Από Κοινού: Συνέλευση για την Αποανάπτυξη και την Άμεση Δημοκρατία

Μαζί στον δρόμο προς έναν μετα-καπιταλιστικό κόσμο: με το πρόταγμα της Αποανάπτυξης-Τοπικοποίησης, του Κοινοτισμού και της Άμεσης Δημοκρατίας.
Καθόλα αυτά τα χρόνια της λεγόμενης οικονομικής κρίσης έχει λάβει χώρα στην νεοελληνική κοινωνία μία διαδικασία, με κεντρικό άξονα την επανανοηματοδότηση του αξιακού μας συστήματος και των πολιτικών μας προταγμάτων.
Μεμονωμένα άτομα αλλά και ομάδες, συλλογικότητες και κινήματα έχουν αναπτυχθεί παντού στην Ελλάδα, έχουν αφήσει πίσω τους το «αναπτυξιακό» μοντέλο που προωθεί τον καταναλωτικό τρόπο ζωής και έχουν υιοθετήσει άλλες φιλοσοφίες και άλλους τρόπους προσωπικής και συλλογικής διαβίωσης.
Η πολύχρονη πορεία ζωής όλων αυτών των ανθρώπων και ομάδων έχει αποδείξει ότι υπάρχουν υγιή και δυναμικά κοινωνικά κύτταρα, οι δράσεις των οποίων επιθυμούν να συναντηθούν και να συντονιστούν, έτσι ώστε να εκφραστεί η κοινή πολιτική τους φιλοσοφία, σε μια προοπτική μετασχηματισμού που ανοίγει το δρόμο για μια κοινωνία που θα στηριχθεί:

  • στο αποαναπτυξιακό μοντέλο της οικονομίας των αναγκών, της επάρκειας και του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στη βάση της αφθονίας των υλικών και άυλων Κοινών,
  • στην κοινοτική οργάνωση με βάση την προσωπική και συλλογικήαυτονομία,
  • σε αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς και στη θέσμιση της άμεσης δημοκρατίας με τη μορφή του ομοσπονδιακού Κοινοτισμού.

Πρόκειται για τη διάδοση της παραπάνω θέσης μας, που διευρύνεται και διασυνδέεται εδώ και τώρα. Και εν μέρει, λόγω της επιρρεπούς στην κρίση φύσης του σημερινού κοινωνικού συστήματος, είναι δυνατόν να γίνει πράξη και λογική της πλειοψηφίας.
Στα σημερινά εγχειρήματα του πολύμορφου αυτού κινήματος και στις δραστηριότητές του, εμπεριέχονται οι δυνατότητες μιας κοινωνίας σε μετακαπιταλιστική μετάβαση. Στοιχεία της έχουν ήδη δημιουργηθεί, εάν και ακόμα ξετυλίγονται και δεν είναι πλήρη. Τέτοια στοιχεία είναι αυτά της άμεσης δημοκρατίας στα πλαίσια της λειτουργίας των εγχειρημάτων, της οικολογίας με τη μορφή του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στις οικονομικές δραστηριότητές τους, της οικονομίας των αναγκών στις πρακτικές της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας που υλοποιούν. Της ισότητας των αμοιβών και των αυτοκαθοριζόμενων συνθηκών εργασίας από τα μέλη τους, της ισότητας των φύλων και των μειονοτήτων στη συμμετοχή και στη λήψη των αποφάσεων κ.λπ.
Ταυτόχρονα αυτά τα εγχειρήματα είναι πάντα εκτεθειμένα στον κίνδυνο να εκληφθούν ως ιδιοτελείς προσπάθειες για βελτίωση των συνθηκών ζωής μόνο των μελών τους και όχι και των κοινοτήτων γύρω τους. Αμυντικές μάχες, συγκρούσεις και διαπραγματεύσεις για οικειοποίηση κοινών πόρων απαιτούνται για όσο διάστημα το ιεραρχικό εθνικό κράτος και η καπιταλιστική αγορά με τίς αντίστοιχες λογικές τους κυριαρχούν. Αυτές οι μάχες θα γίνονται πιο επιτυχείς, αν δίνονται στο πλαίσιο ενός ισχυρού, κοινού και πάνω από όλα χειραφετικού κοινωνικού κινήματος.
Το συγκεκριμένο μετα-καπιταλιστικό όραμα είναι ένας κόσμος που δεν είναι ιεραρχικός, αλλά συνδεδεμένος με δίκτυα λειτουργικά όλων των επιπέδων και δεσμών, είναι αυτο-οργανωμένος και οι βασικές προσωπικές ανάγκες όλων των πολιτών μπορούν να ικανοποιηθούν μέσω της αφθονίας των συλλογικών αγαθών (Commons). Αυτός ο κόσμος θα χαρακτηρίζεται εξάλλου από αυτοκαθοριζόμενες και γεμάτες ευθύνη σχέσεις δραστηριοτήτων και εργασίας, οι οποίες θα φέρνουν χαρά και νόημα, χωρίς υπερβολική εκμετάλλευση πόρων ή καταστροφή οικοσυστημάτων.
Το κίνημα των κοινοτήτων εμπιστεύεται το ανθρώπινο δυναμικό και μεταφράζει την έννοια της βιωσιμότητας στη γλώσσα των ανθρώπινων αναγκών: Υπάρχει μια βασική ανάγκη, η διατήρηση του πλανήτη, η οποία μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο εάν οργανώσουμε την ικανοποίηση, τόσο των ατομικών όσο και των συλλογικών αναγκών, σε αρμονία με τα όρια που βάζουν οι δυνατότητες των οικοσυστημάτων της γης. Η κοινή χρήση είναι ένας συγκεκριμένος τρόπος αντιμετώπισης της ανθρώπινης και μη ανθρώπινης φύσης, ο οποίος δεν βασίζεται στους καταναγκασμούς του αφηγήματος της «ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων», αλλά αναγνωρίζει ότι εμείς οι άνθρωποι είμαστε ένα (ανα)παραγόμενο στοιχείο του πλανήτη γη. Τα Κοινά (Commons) βέβαια ενδέχεται να μην επιλύσουν μακροπρόθεσμα όλα τα προβλήματα του κόσμου. Αλλά ζούμε το τέλος του καπιταλιστικού κόσμου, στο οποίο δυστοπικό τέλος, οι αντιθέσεις μάλλον τείνουν να επιδεινώνονται και οι συγκρούσεις γίνονται όλο και πιο βάναυσες. Για αυτό είναι ιδιαίτερης σημασίας η δημιουργία θετικών προοπτικών, η διατύπωση και - περισσότερο από οτιδήποτε - η πρακτική ενός αλληλέγγυου οράματος.
Για το μέλλον, φαίνεται επιθυμητό και απαραίτητο να βρεθεί κοινά αποφασισμένη και συντονισμένη κατεύθυνση για την προοπτική του κινήματος. Ο όρος σύγκλισηταιριάζει σε τέτοιες διαδικασίες σχηματισμού συμμαχιών και περιλαμβάνει επίσης πολλά άλλα ρεύματα που κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Ταυτόχρονα, πρέπει επίσης να εντατικοποιηθούν οι συζητήσεις γύρω από το περιεχόμενο, ώστε να αναλυθούν παραπέρα και τα στρατηγικά ζητήματα, αλλά και να συζητηθούν ανοιχτά τα αμφιλεγόμενα ζητήματα. Μόνο έτσι μπορεί να αποφευχθεί η σημερινή πραγματικότητα, όπου τα διαφορετικά ρεύματα δεν είναι συνδεδεμένα και δρουν παράλληλα και απομονωμένα. Θα χρειασθεί να ληφθεί μέριμνα ώστε να προέλθει μια διασύνδεση που θα χαρακτηρίζεται βέβαια από ποικιλομορφία και όχι οπωσδήποτε από ταύτιση.
Θα χρειασθεί επίσης να γίνει κοινά αποδεκτός ένας όρος που θα μπορέσει να αποτελέσει την κοινή στέγη, τον κοινό στόχο και να περιλαμβάνει τον κοινό ορίζοντα κατανόησης των διαφορετικών ρευμάτων, που δεν μπορεί να είναι άλλος από το ξεπέρασμα του καπιταλισμού.
Γενικότερα, ήρθε ο καιρός, που τα όποια-σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο- σημερινά κοινωνικά κινήματα θα χρειασθεί, στηριζόμενα στη αναβίωση του πνεύματος του κοινοτισμού στις σύγχρονες σημερινές συνθήκες και συνδεόμενα μεταξύ τους, να μετατραπούν σε ενιαίο πολιτικό κίνημα μετάβασης για την μετακαπιταλιστική κοινωνία.
Ειδικά για τη χώρα, που βρίσκεται σε συνθήκες οικονομικού πολέμου και έχει μετατραπεί σε αποικία χρέους, το πολύμορφο αυτό κίνημα θα χρειασθεί να διαμορφώσει ένα ελκυστικό πρόγραμμα διεκδίκησης της «εδώ και τώρα» αλλαγής πορείας, δημιουργώντας ταυτόχρονα τα στοιχεία και τις κοινωνικές δομές του νέου κόσμου που οραματίζεται, αφήνοντας πίσω τον καπιταλιστικό κόσμο που μας οδηγεί στην κοινωνική και οικολογική κατάρρευση.
Η μελλοντική επιδίωξη της κοινωνικής χειραφέτησης και της ένταξης των ανθρώπινων κοινοτήτων –πέρα από σύνορα-με ισορροπία στα πλαίσια ενός πεπερασμένου πλανητικού οικοσυστήματος, θα μπορέσει να υλοποιηθεί μόνο από μια σύγκλιση, στη δράση και στη σκέψη, των παραπάνω κοινωνικοπολιτικών ρευμάτων, και στο επίπεδο της καθημερινής ζωής, και στο επίπεδο της κοινωνικής και πολιτικής θέσμισης. Και καταρχήν στην διαπαιδαγώγηση –μέσα από την συμμετοχή-του απαραίτητου ανθρωπολογικού τύπου -σε κρίσιμο αριθμό- που θα βάλει όλη την κοινωνία σε περίοδο κοινωνικοοικολογικού μετασχηματισμού. Ξεκινώντας βασικά από κάθε τοπική κοινωνία.

Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2011

Η πολιτική της ανυπακοής

Kανείς στη Μασαχουσέτη των αρχών του 19ου αιώνα δεν θα πίστευε ότι ο ερημίτης της Κομητείας Κονκόρντ, ονόματι Χένρι Ντέιβιντ Θορό, θα γινόταν κάποτε επαναστάτης. Οπως και κανείς, πριν από τον Μαχάτμα Γκάντι, δεν έδωσε σημασία σε ένα μακροσκελές άρθρο με τον τίτλο «Αντίσταση στην πολιτική του κράτους» («Resistance to Civil Government») που δημοσιεύτηκε το 1849 στην εντελώς άγνωστη επιθεώρηση «Εsthetic Papers».
Ο Χένρι Ντέιβιντ Θορό ήταν ένας άνθρωπος που ήθελε απλώς να τον αφήνουν ήσυχο. Ζούσε σε καλύβα δίπλα σε μια λίμνη στο δάσος που περιέβαλε το χωριό του. Αποτελούσε κάτι αξιοπερίεργο στην μικρή κοινότητα του Κόνκορντ διότι «γύρνούσε στα δάση, χωρίς καν να έχει όπλο». Σύμφωνα με τον μέντορά του, τον συγγραφέα και φιλόσοφο Ράλφ Γουόλντο Εμερσον, ο Θορό «δεν άσκησε ποτέ κανένα επάγγελμα. Ζούσε μόνος του και δεν παντρεύτηκε ποτέ. Δεν ψήφισε ποτέ, δεν πήγε στην εκκλησία ποτέ, δεν πλήρωσε φόρους ποτέ. Δεν έφαγε ποτέ κρέας. Δεν ήπιε ποτέ κρασί και αρνιόταν την χρήση καπνού. Παρ' όλο που ζούσε στη Φύση δεν χρησιμοποιούσε όπλο ή παγίδες ζώων. Δεν είχε το ταλέντο να γίνει πλούσιος, αλλά ήξερε πώς να είναι φτωχός χωρίς να επιτρέπει ούτε ένα σημάδι κακομοιριάς ή έλλειψης καλαισθησίας. Επέλεξε να γίνει ο εργένης της σκέψης και της Φύσης».
Παρ' όλα αυτά ο Θορό δεν ήταν ξεκομμένος από τα πολιτικά και φιλοσοφικά ρεύματα της εποχής του. Ηταν ένθερμος υποστηρικτής του ελάχιστου κράτους και σφοδρός πολέμιος της δουλείας. Μετείχε στους κύκλους των στοχαστών του «υπερβατισμού» (transcendentalism), ένα ρεύμα ιδεών που αναπτύχθηκε στην Νέα Αγγλία τον 19ο αιώνα, πατριάρχης του οποίου ήταν ο Ράλφ Γουόλντο Εμερσον.
Ο Θορό έγραφε πολύ, κυρίως πράγματα που είχαν σχέση με τη Φύση, αλλά τα έργα του (ακόμη και το κορυφαίο «Waldo») θα ήταν μια υποσημείωση της ιστορίας αν ένα πρωί δεν χτύπαγε την πόρτα της καλύβας του ο έφορος της Μασαχουσέτης.
Ηταν η εποχή που οι ΗΠΑ είχαν ξεκινήσει έναν κατακτητικό πόλεμο κατά του Μεξικού (που κατέληξε στην προσάρτηση του Τέξας και άλλων εδαφών μέχρι την Καλιφόρνια), πόλεμο στον οποίο εναντιώνονταν όλα τα φιλελεύθερα πνεύματα των ΗΠΑ και, φυσικά, ο Θορό. Ηταν, επίσης, η εποχή που ανθούσε η δουλεία. Ο Θορό, όπως και πολλοί άλλοι (κυρίως «Κουάκεροι»), αρνούνταν να πληρώνουν φόρους με τη λογική ότι δεν ήθελαν να συμβάλλουν σε έναν άδικο πόλεμο που θα ενίσχυε τον θεσμό της δουλείας. Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Θορό αρνήθηκε να πληρώσει άδικο φόρο. Οπως διηγήθηκε ο ίδιος, στα 1835 «το Κράτος με συνάντησε εκ μέρους της Εκκλησίας και με διέταξε να πληρώσω ένα συγκεκριμένο ποσό για έναν κληρικό, τη λειτουργία του οποίου ο πατέρας μου παρακολουθούσε, αλλά όχι εγώ. "Πλήρωσε", μου είπαν, "ή θα πας φυλακή". Αρνήθηκα, αλλά δυστυχώς κάποιος άλλος πλήρωσε εκ μέρους μου. Δεν έβλεπα τον λόγο γιατί ο δάσκαλος έπρεπε να πληρώσει τον παπά και όχι ο παπάς τον δάσκαλο, αφού δεν ήμουν δάσκαλος της Πολιτείας, αλλά στηριζόμουν σε μη υποχρεωτικές συνδρομές (των μαθητών). Πάντως, έπειτα από απαίτηση των αρχών, συμφώνησα να κάνω μια γραπτή δήλωση που έλεγε περίπου τα εξής: "Εγώ, ο Χένρι Ντέιβιντ Θορό δηλώνω σε όλους ότι δεν επιθυμώ να είμαι μέλος οποιασδήποτε κοινότητας στην οποία δεν έχω κάνει αίτηση να ενταχθώ"».
Κατόπιν αυτού, ουδείς του ξαναζήτησε εκκλησιαστικό φόρο, αλλά ούτε φόρο εισοδήματος (επειδή δεν είχε εισόδημα) ούτε φόρο ακίνητης περιουσίας (επειδή δεν είχε ακίνητη περιουσία). Ομως, τον Ιούλιο του 1846 εκλήθη να πληρώσει αναδρομικά «εκλογικό φόρο» έξι ετών που στην ουσία είναι «κεφαλικός φόρος». Φυσικά αρνήθηκε (δεν ψήφιζε καν) και καταδικάστηκε σε φυλάκιση. Αρνήθηκε να εξαγοράσει την ποινή του και οργίστηκε όταν (πιθανότατα) η αδελφή του πλήρωσε για να βγει από τη φυλακή. Η μία νύχτα όμως που πέρασε στο κελί ήταν για τον ίδιο μια τρομαχτική εμπειρία. Τότε κατάλαβε, όπως έγραψε στο ημερολόγιό του, την τρομαχτική δύναμη του κράτους να παραβιάζει τη συνείδηση και τα πιστεύω των πολιτών.
Αυτή η εμπειρία έγινε διάλεξη και η διάλεξη άρθρο για να καταλήξει σε μια κλασική πολιτική πραγματεία με το όνομα «Πολιτική ανυπακοή», η οποία εξετάζει πώς και υπό ποιες προϋποθέσεις οι άνθρωποι υπακούουν στους νόμους, ακόμη κι αν πιστεύουν ότι οι νόμοι είναι άδικοι. Το έργο πέρασε απαρατήρητο τα επόμενα 50 χρόνια ώσπου ένας Ινδός δικηγόρος στη Νότιο Αφρική το έκανε ευαγγέλιο του κινήματος της «μη-συνεργασίας με τις αρχές». Ο Μαχάτμα Γκάντι ήταν ο πρώτος που έκανε πράξη τις ιδέες του Θορό, ακολούθησε ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και πολλοί άλλοι.
Από τον Σοφοκλή στον Τζον Ρολς
Η πολιτική ανυπακοή απαντάται για πρώτη φορά στον Σοφοκλή. Μόνο που το αίτημα της Αντιγόνης δεν είναι πολιτικό, είναι ηθικό. Η ηρωίδα της τραγωδίας παραβαίνει τον άδικο για τους Θεούς νόμο και θάβει τον αδελφό της.
O Θορό - αν και περιέργως πως δεν αναφέρει πουθενά την Αντιγόνη στην πραγματεία του - ξεκινάει μεν από την ηθική των ατόμων που είναι πιο ιερή από τους νόμους του κράτους, αλλά κάνει το αίτημα πολιτικό. Για την ακρίβεια, η μεγαλύτερη συμβολή του Θορό δεν είναι ότι ενέπνευσε ειρηνικές επαναστάσεις, οι οποίες άλλαξαν τον κόσμο. Η μεγαλύτερη συμβολή του είναι ότι επαναστατικοποίησε την ιδέα της επανάστασης. Μέχρι το «Civil Disobedience» η ιδέα της επανάστασης ήταν συνυφασμένη με τη βία και το αίμα. Ο Θορό αντέτεινε ότι ένας πολίτης, στηρίζοντας έναν άδικο νόμο μέσω της υπακοής ή της χρηματοδότησης, κατ' ουσίαν τροφοδοτεί την αδικία. Οι άνθρωποι με συνείδηση μπορούν να πολεμήσουν την αδικία χωρίς να καταφύγουν στη βία. Μπορούν να επιβραδύνουν και τελικά να σταματήσουν την μηχανή της αδικίας χρησιμοποιώντας την τριβή της «μη-συνεργασίας».
Ο μεγάλος φιλόσοφος του Δικαίου Τζον Ρολς πήγε την πολιτική ανυπακοή ένα βήμα παραπέρα. Εθεσε τους κανόνες της. Οταν κάποιοι πολίτες νιώθουν ότι ο νόμος προσβάλλει τα δικαιώματά τους, οφείλουν να τον παραβούν τηρώντας όμως τρεις προϋποθέσεις:
1. Η παραβίαση του νόμου να μην εμπεριέχει βία.
2. Να γίνεται δημόσια (δηλαδή και χωρίς κουκούλες).
3. Οι παραβάτες να πληρώνουν το τίμημα της παράβασης.
Το τελευταίο είναι κρίσιμο. Πρώτον, πιστοποιεί ότι οι παραβάτες δεν εξυπηρετούν ίδιον όφελος παραβαίνοντας το νόμο και δεύτερον μεγιστοποιείται το αποτέλεσμα της πολιτικής ανυπακοής. Είτε επικοινωνιακά είτε διά της νομολογίας που εκδίδει κάποιο δικαστήριο.
Πάσχος Μανδραβέλης - Καθημερινή στις 21/12/2008

Εκτενές σχόλιο:

Ο Γκάντι ήταν πραγματικά ο πρώτος που οργάνωσε σε πλατύ κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο πολιτικές ανυπακοής. Σύμφωνα με τον Αντόνιο Στάνγκο ,ο Γκάντι θα γίνει παθιασμένος αναγνώστης του Θορό. "Η ζωή του Γκάντι αποτέλεσε μια μοναδική μεταφορά της μοναδικής μεταφυσικής του φίλου του και φίλου του Θορό, Ραλφ Βάλντο Εμερσον, ο οποίος θα του προσφέρει αμέριστη υποστήριξη στο πεδίο του αγώνα για την χειραφέτηση των σκλάβων... Η διανοητική και η αγωνιστική «ωρίμανση» του Γκάντι υλοποιείται στο μεταίχμιο μεταξύ δυτικής σκέψης, ινδικής παράδοσης και καθημερινής πρακτικής."
Στηρίχθηκε στην έρευνα του εσωτερικού κόσμου του καθένα μας(κατάκτηση ενός υψηλού βαθμού αυτογνωσίας, εσωτερικοποίησης και προετοιμασίας), στην έρευνα των τεχνικών της κοινωνικής συγκρότησης και της πολιτικής αντιπαράθεσης, αλλά και στην έρευνα των σχέσεων μεταξύ ανθρώπινης ύπαρξης και των κόσμων των λοιπών έμβιων. Η συσχέτιση ειδικά με το περιβάλλον αποδεικνύεται τεράστιων διαστάσεων, καθόσον αποτελεί συσχέτιση με το όλον και υποβάλλει ταυτόχρονα καίρια ερωτήματα αναφορικά με τα όρια της ανάπτυξης.
Επηρεασμένος επίσης από τον Τζον Ράσκιν, θα ακολουθήσει την οδό της εκούσιας οικονομικής υποστήριξης συνεταιρισμών, λαϊκών κατοικιών, μουσείων και κατασκευής δρόμων, βάσει μιας προσέγγισης αναφορικά με την κοινωνική αλληλεγγύη και της πλούσιας κληρονομιάς της στην Ινδία. Θα θεμελιώσει π.χ. μια πρώτη κοινότητα «ασράμ» - κοινότητα ίσων πλησίον του Ντάρχαμ- βασισμένη στην χειρωνακτική εργασία, και εμπνευσμένη από την παράδοση των Ινδών «σοφών» του ενστερνισμού της εκούσιας φτώχειας μαζί με την εργασία και την αυτογνωσία-αυτοανάπτυξη.
Το Γκαντιανό θετικό παράδειγμα βασισμένο σε μια αρμονική ισορροπία μεταξύ στυλ ζωής και βιοφυσικών ρυθμών των φυσικών πόρων είναι εγγύηση για την αρμονική σχέση του ανθρώπου και περιβάλλοντός του. Από την άλλη δεν θα κατόρθωνε ποτέ να επεξεργαστεί την θεωρία και τις πρακτικές της μη βίας και της πολτικής ανυπακοής , δίχως την κατάκτηση μιας βαθιάς αυτοπειθαρχίας στο πεδίο των αγώνων στην Νότια Αφρική και στην Ινδία.
Στο πλαίσιο της οργάνωσης της εκστρατείας αντίρρησης συνείδησης το 1909 γράφει το «Χιντ Σβαράι» – «Ινδική Αυτοκυβέρνηση» - μέσω του οποίου τεκμηριώνει και υποστηρίζει την καταστροφικότητα του δυτικού εκβιομηχανισμού και του δυτικού μερκαντιλισμού για την Ινδία και προτείνει την υιοθέτηση ενός είδους παραδοσιακής οικονομίας θεμελιωμένης πρώτιστα στον αποκεντρωτισμό, στην διάχυση της παραγωγής, μέσω της οικογενειακής καλλιέργειας μικρών αγροτεμαχίων, στην αυτό-παραγωγή της ενδυμασίας και στην προστασία και διατήρηση του τροπικού δάσους. Η επιμονή του στην υιοθέτηση της μικρής κοινότητας μοιάζει να θέλει να αποφύγει η Ινδία τη θλιβερή αστικοποίηση σε αποπνικτικές μεγαλουπόλεις - όπως προέβλεπε από τότε αναφορικά με την Καλκούτα, την Βομβάη ή το Δελχί.
Η σημερινή ελληνική πραγματικότητα-με την επιβληθείσα δικτατορία της τρόικα και της ντόπιας ελίτ-μοιάζει πολύ με την κατάσταση της Ινδίας την εποχή του Γκάντι. Θα πρέπει να οργανωθεί και εδώ η πολιτική ανυπακοή, όχι μόνο με την ατομική μη πληρωμή φόρων του Θορώ, αλλά και με τη μορφή της "αυτοκυβέρνησης" του Γκάντι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου