Από Κοινού: Συνέλευση για την Αποανάπτυξη και την Άμεση Δημοκρατία

Μαζί στον δρόμο προς έναν μετα-καπιταλιστικό κόσμο: με το πρόταγμα της Αποανάπτυξης-Τοπικοποίησης, του Κοινοτισμού και της Άμεσης Δημοκρατίας.
Καθόλα αυτά τα χρόνια της λεγόμενης οικονομικής κρίσης έχει λάβει χώρα στην νεοελληνική κοινωνία μία διαδικασία, με κεντρικό άξονα την επανανοηματοδότηση του αξιακού μας συστήματος και των πολιτικών μας προταγμάτων.
Μεμονωμένα άτομα αλλά και ομάδες, συλλογικότητες και κινήματα έχουν αναπτυχθεί παντού στην Ελλάδα, έχουν αφήσει πίσω τους το «αναπτυξιακό» μοντέλο που προωθεί τον καταναλωτικό τρόπο ζωής και έχουν υιοθετήσει άλλες φιλοσοφίες και άλλους τρόπους προσωπικής και συλλογικής διαβίωσης.
Η πολύχρονη πορεία ζωής όλων αυτών των ανθρώπων και ομάδων έχει αποδείξει ότι υπάρχουν υγιή και δυναμικά κοινωνικά κύτταρα, οι δράσεις των οποίων επιθυμούν να συναντηθούν και να συντονιστούν, έτσι ώστε να εκφραστεί η κοινή πολιτική τους φιλοσοφία, σε μια προοπτική μετασχηματισμού που ανοίγει το δρόμο για μια κοινωνία που θα στηριχθεί:

  • στο αποαναπτυξιακό μοντέλο της οικονομίας των αναγκών, της επάρκειας και του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στη βάση της αφθονίας των υλικών και άυλων Κοινών,
  • στην κοινοτική οργάνωση με βάση την προσωπική και συλλογικήαυτονομία,
  • σε αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς και στη θέσμιση της άμεσης δημοκρατίας με τη μορφή του ομοσπονδιακού Κοινοτισμού.

Πρόκειται για τη διάδοση της παραπάνω θέσης μας, που διευρύνεται και διασυνδέεται εδώ και τώρα. Και εν μέρει, λόγω της επιρρεπούς στην κρίση φύσης του σημερινού κοινωνικού συστήματος, είναι δυνατόν να γίνει πράξη και λογική της πλειοψηφίας.
Στα σημερινά εγχειρήματα του πολύμορφου αυτού κινήματος και στις δραστηριότητές του, εμπεριέχονται οι δυνατότητες μιας κοινωνίας σε μετακαπιταλιστική μετάβαση. Στοιχεία της έχουν ήδη δημιουργηθεί, εάν και ακόμα ξετυλίγονται και δεν είναι πλήρη. Τέτοια στοιχεία είναι αυτά της άμεσης δημοκρατίας στα πλαίσια της λειτουργίας των εγχειρημάτων, της οικολογίας με τη μορφή του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στις οικονομικές δραστηριότητές τους, της οικονομίας των αναγκών στις πρακτικές της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας που υλοποιούν. Της ισότητας των αμοιβών και των αυτοκαθοριζόμενων συνθηκών εργασίας από τα μέλη τους, της ισότητας των φύλων και των μειονοτήτων στη συμμετοχή και στη λήψη των αποφάσεων κ.λπ.
Ταυτόχρονα αυτά τα εγχειρήματα είναι πάντα εκτεθειμένα στον κίνδυνο να εκληφθούν ως ιδιοτελείς προσπάθειες για βελτίωση των συνθηκών ζωής μόνο των μελών τους και όχι και των κοινοτήτων γύρω τους. Αμυντικές μάχες, συγκρούσεις και διαπραγματεύσεις για οικειοποίηση κοινών πόρων απαιτούνται για όσο διάστημα το ιεραρχικό εθνικό κράτος και η καπιταλιστική αγορά με τίς αντίστοιχες λογικές τους κυριαρχούν. Αυτές οι μάχες θα γίνονται πιο επιτυχείς, αν δίνονται στο πλαίσιο ενός ισχυρού, κοινού και πάνω από όλα χειραφετικού κοινωνικού κινήματος.
Το συγκεκριμένο μετα-καπιταλιστικό όραμα είναι ένας κόσμος που δεν είναι ιεραρχικός, αλλά συνδεδεμένος με δίκτυα λειτουργικά όλων των επιπέδων και δεσμών, είναι αυτο-οργανωμένος και οι βασικές προσωπικές ανάγκες όλων των πολιτών μπορούν να ικανοποιηθούν μέσω της αφθονίας των συλλογικών αγαθών (Commons). Αυτός ο κόσμος θα χαρακτηρίζεται εξάλλου από αυτοκαθοριζόμενες και γεμάτες ευθύνη σχέσεις δραστηριοτήτων και εργασίας, οι οποίες θα φέρνουν χαρά και νόημα, χωρίς υπερβολική εκμετάλλευση πόρων ή καταστροφή οικοσυστημάτων.
Το κίνημα των κοινοτήτων εμπιστεύεται το ανθρώπινο δυναμικό και μεταφράζει την έννοια της βιωσιμότητας στη γλώσσα των ανθρώπινων αναγκών: Υπάρχει μια βασική ανάγκη, η διατήρηση του πλανήτη, η οποία μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο εάν οργανώσουμε την ικανοποίηση, τόσο των ατομικών όσο και των συλλογικών αναγκών, σε αρμονία με τα όρια που βάζουν οι δυνατότητες των οικοσυστημάτων της γης. Η κοινή χρήση είναι ένας συγκεκριμένος τρόπος αντιμετώπισης της ανθρώπινης και μη ανθρώπινης φύσης, ο οποίος δεν βασίζεται στους καταναγκασμούς του αφηγήματος της «ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων», αλλά αναγνωρίζει ότι εμείς οι άνθρωποι είμαστε ένα (ανα)παραγόμενο στοιχείο του πλανήτη γη. Τα Κοινά (Commons) βέβαια ενδέχεται να μην επιλύσουν μακροπρόθεσμα όλα τα προβλήματα του κόσμου. Αλλά ζούμε το τέλος του καπιταλιστικού κόσμου, στο οποίο δυστοπικό τέλος, οι αντιθέσεις μάλλον τείνουν να επιδεινώνονται και οι συγκρούσεις γίνονται όλο και πιο βάναυσες. Για αυτό είναι ιδιαίτερης σημασίας η δημιουργία θετικών προοπτικών, η διατύπωση και - περισσότερο από οτιδήποτε - η πρακτική ενός αλληλέγγυου οράματος.
Για το μέλλον, φαίνεται επιθυμητό και απαραίτητο να βρεθεί κοινά αποφασισμένη και συντονισμένη κατεύθυνση για την προοπτική του κινήματος. Ο όρος σύγκλισηταιριάζει σε τέτοιες διαδικασίες σχηματισμού συμμαχιών και περιλαμβάνει επίσης πολλά άλλα ρεύματα που κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Ταυτόχρονα, πρέπει επίσης να εντατικοποιηθούν οι συζητήσεις γύρω από το περιεχόμενο, ώστε να αναλυθούν παραπέρα και τα στρατηγικά ζητήματα, αλλά και να συζητηθούν ανοιχτά τα αμφιλεγόμενα ζητήματα. Μόνο έτσι μπορεί να αποφευχθεί η σημερινή πραγματικότητα, όπου τα διαφορετικά ρεύματα δεν είναι συνδεδεμένα και δρουν παράλληλα και απομονωμένα. Θα χρειασθεί να ληφθεί μέριμνα ώστε να προέλθει μια διασύνδεση που θα χαρακτηρίζεται βέβαια από ποικιλομορφία και όχι οπωσδήποτε από ταύτιση.
Θα χρειασθεί επίσης να γίνει κοινά αποδεκτός ένας όρος που θα μπορέσει να αποτελέσει την κοινή στέγη, τον κοινό στόχο και να περιλαμβάνει τον κοινό ορίζοντα κατανόησης των διαφορετικών ρευμάτων, που δεν μπορεί να είναι άλλος από το ξεπέρασμα του καπιταλισμού.
Γενικότερα, ήρθε ο καιρός, που τα όποια-σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο- σημερινά κοινωνικά κινήματα θα χρειασθεί, στηριζόμενα στη αναβίωση του πνεύματος του κοινοτισμού στις σύγχρονες σημερινές συνθήκες και συνδεόμενα μεταξύ τους, να μετατραπούν σε ενιαίο πολιτικό κίνημα μετάβασης για την μετακαπιταλιστική κοινωνία.
Ειδικά για τη χώρα, που βρίσκεται σε συνθήκες οικονομικού πολέμου και έχει μετατραπεί σε αποικία χρέους, το πολύμορφο αυτό κίνημα θα χρειασθεί να διαμορφώσει ένα ελκυστικό πρόγραμμα διεκδίκησης της «εδώ και τώρα» αλλαγής πορείας, δημιουργώντας ταυτόχρονα τα στοιχεία και τις κοινωνικές δομές του νέου κόσμου που οραματίζεται, αφήνοντας πίσω τον καπιταλιστικό κόσμο που μας οδηγεί στην κοινωνική και οικολογική κατάρρευση.
Η μελλοντική επιδίωξη της κοινωνικής χειραφέτησης και της ένταξης των ανθρώπινων κοινοτήτων –πέρα από σύνορα-με ισορροπία στα πλαίσια ενός πεπερασμένου πλανητικού οικοσυστήματος, θα μπορέσει να υλοποιηθεί μόνο από μια σύγκλιση, στη δράση και στη σκέψη, των παραπάνω κοινωνικοπολιτικών ρευμάτων, και στο επίπεδο της καθημερινής ζωής, και στο επίπεδο της κοινωνικής και πολιτικής θέσμισης. Και καταρχήν στην διαπαιδαγώγηση –μέσα από την συμμετοχή-του απαραίτητου ανθρωπολογικού τύπου -σε κρίσιμο αριθμό- που θα βάλει όλη την κοινωνία σε περίοδο κοινωνικοοικολογικού μετασχηματισμού. Ξεκινώντας βασικά από κάθε τοπική κοινωνία.

Δευτέρα, 23 Απριλίου 2012

εμμενής κομμουνισμός, διεύρυνση του κομμουνισμού, κοινωνική επανάσταση

Το παρακάτω κείμενο διαβάστηκε το Σάββατο, 21 Απριλίου, στην εκδήλωση του κοινωνικού χώρου Μικρόπολις στη Θεσσαλονίκη ‘Κοινωνική και Αλληλέγγυα Οικονομία μέσα από το πρόταγμα της Άμεσης Δημοκρατίας’

φίλες και φίλοι, γεια σας και χαρά σας
Είχα ενημερώσει εγκαίρως ότι δεν μπορώ να παρευρεθώ στη σημερινή εκδήλωση και ότι θα στείλω ένα κείμενο να διαβαστεί, το οποίο θα δημοσιευτεί αύριο το πρωί, Κυριακή, 22 Απριλίου, στην ιστοσελίδα badarts, οπότε αν θέλετε να εκφράσετε τις διαφωνίες σας, να σχολιάσετε αυτά που θα εκθέσω ή να διατυπώσετε ερωτήματα μπορείτε να το κάνετε εκεί.
Την τριετία 1990-1993 ταξίδευα συχνά στη Γερμανία, την Ιταλία και την Ελβετία όπου εργαζόμουνα περιστασιακά, όπως πάντα, παρατηρούσα και μάθαινα καινούρια πράγματα και θα ήθελα να σας εκθέσω μερικά από αυτά, τα οποία με παρακίνησαν να σκεφτώ πάνω στο ζήτημα που κυρίως με απασχολούσε εκείνη την εποχή, στο ζήτημα του κομμουνισμού. Έζησα μερικούς μήνες σε μια κοινότητα καλλιτεχνών έξω από το Μόναχο, σε ένα κτήμα με πέντε νοικοκυριά και έναν ξενώνα – υπήρχαν και έξι παιδιά, τα οποία προτιμούσαν να παίζουν παρά να βλέπουν τηλεόραση, όπως είναι αναγκασμένα να κάνουν τα φυλακισμένα παιδιά στις πυρηνικές οικογένειες των διαμερισμάτων-κοτετσιών. Όταν κατέβαινα στο Μόναχο, πήγαινα στο καφέ Ρουφίνι, που το διαχειρίζονταν 16 άνδρες και γυναίκες. Ο καθένας και η καθεμιά εργαζόταν μια βάρδια (οχτώ ώρες) μέρα πάρα μέρα και υπήρχε εναλλαγή στην εργασία: κουζίνα, λάντζα, σερβίρισμα, καθαριότητα, αγορές. Ποιος και ποια δεν θα προτιμούσε να εργάζεται μέρα πάρα μέρα, να μην είναι φυλακισμένος στη ίδια δραστηριότητα, ακόμα και μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού; Ομολογώ ότι το προτιμάω χωρίς δεύτερη σκέψη. Στο Βερολίνο έζησα σε ένα μεγάλο διαμέρισμα στο οποίο συμβίωναν τέσσερα νοικοκυριά: ένα ζευγάρι, δυο εργένηδες και μια ανύπαντρη γυναίκα με το παιδί της. Κοινή κουζίνα, κοινό ψυγείο, κοινό πλυντήριο, κοινό τηλέφωνο. Στο Μπρέμεν, έπινα καφέ το πρωί σε ένα κοινόχρηστο εργαστήριο μεταλλοτεχνίας. Μια μεγάλη ομάδα ανδρών και γυναικών αγόρασαν από κοινού εργαλεία, νοίκιασαν έναν χώρο και χρησιμοποιούσαν τα εργαλεία εκ περιτροπής, συζητώντας κάθε πρωί ποιοι και για πόση ώρα θα χρησιμοποιήσουν τα εργαλεία. Στο Ντίσελντορφ, πήγα να επισκεφτώ ένα φίλο μου και ο πνευματικός και πολιτικός ορίζοντάς μου διευρύνθηκε όταν έζησα την εξής εμπειρία. Έξι εργένηδες άνδρες και γυναίκες, (Ισπανίδα, Έλληνας, Κύπρια, Τούρκος, Γερμανός και Γερμανίδα) μαγείρευαν εκ περιτροπής. Ο καθένας μαγείρευε μια φορά τη βδομάδα για όλους τους άλλους και τις άλλες μέρες πήγαινε να φάει στο σπίτι αυτού ή αυτής που ήταν η σειρά του να μαγειρέψει. Μπορούσες να πας με κάποιο φίλο ή να μην πας καθόλου. Η Κυριακή ήταν ελεύθερη. Θα με ρωτήσετε αν προτιμάω αυτόν τον τρόπο μαγειρέματος και κατανάλωσης της τροφής. Ναι, χωρίς καμιά επιφύλαξη. Όσοι και όσες από εσάς είναι αναγκασμένοι να μαγειρεύουν σχεδόν καθημερινά, όπως εγώ, όταν εργάζεται η γυναίκα μου, μπορούν να κατανοήσουν γιατί το προτιμάω ανεπιφύλακτα. Η συλλογική κουζίνα από τη μια εξοικονομεί εργασία και ενέργεια και από την άλλη χαρίζει παρέα και διαφορετικό φαγητό και τρόπο μαγειρέματος. Στην Ελβετία, στη Ζυρίχη, φιλοξενήθηκα σε μια πολύ μεγάλη κατοικία με 14 δωμάτια, στο καθένα από αυτά ζούσαν κάποιος εργένης ή κάποιο ζευγάρι, συνολικά 19 άνθρωποι. Στην Ιταλία, έξω από την Περούτζια έζησα πολλούς μήνες σε μια οικοκοινότητα, 45 μελών με πολλά παιδιά μεταξύ αυτών, την οποία ίδρυσαν σε ένα κτήμα 1500 στρεμμάτων μαθητές του Χάμπερμπας – της γενιάς του γερμανικού Μάη του 68 – ένας από τους ιδρυτές ήταν συγκάτοικος του κατόπιν βουλευτού των Πρασίνων και υπουργού Εξωτερικών, του Γιόσκα Φίσερ. Παρήγαγαν, και παράγουν ακόμα, το μεγαλύτερο μέρος της τροφής (λαχανικά, φρούτα, λάδι, κρασί, κρέας, γάλα, μέλι, ψάρια σε λίμνες), εξάγουν, ας μου επιτραπεί η φράση, μέλι, γραβιέρα και φυτικά χρώματα, έχουν εργαστήριο κεραμικής, αίθουσα μουσικής και άλλα. Παραβρέθηκα σε συνέλευση της κοινότητας, στην οποία συμμετέχουν και παιδιά και πήρα δουλείά για το σπίτι, δουλειά που δεν τελείωσε και νομίζω πως δεν θα τελειώσει.
Αν τώρα με ρωτήσετε εάν προτιμάω να πάρω σύνταξη, που δεν θα πάρω, ή να ζω και να περάσω τα τελευταία χρόνια της ζωής μου με άλλους 20, 30 φίλους και φίλες, το ομολογώ δημόσια: όχι απλώς το προτιμώ, όχι απλώς το θέλω, είναι η μόνη οδός σωτηρίας για μένα και για πολλούς άλλους και άλλες. Ελπίζω μέχρι να γεράσω, σε καμιά δεκαριά χρόνια, το όνειρό μου να πραγματοποιηθεί.
Θα μπορούσαμε να καταθέσουμε κι άλλες εμπειρίες εναλλακτικής οργάνωσης της ζωής, της εργασίας και της παραγωγής αλλά δεν είναι αυτό που με απασχολεί. Αυτό που με απασχολεί είναι άλλο. Πως εμφανίζονται όλα αυτά τα εγχειρήματα; Οφείλονται στις ιδέες και τις ευαισθησίες, στις ανάγκες και τις πολιτικές επιδιώξεις των ανθρώπων που τα πραγματοποιούν; Ναι, σίγουρα είναι κι αυτό αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Για να υπάρξουν αυτά τα εγχειρήματα θα πρέπει να υπάρχουν κάποιες προϋποθέσεις, κάποιες συνθήκες. Ποιες είναι αυτές;
Θα αφήσω προς το παρόν αναπάντητο αυτό το ερώτημα για να διατυπώσω ένα άλλο: γιατί να μην έχει ο κάθε οδηγός το δικό του δρόμο από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα; Τα προτερήματα αυτής της λύσης είναι καταφανή: θα δημιουργούνταν πολλές θέσεις εργασίας, θα αυξανόταν κατακόρυφα το ΑΕΠ, η μετακίνηση θα ήταν πιο ασφαλής. Μόνο που όταν θα ολοκληρωνόταν το έργο, θα είχαμε πεθάνει όλοι και όλες από την πείνα. Δεν θα υπήρχε ούτε μια σπιθαμή γης για να καλλιεργούμε και να παράγουμε την τροφή μας και άλλα χρήσιμα προϊόντα. Ένας αυτοκινητόδρομος είναι αρκετός και δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να φτιάξουμε άλλον έναν ή άλλους δέκα. Και είναι αρκετός γιατί μπορούμε να τον χρησιμοποιούμε από κοινού. Ο δρόμος είναι κοινόχρηστος και θα μπορούσε να είναι και καθ΄ολοκληρίαν κοινόκτητος. Το οδικό δίκτυο είναι κοινόχρηστο και κοινόκτητο και δεν πρόκειται ποτέ των ποτών να έχει ο κάθε οδηγός τον δικό του δρόμο. Θα μπορούσε όμως να έχει ο καθένας μας τη δική του αποχέτευση προς τον βιολογικό καθαρισμό ή προς τον Θερμαϊκό; Όχι, βέβαια, κατά κανένα τρόπο. Το αποχετευτικό δίκτυο είναι κοινόχρηστο – και δεν μας ενδιαφέρει προς το παρόν αν είναι και κοινόκτητο. Όλα τα δίκτυα είναι κοινόχρηστα: το σιδηροδρομικό, το ακτοπλοϊκό, το ταχυδρομικό, το τηλεφωνικό, το υδρευτικό, το ηλεκτρονικό και άλλα. Εκτός από τα δίκτυα υπάρχουν φυσικοί, μη δομημένοι χώροι, που είναι κοινόχρηστοι και λίγο ή πολύ κοινόκτητοι – βουνά, ποτάμια, δάση, λίμνες, παραλίες. Υπάρχουν επίσης κοινωνικοί χώροι που είναι κοινόχρηστοι και λίγο ή πολύ κοινόκτητοι: πάρκα, βιβλιοθήκες, δρόμοι, τουαλέτες, καφενεία, εστιατόρια κλπ. Υπάρχουν επίσης και κοινόχρηστα εργαλεία: τηλέφωνα, ταξί, ασανσέρ και άλλα
Στις καπιταλιστικές λοιπόν κοινωνίες που ζούμε υπάρχει πολλή κοινοχρησία και κοινοκτησία διαφόρων βαθμίδων. Εάν στρέψουμε το βλέμμα μας σε άλλες κοινωνίες, του παρόντος και του παρελθόντος, θα παρατηρήσουμε ότι δεν υπήρξε κοινωνία χωρίς κοινοχρησία και κοινοκτησία, όπως ασφαλώς δεν υπήρξε κοινωνία χωρίς συμβίωση, συνεργασία, αλληλοϋποστήριξη και αλληλοβοήθεια. Για να μην παρεξηγηθώ, τονίζω και επαναλαμβάνω εμφατικά: Δεν λέω ότι υπάρχουν μόνο αυτά, υπάρχουν κι άλλα αλλά δεν είναι του παρόντος. Εστιάζουμε την προσοχή μας σε αυτή τη διαπίστωση, η οποία μας βάζει σε σκέψεις και μας παρακινεί να θέσουμε το εξής ερώτημα: είναι δυνατόν να υπάρξει κοινωνία χωρίς συμβίωση, συνεργασία, αλληλοϋποστήριξη, κοινοχρησία και κοινοκτησία; Η απάντηση που δίνω εγώ είναι η εξής: δεν υπήρξε, δεν υπάρχει και δεν θα υπάρξει.
Θα πρέπει λοιπόν να υπάρχει κάποια συνάφεια μεταξύ της εμμενούς κοινοχρησίας και κοινοκτησίας με τα πολλά και ποικίλα εναλλακτικά εγχειρήματα που εμφανίζονται όχι μόνο στις καπιταλιστικές κοινωνίες αλλά σε όλες τις κοινωνίες όλων των εποχών, εγχειρήματα που σας ανέφερα ως προσωπικές εμπειρίες, εμπειρίες που θα έχετε ασφαλώς και εσείς. Είναι η εμμενής κοινοχρησία και η εμμενής κοινοκτησία, είναι ο εμμενής κομμουνισμός αυτός που επιτρέπει την εμφάνιση αυτών των εγχειρημάτων. Ο κομμουνισμός δεν είναι κοινωνία, δεν είναι θεσμός, δεν είναι πρόγραμμα, δεν είναι ουτοπία, δεν είναι ιδανικό ούτε νομοτέλεια ούτε Ιδέα – ο κομμουνισμός είναι η εμμενής, εγγενής διαδικασία οργάνωσης της ύλης, της ζωής, της φύσης και της κοινωνίας, είναι η διαδικασία αυτή που παράγει την κοινοχρησία και την κοινοκτησία, τις κομμουνιστικότητες, τους κομμουνιστικούς θεσμούς δηλαδή, τα εναλλακτικά εγχειρήματα.
Εάν ο άνθρωπος υπάρχει εδώ και 100.000 χρόνια, για 90.000 χρόνια οι ανθρώπινες κοινωνίες ήταν κομμουνιστικές. Μιας και η διαδικασία του κομμουνισμού είναι αυτή που συγκροτεί τις κοινωνίες, δεν παραξενευόμαστε που από το μακράς διάρκειας κομμουνιστικό παρελθόν μας επιβιώνει η συμβίωση, η συνεργασία, η κοινοχρησία και η κοινοκτησία. Από την άλλη, διαπιστώνουμε ότι ουδέποτε άλλοτε οι ανθρώπινες καπιταλιστικές κοινωνίες αντιμετώπιζαν τόσα πολλά προβλήματα όσα σήμερα αλλά και ότι ουδέποτε φτάσαμε στο σημείο να μπορούμε να τα επιλύσουμε όπως σήμερα. Πώς να εξηγήσουμε αυτή την αντίφαση; Η δική μου εξήγηση είναι η εξής. Εάν ο πλούτος που παράγουμε σήμερα είναι τέτοιος που μας επιτρέπει να ζήσουμε όλοι αξιοπρεπώς και να επιλύσουμε τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε αυτό το οφείλουμε στον εμμενή κομμουνισμό. Εάν ουδέποτε είχαμε τόσα πολλά προβλήματα αυτό οφείλεται σε ένα τεράστιο έλλειμμα κομμουνισμού – κι αυτό σημαίνει ότι η επίλυσή τους είναι δυνατή μόνο με την υπέρβαση αυτού του ελλείμματος, με την διεύρυνση του κομμουνισμού του παρόντος, του εμμενούς κομμουνισμού όπως προσδιορίζεται ιστορικά. Υποστηρίζω λοιπόν ότι οι καπιταλιστικές κοινωνίες είναι κομμουνιστικές κοινωνίες αλλά άκρως συρρικνωμένες και γι αυτό αντιμετωπίζουν τόσα πολλά προβλήματα, προβλήματα που θέτουν σε κίνδυνο την ύπαρξη της κοινωνίας και της ζωής. Τίθεται όμως το ερώτημα: που οφείλεται όμως η συρρίκνωση του κομμουνισμού;
Οφείλεται στην γένεση, ύπαρξη και διαιώνιση της Κυριαρχίας, του Κράτους, των Τάξεων. Δεν είναι του παρόντος να εκθέσουμε μια γενεαλογία της Κυριαρχίας. Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι η Κυριαρχία σε τελική ανάλυση είναι μια μορφή διαχείρισης του κομμουνισμού, ότι δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αυτόν. Πως διαχειρίζεται η Κυριαρχία τον κομμουνισμό; Με δυο τρόπους: με τη συρρίκνωση και την επιτήρηση. ‘Ένα μόνο παράδειγμα: όσα περισσότερα πρόσωπα ζούνε μαζί, τόσο λιγότερα εργαλεία και ενέργεια χρησιμοποιούν, τόσο λιγότερος μόχθος (μαγείρεμα, ανατροφή παιδιών, καθαριότητα) απαιτείται. Η διαπίστωση αυτή είναι ένας τρομερός εφιάλτης για τον καπιταλισμό κι αυτός είναι ο λόγος που θέλει να μας κάνει όλους εργένηδες. 1000 εργένηδες, χίλια πλυντήρια, χίλιες τηλεοράσεις, χίλιες ηλεκτρικές κουζίνες, χίλια αυτοκίνητα. Οι 70 συμβιωτικές ομάδες όμως των 15 μελών η κάθε μία, θα χρειαστούν 70 πλυντήρια, 70 κουζίνες, κλπ. Καταστροφή! Εφιάλτης! Θυμάστε τι είχε δηλώσει η Θάτσερ; ‘Αυτό που λένε κοινωνία δεν υπάρχει!’, αυτό είχε πει η Θάτσερ. Τι την ενοχλούσε τη Μάργκαρετ; Μα η ίδια η ύπαρξη της κοινωνίας, η εμμενής κοινοχρησία και κοινοκτησία κάθε κοινωνίας, ο μη δυνάμενος να ξεριζωθεί και να εξοβελιστεί παντελώς εμμενής κομμουνισμός. Αυτή είναι η συρρίκνωση, αυτός είναι ο ένας τρόπος διαχείρισης του κομμουνισμού προς όφελος της καπιταλιστικής Κυριαρχίας. Την έννοια της συρρίκνωσης θα μπορούσαμε να την αποδώσουμε με άλλον τρόπο: κτητικός ατομικισμός. Ο καθένας το σπιτάκι του, το ψυγειάκι του, το αυτοκινητάκι του, τη γυναικούλα του, τον ανδρούλη της, τα παιδάκια της, τη δουλίτσα του, το μαγαζάκι του, κλπ., κλπ. Η ιδιοκτησία ενισχύει τη συρρίκνωση της ιδιοχρησίας και η ιδιοκτησία της κοινοκτησίας. Ο εργενισμός και οι μονογονεϊκές οικογένειες, ο εγωισμός και ο ατομικισμός ενισχύουν τη συρρίκνωση της συμβίωσης και της συνεργασίας. Η αστυνομία και η δικαιοσύνη ενισχύουν και διαιωνίζουν την ανικανότητα να αντιμετωπίζουμε τις διαφορές μας, η δημοκρατία την ανικανότητα να παίρνουμε εμείς τις αποφάσεις, η ιατρική την ανικανότητα να θεραπεύουμε σε ένα πρώτο επίπεδο τους εαυτούς μας και τους τριγύρω μας, η κρατική εκπαίδευση την ανικανότητα μας να διδάσκουμε και να διδασκόμαστε όλοι και όλες, χωρίς επαγγελματίες δασκάλους.
Η συρρίκνωση όμως του εμμενούς κομμουνισμού έχει κάποια αξεπέραστα όρια, όπως υπέδειξε με τη δήλωσή της η Μάργκαρετ Θάτσερ. Δεν μπορεί να έχει ο καθένας τον δικό του δρόμο, δεν μπορεί να έχει το δικό του σχολείο ή το δικό του νοσοκομείο. Δεν νοείται κοινωνία χωρίς συλλογικούς κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους. Ο δεύτερος λοιπόν τρόπος διαχείρισης του εμμενούς κομμουνισμού είναι η επιτήρηση και ο έλεγχος των κομμουνιστικών χώρων συμβίωσης, συνεργασίας, παραγωγής, εργασίας. Όλοι οι κομμουνιστικοί χώροι, από το δρόμο και το εργοστάσιο μέχρι το σχολείο και το νοσοκομείο πρέπει να επιτηρούνται αυστηρά και σχολαστικά, να γίνουν στάνες και στρατώνες. Αυτόν τον επιτηρούμενο κομμουνισμό τον αποκαλώ κομμουνισμό της στάνης. Εκεί, δεν μπορείς να πας όποτε θέλεις, να μείνεις όσο θέλεις και να φύγεις όποτε θέλεις. Στον κομμουνισμό της στάνης το ποιος, πότε, τι, πόσο κλπ καθορίζονται από άλλους – αυτή είναι η ετερονομία, αυτός είναι ο ετεροκαθορισμός. Στη στάνη, ο βοσκός, στον κομμουνισμό της στάνης, οι πάσης φύσης ανθρωποβοσκοί.
Θα μπορούσαμε να πούμε, εντελώς σχηματικά, ότι ο κομμουνισμός είναι σαν ένα μπαλόνι που φουσκώνει και ξεφουσκώνει. Το ξεφουσκώνει η Κυριαρχία αλλά όχι παντελώς διότι μετά δεν θα έχει μπαλόνι κι αυτό το μπαλόνι το χρειάζεται. Και φουσκώνει σε περιόδους φυσικών καταστροφών, κοινωνικών και οικονομικών κρίσεων αλλά, κι αυτό είναι που παρουσιάζει τεράστιο ενδιαφέρον και είναι κάτι που δεν το έχουμε προσέξει και μελετήσει, σε περιόδους ευημερίας. Τα εναλλακτικά εγχειρήματα, κάτω από όποιες συνθήκες κι αν εμφανίζονται, αποτελούν μορφές διεύρυνσης του κομμουνισμού, φουσκώνουν το μπαλόνι. Πρόκειται για λύσεις σε υπαρκτά και βασανιστικά πολλές φορές προβλήματα, λύσεις που προκύπτουν από την εφαρμογή της διαδικασίας του κομμουνισμού, μια εφαρμογή που πολύ συχνά γίνεται μη συνειδητά, εν αγνοία των συμμετεχόντων και συμμετεχουσών. Ποιος θα προτιμούσε την καθημερινή, μονότονη, καταστροφική εργασία στο εργοστάσιο από την μέρα πάρα μέρα εργασία στο καφέ Ρουφίνι; Εγώ πάντως όχι. Και θα προτιμούσα να ζω σε μια οικοκοινότητα, να εργάζομαι και να παράγω την τροφή μου μαζί με άλλους παρά να σακατεύομαι καθημερινά και ανεπανόρθωτα στην οικοδομή ή οπουδήποτε αλλού.
Ο εμμενής κομμουνισμός είναι η απαρασάλευτη, η αμετακίνητη βάση που μας επιτρέπει να αντιμετωπίζουμε αποτελεσματικά και σύμφωνα με τις ανάγκες μας και τις επιθυμίες μας πολλά από τα προβλήματά μας, είναι αυτή η βάση που μας επιτρέπει να διευρύνουμε συνειδητά πια τον κομμουνισμό του παρόντος. Ο κομμουνισμός δεν είναι αίτημα, δεν χαρίζεται και δεν διεκδικείται – ασκείται και επιβεβαιώνεται. Δεν είναι ιδανικό, δεν είναι πρόγραμμα, δεν είναι σκοπός και όραμα, δεν είναι κάτι που αφορά το μέλλον, είναι σημείο εκκίνησης, όπως και η ελευθερία και η ισότητα και η δημοκρατία, με την έννοια της συμμετοχής όλων στην λήψη και εκτέλεση των αποφάσεων. Όπως όμως υπάρχουν όρια στην συρρίκνωση του κομμουνισμού, κάτω από οποιοδήποτε κοινωνικό καθεστώς της Κυριαρχίας, έτσι υπάρχουν και όρια στη διεύρυνσή του. Μπορούμε να κάνουμε πολλά πράγματα, μπορούμε να διευρύνουμε τον κομμουνισμό υπό καπιταλιστικές συνθήκες αλλά μέχρι ενός σημείου. Η ύπαρξη της Κυριαρχίας δεν μας επιτρέπει να περάσουμε ένα κρίσιμο κατώφλι, αυτό της γενικευμένης κοινοχρησίας και κοινοκτησίας. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι η μετωπική σύγκρουση κομμουνισμού-Κυριαρχίας είναι αναπόφευκτη. Η έκβασή της όμως θα εξαρτηθεί από παράγοντες: από τον τρόπο με τον οποίο θα διεξαγάγουμε τον κοινωνικό πόλεμο και από το βαθμό διεύρυνσης του κομμουνισμού.
Μπορούμε να διακρίνουμε δυο περιόδους της μακροχρόνιας κοινωνικής επανάστασης, του μακράς διάρκειας κοινωνικού πολέμου: την περίοδο της διεύρυνσης του κομμουνισμού και την περίοδο της όξυνσης του κοινωνικού πολέμου, την περίοδο της μετωπικής σύγκρουσης. Η έκβαση του κοινωνικού πολέμου θα εξαρτηθεί από τη διεύρυνση του κομμουνισμού, από την δυνατότητα και ικανότητα να επιβιώσουμε και να ζήσουμε πέραν της Κυριαρχίας, που ελέγχει και επιτηρεί τη ζωή, τη δουλείά, την παραγωγή. Κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής του κοινωνικού πολέμου πρέπει να έχουμε να φάμε και να πιούμε, να οργανώσουμε με τέτοιο τρόπο τη ζωή μας που να μην μπορούν οι αντίπαλοι να μας εκβιάσουν και να μας απειλήσουν με τη τροφή, την ενέργεια και τα φάρμακα. Έτσι, θεωρώ ότι τα εναλλακτικά εγχειρήματα είναι και πολεμικές πράξεις και όποιος δεν έχει συνείδηση αυτής της κατάστασης ενδέχεται να φυλακιστεί μέσα στα αόρατα τείχη των αυταπατών και της ψευδαίσθησης.
Αντιλαμβάνεστε ότι οι θέσεις μου και οι απόψεις μου κινούνται πέραν του ενσωματωσιακού, αφομοιωτικού ή ρηξιακού χαρακτήρα του εναλλακτισμού ενώ η προσέγγισή μου είναι περιγραφική και όχι κανονιστική. Από τη στιγμή που δεν γίνεται να μην εμφανίζονται εναλλακτικά εγχειρήματα, λόγω της εμμένειας του κομμουνισμού, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να τα υποστηρίξουμε με κάθε τρόπο μιας και χρήσιμα είναι και αναγκαία είναι και επιθυμητά είναι.
Σας ευχαριστώ και σας εύχομαι καλό βράδυ και καλό αύριο.
21 Απριλίου, 2012
http://www.badarts.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου