Ο αγροτικός κλάδος, όπως εξήγησε, είναι ιδιαίτερα δυναμικός και μπορεί να τρέξει ακόμα πιο γοργά εάν υιοθετηθεί και εφαρμοστεί μια σωστή αγροτική πολιτική, που θα κοιτάει μπροστά και δεν θα γυρνάει συνέχεια σε λάθη του παρελθόντος.
Στο πλαίσιο αυτό διευκρίνισε, «δεν αποτελεί πολιτική το καλάθι της περιφέρειας, ούτε και ο θεσμός των δημοπρατηρίων», αφού, όπως τόνισε, αποτελούν πεπαλαιωμένες πρακτικές.
Βάσει μελέτης, που παρουσιάστηκε την Τετάρτη, το ποσοστό αυτάρκειας της χώρας μας σε μια σειρά βασικών αγροτικών, διατροφικών προϊόντων φυτικής και ζωϊκής παραγωγής διαμορφωνόταν κατά μέσο όρο στο 94% το 2010.
Στη φυτική παραγωγή, όπως προκύπτει η αυτάρκεια είναι 99% κατά μέσο όρο και διαφοροποιείται μεταξύ επιμέρους κατηγοριών προϊόντων, όπως τα δημητριακά όπου η αυτάρκεια ανέρχεται στο 82% περίπου, το μικρότερο ποσοστό εντοπίζεται στο μαλακό στάρι (32%) και το υψηλότερο στο ρύζι (171%).
Στα εσπεριδοειδή τη μεγαλύτερη αυτάρκεια παρουσιάζουν τα πορτοκάλια (167%), ενώ στα λεμόνια περιορίζεται στο 67%.
Στα φρούτα η αυτάρκεια παραμένει υψηλή (128%), ενώ χαμηλή διαπιστώνεται στον κλάδο των οσπρίων (39%).
Στη ζωϊκή παραγωγή το ποσοστό αυτάρκειας ανέρχεται κατά μέσο όρο στο 73%.
Στο κρέας καταγράφεται αυτάρκεια 56%, με το μικρότερο ποσοστό στο βόειο κρέας (30% και το υψηλότερο στο αιγοπρόβειο (94%).
Στην κατηγορία των γαλακτοκομικών-τυροκομικών προϊόντων, η φέτα με ποσοστό αυτάρκειας 147% υπερβαίνει το μέσο όρο της κατηγορίας, που κυμαίνεται στο 80%.
Στο μέλι και στα αυγά, καταγράφεται ποσοστό αυτάρκειας 92% και 91% αντίστοιχα.
Εξελίξεις στην αγροτική οικονομία
Σημαντική πτώση της αξίας της παραγωγής του γεωργικού τομέα της Ελλάδος καταγράφεται στο διάστημα της εξαετίας 2006-2011, ιδιαίτερα έντονη κατά το 2006 - με κάμψη μεγαλύτερη του 14%, αλλά και κατά τη διετία 2008-2009, με πτώση άνω του 4%.
Τη διετία 2010-2011 εκτιμάται ότι υπήρξε οριακή αύξηση, όχι πάνω από 2%.
Ιδιαίτερα έντονη είναι η πτώση της αξίας της φυτικής παραγωγής στο διάστημα 2005-2011, που συνδέεται κυρίως με την κάμψη των τιμών παραγωγού.
Βάσει εκτιμήσεων της ευρωπαϊκής στατιστικής υπηρεσίας, η αξία της φυτικής παραγωγής σε βασικές τιμές, περιορίστηκε σε 6,89 δισ. ευρώ το 2011 από 8,24 δισ. ευρώ το 2006 (-16%).
Αναφορικά με την τραπεζική χρηματοδότηση των επιχειρήσεων κατά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας, προκύπτει ότι ο τομέας της γεωργίας απορροφά μόλις το 1,7% του συνόλου των δανείων.
Τον Οκτώβριο του 2011, το υπόλοιπο των δανείων που προορίζονται για τις επιχειρήσεις του αγροτικού τομέα ανερχόταν σε 2,018 δισ. ευρώ, ενώ από το 2009, από την έναρξη της ύφεσης στην οικονομία μέχρι και πρόσφατα, ο ρυθμός επιβράδυνσης της τραπεζικής χρηματοδότησης προς τις γεωργικές επιχειρήσεις, με βάση τη μεταβολή του υπολοίπου των δανείων (2009: 3,962 δισ., Οκτώβριος 2011: 2,018 δισ. Euro) καταγράφει πτώση της τάξεως του 49% και πλέον.
Στην τρέχουσα χρονική περίοδο, σύμφωνα με μελέτη της ΠΑΣΕΓΕΣ, η δυνατότητα τραπεζικής χρηματοδότησης των αγροτών και των επιχειρήσεών τους είναι μηδενική.
Εξέλιξη αγροτικού εισοδήματος
Σε φθίνουσα πορεία βρίσκεται το αγροτικό εισόδημα στη χώρα μας από το 2008 και με μια εξαίρεση το 2009, οπότε και καταγράφηκε μικρή άνοδος 2,1%, το 2010 διολίσθησε κατά 9,3% και το 2011 κατά 5,3%.
Στο διάστημα της εξαετίας 2006-2011 το αγροτικό εισόδημα στην Ελλάδα, όπως εκτιμάται από τη Eurostat, μειώθηκε κατά 22,6 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ στο ίδιο διάστημα, συγκριτικά, το αγροτικό εισόδημα στην ΕΕ-27 αυξήθηκε κατά 19% και στις χώρες της ευρωζώνης κατά 5% περίπου.
Κρίσιμη παράμετρος της πτώσης του αγροτικού εισοδήματος παραμένει η σημαντική αύξηση του κόστους παραγωγής, με το μέσο γενικό δείκτη εισροών, σύμφωνα με τα στοιχεία της στατιστικής υπηρεσίας, να καταγράφει νέα σημαντική αύξηση, της τάξεως των 7,5 ποσοστιαίων μονάδων, προερχόμενη κυρίως από τη σημαντική αύξηση στους δείκτες της ενέργειας (17,1%), των ζωοτροφών (11,9%) και των λιπασμάτων (10,7%).
Η εξαιρετικά μεγάλη αύξηση της δαπάνης για ενέργεια, που αντιπροσωπεύει το 25% και πλέον του συνολικού κόστους των εισροών στον αγροτικό τομέα, συνδέεται και με τη σημαντική αύξηση του αγροτικού τιμολογίου της ΔΕΗ κατά 6% το 2011, ενώ και νέα αύξηση, κατά 9%, επιβλήθηκε το 2012.
Από την άλλη πλευρά, σημαντική κάμψη καταγράφεται στο πρώτο 10μηνο του 2011 στις τιμές παραγωγού, ιδιαίτερα έντονη στα κηπευτικά - με μεγάλη μείωση του δείκτη εκροών τον Οκτώβριο του 2011 στη νωπή τομάτα (-33,9%) και σε ορισμένα άλλα είδη, με συνέπεια την πτώση του γενικού δείκτη εκροών κατά 3,8 ποσοστιαίες μονάδες.
http://news.in.gr/economy/article/?aid=1231148368
Σχόλιο: Το εμπορικό ισοζύγιο αγροτικών προϊόντων όμως είναι τελείως αρνητικό όλα τα προηγούμενα χρόνια ξεκινώντας από το 1981. Δείτε την παρακάτω εικόνα:

Παρατηρούμε την συνεχή επιδείνωση του εμπορικού ισοζυγίου αγροτικών προϊόντων.
Το 1990 το έλλειμμα ήταν στα 152,2 εκατ. δρχ., που μετράνε για 446.660 ευρώ και το 2002 1,7 δισ. ευρώ, ενώ το 2006 έφτασε τα 2,1 δισ. ευρώ. Το 2009 η αξία των εισαγωγών ήταν 6,498 δισ. ευρώ και το έλλειμμα ανήλθε στα 3 δισεκατομμύρια ευρώ. Το 2010 η αξία των εισαγωγών αγροτικών προϊόντων ανήλθε στα 6,304 δισεκατομμύρια. Την ίδια χρονιά του "μνημονίου", η αξία των εισαγωγών για κρέατα και παρασκευάσματα κρέατος έφτασε το 1,085 δισ. ευρώ και οι εξαγωγές ήταν μόνο 56,7 εκατ. ευρώ... Από το 1,085 δισ. ευρώ που ήταν η συνολική αξία των εισαγωγών από τις χώρες όλου του κόσμου το 1,059 δισ. ευρώ ήταν από τις χώρες της ΕΕ και τα υπόλοιπα 26 εκατ. ευρώ από τις τρίτες χώρες. Δηλαδή, το 99% της αξίας των εισαγωγών σε κρέατα και παρασκευάσματα το 2010 είναι από τις χώρες της ΕΕ. Η Ελλάδα δυστυχώς κατάντησε μαζικός εισαγωγέας σε κρέατα και παρασκευάσματα κρέατος από την ΕΕ, σε βάρος της εγχώριας παραγωγής, αλλά και της υγείας των καταναλωτών του.
Στα γαλακτοκομικά προϊόντα και στα αυγά η αξία των εισαγωγών ήταν το 2010 770,7 εκατ. ευρώ, από όπου τα 769,8 εκατ. ευρώ ήταν από τις χώρες της ΕΕ. Δηλαδή, εδώ οι εισαγωγές από την ΕΕ το 2010 ήταν το 99,4%! Ομως η χώρα έχει ποσόστωση στο αγελαδινό γάλα και η παραγωγή δεν καλύπτει τις ανάγκες της, ενώ τα καρτέλ γιγαντώνονται σε βάρος παραγωγών και καταναλωτών. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα ότι μέσα στη δεκαετία 2000-2010 ο αριθμός των αγελαδοτρόφων μειώθηκε κατά 63,5%! Από 12.402 που ήταν το 2000 έφτασαν να είναι μόλις 4.623 το 2010. Φυσικά από τη μέση βγήκαν οι μικροί και μεσαίοι παραγωγοί αγελαδινού γάλακτος.
Το έλλειμμα για τα δημητριακά στο εμπορικό αγροτικό ισοζύγιο ήταν το 2010 250 εκατ. ευρώ από από 147,6 εκατ ευρώ το 2009. Το 1992 το ισοζύγιο στα δημητριακά είχε πλεόνασμα 40,5 εκατ. δρχ. Από κει και πέρα άρχισε ο κατήφορος.
Και σε άλλα σημαντικά αγροτικά προϊόντα όπου η Ελλαδα είχε μεγάλο πλεόνασμα στο εμπορικό αγροτικό ισοζύγιο η κατάσταση μετά το 2006 χειροτέρευσε. Για παράδειγμα, στο λάδι το πλεόνασμα στο εμπορικό ισοζύγιο το 2007 ήταν 135,6 εκατ. ευρώ και το 2010 έπεσε στα 54,9 εκατ. ευρώ. Στον καπνό, το πλεόνασμα το 2006 ήταν 130,7 εκατ. ευρώ, το 2008 ήταν 80,5 εκατ. ευρώ και το 2010 έπεσε στα 64,9 εκατ. ευρώ. Επίσης, στη ζάχαρη, το έλλειμμα μεγάλωσε και έγινε το 2009 91,3 εκατ. ευρώ από 50,4 εκατ. ευρώ το 2006.
Από το 2000 έως το 2006 στα περισσότερα βασικά προϊόντα είχαμε σημαντική μείωση της παραγωγής(κύρια στα ζαχαρότευτλα, στη ντομάτα, τα λεμόνια και το σκληρό σιτάρι)και σε πολύ λίγα αύξηση(π.χ. ρύζι και αιγοπρόβιο γάλα).
Συμπέρασμα: προφανώς και χώρα μπορεί να πετύχει την αυτάρκεια στη διατροφή-και μάλιστα στην υγιεινή- των κατοίκων της, αλλά για να γίνει αυτό θα χρειασθεί να δοθεί βάρος στον γεωργικό τομέα και την οικοκαλλειέργεια, να αυξηθεί το ποσοστό των αγροτών-οικοαγροτών οργανωμένων σε ομάδες παραγωγών-αυτοοργανωμένων συνεταιρισμών-παραγωγοκαταναλωτικών δικτύων, να μειωθούν οι εισροές(όχι χημική γεωργία), να μη προτιμούν οι καταναλωτές τα εισαγόμενα και τα εκτός εποχής, να επιστρέψουμε στον μεσογειακό τρόπο διατροφής και να δώσουμε μεγαλύτερο βάρος στην ποιότητα από την ποσότητα। Να αναβαθμισθεί επίσης το ποσοστό του εισοδήματος που διατίθεται για τροφή(είμαστε ότι τρώμε, μη ξεχνάμε)σε σχέση με την ικανοποίηση άλλων μη βιοτικών αναγκών
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου