελίτ δε μπορεί πια να διατηρεί πολυπληθείς μεσαίες τάξεις και θέλει να τις συρρικνώσει, ξεκινώντας από την Ελλάδα και τη Ν. Ευρώπη. Με τα προγράμματα «σωτηρίας» επιδιώκει τη «φτωχοποίησή» τους. Τελικά όχι μόνο των μεσαίων τάξεων.
Όσον αφορά στην Ελλάδα λοιπόν, που υπήρξε ιδιαίτερα επιρρεπής στο «να καταναλώνει περισσότερο από ό,τι παράγει», το «πρόγραμμα αναπροσαρμογής» οδηγεί στη «φτωχοποίηση» ολόκληρης της ελληνικής κοινωνίας και του περιβάλλοντος της χώρας.
Η ζωή θα γίνει για τους περισσότερους Έλληνες –εκτός της τοπικής ελίτ-σε μεγάλο βαθμό αβίωτη. Είναι γενικά φανερό ότι η πολυπληθής ελληνική μεσαία τάξη περνά σε αυτούς που αποκαλούμε «από κάτω».
Παρόλο το αίσθημα ενοχής, που κυριαρχεί σήμερα στα περισσότερα στρώματα λόγω και της προπαγάνδας του «όλοι μαζί τα φάγαμε», κάποια στιγμή, ιδίως τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα των ανειδίκευτων εργαζομένων και των ανέργων δε θα μπορούν να αποδεχθούν άλλο την εξαθλίωσή τους. Μαζί με κάποια μέχρι τώρα βολεμένα, αλλά «νεόπτωχα» πλέον στρώματα, θα πάψουν να συναινούν στην υπάρχουσα Ε.Ε. Δε θα μπορούν να δεχθούν για τη χώρα τον ρόλο που θα της έχει αναθέσει ο παγκόσμιος καπιταλιστικός καταμερισμός της εργασίας. Σαν χώρας δηλαδή που θα έχει χάσει την αυτάρκεια, θα έχει καταστρέψει το περιβάλλον της και θα έχει γίνει περιοχή φθηνών υπηρεσιών και τουρισμού. Σαν χώρας εξαρτημένης πλήρως από τις εισαγωγές για την ικανοποίηση των βιοτικών αναγκών του πληθυσμού με δημιουργία ελλειμμάτων και άρα ανάγκης για συνέχιση της δανειοδότησης από τους «πιστωτές» και της πληρωμής των δανείων από τα σημερινά και αυριανά «υποζύγια». Για να συνεχίζεται η εξάρτησή της για να συνεχίζεται το «πάρτυ» της ντόπιας και διεθνούς κυρίαρχης τάξης.
Αλλά ταυτόχρονα θα καταλάβουν ότι δε μπορούν να γυρίσουν προς τα πίσω, στο προηγούμενο της κρίσης μοντέλο ανάπτυξης που στηριζόταν στον υπερκαταναλωτικό τρόπο ζωής και στο μεγενθυμένο οικολογικό αποτύπωμα. Θα χρειασθεί, μέσα από την όξυνση της κρίσης, να αντιληφθούμε όλοι ότι είναι ψευδαίσθηση η επιθυμία μας να «ανελιχθούμε» κοινωνικά και να επιδιώξουμε την «ευημερία» μας μέσω της αύξησης του κομματιού της πίτας που μας αναλογεί. Θα χρειασθεί να αντιληφθούμε καθαρά ότι η ευζωία μας δε μπορεί να ταυτισθεί με την ατομική κατανάλωση .
Μπορεί να επιτευχθεί αν επιδιώξουμε την ευζωία μέσω της ανάδειξης άλλων σημαντικών αξιών και προτεραιοτήτων: της αλληλεγγύης, της συνεργασίας, της κοινότητας, της φιλίας, της ελευθερίας, του αυτοκαθορισμού, της κοινωνικής-αλληλέγγυας οικονομίας, της στήριξης στην αφθονία των κοινωνικών-συλλογικών αγαθών μας και στους δίκαια κατανεμημένους περιορισμένους φυσικούς πόρους μας.
Να αντιληφθούμε ότι δε μπορεί να συναινούμε πλέον στον μέχρι τώρα τρόπο ανάπτυξης και διακυβέρνησης που μας οδήγησε εδώ.
Πραγματικά, η απομυθοποίηση του καπιταλισμού και της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, μπορεί να μας πείσει πιο εύκολα πια, ότι η εκχώρηση της αντιπροσώπευσης και η διαμεσολάβηση από τους επαγγελματίες πολιτικούς των κομμάτων, δεν είναι ο καλύτερος τρόπος διακυβέρνησης. Ότι θα πρέπει να αναλάβουμε οι ίδιοι τη διαμόρφωση των συνθηκών της ζωής μας, προχωρώντας σε δομές αυτοοργάνωσης και αυτοκυβέρνησης.
Πριν από όλα να μην αισθανόμαστε φτωχοί επειδή πιθανά δεν έχουμε χρήματα, ούτε άχρηστοι επειδή δεν έχουμε κάποια μισθωτή θέση εργασίας στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις ή στο κράτος. Να μη αισθανόμαστε αδύναμοι, επειδή το κόμμα που ψηφίζαμε δεν μας εκπροσωπεί τελικά και έτσι να αποσυρόμαστε από τα «κοινά».
Αν σταματήσουμε να συμπεριφερόμαστε σαν καταναλωτές πολιτικών και αποφασίσουμε να συμμετάσχουμε στις διεργασίες διαμόρφωσης της πολιτικής, στις προσπάθειες δημιουργίας συλλογικών μορφών εργασίας και παραγωγής για την ικανοποίηση βιοτικών κατ αρχήν αναγκών, θα αντιληφθούμε, ότι ο καλύτερος διαμεσολαβητής είμαστε οι ίδιοι για τον εαυτό μας.
Ένα κίνημα, που θα ξεκινήσει από την «άμυνα», από τα συνθήματα των «πλατειών»: δεν «πληρώνουμε τα χρέη τους», «δε πουλάμε τα κοινωνικά και δημόσια αγαθά μας, ούτε το περιβάλλον μας», «δε χρειαζόμαστε τα λεφτά τους» κ.λπ., θα πρέπει να προχωρήσει επιθετικά στη δημιουργία εναλλακτικών μορφών ατομικής και κοινωνικής ύπαρξης. Να διαμορφώσει και να βάλει σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα από τα κάτω, για τους «από κάτω», που θα δίνει λύσεις στην καθημερινότητά τους,αποτινάζοντας από πάνω τους το καθεστώς της αποικίας χρέους, στο οποίο βρίσκεται η χώρα, αλλά θα αλλάζει και την κυρίαρχη ατομική και κοινωνική συνείδηση του ατομικισμού που έχει διαμορφώσει τονκυρίαρχο σημερινό ανθρωπολογικό τύπο της ελληνικής κοινωνίας, ανεξάρτητα της ταξικής του προέλευσης.
Όσα κόμματα και πολιτικές οργανώσεις θα θέλουν να βοηθήσουν σε αυτό, θα χρειασθεί να ρίξουν το βάρος τους, όχι στις εκλογές, αλλά στην αυτοοργάνωση των πολιτών.
Ένα τέτοιο κίνημα μπορεί να γίνει κάποια στιγμή πλειοψηφικό στην κοινωνία, και να την οδηγήσει σε ένα νέο «κοινωνικό συμβόλαιο» για μετάβαση σε μια μετακαπιταλιστική οργάνωσή της, αν αρνηθεί τη θέση της χώρας στα πλαίσια του παγκοσμιοποιημένου καπιταλιστικού μοντέλου ανάπτυξης και της ευρωζώνης και δε συμμορφωθεί με τα μέτρα που θα προωθήσουν οι επόμενες κυβερνήσεις, για να εξαναγκασθούν να κάνουν στάση πληρωμών τόκων και χρεολυσίων και να στραφούν στη στήριξη των συλλογικών αγαθών και μισθών ικανών να ικανοποιούν τις βιοτικές ανάγκες του πληθυσμού.
Αν διαμορφώσει συνθήκες ενδογενούς και τοπικής παραγωγής και διανομής, ώστε σημαντικές κοινωνικές κατηγορίες να βελτιώσουν τα εισοδήματά τους μέσα από την προώθηση ομάδων παραγωγών, συνεταιρισμών παραγωγών-καταναλωτών για απευθείας διακίνηση τροφίμων και άλλων χρηστικών προϊόντων χωρίς μεσάζοντες, συνεταιριστικών μικρών μαγαζιών, δικτύων διανομής και τοπικών συστημάτων ανταλλαγών με δικό τους νόμισμα κ.λ.π. Αν βοηθήσει να επαναπροσδιορισθούν γενικότερα από την κοινωνία οι βασικές μας ανάγκες και ο τρόπος ικανοποίησή τους-όσο γίνεται λιγότερο μέσω των αγορών και της ατομικής κατανάλωσης- με στήριξη στα συλλογικά αγαθά και με μικρότερο κοινωνικό και οικολογικό αποτύπωμα, επιδιώκοντας την «ευζωία με ατομική εγκράτεια και μέσα από τη συλλογική αφθονία». Επιδιώκοντας περισσότερο την αυτοανάπτυξη-αυτοπραγμάτωσή μας σαν ανθρώπινα όντα μέσα από τη συμμετοχή μας στις δομές αυτοοργάνωσης όλων των επιπέδων (οικονομικών, κοινωνικών, πολιτιστικών, πολιτικών), μέσα από τη κοινωνικοποίηση της εκπαίδευσης και παιδείας και την ενσωμάτωσή της στην κοινωνική ζωή και στην παραγωγική διαδικασία-σε ισορροπία με τη φύση -και κάτω από τον έλεγχο των πολιτών και των άμεσων παραγωγών.
3. Ο ρόλος της Τοπικοποίησης
Η Τοπικοποίηση προτείνεται σαν μια στρατηγική -στα πλαίσια της αποανάπτυξης-για στροφή σε μια αποκεντρωμένη, αυτοδιαχειριζόμενη, οικολογική και αταξική κοινωνία της ισοκατανομής πόρων και εξουσιών.
• Στήριξη όσο γίνεται περισσότερο στους τοπικούς πόρους κάθε περιοχής και όσον αφορά στη Γεωργία στις τοπικές ποικιλίες και ράτσες
• Τοπική ποιοτική παραγωγή για τις ανάγκες κυρίως της αλυσίδας: πολίτης, κοινότητα, δήμος-περιφέρεια και επικράτεια και όχι οπωσδήποτε με κριτήριο το συγκριτικό πλεονέκτημα στη παγκόσμια αγορά
• Δίκτυα Ανταλλαγών-Τοπικά Νομίσματα- Tοπική αγορά των μικρών αποστάσεων
• Μεγαλύτερη δυνατότητα συμμετοχής σε θεσμούς αυτοδιαχείρισης μικρής κλίμακας. Πιο εύκολος ο έλεγχος από την τοπική κοινωνία
Για τη χώρα μας:
Nα αναβιώσουμε το κοινοτικό πνεύμα για να ξεπεράσουμε τη κρίση, αλλά και για να αποχαιρετήσουμε τον καπιταλισμό που μας οδηγεί στη βαρβαρότητα και την οικο-καταστροφή
Θα χρειασθεί να στηριχθούμε στις κοινότητες κάθε είδους- αστικές ή της υπαίθρου, αλλά και επαγγελματικές, κοινωνικής ή συνεργατικής οικονομίας, τις κοινότητες ενδιαφερόντων ή του διαδικτύου(π.χ. κοινότητες «κοινής χρήσης» κατοικιών, αυτοκινήτων κ.λπ) -σαν κύτταρα της νέας κοινωνίας που θα επιδιώξουμε.
Εφαλτήρας για την οικονομία μπορεί να γίνει ο αγροδιατροφικός τομέας, ο τομέας ένδυσης-υπόδησης, ο ενεργειακός τομέας με αιχμή στις ΑΠΕ και ο τομέας του ήπιου οικοτουρισμού για δημιουργία επιπλέον τοπικού εισοδήματος
Εφαλτήρας για τη διαμόρφωση αντίστοιχης πολιτικής οι τοπικές κινήσεις πολιτών που παρεμβαίνοντας στις τοπικές κοινωνίες και συμμετέχοντας στις τοπικές εκλογές θα απαιτήσουν «συμμετοχικούς προϋπολογισμούς» στους δήμους.
4. Ο ρόλος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης
•Τ.Α. θέτει πόρους στη διάθεση συλλογικών δομών εργασίας, με τη μορφή κοινωνικών επιχειρήσεων (συνδυασμός αμειβόμενης εργασίας για ανέργους - εξειδικευμένης από υπαλλήλους του δήμου -εθελοντικής εργασίας από εθελοντές που μαζί με τους υπαλλήλους παίζουν το ρόλο του "εμψυχωτή")
•Δημιουργεί χώρους παραγωγής και αυτοπαραγωγής (π.χ. εργαστηρίων επαναχρησιμοποίησης ηλεκτρικών - ηλεκτρονικών ειδών, επίπλων, ρούχων, κομποστοποίησης -λιπασματοποίησης οργανικών αποβλήτων, δημοτικών λαχανόκηπων, μεταποιητηρίων γεωργικών προϊόντων κ.λπ.)
•Χώρους απασχόλησης παιδιών ,ανταλλαγής ειδών από «δεύτερο χέρι»,γραφείων «συνταξιδιωτών» κ.λπ
•οργάνωση γραφείων-συνεργείων από άνεργους αρχιτέκτονες-οικοδόμους για κατασκευή-μετατροπή κτιρίων σε βιοκλιματικά, συνεργείων για τη δημιουργία «πράσινων στεγών» και «ηλιακών στεγών»
•Ειδική περίπτωση: αυτοδιαχειριζόμενα συνεργεία και όχι ιδιώτες εργολάβοι να αναλαμβάνουν συγκεκριμένες εργασίες του δήμου
5. Ο ρόλος του κοινοτισμού
Ο ρόλος του κοινοτισμού για το ξεπέρασμα της σημερινής κρίσης (αλλά και για το πέρασμα σε μετακαπιταλιστική κοινωνία) θα είναι πολύ σημαντικός:
• Να αναβιώσουμε και σήμερα το κοινοτικό πνεύμα για να ξεπεράσουμε τη κρίση, αλλά και για να αποχαιρετήσουμε τον καπιταλισμό που μας οδηγεί στη βαρβαρότητα και την οικο-καταστροφή
• Να στηριχθούμε στις κοινότητες σαν κύτταρα της νέας κοινωνίας που θα επιδιώξουμε.
• Όχι μόνο στις χωρικές-αστικές ή της υπαίθρου-αλλά και στις επαγγελματικές, τα εγχειρήματα της κοινωνικής-συνεργατικής οικονομίας ή τις κοινότητες ενδιαφερόντων ή του διαδικτύου (π.χ. κοινότητες «κοινής χρήσης» κατοικιών, αυτοκινήτων κ.λπ)
Σήμερα υπάρχουν ήδη πάνω από 2600 εγχειρήματα κοινοτικού χαρακτήρα στη χώρα, που δεν περιμένουν την επανάσταση ή κάποια «κυβέρνηση κοινωνικής σωτηρίας» για να δώσει λύση. Εμφορούνται από την αντίληψη ότι μπορούν να δημιουργήσουν από τώρα στοιχεία «του κόσμου που θέλουν, μέσα στον κόσμο που θέλουν να ανατρέψουν και να αφήσουν πίσω τους».
Η δική μας συνολική πρόταση:
Να διαμορφωθεί «από τα κάτω» και από τους έλληνες «από κάτω» ένα απαραίτητο ρεαλιστικό και ελκυστικό πρόγραμμα για το ξεπέρασμα της κρίσης και συγχρόνως για τη μετάβαση σε μια μετακαπιταλιστική κοινωνία, σε μια κοινωνία δημοκρατικής αυτονομίας που θα στηριχθεί:
• στην οικονομία των βιοτικών αναγκών όσον αφορά στο περιεχόμενο,
• στον συνεργατισμό-συνεταιρισμό όσον αφορά στις σχέσεις παραγωγής,
• στη συλλογική-κοινοτική-δημοτική ιδιοκτησία όσον αφορά στα μέσα παραγωγής,
• στην εγγύτητα και τις μικρές αποστάσεις όσον αφορά στο μικρότερο δυνατό οικολογικό αποτύπωμα,
• στην άμεση δημοκρατία των συνελεύσεων και των ανακλητών εκπροσώπων, όσο αφορά στις διαδικασίες αποφάσεων, πολιτικής θέσμισης και διακυβέρνησης
6. Ο Συνομοσπονδισμός
Εφαλτήρας για τη διαμόρφωση της κοινοτικής πολιτικής θέσμισης οι τοπικές κινήσεις πολιτών για τη δημοκρατική αυτονομία –με τη μορφή της δημοκρατίας εν δράσει και κοινή ονομασία π.χ. Κίνηση για τη "Δημοκρατική Αυτονομία"-που παρεμβαίνοντας στις τοπικές κοινωνίες στη βάση των προβλημάτων της καθημερινότητας και δημιουργώντας θεσμούς άμεσης δημοκρατίας σε όλα τα επίπεδα- θα μπορέσουν-συνδεόμενες και μεταξύ τους- να διαμορφώσουν ένα πρόγραμμα μετάβασης σε ένα σύστημα αποκεντρωμένης δημοκρατικής αυτονομίας και κοινοτισμού, σε μια κοινωνία ελευθερίας, ειρήνης, κοινωνικής και φυλετικής ισότητας, δικαιοσύνης και οικολογικής ισορροπίας.
Αυτές οι Κινήσεις θα απαιτήσουν από τους υπάρχοντες δήμους«συμμετοχικούς προϋπολογισμούς και προγραμματισμούς»(οργανώνοντας π.χ. στις γειτονιές των πόλεων και τα χωριά συνελεύσεις πολιτών όπου θα γίνονται οι προτάσεις και θα αποφασίζονται οι προτεραιότητες και στη συνέχεια Συντονιστικά Συμβούλια με ανακλητούς εκπροσώπους[1] για την προώθηση των λύσεων προς την Τ.Α. Όταν μπορέσουν να αλλάξουν τους πολιτικούς συσχετισμούς και συμμετέχοντας στις τοπικές εκλογές πάρουν την πλειοψηφία σε κάποιους δήμους, τότε τους μετατρέπουν σε θεσμούς πραγματικής αυτοδιοίκησης και αυτοκυβέρνησης (μικραίνοντας το μέγεθός τους-επιστρέφοντας τουλάχιστον στο καποδιστριακό τους μέγεθος- και θεσμοθετώντας τηνκοινότητα δρόμου στις πόλεις και την αγροτική κοινότητα σαν το μικρότερο κύτταρο της δημοκρατικής αυτονομίας, τα Συμβούλια Συνοικιών στη συνέχεια και τα Συμβούλια Πόλης.
Όταν γίνει αυτό σε αρκετούς δήμους τους ομοσπονδοποιούν και λειτουργούν για ένα πιθανά μεγάλο διάστημα σαν αυτόνομη ομοσπονδίασε σχέση συμπλήρωσης, αντιπαράθεσης και ρήξης με το κεντρικό κράτος( ένα είδος δυαδικής αντιεξουσίας) έως ότου καταλήξουμε σε ένα νέο «Κοινωνικό Συμβόλαιο» και μια δημοκρατική συνομοσπονδιακή κοινοπολιτεία στην ελληνική επικράτεια (ελπίζουμε ειρηνικά και αναίμακτα, αλλά και προετοιμαζόμενοι για πιθανές συγκρούσεις με αυτοάμυνα και αντίσταση και μεθόδους που θα έχει αναπτύξει το κίνημα εντωμεταξύ).
Από τον «αδύνατο καπιταλιστικό κρίκο της «Ενωμένης Ευρώπης» να μετατρέψουμε τη χώρα σε κόμβο κοινωνικής, πολιτικής και οικολογικής ανάτασης στα πλαίσια του πραγματικού μας «οίκου» που είναι η Μεσόγειος και τα Βαλκάνια. Όπου ανεξάρτητα των θρησκευτικών και φυλετικών διαφορών, καθώς και συνόρων, μπορούν να δημιουργηθούνσυνομοσπονδισμένες βιοπεριφέρειες, που θα στηρίζονται σε ένα εκτεταμένο δίκτυο συνεργασιών και μεταξύ τους ροών και θα αναπτύσσουν το μοντέλο της ευζωίας χωρίς «ανάπτυξη» και καταναλωτισμό , αλλά με κοινωνική ισότητα και ατομική εγκράτεια, στηριζόμενοι στα κοινωνικά και συλλογικά αγαθά και την άμεση δημοκρατία.
7. Ο ρόλος και η έννοια της Βιο-περιφέρειας στα πλαίσια της στρατηγικής της τοπικοποίησης (Ρεγκιοναλισμού)
Δεν ταυτίζεται με την έννοια της διοικητικής περιφέρειας, όπως εκφράζεται στον «Καλλικράτη», όπου είναι μια δομή του περιφερειακού κράτους. Ούτε 100% με την έννοια της γεωγραφικής περιφέρειας. Το ίδιο δεν ταυτίζεται με την έννοια ενός οικοσυστήματος ή μιας οικοπεριοχής- όπως ορίζονται στην επιστήμη της οικολογίας- γιατί είναι συνήθως μεγαλύτερη. Δεν ταυτίζεται επίσης με μια οικοζώνη, από την οποία είναι μικρότερη. Πρόκειται για μια οικολογική και γεωγραφική ταυτόχρονα περιοχή, που αποτελεί ένα χώρο με κοινές φυσικές και γεωγραφικές συνθήκες, αρκετό για να εξασφαλίζει τους κύκλους της ζωής και των θρεπτικών φυσικών στοιχείων και υλικών, καθώς και την ενσωμάτωση των αποβλήτων, αλλά και κοινές ιστορικές καταβολές και ηθικές αξίες των ανθρώπινων κοινοτήτων της, που της δίνουν μια ταυτότητα.
Χαρακτηρίζεται από τον τρόπο που εντάσσεται η ανθρώπινη κοινωνία της με το φυσικό της περιβάλλον. Από το πως δένονται οι διανθρώπινες σχέσεις με τους τοπικούς φυσικούς πόρους, όπως π.χ με τις λεκάνες απορροής του νερού, με τις άλλες μορφές ζωής και το πλέγμα των οικοσυστημάτων της περιοχής, εξασφαλίζοντας την αρμονική ενότητα του τόπου, της κοινότητας των ανθρώπων που τον κατοικούν και του συνόλου των παραγωγικών τους δραστηριοτήτων. Η εγγύτητα καθορίζει τη διαχείριση των εισροών και των εκροών των παραγωγικών μονάδων και των ανταλλαγών, με βάση τη σχετική αυτάρκεια-αυτοδυναμία της. Μπορεί να είναι μια περιοχή στα πλαίσια μιας νομαρχίας του παρελθόντος (π.χ. Μαγνησίας) με 1-2 αστικούς δήμους και μερικούς περιφερειακούς δήμους και κοινότητες, που μπορεί να εξασφαλίζει αυτοδυναμία πόρων και ενέργειας. Μπορεί βέβαια να επεκταθεί και στα πλαίσια μιας υπάρχουσας περιφέρειας του "Καλλικράτη", όπως η Θεσσαλία, αλλά θα εξαρτάται και από τον ανθρώπινο πληθυσμό της που δε θα πρέπει να υπερβαίνει το 1.000.000. Πολλές φορές θα χρειασθεί να μη ληφθούν υπόψη υπάρχοντα εθνικά σύνορα και να διαμορφωθεί από το διασυνοριακό κίνημα του συνομοσπονδισμού «σκιωδώς» διασυνοριακά!
Για τον καθορισμό της λοιπόν σαν μια δομή στα πλαίσια της ελλαδικής Αυτοδιοίκησης με τα σημερινά δεδομένα του Καλλικράτη, απαιτείται νομική παρέμβαση από τη πλευρά της υπάρχουσας κεντρικής εξουσίας με νέο νόμο για την Τοπική Αυτοδιοίκηση και με μεταφορά πόρων προς αυτήν. Για την ολοκλήρωσή της όμως σαν θεσμός άμεσης δημοκρατίας, θα απαιτηθεί ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο από μια μετακαπιταλιστική κοινωνία μετάβασης στην άμεση δημοκρατία και τον δημοκρατικό συνομοσπονδισμό, και μάλιστα με επέκταση στα Βαλκάνια και τη Μεσόγειο.
Η Αυτοδιοίκηση στα πλαίσια μιας τέτοιας βιοπεριφέρειας μπορεί να στηρίζεται σε δομές σαν τις παρακάτω:
• Πέρα από τη πυρηνική οικογένεια, είναι επιθυμητό να δημιουργηθούν και να επικρατήσουν «διευρυμένες» οικογένειες (όχι γενετικής συγγένειας, αλλά περισσότερο ιδεολογικής συγγένειας και με όλες τις ηλικίες- η τρίτη ηλικία μπορεί να είναι πολύ χρήσιμη , η επιβίωσή της αδύνατη στο μέλλον από ένα καταρρέον συνταξιοδοτικό σύστημα), σαν κύτταρα των μελλοντικών χωρικών κοινοτήτων-δήμων. Το κοινό χαρακτηριστικό τους το «κοινό ταμείο».
• Στην επανασύσταση ως αυτοδιοικητικών μονάδων των υπαρχόντων χωρικών κοινοτήτων της υπαίθρου της.
• Στην επανασύσταση των μικρών δήμων, με το χωρισμό των μεγάλων πόλεων σε δήμους κάτω των 50.000 κατοίκων, οι οποίοι συστήνουν με τη σειρά τους αστικές κοινότητες με βάση τις οδούς στις γειτονιές των πόλεων που δεν ξεπερνούν π.χ. τους 1000-2000 κατοίκους.
8. Η παρέμβαση των Τοπικών Κινήσεων Δημοκρατικής Αυτονομίας με βάση τη Βιοπεριφέρεια:
Έως ότου επιτευχθεί αυτό με νόμο από τη Κεντρική Εξουσία, το κίνημα για την Δημοκρατική Αυτονομία… (και οι αναφερθείσες Τοπικές Κινήσεις Πολιτών που θα έχει δημιουργήσει) λειτουργεί και παρεμβαίνει με βάση τη παραπάνω «σκιώδη»διαμόρφωση της Τ.Α. από τη δική του μεριά (π.χ. τον «Καλλικρατικό Βόλο» θα τον χωρίσει σε Βόλο και Νέα Ιωνία, όπως ήταν πριν το «Καλλικράτη), σε αντιπαράθεση με την υφιστάμενη Τ.Α., όσο αυτή υπάρχει. Συστήνει λοιπόν στα χωριά και στις πόλεις, με βάση την οδό( σε μεγάλη πόλη) ή την μικρή γειτονιά-σαν κοινοτικά κύτταρα- Συνελεύσεις Πολιτών(ΣΠ), όπου συμμετέχουν, συζητούν και αποφασίζουν-όσοι ενεργοί πολίτες ενδιαφέρονται στην αρχή και στη συνέχεια όσοι πείθονται ότι έχει σημασία για αυτούς- για τον προγραμματισμό και τον προϋπολογισμό του δήμου στον οποίο ανήκουν. Συστήνει επακόλουθα με εκλεγμένα και ανακλητά μέλη (με ποσόστωση 50-50 άνδρες γυναίκες και ανεξάρτητα της υπηκοότητας των πολιτών) Συντονιστικά Συμβούλια Κοινοτήτων(ΣΣΚ)- αυτών των υπό διαμόρφωση κοινοτήτων- για την προώθηση των αποφάσεών τους προς τα υπάρχοντα δημοτικά συμβούλια, θέτοντάς τα προ των ευθυνών τους και πιέζοντάς τα να τις λάβουν υπόψη στον προγραμματισμό-προϋπολογισμό του υπάρχοντος δήμου. Καλύτερα θα μπορούσε να συσταθεί μια επιπλέον δομή, δηλαδή από όλα τα ΣΣΚ εκλέγεται ένα ολιγομελές Συντονιστικό Συμβούλιο Πόλης (ΣΣΠ) ήΣυντονιστικό Συμβούλιο Ενότητας Χωριών (ΣΣΕΧ)-όπου με την Ενότητα Χωριών εννοούμε κοντινά χωριά που ανήκαν πριν σε «Καποδιστριακό Δήμο»- που θα αναλάβει την προώθηση των αποφάσεων των υπό διαμόρφωση κοινοτήτων ανάλογα με την προτεραιότητα των αναγκών τους, την οποία προτεραιότητα αποφασίζει δημοκρατικά το ΣΣΠ ή ΣΣΕΧ, προς τους δήμους.
Από όλα τα ΣΣΠ και ΣΣΕΧ εκλέγεται δημοκρατικά με ανακλητά μέλη και την ίδια ποσόστωση το Συντονιστικό Περιφερειακό Συμβούλιο (ΣΠΣ), το οποίο παρεμβαίνει στην υπάρχουσα Περιφέρεια και προωθεί εκείνα τα αιτήματα των κοινοτήτων που αφορούν στην Περιφέρεια.
Ένα τέτοιο Σύστημα Συμβουλίων (ΣΣ), εξελισσόμενο από βαθμίδα σε βαθμίδα, θα αποτελέσει τον πολιτικό κορμό για τη μετάβαση σε μια κοινωνία Δημοκρατικής Αυτονομίας και θα πρέπει να ενεργοποιήσει και να εμπλέξει όσο γίνεται μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού στις διεργασίες του, ώστε το πρόγραμμα μετάβασης που θα αναπτύξει να είναι όσο γίνεται πιο αντιπροσωπευτικό.
Επειδή θεωρούμε τον αγροδιατροφικό τομέα σαν εφαλτήρα για τη μετάβαση προς αυτή την κατεύθυνση θα είναι από την αρχή αναγκαίο να συσταθεί και ιδιαίτερο Συντονιστικό Συμβούλιο Αγροδιατροφικού Τομέα (ΣΣΑΤ), το οποίο με βάση τις διατροφικές ανάγκες που θα έχουν προταθεί από τις υπό διαμόρφωση Κοινότητες και σε συνεργασία με το ΣΣ, θα ολοκληρώσει και ένα πρόγραμμα για τις αγροδιατροφικές οικονομικές δραστηριότητες στα πλαίσια του κάθε δήμου και στη συνέχεια της περιφέρειας. Επίσης θα είναι σημαντικό να γίνει σε κάθε δήμο ένα ιδιαίτερο Συμβούλιο Δημοτικού Τομέα Οικονομίας (ΣΔΤΟ),για τη στήριξη του ιδιαίτερου οικονομικού ρόλου του δήμου που θα αφορά σε όλους τους πολίτες
Το ίδιο θα χρειασθεί να γίνει και για κάθε άλλον τομέα της οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας-στηριγμένης στη συνεργατική και συνεταιριστική οργάνωσή της- στους δήμους και τις περιφέρειες, όπως για την υγεία, την χειραφετητική παιδεία-εκπαίδευση, τη δικαιοσύνη, τη βιοτεχνική- βιομηχανική παραγωγή, τον ενεργειακό εφοδιασμό, τοπεριβάλλον και την οικολογική ισορροπία, την αυτοάμυνα κ.λπ.
9. Και μια σημείωση σχετικά με την ιδιοκτησία
Το ζήτημα δεν μπορεί να ξεκαθαρισθεί εκ των προτέρων και θα εξαρτηθεί από τις οικονομικές δομές που θα δημιουργήσει κάθε τοπική κοινωνία ισοκατανομής (οικονομικής-κοινωνικής-οικολογικής-πολιτικής). Από τη στιγμή όμως που το βασικό κύτταρό της θα είναι η κοινότητα, είτε χωρική θα είναι αυτή, είτε δραστηριοτήτων, είτε ενδιαφερόντων, είναι προφανές ότι θα προάγεται η συλλογική ιδιοκτησία. Η ατομική δεν θα έχει καμία τύχη, γιατί οι άνθρωποι θα οργανώσουν την καθημερινότητά τους βασισμένοι στις αξίες της συλλογικότητας και της αλληλεγγύης. Μάλλον δεν θα προτιμήσουν την πυρηνική οικογένεια, αλλά τη «διευρυμένη οικογένεια» που θα περιλαμβάνει περισσότερους γονείς καθώς και τις 3 γενιές τους (παππούδες-γιαγιάδες-παιδιά), εκφράζοντας έτσι την αλληλεγγύη των γενιών. Θα είναι η ευνοϊκότερη (σε σχέση με την πυρηνική οικογένεια) εξέλιξη της παλιάς αυτοδύναμης-αυτάρκους πολυπληθούς πατριαρχικής ή μητριαρχικής οικογένειας (Οι υπάρχουσες σήμερα "ομάδες συγγένειας" της καθημερινής ζωής ή οι οικοκοινότητες, μπορούν να δώσουν μια εικόνα της «διευρυμένης οικογένειας»).
Αυτό σημαίνει λοιπόν ότι θα χάσει το έδαφος κάτω από τα πόδια της η ατομική ιδιοκτησία και θα εντάσσεται με τη θέλησή της στη συλλογική-κοινοτική ή ακόμα καλύτερα στη δημοτική ιδιοκτησία, αφού θα δοθεί προτεραιότητα στον δημοτικό τομέα οικονομίας. Δεν θα χρειασθεί να γίνει «δημοτικοποίηση» των μέσων παραγωγής και της γης (με νόμο και με βία), όπως απαίτησε η «κρατικοποίηση», όπου εφαρμόσθηκε μέχρι τώρα.

Τι να κάνουμε: τα πρώτα βήματα, μετά τη κατάρρευση της οικονομίας και της πολιτικής των «μνημονίων»

Περισσότερα στο:
http://topikopoiisi.blogspot.gr/p/blog-page_10.html


Επισκεφθείτε και την νέα ιστοσελίδα μας: http://www.topikopoiisi.eu/






Τετάρτη, 19 Μαΐου 2010

ΝΕΑ ΤΡΟΠΗ ΣΤΗ ΔΙΑΜΑΧΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΝΗΕΣ


από τον Ιό της ελευθεροτυπίας

Το «χρυσόβουλο» του υπουργείου


Ενώ στη Βουλή φουντώνει η συζήτηση για το Βατοπέδι, ορισμένες άλλες ιερές αγοραπωλησίες βρίσκονται στον αέρα. Η Μητρόπολη του Βόλου αντικρούει την τοπική Κτηματική Υπηρεσία και υπεραμύνεται της επένδυσης στην περιοχή Νηές.

Εκεί που πιστεύαμε ότι με την απόφαση της τοπικής Κτηματικής Υπηρεσίας του Βόλου θα δινόταν ένα τέλος στην υπόθεση που δίκαια ή άδικα έχει ονομαστεί «Βατοπέδι της Μαγνησίας», το ζήτημα αναζωπυρώνεται. Η τοπική Μητρόπολη αντεπιτίθεται θεωρώντας ότι ορθώς προχώρησε στην πώληση σε ιδιώτες εκτάσεων της Μονής Ξενιάς στην περιοχή Νηές και αντικρούει το πόρισμα της τοπικής Κτηματικής Υπηρεσίας, το οποίο αποδίδει πίσω στο δημόσιο αυτές τις εκτάσεις (βλ. σχετ. δημοσίευμα του «Ιού», 25.4.10). Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, το ΣΔΟΕ εισβάλλει την περασμένη βδομάδα στο γραφείο του διευθυντή της Κτηματικής Υπηρεσίας του Βόλου για έλεγχο, μετά από δύο ανώνυμες και μια επώνυμη καταγγελία εναντίον του.

Θυμίζουμε ότι η επίμαχη έκταση προοριζόταν από τους ιδιώτες αγοραστές για μεγάλες τουριστικές εγκαταστάσεις και γήπεδα γκολφ, ενώ στην πορεία συνδέθηκε με την ανάθεση της τέλεσης των Μεσογειακών Αγώνων στο Βόλο και τη Λάρισα. Πρόσθετο ενδιαφέρον για τα μέσα ενημέρωσης απέκτησε η υπόθεση όταν έγινε γνωστό ότι η εταιρεία που αγόρασε τις επίμαχες εκτάσεις ανήκε στον Μίλτο Καμπουρίδη, κουνιάδο του γιου της Ντόρας Μπακογιάννη, ενώ επικεφαλής της επιτροπής διεκδίκησης των Μεσογειακών του 2013 ήταν ο Ισίδωρος Κούβελος. Για την υπόθεση έχουμε δημοσιεύσει εκτενή ρεπορτάζ (12 και 19.7.09), και έχουμε φιλοξενήσει τις απόψεις του Μητροπολίτη, του εκπροσώπου των αγοραστών και του κ. Κούβελου (19.7.09). Οπως διαπιστώσαμε κατά τη δημοσιογραφική έρευνα, η πλευρά της Μητρόπολης ανακάλυπτε κάθε φορά κάποιο νέο «λαγό» για να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς της. Οταν αμφισβητήθηκαν οι τίτλοι των συγκεκριμένων εκτάσεων, «ανακαλύφτηκαν» κάποιοι «οθωμανικοί τίτλοι» (ταπιά) στο Τουρκικό Προξενείο Κομοτηνής. Και όταν αποκαλύψαμε ότι το Τουρκικό Προξενείο δεν έχει ιδέα και ότι είναι τουλάχιστον άκομψη η ανάμιξή του σε μια εσωτερική υπόθεση που έμμεσα αγγίζει την υπουργό Εξωτερικών, τότε η Μητρόπολη ανακάλυψε για στήριγμα ένα νέο «στοιχείο», το έγγραφο του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης 105466/3811/14-8-09.

Τις σημερινές απόψεις της Μητρόπολης Δημητριάδος φιλοξενούμε στην τρίτη σελίδα του «Ιού». Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτό το έγγραφο, όπως ρητά αναφέρει, αποτελεί απάντηση στους βουλευτές Μιχάλη Καρχιμάκη και Γρηγόρη Νιώτη, οι οποίοι στις 14.7.09 κατέθεσαν στη Βουλή το αποκαλυπτικό ρεπορτάζ του «Ιού» («Μετά τα χρυσόβουλα τα ταπιά», 12.7.09). Δηλαδή το έγγραφο αυτό του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης ήρθε να σφραγίσει εκ των υστέρων τις αγοραπωλησίες στις Νηές μετά τις αποκαλύψεις του Τύπου.

Για το έγγραφο αυτό του υπουργείου ζητήσαμε τη γνώμη του Μιχάλη Καρχιμάκη, ο οποίος είχε τότε καταθέσει το δημοσίευμα, αλλά σήμερα είναι ο αρμόδιος υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης. Τη σχετική του δήλωση φιλοξενούμε σε διπλανές στήλες. Επικοινωνήσαμε και με τον προκάτοχό του και βουλευτή σήμερα της Νέας Δημοκρατίας Κώστα Κιλτίδη. Ο κ. Κιλτίδης διέψευσε ότι χειρίστηκε ποτέ την υπόθεση αυτή, διότι ουδέποτε είχε σχέση με την πολιτική γης του υπουργείου και ασκούσε μόνο τη δασική πολιτική. Οταν του θέσαμε υπόψη το επίμαχο έγγραφο, το οποίο συντάχθηκε από τη διεύθυνση δασικής πολιτικής του υπουργείου, τότε ο κ. Κιλτίδης μας ενημέρωσε ότι από τον Ιανουάριο του 2009 ασχολιόταν μόνο με την αλιεία και η δασική πολιτική είχε περάσει στην αρμοδιότητα του υπουργού κ. Χατζηγάκη.

Ασαφείς και ανίσχυροι τίτλοι

Οσα ακολουθούν, στηρίζονται στην πρόσφατη γνωμάτευση που συνέταξε ο δικηγόρος Γιώργος Λωρίτης για λογαριασμό της «Περιβαλλοντικής Πρωτοβουλίας Μαγνησίας». Επειδή το ζήτημα έχει περίπλοκες νομικές πλευρές, ο κ. Λωρίτης επιχειρεί μια περιοδολόγηση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της επίμαχης έκτασης. Στο τέλος της μελέτης του αναλύει το επίμαχο έγγραφο του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, το οποίο επικαλείται τώρα η Μητρόπολη:

1794-1896: "Ολα τα έγγραφα των ετών αυτών όπως δικαστικές αποφάσεις κλπ. αναφέρονται σε έκταση που τα σύνορά της είναι ασαφή και προφανώς διαφέρουν από αυτά της σημερινής επίμαχης έκτασης και έτσι τα έγγραφα αυτά είναι άσχετα με την παρούσα υπόθεση. Αυτό το κατέδειξα και προ μηνών στα σχετικά ρεπορτάζ του «Ιού της Κυριακής» στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία (12 και 19.7.09) και το αποδεικνύει και το πόρισμα με σχετική τεχνική έκθεση μηχανικού της υπηρεσίας. Ας υπάρξει ανταπάντηση με αντιπαραβολή των ορίων της επίμαχης έκτασης με τα όρια που αναφέρονται στα παλαιά αυτά έγγραφα για φανεί εάν συμπίπτουν ή όχι".

1933: "Το επικαλούμενο Προεδρικό Διάταγμα δεν λέει ότι αναγνωρίζει κυριότητα στο μοναστήρι. Κι αν το έλεγε, θα ήταν ανίσχυρο, γιατί δεν υπήρχε σχετική εξουσιοδότηση Νόμου που να το επιτρέπει αυτό. Κι αν υπήρχε, και πάλι θα ήταν ανίσχυρο, διότι δεν αναφέρει καθόλου όρια για την εκεί αναφερόμενη έκταση. Ενα οποιοδήποτε Π.Δ., με οποιοδήποτε περιεχόμενο, δεν είναι πασπαρτού για οποιαδήποτε έκταση οπουδήποτε στην Ελλάδα. Το πόρισμα ορθώς αποφαίνεται ότι «….Δεν έγινε δυνατόν, ούτε καν να συνδεθεί με την επίδικη έκταση, αφού άλλωστε δεν περιγράφονται ούτε κατά προσέγγιση τα όριά του….». Ας υπάρξει ανταπάντηση Α) με αντιπαραβολή των ορίων της επίμαχης έκτασης με τα όρια που αναφέρονται (εάν αναφέρονται) στο Π.Δ. για φανεί εάν συμπίπτουν ή όχι Β) με αναφορά του σημείου του Π.Δ. όπου αναγνωρίζεται η κυριότης του μοναστηριού και Γ) να αναφέρεται ο Νόμος που περιέχει σχετική εξουσιοδότηση, αφού είναι νομικά δεδομένο ότι ένα Π.Δ. από μόνο του (δηλ. χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση) δεν έχει την εξουσία για τίποτε".

"Συνεπώς κατά το 1933 το μοναστήρι με τους ανωτέρω επικαλούμενους τίτλους δεν έχει την επίμαχη έκταση στην κυριότητά του. Ηδη όμως από το 1915 απαγορεύεται η χρησικτησία κατά του ελληνικού δημοσίου και έτσι μόνο με νόμιμη παραχώρηση από το ελληνικό δημόσιο θα μπορούσε το μοναστήρι να αποκτήσει κυριότητα στην επίμαχη έκταση. Τέτοια όμως παραχώρηση δεν την επικαλείται κανένας! Οποιοδήποτε μεταγενέστερο έγγραφο, εφόσον δεν αποτελεί (που δεν αποτελεί) νόμιμη παραχώρηση από το ελληνικό δημόσιο προς το μοναστήρι είναι αδιάφορο ως ατελέσφορο. Μάλιστα για το δασικό και λιβαδικό τεμάχιο από την επίμαχη έκταση , αυτό ανήκει στο ελλ. δημόσιο και διότι δεν τηρήθηκε η διαδικασία του Β.Δ. της 17.11.1836 «περί ιδιωτικών δασών» και του Β.Δ. της 3/12-12.1833 για τις λιβαδικές εκτάσεις.

Παρόλα αυτά, θα ακολουθήσω τη χρονική αλληλουχία, διότι και οι μεταγενέστεροι επικαλούμενοι τίτλοι είναι μη νόμιμοι και πάσχουν και εξ άλλων λόγων".

Η μεταπολεμική περίοδος

1952-1959: "Εμφανίζεται το ελληνικό δημόσιο να παίρνει από το μοναστήρι εκτάσεις που αληθώς δεν ανήκουν στο μοναστήρι αφού μέχρι το 1933 το μοναστήρι δεν είχε τίποτε και μετά δεν απέκτησε τίποτε. Αρα το ελληνικό δημόσιο εξαγόρασε ...δικές του εκτάσεις. Αυτή όμως η εξαγορά δίνει στο ελληνικό δημόσιο κυριότητα που ...ήταν ήδη δική του και δεν δίνει κυριότητα στο μοναστήρι. Ο χάρτης διανομής του 1958 που επικαλείται η ανωτέρω απάντηση είναι ανυπόγραφος και συνεπώς είναι ανυπόστατος. Ο κτηματολογικός πίνακας διανομής του 1958 που επικαλείται η ανωτέρω απάντηση είναι «φάντασμα», αφού δεν συνδέεται με κανένα άλλο δημόσιο έγγραφο και δεν βγάζει νόημα, αφού δεν συνδέεται με κανένα τοπογραφικό διάγραμμα ούτε περιγράφει όρια. Ούτως ή άλλως οι ίδιοι οι συμβαλλόμενοι στα δικά τους 10 συμβόλαια δεν επικαλούνται αυτά τα έγγραφα αλλά αντιθέτως επικαλούνται τον χάρτη αποτυπώσεως του 1954 (που είναι νομίμως υπογεγραμμένος) και τον κτηματολογικό πίνακα του 1954 που είναι και τα δύο αυτά έγγραφα συνδεδεμένα και με άλλα δημόσια έγγραφα και μεταξύ τους και μέσω του χάρτη περιέχουν και όρια και λένε ότι το ελληνικό δημόσιο από τις δικές του εκτάσεις εξαγοράζει όλες πλην 1.358 στρ., δηλαδή κι αν είχε κάτι το μοναστήρι πάντως του έμειναν μόνο 1.358 στρ."

"Ομως το μοναστήρι δεν είχε τίποτε και αυτά τα 1.358 στρ. δεν γίνονται μοναστηριακά μόνο και μόνο επειδή το ελληνικό δημόσιο δεν τα εξαγόρασε από το μοναστήρι. Η έλλειψη «παράλογης εξαγοράς» από το μοναστήρι δεν συνιστά νόμιμη μεταβίβαση στο μοναστήρι! Και πάλι το μοναστήρι δεν έχει τίποτε".

1980: "Το 1980, με ένα και μοναδικό συμβόλαιο (υπ’ αρ. 6920/1980 δωρητήριο συμβόλαιο), το μοναστήρι, δηλαδή η Ι. Μονή Ξενιάς φέρεται να δωρίζει στην Ι.Μ. Δημητριάδος έναν ελαιώνα 1.358 στρ. Την έκταση αυτή το μοναστήρι δηλώνει ότι την έχει με χρησικτησία και όχι με τα έγγραφα της 10ετίας του 1950. Τα σύνορα αυτής της έκτασης δεν εφαρμόζονται πουθενά στις Νηές. Το μοναστήρι όμως είπαμε ότι δεν είχε (νομίμως) καμία έκταση στην περιοχή και συνεπώς ούτε και η Ι.Μ. Δημητριάδος δεν αποκτάει τίποτε. Ούτως ή άλλως το συμβόλαιο αυτό είναι και τυπικά άκυρο λόγω τυπικών ελλείψεων".

1987-1988: "Η Ι. Μονή Ξενιάς συμβλήθηκε με το ελληνικό δημόσιο και η σχετική σύμβαση που έγινε σε εφαρμογή του Ν. 1700/1987 κυρώθηκε με το Ν. 1811/1988 και έτσι οτιδήποτε κι αν είχε η Ι. Μονή Ξενιάς μεταβιβάσθηκε στο ελληνικό δημόσιο. Συνεπώς και πάλι το μοναστήρι ή η Ι.Μ. Δημητριάδος δεν έχουν τίποτε στις Νηές".

1990: "Η Ι. Μονή Ξενιάς και η Ι.Μ. Δημητριάδος επαναλαμβάνουν το άκυρο δωρητήριο του 1980 αλλά και πάλι η Ι.Μ. Δημητριάδος δεν αποκτάει τίποτε Α) διότι το μοναστήρι δεν είχε τίποτε για να δωρήσει και Β) διότι κι αν είχε, ήδη, ο,τιδήποτε κι αν είχε, περιήλθε στο ελληνικό δημόσιο με την ανωτέρω σύμβαση του 1988".

2006-2007: "Η Ι.Μ. Δημητριάδος (πωλήτρια) το 2006-7 μεταβίβασε με 10 συμβόλαια (πωλήσεις ή μακροχρόνιες μισθώσεις) στην εταιρία «Golfing Developments Μελετητική Κατασκευαστική Α.Ε.» (αγοράστρια) τεμάχια μιας έκτασης συνολικού εμβαδού 3.000 στρ. περίπου. Στα συμβόλαια αυτά οι ίδιοι οι συμβαλλόμενοι αναγράφουν ότι το κάθε μεταβιβαζόμενο τεμάχιο προέρχεται από την μεγαλύτερη έκταση των 1.358 στρ. που είχε αποκτήσει η πωλήτρια από την Ι. Μονή Ξενιάς με το υπ’ αρ. 6920/1980 δωρητήριο συμβόλαιο. Με ένα και μόνο συμβόλαιο (υπ’ αρ. 39642/2006) μεταβιβάζονται 1.601 στρ. ως προερχόμενα από την μεγαλύτερη έκταση των ...1.358 στρ. Αυτά τα μνημονεύει και το πόρισμα. Δεν εξηγείται πώς γίνεται από 1.358 στρ. να «βγαίνουν» τεμάχια που στο σύνολό τους να ανέρχονται σε 3.000 στρ. περίπου και πώς το 1.358 είναι μεγαλύτερο από το 1.601. Και πάλι η Ι.Μ. Δημητριάδος δεν έχει τίποτε και η αγοράστρια εταιρία δεν αποκτάει τίποτε".

2010: "Η Κτηματική Υπηρεσία Μαγνησίας δηλώνει απλώς αναρμόδια για τις δασικές εκτάσεις αλλά αποφαινόμενη για τον ελαιώνα των 1.358 στρ. ότι οι επικαλούμενοι τίτλοι των συμβαλλομένων δεν είναι νόμιμοι και αφού τους ίδιους τίτλους επικαλούνται και για τις δασικές εκτάσεις τότε κατά λογική αναγκαιότητα το πόρισμα ισχύει και για τις δασικές εκτάσεις, δηλαδή τελικά για ολόκληρη την επίμαχη έκταση των 3.000 στρ".

Για τους ισχυρισμούς της Μητρόπολης

"Στην ανακοίνωση της Μητρόπολης γίνεται ειδική μνεία στο υπ’ αρ. πρ. 105466/3811/14-8-09 έγγραφο του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και ότι δήθεν το έγγραφο αυτό αναγνωρίζει την επίμαχη έκταση υπέρ των συμβαλλομένων στα ανωτέρω 10 συμβόλαια. Όμως: Στην 1η σελίδα στην 2η παρ. το έγγραφο αναφέρεται στο επίμαχο «δάσος Νηές-Χλωμόν του δήμου Σούρπης» και εμμέσως πλην σαφώς ταυτίζει αυτό το δάσος με την επίμαχη έκταση των 3.000 στρ. περίπου, αποφαινόμενο ότι είναι ιδιόκτητο, ανήκον στην Ι.Μονή Ξενιάς. Ομως, όπως ειπώθηκε πιο πάνω, οι δύο εκτάσεις δεν ταυτίζονται και οι μνημονευόμενες παλιές δικαστικές αποφάσεις αναφέρονται σε άλλα, εντελώς διαφορετικά, όρια. Σε ποια στοιχεία βασίζεται ο συντάκτης του εγγράφου και ταυτίζει τις δύο εκτάσεις;"

"Στην 1η σελίδα, 2η παρ. το έγγραφο αναφέρεται σε «δάσος Νηές-Χλωμόν του δήμου Σούρπης» ενώ αντίθετα στη 2η σελίδα, 4η παρ. αναφέρεται σε «εκτάσεις γεωργικώς καλλιεργούμενες». Με βάση ποια θεωρία περί δασών ο συντάκτης του εγγράφου ταυτίζει το «δάσος» με «εκτάσεις γεωργικώς καλλιεργούμενες»; Γιατί δεν ανησύχησε (και δεν επιλήφθηκε σχετικά) από τη διαφαινόμενη παράνομη μετατροπή μέρους του δάσους σε «εκτάσεις γεωργικώς καλλιεργούμενες»;"

"Ο νόμος 998/1979 άρθρο 72 προβλέπει ρητά ότι προκειμένου να μεταβιβασθεί ιδιωτικό δάσος ή δασική έκταση το κράτος έχει «δικαίωμα προτιμήσεως» άνευ τηρήσεως του οποίου είναι ακυρωτέα η μεταβίβαση και ορίζει το άρθρο αυτό και ποινικές κυρώσεις για όσους δεν συμμορφώνονται. Ο συντάκτης του εγγράφου αφού επιλαμβάνεται με το ανωτέρω έγγραφο περί «δάσους» και περί μεταβιβάσεως αυτού, ήλεγξε εάν τυχόν παρακάμφθηκε παρανόμως το δικαίωμα προτιμήσεως του δημοσίου; Επιμελήθηκε της τυχόν υπάρξεως ποινικών ευθυνών των παρανομούντων; Θα επιμεληθεί σχετικώς, έστω τώρα που εμείς του υπενθυμίζουμε την ύπαρξη του ανωτέρω νόμου;"

"Στη 2η σελίδα στην 4η παρ. από το τέλος το έγγραφο αναφέρεται σε «μη απαλλοτριωθείσες εκτάσεις» μεταξύ των οποίων συγκαταλέγει και το τεμάχιο Νο 10 (εκτάσεως 1.362 στρ.) του Κτηματολογικού Πίνακα του 1954 και ότι (υπονοείται γι’ αυτό το λόγο) το Υπουργείο αυτές τις εκτάσεις τις «διαχειρίζεται ως ιδιωτικές» δηλ. ως ανήκουσες (παραμένουσες ή αλλιώς «μη παραχωρηθείσες») στο μοναστήρι. Έτσι όμως ο συντάκτης του εγγράφου «παραμορφώνει» το έγγραφο αυτό (Κτηματολογικό Πίνακα του 1954) εις βάρος των συμφερόντων του δημοσίου αφού εμφανίζει και τα 1362 στρ. ως ανήκοντα στο μοναστήρι , ενώ η αλήθεια είναι ότι στον Κτηματολογικό Πίνακα του 1954 (όπως και σε άλλα δημόσια έγγραφα) το τεμάχιο Νο 10 αναφέρεται ως «απαλλοτριωθέν» («παραχωρηθέν»), δηλαδή ως περιελθόν στο δημόσιο!"

"Στη 2η σελίδα στην 3η παρ. από το τέλος αναφέρεται απλώς ότι το μοναστήρι έχει συμβληθεί στη σύμβαση του Ν. 1700/1987 («νόμος Τρίτση») επικυρωθείσα με το Ν. 1811/1988 και τίποτε περισσότερο, δηλαδή χωρίς να μνημονεύεται το τι σημαίνει αυτή η σύμβαση. Ετσι όμως αποσιωπά και αποκρύπτει την αλήθεια, εις βάρος των συμφερόντων του δημοσίου, αφού έτσι αφήνει σε ισχύ τα ανωτέρω, ότι δηλαδή οι εκτάσεις αυτές ήταν του μοναστηριού («διαχειρίζονται ως ιδιωτικές»), ενώ η αλήθεια είναι ότι, αφού το μοναστήρι είχε συμβληθεί στο «νόμο Τρίτση», τότε με την σύμβαση αυτή (βάσει του σχετικού νόμου) περιήλθαν στο δημόσιο οι ανωτέρω εκτάσεις και συνεπώς κακώς το υπ. Γεωργίας τις «διαχειρίζεται ως ιδιωτικές», όπως άλλωστε ορίζουν και σωρεία παλαιότερων εγγράφων παλαιότερων υπουργών Γεωργίας που ορίζουν ρητά (διαφυλάσσοντας τα συμφέροντα του δημοσίου) ότι με το «νόμο Τρίτση» οι μοναστηριακές εκτάσεις έχουν «ήδη» περιέλθει στο δημόσιο και οι υπηρεσίες του υπ. Γεωργίας πρέπει να εκδίδουν πρωτόκολλα αποβολής εναντίον όσων τις καταπατούν, και όχι βέβαια να τις «διαχειρίζονται ως εκτάσεις κυριότητος των καταπατητών»! Γιατί ο συντάκτης του εγγράφου αλλάζει πλεύση και μάλιστα παραβιάζοντας τον νόμο του κράτους (νόμο Τρίτση);"

"Στην τελευταία παράγραφο το υπ. Αγρ. Ανάπτυξης επιφυλάσσεται μόνο για τυχόν παραβάσεις της δασικής νομοθεσίας και όχι και της νομοθεσίας «περί ιδιοκτησίας». Ομως το υπ. Αγρ. Ανάπτυξης (απλώς και μόνο η Διευθύντρια της οικείας Διεύθυνσης που υπογράφει μόνη της το έγγραφο) δεν διευκρινίζει με το έγγραφο αυτό εάν θεωρεί εαυτό αρμόδιο να αποφαίνεται (δεσμευτικά για το κράτος) περί του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της επίμαχης έκτασης ούτε το ποιές έννομες συνέπειες απορρέουν από το έγγραφο αυτό! Αλλωστε (μάλλον τεχνηέντως) αποφεύγει να αποφανθεί ευθέως και ρητά περί του ποιός είναι ο ιδιοκτήτης της εκτάσεως αυτής και αναφέρει ότι το υπ. Αγρ. Ανάπτυξης «διαχειρίζεται ως ιδιωτική» την έκταση αυτή! Τι σημαίνει όμως «διαχειρίζεται» (που ο τοπικός Τύπος και οι συμβαλλόμενοι πομπωδώς ερμηνεύουν ως «ανήκουν στην κυριότητα των ιδιωτών»); Θα μας το διευκρινίσει έστω τώρα ο συντάκτης του εγγράφου; Επιφυλάσσεται ή όχι το υπ. Αγρ. Ανάπτυξης ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων του δημοσίου; Εχει την εξουσία να παραιτείται τυχόν δικαιωμάτων του δημοσίου; Εχει την εξουσία να αναγνωρίζει υπέρ ιδιωτών δικαιώματα κυριότητος επί ιδιωτικών δασών; Ορίζει ή όχι το άρθρο 72 του ανωτέρω νόμου περί ελέγχου υπάρξεως «αδιαμφισβήτητων τίτλων» των ιδιωτών και ελλείψει τούτων περί παραπομπής του ιδιοκτησιακού θέματος στο Συμβούλιο Ιδιοκτησίας Δασών; Διαπίστωσε μήπως ο συντάκτης του εγγράφου την ύπαρξη αδιαμφισβήτητων τίτλων; Και εάν ναι, τότε ποιοί είναι αυτοί οι τίτλοι αφού ούτε οι συμβαλλόμενοι-ιδιώτες δεν τους έχουν προβάλει (αδιαμφισβήτητους!) μέχρι σήμερα; Ποιός και γιατί εξυπηρετείται από το έγγραφο αυτό και γιατί παρουσιάζονται διαστρεβλωμένα στοιχεία;"




«Να απαντήσει η Νέα Δημοκρατία»

Από τον υφυπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων Μιχάλη Καρχιμάκη ζητήσαμε την επίσημη κυβερνητική άποψη για το έγγραφο του υπουργείου που επικαλείται σήμερα η Μητρόπολη Δημητριάδος:

«Επί κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ οι τότε αρμόδιοι υφυπουργοί Γεωργίας με σειρά εγγράφων είχαν αποσαφηνίσει το θέμα παρόμοιων περιπτώσεων διαφυλάσσοντας τα συμφέροντα του ελληνικού δημοσίου. Το επίμαχο έγγραφο με αρ. πρ. 105466/3811/14-8-2009 της Γενικής Διεύθυνσης Προστασίας Δασών εκδόθηκε επί κυβερνήσεως της Νέας Δημοκρατίας και έρχεται σε αντίθεση με τα προηγούμενα έγγραφα επί κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ. Συνεπώς ας κληθεί η Νέα Δημοκρατία και οι τότε εκπρόσωποί της στην πολιτική ηγεσία του ΥΠΑΑΤ, να απαντήσουν γιατί εκδόθηκε ένα έγγραφο (από υπηρεσία αναρμόδια να αποφαίνεται για το ιδιοκτησιακό) εις βάρος των συμφερόντων του ελληνικού δημοσίου (που έπρεπε να υπερασπίζεται), δηλαδή ένα έγγραφο που αναγνωρίζει την κυριότητα στους ιδιώτες, ενώ η αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία Μαγνησίας αποφαίνεται ότι η κυριότητα ανήκει στο ελληνικό δημόσιο και ενώ η μέχρι τώρα στάση του Υπουργείου ήταν αντίθετη, δηλαδή υπέρ των συμφερόντων του ελληνικού δημοσίου!»



Η άποψη της Μητρόπολης

Μετά την αποκάλυψη στον τοπικό Τύπο της εισήγησης του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας του Νομού Μαγνησίας, σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της εκκλησιαστικής έκτασης στις Νηές Μαγνησίας, στην οποία αναφέρεται ότι η έκταση αυτή ανήκει ολόκληρη στο Δημόσιο, η Μητρόπολη Δημητριάδος επανέρχεται στο ζήτημα και υποστηρίζει ότι με το έγγραφο αυτό δεν αλλάζει τίποτα:

«Από την ανάγνωση του κειμένου αυτού προκύπτει ότι δεν ασχολείται με τη δασική έκταση της Εκκλησίας, για την οποία θεωρεί ότι υπάγεται στην αρμοδιότητα του υπουργείου Γεωργίας, αλλά μόνο με τη γεωργική έκταση, την οποία όμως εσφαλμένα συνδέει με τη δασική, καθώς αναφέρεται ότι δήθεν στον τίτλο ιδιοκτησίας της Εκκλησίας τα στρέμματα είναι 1.358 ενώ εκμισθώνονται ή πωλούνται 2.903 στρέμματα.

Στο σημείο αυτό φαίνεται καθαρά ότι ο συντάκτης του κειμένου δεν αντιλήφθηκε ότι το σχετικό συμβόλαιο αναφέρεται μόνο στη γεωργική έκταση και όχι στη δασική, της οποίας το εμβαδόν πρέπει να προστεθεί στο εμβαδόν της γεωργικής , ώστε να εξαχθεί το συνολικό εμβαδόν της ιδιοκτησίας της Εκκλησίας.

Εξάλλου το έγγραφο αυτό, που αποτελεί μια απλή εισήγηση και όχι οριστική απόφαση, την οποία θα λάβει το γνωμοδοτικό συμβούλιο, δεν λαμβάνει υπόψη του καθόλου τα διοικητικά έγγραφα και τις δικαστικές αποφάσεις τις οποίες προσκομίσαμε και καλύπτουν το χρονικό διάστημα από το έτος 1794 μέχρι και το έτος 2006, δεν λαμβάνει υπόψη του ούτε το προεδρικό διάταγμα του ελληνικού κράτους του έτους 1933, για το οποίο μάλιστα με έκπληξη διαβάσαμε ότι δήθεν δεν αποτελεί απόδειξη (αν είναι δυνατόν να μην θεωρείται απόδειξη προεδρικό διάταγμα του ελληνικού κράτους) και τέλος αναφέρεται ότι δεν μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα ούτε από τοπογραφικά διαγράμματα, που το υπουργείο Γεωργίας συνέταξε σε ανύποπτο χρόνο (αν δεν μπορούν να εφαρμοστούν στο έδαφος ούτε συνταχθέντα από κρατικούς υπαλλήλους τοπογραφικά διαγράμματα με βάση τα οποία συντάχθηκε κτηματολογικός πίνακας, εύλογα πρέπει να θεωρήσει κανείς , ότι υπάρχει πλήρης ανασφάλεια για όλες τις ιδιοκτησίες).

Τέλος η εισήγηση αυτή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις απόψεις του υπουργείου Γεωργίας, όπως αυτές εκφράζονται στο με αριθμό πρωτ. 105466/3811/14-8-2009 έγγραφο του υπουργείου Γεωργίας. Στο έγγραφο αυτό αναγνωρίζεται αναμφισβήτητα η ιδιοκτησία της Εκκλησίας και γίνεται αναφορά σε όλες τις δικαστικές αποφάσεις και διοικητικά έγγραφα, που υπάρχουν στο αρχείο του και δικαιώνουν την Εκκλησία, καθώς το υπουργείο Γεωργίας ήταν εκείνο που είχε την αρμοδιότητα της εποπτείας της έκτασης αυτής καθώς δεν ήταν αστική αλλά αγροτική και δασική.

Ωστόσο ο συντάκτης του κειμένου παραγνώρισε ή δεν έλαβε καθόλου υπόψη του τις απόψεις αυτές (μολονότι μόνο το υπουργείο Γεωργίας είχε πλήρη γνώση της υποθέσεως) και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δήθεν η έκταση ανήκει στο δημόσιο, γιατί δήθεν δεν μπόρεσε να εφαρμόσει τους τίτλους ιδιοκτησίας της Εκκλησίας και τα κρατικά τοπογραφικά διαγράμματα στο έδαφος.

Επειδή επομένως η εισήγηση αυτή του Προϊστάμενου της Κτηματικής Υπηρεσίας είναι απολύτως εσφαλμένη, αβάσιμη και αναιτιολόγητη, καθώς δεν έλαβε υπόψη του κρίσιμα στοιχεία που τέθηκαν στη διάθεσή του, θα προχωρήσουμε αμέσως στις προβλεπόμενες από το νόμο δικαστικές και διοικητικές προσφυγές.

Συνημμένα υποβάλλουμε χρονολογικό πίνακα των στοιχείων που αποδεικνύουν το ιδιοκτησιακό δικαίωμα της Εκκλησίας στην εν λόγω έκταση, το κτηματολογικό διάγραμμα του έτους 1958 και τον κτηματολογικό πίνακα του έτους 1959, στον οποίο περιγράφεται αναλυτικά ολόκληρη η ιδιοκτησία της Εκκλησίας.

Τέλος, δεν μπορούμε να μην σχολιάσουμε το γεγονός, πως ενώ η Μητρόπολις μέχρι και τη Δευτέρα 19.4.2010 αναζήτησε επανειλημμένα διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της το σχετικό έγγραφο στην κτηματική Υπηρεσία του Νομού Μαγνησίας και έλαβε την απάντηση, ότι για να λάβει αντίγραφο θα πρέπει να δοθεί άδεια στον Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας από την Προϊστάμενη του Αρχή, ξαφνικά είδε να δημοσιεύεται η εισήγηση σε εφημερίδα συνοδευόμενη από σχόλια της οικολογικής οργάνωσης Εν Δράσει».


Ελευθεροτυπία, 16/5/2010

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου