Από Κοινού: Συνέλευση για την Αποανάπτυξη και την Άμεση Δημοκρατία

Μαζί στον δρόμο προς έναν μετα-καπιταλιστικό κόσμο: με το πρόταγμα της Αποανάπτυξης-Τοπικοποίησης, του Κοινοτισμού και της Άμεσης Δημοκρατίας.
Καθόλα αυτά τα χρόνια της λεγόμενης οικονομικής κρίσης έχει λάβει χώρα στην νεοελληνική κοινωνία μία διαδικασία, με κεντρικό άξονα την επανανοηματοδότηση του αξιακού μας συστήματος και των πολιτικών μας προταγμάτων.
Μεμονωμένα άτομα αλλά και ομάδες, συλλογικότητες και κινήματα έχουν αναπτυχθεί παντού στην Ελλάδα, έχουν αφήσει πίσω τους το «αναπτυξιακό» μοντέλο που προωθεί τον καταναλωτικό τρόπο ζωής και έχουν υιοθετήσει άλλες φιλοσοφίες και άλλους τρόπους προσωπικής και συλλογικής διαβίωσης.
Η πολύχρονη πορεία ζωής όλων αυτών των ανθρώπων και ομάδων έχει αποδείξει ότι υπάρχουν υγιή και δυναμικά κοινωνικά κύτταρα, οι δράσεις των οποίων επιθυμούν να συναντηθούν και να συντονιστούν, έτσι ώστε να εκφραστεί η κοινή πολιτική τους φιλοσοφία, σε μια προοπτική μετασχηματισμού που ανοίγει το δρόμο για μια κοινωνία που θα στηριχθεί:

  • στο αποαναπτυξιακό μοντέλο της οικονομίας των αναγκών, της επάρκειας και του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στη βάση της αφθονίας των υλικών και άυλων Κοινών,
  • στην κοινοτική οργάνωση με βάση την προσωπική και συλλογικήαυτονομία,
  • σε αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς και στη θέσμιση της άμεσης δημοκρατίας με τη μορφή του ομοσπονδιακού Κοινοτισμού.

Πρόκειται για τη διάδοση της παραπάνω θέσης μας, που διευρύνεται και διασυνδέεται εδώ και τώρα. Και εν μέρει, λόγω της επιρρεπούς στην κρίση φύσης του σημερινού κοινωνικού συστήματος, είναι δυνατόν να γίνει πράξη και λογική της πλειοψηφίας.
Στα σημερινά εγχειρήματα του πολύμορφου αυτού κινήματος και στις δραστηριότητές του, εμπεριέχονται οι δυνατότητες μιας κοινωνίας σε μετακαπιταλιστική μετάβαση. Στοιχεία της έχουν ήδη δημιουργηθεί, εάν και ακόμα ξετυλίγονται και δεν είναι πλήρη. Τέτοια στοιχεία είναι αυτά της άμεσης δημοκρατίας στα πλαίσια της λειτουργίας των εγχειρημάτων, της οικολογίας με τη μορφή του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στις οικονομικές δραστηριότητές τους, της οικονομίας των αναγκών στις πρακτικές της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας που υλοποιούν. Της ισότητας των αμοιβών και των αυτοκαθοριζόμενων συνθηκών εργασίας από τα μέλη τους, της ισότητας των φύλων και των μειονοτήτων στη συμμετοχή και στη λήψη των αποφάσεων κ.λπ.
Ταυτόχρονα αυτά τα εγχειρήματα είναι πάντα εκτεθειμένα στον κίνδυνο να εκληφθούν ως ιδιοτελείς προσπάθειες για βελτίωση των συνθηκών ζωής μόνο των μελών τους και όχι και των κοινοτήτων γύρω τους. Αμυντικές μάχες, συγκρούσεις και διαπραγματεύσεις για οικειοποίηση κοινών πόρων απαιτούνται για όσο διάστημα το ιεραρχικό εθνικό κράτος και η καπιταλιστική αγορά με τίς αντίστοιχες λογικές τους κυριαρχούν. Αυτές οι μάχες θα γίνονται πιο επιτυχείς, αν δίνονται στο πλαίσιο ενός ισχυρού, κοινού και πάνω από όλα χειραφετικού κοινωνικού κινήματος.
Το συγκεκριμένο μετα-καπιταλιστικό όραμα είναι ένας κόσμος που δεν είναι ιεραρχικός, αλλά συνδεδεμένος με δίκτυα λειτουργικά όλων των επιπέδων και δεσμών, είναι αυτο-οργανωμένος και οι βασικές προσωπικές ανάγκες όλων των πολιτών μπορούν να ικανοποιηθούν μέσω της αφθονίας των συλλογικών αγαθών (Commons). Αυτός ο κόσμος θα χαρακτηρίζεται εξάλλου από αυτοκαθοριζόμενες και γεμάτες ευθύνη σχέσεις δραστηριοτήτων και εργασίας, οι οποίες θα φέρνουν χαρά και νόημα, χωρίς υπερβολική εκμετάλλευση πόρων ή καταστροφή οικοσυστημάτων.
Το κίνημα των κοινοτήτων εμπιστεύεται το ανθρώπινο δυναμικό και μεταφράζει την έννοια της βιωσιμότητας στη γλώσσα των ανθρώπινων αναγκών: Υπάρχει μια βασική ανάγκη, η διατήρηση του πλανήτη, η οποία μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο εάν οργανώσουμε την ικανοποίηση, τόσο των ατομικών όσο και των συλλογικών αναγκών, σε αρμονία με τα όρια που βάζουν οι δυνατότητες των οικοσυστημάτων της γης. Η κοινή χρήση είναι ένας συγκεκριμένος τρόπος αντιμετώπισης της ανθρώπινης και μη ανθρώπινης φύσης, ο οποίος δεν βασίζεται στους καταναγκασμούς του αφηγήματος της «ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων», αλλά αναγνωρίζει ότι εμείς οι άνθρωποι είμαστε ένα (ανα)παραγόμενο στοιχείο του πλανήτη γη. Τα Κοινά (Commons) βέβαια ενδέχεται να μην επιλύσουν μακροπρόθεσμα όλα τα προβλήματα του κόσμου. Αλλά ζούμε το τέλος του καπιταλιστικού κόσμου, στο οποίο δυστοπικό τέλος, οι αντιθέσεις μάλλον τείνουν να επιδεινώνονται και οι συγκρούσεις γίνονται όλο και πιο βάναυσες. Για αυτό είναι ιδιαίτερης σημασίας η δημιουργία θετικών προοπτικών, η διατύπωση και - περισσότερο από οτιδήποτε - η πρακτική ενός αλληλέγγυου οράματος.
Για το μέλλον, φαίνεται επιθυμητό και απαραίτητο να βρεθεί κοινά αποφασισμένη και συντονισμένη κατεύθυνση για την προοπτική του κινήματος. Ο όρος σύγκλισηταιριάζει σε τέτοιες διαδικασίες σχηματισμού συμμαχιών και περιλαμβάνει επίσης πολλά άλλα ρεύματα που κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Ταυτόχρονα, πρέπει επίσης να εντατικοποιηθούν οι συζητήσεις γύρω από το περιεχόμενο, ώστε να αναλυθούν παραπέρα και τα στρατηγικά ζητήματα, αλλά και να συζητηθούν ανοιχτά τα αμφιλεγόμενα ζητήματα. Μόνο έτσι μπορεί να αποφευχθεί η σημερινή πραγματικότητα, όπου τα διαφορετικά ρεύματα δεν είναι συνδεδεμένα και δρουν παράλληλα και απομονωμένα. Θα χρειασθεί να ληφθεί μέριμνα ώστε να προέλθει μια διασύνδεση που θα χαρακτηρίζεται βέβαια από ποικιλομορφία και όχι οπωσδήποτε από ταύτιση.
Θα χρειασθεί επίσης να γίνει κοινά αποδεκτός ένας όρος που θα μπορέσει να αποτελέσει την κοινή στέγη, τον κοινό στόχο και να περιλαμβάνει τον κοινό ορίζοντα κατανόησης των διαφορετικών ρευμάτων, που δεν μπορεί να είναι άλλος από το ξεπέρασμα του καπιταλισμού.
Γενικότερα, ήρθε ο καιρός, που τα όποια-σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο- σημερινά κοινωνικά κινήματα θα χρειασθεί, στηριζόμενα στη αναβίωση του πνεύματος του κοινοτισμού στις σύγχρονες σημερινές συνθήκες και συνδεόμενα μεταξύ τους, να μετατραπούν σε ενιαίο πολιτικό κίνημα μετάβασης για την μετακαπιταλιστική κοινωνία.
Ειδικά για τη χώρα, που βρίσκεται σε συνθήκες οικονομικού πολέμου και έχει μετατραπεί σε αποικία χρέους, το πολύμορφο αυτό κίνημα θα χρειασθεί να διαμορφώσει ένα ελκυστικό πρόγραμμα διεκδίκησης της «εδώ και τώρα» αλλαγής πορείας, δημιουργώντας ταυτόχρονα τα στοιχεία και τις κοινωνικές δομές του νέου κόσμου που οραματίζεται, αφήνοντας πίσω τον καπιταλιστικό κόσμο που μας οδηγεί στην κοινωνική και οικολογική κατάρρευση.
Η μελλοντική επιδίωξη της κοινωνικής χειραφέτησης και της ένταξης των ανθρώπινων κοινοτήτων –πέρα από σύνορα-με ισορροπία στα πλαίσια ενός πεπερασμένου πλανητικού οικοσυστήματος, θα μπορέσει να υλοποιηθεί μόνο από μια σύγκλιση, στη δράση και στη σκέψη, των παραπάνω κοινωνικοπολιτικών ρευμάτων, και στο επίπεδο της καθημερινής ζωής, και στο επίπεδο της κοινωνικής και πολιτικής θέσμισης. Και καταρχήν στην διαπαιδαγώγηση –μέσα από την συμμετοχή-του απαραίτητου ανθρωπολογικού τύπου -σε κρίσιμο αριθμό- που θα βάλει όλη την κοινωνία σε περίοδο κοινωνικοοικολογικού μετασχηματισμού. Ξεκινώντας βασικά από κάθε τοπική κοινωνία.

Σάββατο, 24 Μαρτίου 2012

ΠΕΡΙ (μαθητικών) ΠΑΡΕΛΑΣΕΩΝ, ΖΗΤΩ! και DOMINI CANES (1) (2)

Το κείμενο του φίλου και εκπαιδευτικού-συν τοις άλλοις-Παναγιώτη είναι μεγάλο, αλλά και επίκαιρο. Αξίζει να το μελετήσει κανείς-όχι απλώς να το διαβάσει. Βέβαια δε θα "εξετασθεί σε πρόχειρο διαγώνισμα", όπως μου έγραψε ο ίδιος.

Εγώ πάντως
εξακολουθούσα να βλέπω τον επερχόμενο
μεσαίωνα
με φάλαγγες πιστών
με αργυρά δισκοπότηρα αφρίζοντα αίμα
με σημαιοστολισμούς και παρελάσεις

Μ. Κατσαρός (Κατά Σαδδουκαίων)

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

«Η εσωτερική δυναμική του πολέμου, η δυναμική των αγελών, εμφανίζεται αρχικά έτσι: Από τη θρηνητική αγέλη γύρω από ένα νεκρό σχηματίζεται μια πολεμική αγέλη...Από την πολεμική αγέλη, που νίκησε, σχηματίζεται η πολλαπλασιαστική αγέλη του θριάμβου...Οι εξουσιαστές που θέλουν να προκαλέσουν πόλεμο, ξέρουν πολύ καλά ότι πρέπει να βρουν ή να επινοήσουν έναν πρώτο νεκρό. Δεν πρόκειται μόνο για το βάρος του στο εσωτερικό της δικής του ομάδας. Μπορεί να είναι κάποιος που να μην έχει καμιά ιδιαίτερη επιρροή, μερικές φορές μάλιστα είναι ένας άγνωστος. Σημασία έχει ο θάνατός του και τίποτε άλλο· οι άνθρωποι πρέπει να πιστέψουν ότι την ευθύνη γι’ αυτόν το θάνατο την έχουν οι εχθροί... Η πολεμική αγέλη έχει την τάση να διαλύεται μέσα στη λεηλασία, ακριβώς όπως συμβαίνει και με την κυνηγετική αγέλη κατά τη μοιρασιά. Όποτε στην ιστορία δεν ήταν αληθινά αισθητή σε όλους η απειλή, τότε και μόνη η προοπτική της λεηλασίας μπορούσε να ωθήσει τους ανθρώπους σε πόλεμο. Στην περίπτωση αυτή έπρεπε πάντα να τους δίνεται αυτή η δυνατότητα...Όμως ο κίνδυνος μιας ολοκληρωτικής διάλυσης του στρατεύματος με το πλιάτσικο ήταν τόσο μεγάλος, ώστε οι πολέμαρχοι έπρεπε πάντα να σοφίζονται μέσα για ν’ αποκαταστήσουν την πολεμική διάθεση. Το πιο πετυχημένο μέσο γι’ αυτό το σκοπό ήταν οι επινίκιες γιορτές. Η πραγματική έννοια των επινίκιων γιορτών είναι η αντιπαράθεση της μείωσης των εχθρών με την αύξηση των νικητών. Οι νικητές συγκεντρώνουν το λαό, άντρες, γυναίκες και παιδιά. Οι στρατιώτες παρελαύνουν στους ίδιους σχηματισμούς στους οποίους έφυγαν για τον πόλεμο...Όλο και πιο πολλοί άνθρωποι συρρέουν, μέχρι που τελικά παρευρίσκονται όλοι όσοι με οποιονδήποτε τρόπο μπορούν να βγουν από τα σπίτια τους. Όμως οι νικητές δεν επιδεικνύουν μόνο τους εαυτούς τους... επιδεικνύονται κι οι αιχμάλωτοι, κι ο μεγάλος τους αριθμός παραστατικοποιεί τη μείωση των εχθρών. Σε κοινωνίες που θεωρούν τον εαυτό τους εκλεπτυσμένο το πράγμα σταματάει στην επίδειξη των αιχμαλώτων των εχθρών, άλλες...απαιτούν περισσότερα πράγματα: θέλουν να βιώσουν πώς λιγοστεύει ο εχθρός, με το λαό συγκεντρωμένο, κι όχι πια με την αίσθηση της άμεσης απειλής. Έτσι καταλήγουμε στις δημόσιες εκτελέσεις των αιχμαλώτων... Ο βασιλιάς καθόταν στο θρόνο του σε μια εξέδρα ανάμεσα στους αξιωματούχους του. Κάτω βρισκόταν πυκνά συγκεντρωμένος ο λαός. Μ’ ένα νεύμα του βασιλιά οι δήμιοι έπιαναν δουλειά. Τα κεφάλια των εκτελεσμένων ρίχνονταν σ’ ένα σωρό... Γίνονταν παρελάσεις σε δρόμους, που στα πλάγιά τους κρέμονταν από αγχόνες τα γυμνά πτώματα των εκτελεσμένων εχθρών. Για να μην προσβάλλεται η αιδώς των αμέτρητων γυναικών του βασιλιά, τα πτώματα ήταν ακρωτηριασμένα – ευνουχισμένα...Καθένας ήθελε να πάρει ένα κομμάτι από τον σκοτωμένο εχθρό: μπορούμε να μιλήσουμε εδώ για μια μετάληψη του θριάμβου...Ο λαός ήταν συνηθισμένος στην επίδειξη των θυμάτων. Από την επίδειξη της μαζικής μείωσης των εχθρών του αντλούσε τη βεβαιότητα του δικού του πολλαπλασιασμού. Απ’ αυτόν τον πολλαπλασιασμό όμως εξαρτιόταν άμεσα η εξουσία του βασιλιά. Η επίδραση του θεάματος είχε διπλό χαρακτήρα. Ήταν το πιο αλάθητο μέσο για να πείθεται ο λαός για τον πολλαπλασιασμό του κάτω από την κυριαρχία του βασιλιά και να κρατιέται έτσι στην κατάσταση μιας θρησκευτικά αφοσιωμένης μάζας...Διαμορφώνεται ένα είδος κρατικής πολεμικής θρησκείας» [Canetti, E. (1971). Μάζα και εξουσία, μτφρ. Αγγέλα Βερυκοκάκη-Άρτεμη. (σσ. 145-148). Αθήνα: Ηριδανός].
Κατά την εποχή της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και μετά από νικηφόρα έκβαση πολέμου, ο Αυτοκράτορας (ή ο στρατηγός) οργάνωνε τον θρίαμβό του, που ήταν η θριαμβευτική είσοδος του νικητή στη Ρώμη και στη συνέχεια πορεία προς το Καπιτώλιο σύμφωνα με μια ορισμένη διάταξη (συγκλητικοί και άρχοντες, το άρμα του νικητή-θριαμβευτή, μουσικοί-τραγουδιστές, το στράτευμα, τα λάφυρα και οι αιχμάλωτοι) και ακολουθούσε ορισμένη τελετουργία (θυσίες και προσφορές δώρων στον Δία). [Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια (1979), λήμμα ¨θρίαμβος¨. Αθήνα: Ακάδημος Α.Ε.]
Οι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης για να τιμήσουν τον Ηράκλειο, μετά τις νικηφόρες εκστρατείες εναντίον των Περσών (¨προαιώνιων εχθρών του Ελληνισμού¨), του ετοίμασαν θρίαμβο. «Την καθορισμένη ημέρα η πόλη σημαιοστολίστηκε, άντρες, γυναίκες και παιδιά πλημμύρισαν τους κεντρικούς δρόμους κρατώντας κλαδιά ελιάς, κεριά, λαμπάδες, βάια, θυμιατά, λουλούδια. ... (Ο Ηράκλειος) Ηλιοκαμένος, με μαλλιά και μεγάλη, σχεδόν κατάλευκη γενειάδα, κρατούσε στο αριστερό του χέρι ένα σταυρό και στο δεξί τη χρυσή λόγχη του. Προπορεύονταν η αυτοκρατορική φρουρά, τα βάνδα, τα λάφυρα του πολέμου, οι ελέφαντες που είχαν αιχμαλωτισθεί στις μάχες και, προπαντός, η εικόνα του Σωτήρος, που είχε πάρει ως λάβαρο όταν ξεκινούσε για την εκστρατεία. Από τη Χρυσή Πύλη και μέσω της μεγάλης λεωφόρου, της «Μέσης», η πομπή κατέληξε τελικά στην Αγία Σοφία, στα σκαλοπάτια της οποίας περίμεναν τον αυτοκράτορα ο πατριάρχης Σέργιος... επικεφαλής όλου του κλήρου, που κρατούσε αναμμένα κεριά. Οι δύο ηγέτες, ο κληρικός και ο πολεμιστής, γονάτισαν μαζί για να ευχαριστήσουν την Παναγία» [Στράτος, Α. (1978). Ηράκλειος (610-642). Στο Ιστορία του ελληνικού έθνους. (Τόμ. Ζ’, σ. 227-243). Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών Α.Ε.]
Ο βυζαντινός αυτοκράτορας Βασίλειος ο Β΄ (ο επιλεγόμενος και Βουλγαροκτόνος) πανηγύρισε την νίκη του εναντίον των Βουλγάρων με μια τρομερή πράξη: Διέταξε να τυφλωθούν οι αιχμάλωτοι (περίπου 14.000), να χωριστούν σε ομάδες από 100 άνδρες μ’ έναν μονόφθαλμο ως αρχηγό και να οδηγηθούν ¨εν πομπή στον Τσάρο τους¨. [Ostrogorsky, G. (1979). Ιστορία του Βυζαντινού κράτους, μτφρ. Ιωάννης Παναγόπουλος. (Τόμ. Β, σελ. 173). Αθήνα: Βασιλόπουλος.]
«Οι ρυθμικές τυμπανοκρουσίες οδηγούσαν τον βηματισμό τους. Αγόρια με στολή, χακί πουκάμισα, ζωστήρες, φαιόχρωμες γραβάτες και κοντά πανταλόνια, προχωρούσαν σε πυκνές στρατιωτικές τάξεις. «Χίλιοι πίσω μου, χίλιοι πλάι μου και εγώ να τρέχω πίσω από τις σημαίες», έγραφε ο περίφημος αρχηγός τους, Μπάλντουρ φον Σίραχ. Ήσαν οι νεαροί ναζί της «Hitlerjugend» (Χιτλερική Νεολαία) που παρήλαυναν διασχίζοντας την Γερμανία από άκρη σε άκρη. Εξυμνούσαν τον Χίτλερ, που ο ίδιος ο Σίραχ τούς τον είχε παραστήσει σαν «μεγαλοφυΐα που βρίσκεται ανάμεσα στα αστέρια». Και ήσαν εκατομμύρια, γιατί στο Γ΄ Ράιχ η εγγραφή στην Χιτλερική Νεολαία ήταν υποχρεωτική...Για όποιον δεν εγγραφόταν υπήρχαν κυρώσεις διαφόρων ειδών: από την απαγόρευση να πηγαίνουν στο σχολείο ως την σύλληψη των γονέων, αν ήσαν εκείνοι που εμπόδιζαν στα παιδιά τους την ‘εκλογή’. Έτσι συνέβαινε, όχι σπανίως, να καταγγέλλουν τα παιδιά τον πατέρα και την μητέρα τους, για να απαλλαγούν από αυτούς και να κάνουν την ζωή που ήθελαν, υπό την προστασία της σκιάς του αγκυλωτού σταυρού...Κατά την διάρκεια της εκπαιδεύσεως (ενν. των μελών της «Χιτλερικής Νεολαίας», σ.σ.), η ημέρα των εκπαιδευομένων ακολουθούσε ορισμένο πρόγραμμα. Το πρωί μελέτη και ερωτήσεις γενικής φύσεως, με ύλη που συμπεριελάμβανε: έκθεση, γερμανική γραμματική, ιστορία, γεωγραφία και βιολογία. Το απόγευμα ήταν αφιερωμένο στην άθληση: κολύμπι, γυμναστική, δρόμος μετ’ εμποδίων, παραστρατιωτικές ασκήσεις ακόμη και νυχτερινές και ‘ανάγνωση’ στρατιωτικών χαρτών... Πολλά, πάρα πολλά παιδιά της «Χιτλερικής Νεολαίας» σκοτώθηκαν στο πεδίο της μάχης. Τα άλλα, εκείνα που γλίτωσαν από τον πόλεμο ή που η μοίρα τα προόρισε να εργασθούν για την πατρίδα, συνειδητοποίησαν πάρα πολύ αργά ότι είχαν πιστέψει σε έναν κίβδηλο και επικίνδυνο μύθο, τραγικά καταστροφικό. Και απέμειναν ακόμη πιο μόνα και πιο απελπισμένα ανάμεσα στους σωρούς των ερειπίων που άφησε το Γ΄ Ράιχ» [ Lombardo, M. (1977). Τα παιδιά του ναζισμού, Χιτλερική Νεολαία: ο άλλος στρατός του Γ΄ Ράιχ. Ιστορία Εικονογραφημένη, 109, 27-33].

ΠΑΡΕΛΑΣΗ

Στα μεσαιωνικά και νεότερα χρόνια, αν και δεν γίνονταν θρίαμβοι, δεν έλειπαν ωστόσο οι χαρακτηριστικές πομπές στρατευμάτων που αναχωρούσαν για το μέτωπο, η επίδειξη δύναμης στους δρόμους των πόλεων μετά από νικηφόρες εκβάσεις μαχών και πολέμων και η διαπόμπευση των αιχμαλώτων. Όλα τα παραπάνω, ως κοινό χαρακτηριστικό έχουν αυτό που σήμερα ονομάζουμε παρέλαση και αποτελούν τα στάδια από τα οποία αυτή πέρασε και τις μορφές που πήρε στο διάβα των αιώνων μέχρι να φτάσει στις μέρες μας.
Σύμφωνα με επίσημους ορισμούς, παρέλαση είναι η επιδεικτική διέλευση («κατά φάλαγγας ή κατά παραγωγήν») στρατευμάτων, μαθητών σχολείων και άλλων συντεταγμένων ομάδων από τους κεντρικούς δρόμους (πόλεων και χωριών) και μπροστά από επίσημους, λόγω επετείων και κρατικών ή άλλων εορτών και τελετών. [Επίτομο Ορθογραφικό και Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ηλίου, σελ. 3427, Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια (1979). ό.π. (τόμ. 27, σ. 93), Σταματάκος, Ι. (1971). Λεξικόν της νέας ελληνικής γλώσσης. Αθήνα: Φοίνιξ Ε.Π.Ε., Μπαμπινιώτης, Γ. (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας ...(2η έκδ.). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας Ε.Π.Ε.] και γίνεται σύμφωνα με τους κανόνες των στρατιωτικών σχηματισμών. Σύμφωνα με την στρατιωτική ορολογία, η τοποθέτηση των ανδρών στρατιωτικών τμημάτων με βάση τους στοίχους (γραμμές, σειρές) και με καθορισμένες αποστάσεις, αποτελεί και την στρατιωτική παράταξη. Η παράταξη λοιπόν αυτή είναι τέτοιου είδους γιατί ενισχύει το πνεύμα της στρατιωτικής πειθαρχίας και εξασφαλίζει την οργανωμένη και γοργή κίνηση των στρατευμάτων καθώς και την αποτελεσματική διοίκησή τους. [Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια (1979). ό.π. (τόμ. 27, σ. 84 )].
Σήμερα, οι παρελάσεις στρατιωτών, μαθητών και λοιπών τμημάτων τηρούν πλήρως τις προδιαγραφές της στρατιωτικής παράταξης (αποστάσεις, βηματισμός, ομοιόμορφη εμφάνιση κλπ). Το γεγονός αυτό έχει άμεση σχέση με τα σχολεία και την εκπαιδευτική διαδικασία εφ’ όσον οι μαθητές είναι ένας από τους κύριους συντελεστές της παρέλασης.
Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας, οι δάσκαλοι και καθηγητές είναι αναγκασμένοι να ακολουθήσουν διαδικασίες στρατιωτικές. Αν δεν το κάνουν η παρέλαση θα θεωρηθεί αποτυχημένη. Αν δεν επιβάλλουν στους μαθητές “στρατιωτική πειθαρχία” και δεν “ασκήσουν καλή διοίκηση”, που είναι και οι σκοποί της στρατιωτικής παράταξης, τα τμήματα των μαθητών δεν θα παρελάσουν με το πρέπον παράστημα, δεν θα έχουν συγχρονισμένο βηματισμό, δεν θα τηρούν τις κατάλληλες αποστάσεις, δεν θα στρέψουν την κεφαλή προς τους επίσημους την κατάλληλη στιγμή, δηλαδή δεν θα παρελάσουν ως πειθαρχημένα άτομα μιας “συντεταγμένης ομάδας”.
Η “εκμάθηση” του βηματισμού, της τήρησης των αποστάσεων, της ζύγισης και στοίχισης, της στροφής της κεφαλής την κατάλληλη στιγμή, ως ασκήσεις ακριβείας, είναι μέρος του προγράμματος στα κέντρα στρατιωτικής εκπαίδευσης. Παλιότερα ο στρατός (με πρότυπα ολοκληρωτικές πρακτικές και μεθόδους φασιστικών καθεστώτων) είχε εκχωρήσει δικές του αρμοδιότητες και πρακτικές στους δασκάλους και οι ασκήσεις ακριβείας συμπεριλαμβάνονταν στα εκπαιδευτικά προγράμματα των σχολείων, κάποια στιγμή όμως έγινε ακόμη και από τους ‘πατριώτες’ κατανοητό το γεγονός ότι ήταν εμφανέστατα αντιπαιδαγωγικές και καταργήθηκαν. Δεν επιτρέπεται να εκτελούνται ακόμα και στο μάθημα της Φυσικής Αγωγής.
Η συμμετοχή των εκπαιδευτικών στην προετοιμασία και εκτέλεση των μαθητικών παρελάσεων αποτελεί (εκτός από άκρως αντιπαιδαγωγική) και πράξη που αγγίζει τα όρια της κοινωνικής ηθικής (αν και «νόμιμη») και ως εκ τούτου δεν συνάδει προς το ήθος του επαγγέλματός τους, όπως αυτό ορίζεται στα πλαίσια της ευθύνης τους έναντι των μαθητών. Ο ισχυρισμός, άρα, ότι η παρέλαση είναι «ήσσονος σημασίας θέμα» [ Σταυρόπουλος, Σ. (Στάθης). (2007). Στήλη Ναυτίλος. Εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 2 Νοεμβρίου 2007] είναι αστήρικτος και ψευδής. Η παρέλαση έχει όλα τα χαρακτηριστικά των αρνητικών προτύπων (κοινωνικών και ηθικών) και επειδή δεν μπορεί να διδαχθεί (πουθενά και σε κανένα σχολείο) ως μορφωτικό αγαθό και άσκηση παιδείας, επιβάλλεται (και ως προετοιμασία και ως εκτέλεση) ως προπαγάνδα και ιδεολογικός διαποτισμός. Δεν έχει η παρέλαση καμία σχέση με το έθνος και την πατρίδα («... την μνήμη των μόνιμων οδοιπόρων των αιώνων του χώματος που πατώ και πάτησα...», τα «... αγγέλματα από το γενέθλιο τόπο...» και την οσμή «του μαύρου γκόρτσου» και του ... ουρλιαχτού των λύκων) ούτε με αυτήν τιμώνται όσοι αγωνίστηκαν για ελευθερία, και κοινωνική δικαιοσύνη και ισότητα γιατί συγχέεται η συνειδητή και έλλογη απόφαση για επανάσταση και ομαδική ή ατομική αντίσταση και εξέγερση εναντίον των κατά περίπτωση και εποχή καταπιεστών και κατακτητών με την παρέλαση ως παρανοϊκό ρυθμό προετοιμασίας ενός ακήρυκτου πολέμου και ως στοιχείο της μαζικής υστερίας και ψύχωσης της ανθρώπινης μάζας ως αγέλης. Επιπλέον, υπάρχουν τιμώμενα πρόσωπα («εξέδρα επισήμων» - κατά σύμπτωσιν στρατιωτικοί, πολιτικοί, ιερωμένοι κ.λπ., ήτοι εξ ορισμού ‘δημιουργοί’ και ‘οδηγοί’ τυχόν πολέμων) προς τα οποία οι παρελαύνοντες στρέφουν την κεφαλή τους, πράγμα που σημαίνει ότι οι μαθητικές παρελάσεις γίνονται για να τιμήσουν τους επίσημους αυτούς και/ή για να φανεί ότι διαθέτει η πατρίδα κορμιά έτοιμα να θυσιαστούν γι’ αυτήν.

[ «Εμείς, οι ‘άγνωστοι στρατιώτες’, που μας υποχρέωσαν
να γίνουμε δήμιοι των ομοίων μας,
μας έκλεψαν τη ζωή
κ’ ύστερα μας έφτιαξαν κενοτάφια, αγάλματα κι αψίδες,
δ ι α φ ω ν ο ύ μ ε!..
.................................................................
Κανείς δεν μπορεί να εμποδίση τους ‘μεγάλους άνδρες’
νάχουν όποιες ιδέες θέλουν.
Αλλά το να γινόμαστ’ εμείς, οι άσημοι άνθρωποι,
λίπασμα πριν της ώρας μας – όχι !
Βαρεθήκαμε να τρέφουμε κοράκια και σκουλήκια με τα κορμιά μας!..
.................................................................
Μας χρειάζοντ’ αλήθειες που δ ί ν ο υ ν ζωή, κι όχι που παίρνουν»

Χ. Τρύφωνας (Διαφωνούμε!)]

Επιδεικνύονται δηλ. οι μαθητές , αφ’ ενός μεν, με ανεξήγητη αυτοκαταστροφική διάθεση, ως θύματα νικητών σ’ έναν τυχόν μελλοντικό πόλεμο, αφ’ ετέρου δε, κατά μια παράλογη αντιστροφή, ως στοιχείο - στην θέση των εκτελεσθέντων γυμνών αιχμαλώτων- πολλαπλασιασμού ημών των νικητών. [Canetti, E. (1971). ό.π. ].
Ο χαρακτηρισμός της παρέλασης ως πράξης αντιπαιδαγωγικής, ιδεολογικού διαποτισμού και περιφερόμενης στα όρια της κοινωνικής ηθικής δεν βασίζεται στην συχνότητα της εκτέλεσής της, στον τρόπο που την εκλαμβάνουν οι μαθητές, στα «σημαιάκια των πιτσιρικάδων», στον «προσεταιρισμό» των καφενείων, στις ψήφους («όποιος υποτιμάει τα καφενεία, κακό της κεφαλής του») [Σταυρόπουλος, Σ. (Στάθης). (2007). ό.π. ] και στο «μάτι» νέων και γέρων («...Τα σαγόνια του παππού είχαν πιάσει πεζοδρόμιο. Ενενήντα χρονών άνθρωπος, μαθημένος στην φουστανέλα και στην φούστα κάτω από το γόνατο, ήρθε και άνοιξε το μάτι του...» http://www.insomnia. gr/forum/showthread.php?t=71991&page=2 ), αλλά στον ύπουλο τρόπο με τον οποίο εμφυτεύουμε στους μαθητές μιλιταριστικές διαθέσεις (είναι καταφανές ότι οι μαθητές παγιδεύονται προσπαθώντας να ικανοποιήσουν την ανάγκη τους για παιγνίδι, την επιθυμία για αναγνώριση και την επιδίωξη δραπέτευσης από την ανιαρή και αποβλακωτική καθημερινότητα του κρατικοεκκλησιαστικού σχολικού περιβάλλοντος) και στην πλήρη δόλου άποψή μας ότι η παρέλαση δεν βλάπτει τελικά τα παιδιά. Κραυγάζουμε λ.χ., σχίζοντας τα ιμάτιά μας, όταν διαπιστώνουμε την αντιπαιδαγωγικότητα των πολεμικών ή ΄πολεμικών’ παιγνιδιών και ξεκινούμε καμπάνιες για την κατάργησή τους, ενώ συγχρόνως υποχρεώνουμε τους μαθητές να πάρουν μέρος σε μια αληθινή πολεμική τελετή, την παρέλαση. Κραυγάζουμε για ειρήνη και συγχρόνως, σχιζοφρενούντες, οργανώνουμε και εκτελούμε την ανθρωποθυσιαστική ιεροτελεστία της παρέλασης συμμετέχοντας έτσι στην παράφρονα διαδικασία του πολέμου μέσω της ειρηνοκαπηλείας. Επίσης, ενσυνειδήτως αποσιωπάται το γεγονός ότι οι παρελάσεις αποτελούν στοιχείο μιας γενικότερης και μακροχρόνιας διαδικασίας συμμόρφωσης στην υπακοή και την αποδοχή εντολών, είτε αυτές αφορούν το εργασιακό πεδίο, την πολιτική εξουσία, τον συνδικαλιστικό γραφειοκρατικό εργατοπατερισμό είτε άλλες εξουσιαστικές και ιεραρχικές δομές... Μπορεί αρκετοί μαθητές να μην παίρνουν την παρέλαση στα σοβαρά, όμως συμμετέχουν σ’ αυτήν με όλους τους τύπους και τηρώντας απολύτως τις ‘προδιαγραφές’ της...
Δεν λείπουν οι διώξεις και κατηγορίες εναντίον εκπαιδευτικών, οι οποίοι τολμούν με θάρρος, ειλικρίνεια και αξιοπρέπεια να αμφισβητήσουν εμπράκτως τις μαθητικές παρελάσεις, είτε δημοσιεύοντας κείμενα είτε αρνούμενοι να συμμετάσχουν στην προετοιμασία και εκτέλεσή τους. Χαρακτηριστικά παραδείγματα των τελευταίων ετών η Ρ. Φ. και ο Π. Χ... Και οι δύο ένιωσαν στο πετσί τους την «ήσσονα σημασία» των παρελάσεων !
Από το άλλο μέρος εκφράζεται η άποψη ότι η τυχόν κατάργηση των μαθητικών παρελάσεων αποτελεί στοιχείο που οδηγεί μακριά από τον «θρίαμβο του Πνεύματος και του Λόγου» και «μας παρασύρει σε έναν νεωτερικό σωρό ερειπίων» και η διατήρησή τους υπονοείται ως ένας από τους «ελάχιστους κοινούς χαρακτήρες» με τους οποίους οι άνθρωποι «έχουν την ανάγκη να αναγνωρίζονται εντός κάποιας κοινότητας». Γι’ αυτό φταίει το γεγονός ότι «...το σχολείο δεν διδάσκει φρόνημα, εθνικό ή θρησκευτικό... δεν διαμορφώνει φρόνημα, δεν πλάθει χαρακτήρες•...» [ Ξυδάκης, Ν. Γ. (2007). Μετά την αποδόμηση. Εφημ. Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 27 Οκτωβρίου 2007].
Το γεγονός είναι πως το σημερινό υποχρεωτικό κρατικοεκκλησιαστικό εκπαιδευτικό σύστημα προσπαθεί μανιωδώς και φρόνημα («εθνικό ή θρησκευτικό») να διαμορφώσει και χαρακτήρες να πλάσει και κατηχεί ξεδιάντροπα. Προπαγανδίζει ασυστόλως κακοχωνεμένες πολιτικές αριστεροδεξιές «ορθότητες» ( από ‘πολυπολιτισμούς’ και ‘ανεκτικότητες’ των γκέτο μέχρι θρησκευτικοεσχατολογική ‘σωτηρία’ του πλανήτη ) και παρουσιάζει ως ‘νέες’, σκυλευμένες και οικτρά παραμορφωμένες, αφού τις έχει ντύσει με τα κουρέλια, τα απόβλητα και τα περιττώματα της επιλεγόμενης παγκοσμιοποίησης, παλιές ιδέες και εκπαιδευτικές μεθόδους που έχουν δολοφονήσει οι οσφυοκάμπτες και σκιτζήδες ‘προοδευτικοί’ των «ανοησιών γεμάτων χαμόγελα» και «ενός ηλίθιου ψυχολογίζοντος πατερναλισμού».
Ένα σχολείο ελεύθερο και δημόσιο (και όχι υποχρεωτικό και κρατικοεκκλησιαστικό, όπως το σημερινό)
δεν διαμορφώνει φρόνημα
δεν διαπλάθει χαρακτήρες
δεν κατηχεί
δεν προπαγανδίζει και
δεν «προσεταιρίζεται» (‘καφενεία’, επιχειρήσεις, στρατιωτικές και αντιπαιδαγωγικές τακτικές, ψυχοπαθολογικές αγάπες, ιεραπόστολους «λειτουργούς» και «σωτήρες» των παιδιών, του κράτους, της πατρίδας, του έθνους και του κόσμου ολόκληρου...) μέσα από κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο και πρόγραμμα.
«...Δεν έδωσα καλούπια σε καμιά περιοχή της ζωής τους και της σκέψης τους...» [ Μίλτος Κουντουράς. (1930). Στο Τιμητική Έκδοση των Μαθητριών του. (1976). Μίλτος Κουντουράς: Διδασκαλείο Θηλέων Θεσσαλονίκης 1927-1930. Αθήνα: Γνώση]
Δεν είναι τυχαίο που όλα τα φασιστικά καθεστώτα (Χίτλερ, Μουσολίνι, Μεταξάς κλπ), στην προσπάθειά τους να καταστήσουν ανελεύθερους τους πολίτες ώστε να τους ελέγχουν πλήρως, φρόντισαν για την δημιουργία οργανώσεων με κύριο χαρακτηριστικό τους την μαζικοποίηση και αγελαία συμπεριφορά και στάση της νεολαίας μέσω της αυστηρής πειθαρχίας, των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών εμφάνισης και συμπεριφοράς και των παρελάσεων σε στρατιωτικούς σχηματισμούς. [Lombardo, M. (1977). ό.π. ]. Αλλά και καθεστώτα ( λ.χ. ΕΣΣΔ, Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, Λαοκρατική Δημοκρατία της Κορέας και πολλών ειδών δικτατορίες) που δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως φασιστικά, λειτουργούσαν και/ή λειτουργούν όμως με ολοκληρωτικές μεθόδους και τακτικές καταπίεσης, ανελευθερίας, μαζικών δολοφονιών μη ‘πιστών’ και ‘εχθρών του λαού’, τρομοκρατίας και παντοδύναμων μυστικών υπηρεσιών, οργάνωναν και οργανώνουν «τεράστιες σκηνοθεσίες των μαζών». «Η σκηνοθεσία παρελάσεων και εορτών αποτελούσε πάντα συστατικό στοιχείο της θρησκείας και της πολιτικής, όσο και της ρεκλάμας. Οι τεράστιες σκηνοθεσίες των μαζών από τους Mussolini, Hitler, Stalin και Mao έχουν έτσι παραμείνει μοναδικά μνημεία της χειραγώγησης και παραπλάνησης των μαζών (με τη συγκατάθεσή τους) τον 20ό αιώνα» [Λίποβατς, Θ. (1990). Η ψυχοπαθολογία του πολιτικού. (σ. 93) Αθήνα: Οδυσσέας]. Εξαίρεση δεν αποτελεί ούτε η επιλεγόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία (και οι σχετικές παραλλαγές της) «...στο βαθμό που αυτή περιέχει-και περιέχει πάντα-ποσοστά ολοκληρωτισμού». [ Ραυτόπουλος, Δ. (1985). Τέχνη και εξουσία. (σ. 110). Αθήνα: Καστανιώτης].

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

1. Όσοι αγωνίστηκαν για ελευθερία, και κοινωνική δικαιοσύνη και ισότητα είναι άξιοι τιμών μνήμης και πάντως όχι υπό τα βλέμματα «επισήμων», είτε με «εξέδρες» είτε χωρίς «εξέδρες». Η παρέλαση αποτελεί προσβολή για τους αγωνιστές και συμβολική σκύλευση, που γίνεται προς εδραίωση και προώθηση εξουσιαστικών (πολιτικών, στρατιωτικών και εκκλησιαστικών) συμφερόντων.
2. Με την τυχόν κατάργηση των μαθητικών (τουλάχιστον) παρελάσεων δεν θα μεταφερθούμε ξαφνικά σ’ έναν κοινωνικό και εκπαιδευτικό παράδεισο! Θα εκλείψει όμως απ’ το σχολείο (έστω, αυτό το σχολείο) μια οπωσδήποτε αντιπαιδαγωγική και στα όρια της κοινωνικής ηθικής πρακτική.


(1) Πέμπτη ‘εκδοτική’ παρουσίαση ( μη ‘βελτιωμένη’)
(2) Για “Domini canes” ίδετε
a) Drury, S. (2008). Aquinas and modernity, the best promise of natural law. USA: Rowman and Littlefield.
b) Hroch, M., Skybova, A. (1988). Ecclesia militans: the inquisition. (pp. 12-16). G.D.R.: Leipzig.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου