
Οι διαπραγματεύσεις για το «κούρεμα» του ελληνικού δημόσιου χρέους κυριαρχούν στην επικαιρότητα των ημερών.
Πολλοί είναι εκείνοι που θεωρούν ότι οι οι αποφάσεις για το πλαίσιο της αναδιάρθρωσης μοιάζουν να κινούνται σε θετική κατεύθυνση: «κούρεμα» του χρέους σε φαινομενικά υψηλό ποσοστό, νέα δάνεια προς την Ελλάδα, επιβεβαίωση της παραμονής στην ευρωζώνη.
Μια διεξοδικότερη όμως εικόνα δείχνει ότι το πλαίσιο της Δανειακής Σύμβασης είναι:
• Ανεπαρκές, καθώς το συνολικό χρέος της Ελλάδας ακόμα και με τους αμφίβολους στόχους που θέτει για το 2020,διατηρείται σε επίπεδα πολύ πάνω από εκείνα που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν βιώσιμα. Μεγάλο μέρος των πόρων που θα εξοικονομηθούν με το ονομαστικό «κούρεμα», θα διατεθούν για επιπλέον αναγκαστικό δανεισμό προκειμένου να μην καταρρεύσουν οι τράπεζες
• Άδικο, καθώς θα πληγεί και η περιουσία των ασφαλιστικών ταμείων, συμπιέζοντας ακόμη περισσότερο ό,τι απομένει από το κοινωνικό κράτος. Την ίδια στιγμή η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα αντλήσει από τη χώρα μας άκοπα κέρδη δεκάδων δις ευρώ από την εξαίρεση ομολόγων που είχε αγοράσει σε κλάσμα της ονομαστικής τους αξίας, ενώ μεγάλα κέρδη θα έχουν και οι κυβερνήσεις που μας χορήγησαν δάνεια με υψηλά επιτόκια στις πρώτες φάσεις του Μηχανισμού Στήριξης.
• Επικίνδυνο, καθώς η πιθανή μετατροπή των νέων ομολόγων με βάση το αγγλικό δίκαιο ενισχύει περαιτέρω τη θέση των δανειστών μας, ορθώνοντας μεγάλα νομικά εμπόδια σε κάθε μελλοντικό διορθωτικό επιπλέον κούρεμα. Επιπλέον, η αποδοχή ανέφικτων δημοσιονομικών στόχων, ανοίγει δρόμους ακόμη και για εκδίωξή μας από την ευρωζώνη τα αμέσως επόμενα χρόνια.
Αποτελεί λοιπόν επιβεβαίωση της χρεοκοπίας του πολιτικού «μας» συστήματος, ότι ο δημόσιος διάλογος εστιάζει κυρίως στα πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα που θα μας επιβληθούν και όχι στην ίδια την ουσία και το πλαίσιο της Δανειακής Σύμβασης και των αποφάσεων της 26ης Οκτωβρίου.
Οι διαπραγματεύσεις για την οριστικοποίηση του ελληνικού PSI διεξάγονται κυρίως ανάμεσα στις διαφορετικές κατηγορίες δανειστών, και μόνο δευτερευόντως ανάμεσα στους δανειστές και την ελληνική κυβέρνηση. Αναμενόμενο είναι λοιπόν να κυριαρχεί το τι είναι διατεθειμένοι οι δανειστές να δεχθούν, και να απουσιάζει το πιο κρίσιμο στοιχείο: τι ύψος δημόσιου χρέους μπορεί να αποπληρώνει η Ελλάδα χωρίς να υπονομεύει το μέλλον της;
Η χώρα εκβιάζεται από τους δανειστές και την κυβέρνηση-υπό την απειλή οικονομικού στραγγαλισμού και εκδίωξης από την ευρωζώνη- να αποδεχθεί τους όρους που της υπαγορεύονται. Το τραγικό όμως είναι ότι και σε τροχιά εκδίωξης από την ευρωζώνη βάζουν τη χώρα και οι ίδιοι οι όροι των δανειστών, καθώς απαιτούν τη διαρκή εκπλήρωση στόχων πρακτικά ανέφικτων. Σε ένα τέτοιο κλίμα, είναι φυσικό να πληθαίνουν και οι φωνές που προτείνουν ως μόνη διέξοδο την επιστροφή στη δραχμή και την πλήρη άρνηση του χρέους.
Το κύριο λοιπόν δεν είναι με τι τρόπο θα διαχειριστούμε τις απαιτήσεις των δανειστών, αλλά να βρούμε τους τρόπους και το σχέδιο να περάσουμε σε εναλλακτικό προς τον ευρωπαϊκό μοντέλο ανάπτυξης. Με κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία, που θα τη συμφιλιώσει και με το περιβάλλον και θα δημιουργήσει σε μεγάλη έκταση θέσεις εργασίας και θα ενισχύσει τη στήριξη των χαμηλών οικονομικά κοινωνικών ομάδων από την αναβάθμιση των συλλογικών και φυσικών αγαθών.
Αυτό θα μπορούσε να γίνει με ένα πρόγραμμα σαν το παρακάτω:
•αναστολή πληρωμών προς τους δανειστές, με μηδενισμό άμεσα του σημερινού πρωτογενούς ελλείμματος, έστω και προσωρινά, με τρόπους όπως: εσωτερικός δανεισμός βάσει νέου ανταποδοτικού φορο-ομολόγου του ελληνικού δημοσίου το οποίο μόνο έλληνες φορολογούμενοι θα μπορούν αγοράζουν, δραστική μείωση όλων των δημόσιων δαπανών και άμεση στάση πληρωμών ,που δεν μεταφράζονται σε ενεργό ζήτηση εντός της ελληνικής αγοράς, από-τα-πάνω-συμπίεση μισθολογικού και συνταξιοδοτικού κόστους (χωρίς να αγγιχθούν τα κατώτερα εισοδήματα)με τρόπο που προτείνονται από τον Γ. Βαρουφάκη εδώ
• Λογιστικός Έλεγχος του χρέους, ως απαραίτητο στοιχείο διαφάνειας, θα φωτίσει και τα «απεχθή» τμήματά του όπως οι αναγκαστικές παραγγελίες στις γερμανικές και γαλλικές βιομηχανίες όπλων που επιβλήθηκαν ως όροι για το Μηχανισμό Στήριξης.
• Ριζική αντιμετώπιση δεν απαιτεί μόνο το χρέος, αλλά και το εμπορικό έλλειμμα, με πολιτικές όπως η απεξάρτηση από το πετρέλαιο και τις εξοπλιστικές προμήθειες, ή η μεταρρύθμιση της φορολογίας ώστε να ευνοούνται κλάδοι και υπηρεσίες με μεγάλη ελληνική προστιθέμενη αξία.
• Οι απαιτήσεις από το γερμανικό κατοχικό δάνειο θα μπορούσαν να συνδεθούν με ένα βιώσιμο αναπροσανατολισμό της ελληνικής οικονομίας, πρός την κατεύθυνση που περιγράφουμε στο κείμενο: "τα πρώτα βήματα μετά την κατάρρευση της οικονομίας και των πολιτικών των μνημονίων" στην ανάρτησή μας εδώ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου