Από Κοινού: Συνέλευση για την Αποανάπτυξη και την Άμεση Δημοκρατία

Μαζί στον δρόμο προς έναν μετα-καπιταλιστικό κόσμο: με το πρόταγμα της Αποανάπτυξης-Τοπικοποίησης, του Κοινοτισμού και της Άμεσης Δημοκρατίας.
Καθόλα αυτά τα χρόνια της λεγόμενης οικονομικής κρίσης έχει λάβει χώρα στην νεοελληνική κοινωνία μία διαδικασία, με κεντρικό άξονα την επανανοηματοδότηση του αξιακού μας συστήματος και των πολιτικών μας προταγμάτων.
Μεμονωμένα άτομα αλλά και ομάδες, συλλογικότητες και κινήματα έχουν αναπτυχθεί παντού στην Ελλάδα, έχουν αφήσει πίσω τους το «αναπτυξιακό» μοντέλο που προωθεί τον καταναλωτικό τρόπο ζωής και έχουν υιοθετήσει άλλες φιλοσοφίες και άλλους τρόπους προσωπικής και συλλογικής διαβίωσης.
Η πολύχρονη πορεία ζωής όλων αυτών των ανθρώπων και ομάδων έχει αποδείξει ότι υπάρχουν υγιή και δυναμικά κοινωνικά κύτταρα, οι δράσεις των οποίων επιθυμούν να συναντηθούν και να συντονιστούν, έτσι ώστε να εκφραστεί η κοινή πολιτική τους φιλοσοφία, σε μια προοπτική μετασχηματισμού που ανοίγει το δρόμο για μια κοινωνία που θα στηριχθεί:

  • στο αποαναπτυξιακό μοντέλο της οικονομίας των αναγκών, της επάρκειας και του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στη βάση της αφθονίας των υλικών και άυλων Κοινών,
  • στην κοινοτική οργάνωση με βάση την προσωπική και συλλογικήαυτονομία,
  • σε αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς και στη θέσμιση της άμεσης δημοκρατίας με τη μορφή του ομοσπονδιακού Κοινοτισμού.

Πρόκειται για τη διάδοση της παραπάνω θέσης μας, που διευρύνεται και διασυνδέεται εδώ και τώρα. Και εν μέρει, λόγω της επιρρεπούς στην κρίση φύσης του σημερινού κοινωνικού συστήματος, είναι δυνατόν να γίνει πράξη και λογική της πλειοψηφίας.
Στα σημερινά εγχειρήματα του πολύμορφου αυτού κινήματος και στις δραστηριότητές του, εμπεριέχονται οι δυνατότητες μιας κοινωνίας σε μετακαπιταλιστική μετάβαση. Στοιχεία της έχουν ήδη δημιουργηθεί, εάν και ακόμα ξετυλίγονται και δεν είναι πλήρη. Τέτοια στοιχεία είναι αυτά της άμεσης δημοκρατίας στα πλαίσια της λειτουργίας των εγχειρημάτων, της οικολογίας με τη μορφή του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στις οικονομικές δραστηριότητές τους, της οικονομίας των αναγκών στις πρακτικές της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας που υλοποιούν. Της ισότητας των αμοιβών και των αυτοκαθοριζόμενων συνθηκών εργασίας από τα μέλη τους, της ισότητας των φύλων και των μειονοτήτων στη συμμετοχή και στη λήψη των αποφάσεων κ.λπ.
Ταυτόχρονα αυτά τα εγχειρήματα είναι πάντα εκτεθειμένα στον κίνδυνο να εκληφθούν ως ιδιοτελείς προσπάθειες για βελτίωση των συνθηκών ζωής μόνο των μελών τους και όχι και των κοινοτήτων γύρω τους. Αμυντικές μάχες, συγκρούσεις και διαπραγματεύσεις για οικειοποίηση κοινών πόρων απαιτούνται για όσο διάστημα το ιεραρχικό εθνικό κράτος και η καπιταλιστική αγορά με τίς αντίστοιχες λογικές τους κυριαρχούν. Αυτές οι μάχες θα γίνονται πιο επιτυχείς, αν δίνονται στο πλαίσιο ενός ισχυρού, κοινού και πάνω από όλα χειραφετικού κοινωνικού κινήματος.
Το συγκεκριμένο μετα-καπιταλιστικό όραμα είναι ένας κόσμος που δεν είναι ιεραρχικός, αλλά συνδεδεμένος με δίκτυα λειτουργικά όλων των επιπέδων και δεσμών, είναι αυτο-οργανωμένος και οι βασικές προσωπικές ανάγκες όλων των πολιτών μπορούν να ικανοποιηθούν μέσω της αφθονίας των συλλογικών αγαθών (Commons). Αυτός ο κόσμος θα χαρακτηρίζεται εξάλλου από αυτοκαθοριζόμενες και γεμάτες ευθύνη σχέσεις δραστηριοτήτων και εργασίας, οι οποίες θα φέρνουν χαρά και νόημα, χωρίς υπερβολική εκμετάλλευση πόρων ή καταστροφή οικοσυστημάτων.
Το κίνημα των κοινοτήτων εμπιστεύεται το ανθρώπινο δυναμικό και μεταφράζει την έννοια της βιωσιμότητας στη γλώσσα των ανθρώπινων αναγκών: Υπάρχει μια βασική ανάγκη, η διατήρηση του πλανήτη, η οποία μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο εάν οργανώσουμε την ικανοποίηση, τόσο των ατομικών όσο και των συλλογικών αναγκών, σε αρμονία με τα όρια που βάζουν οι δυνατότητες των οικοσυστημάτων της γης. Η κοινή χρήση είναι ένας συγκεκριμένος τρόπος αντιμετώπισης της ανθρώπινης και μη ανθρώπινης φύσης, ο οποίος δεν βασίζεται στους καταναγκασμούς του αφηγήματος της «ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων», αλλά αναγνωρίζει ότι εμείς οι άνθρωποι είμαστε ένα (ανα)παραγόμενο στοιχείο του πλανήτη γη. Τα Κοινά (Commons) βέβαια ενδέχεται να μην επιλύσουν μακροπρόθεσμα όλα τα προβλήματα του κόσμου. Αλλά ζούμε το τέλος του καπιταλιστικού κόσμου, στο οποίο δυστοπικό τέλος, οι αντιθέσεις μάλλον τείνουν να επιδεινώνονται και οι συγκρούσεις γίνονται όλο και πιο βάναυσες. Για αυτό είναι ιδιαίτερης σημασίας η δημιουργία θετικών προοπτικών, η διατύπωση και - περισσότερο από οτιδήποτε - η πρακτική ενός αλληλέγγυου οράματος.
Για το μέλλον, φαίνεται επιθυμητό και απαραίτητο να βρεθεί κοινά αποφασισμένη και συντονισμένη κατεύθυνση για την προοπτική του κινήματος. Ο όρος σύγκλισηταιριάζει σε τέτοιες διαδικασίες σχηματισμού συμμαχιών και περιλαμβάνει επίσης πολλά άλλα ρεύματα που κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Ταυτόχρονα, πρέπει επίσης να εντατικοποιηθούν οι συζητήσεις γύρω από το περιεχόμενο, ώστε να αναλυθούν παραπέρα και τα στρατηγικά ζητήματα, αλλά και να συζητηθούν ανοιχτά τα αμφιλεγόμενα ζητήματα. Μόνο έτσι μπορεί να αποφευχθεί η σημερινή πραγματικότητα, όπου τα διαφορετικά ρεύματα δεν είναι συνδεδεμένα και δρουν παράλληλα και απομονωμένα. Θα χρειασθεί να ληφθεί μέριμνα ώστε να προέλθει μια διασύνδεση που θα χαρακτηρίζεται βέβαια από ποικιλομορφία και όχι οπωσδήποτε από ταύτιση.
Θα χρειασθεί επίσης να γίνει κοινά αποδεκτός ένας όρος που θα μπορέσει να αποτελέσει την κοινή στέγη, τον κοινό στόχο και να περιλαμβάνει τον κοινό ορίζοντα κατανόησης των διαφορετικών ρευμάτων, που δεν μπορεί να είναι άλλος από το ξεπέρασμα του καπιταλισμού.
Γενικότερα, ήρθε ο καιρός, που τα όποια-σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο- σημερινά κοινωνικά κινήματα θα χρειασθεί, στηριζόμενα στη αναβίωση του πνεύματος του κοινοτισμού στις σύγχρονες σημερινές συνθήκες και συνδεόμενα μεταξύ τους, να μετατραπούν σε ενιαίο πολιτικό κίνημα μετάβασης για την μετακαπιταλιστική κοινωνία.
Ειδικά για τη χώρα, που βρίσκεται σε συνθήκες οικονομικού πολέμου και έχει μετατραπεί σε αποικία χρέους, το πολύμορφο αυτό κίνημα θα χρειασθεί να διαμορφώσει ένα ελκυστικό πρόγραμμα διεκδίκησης της «εδώ και τώρα» αλλαγής πορείας, δημιουργώντας ταυτόχρονα τα στοιχεία και τις κοινωνικές δομές του νέου κόσμου που οραματίζεται, αφήνοντας πίσω τον καπιταλιστικό κόσμο που μας οδηγεί στην κοινωνική και οικολογική κατάρρευση.
Η μελλοντική επιδίωξη της κοινωνικής χειραφέτησης και της ένταξης των ανθρώπινων κοινοτήτων –πέρα από σύνορα-με ισορροπία στα πλαίσια ενός πεπερασμένου πλανητικού οικοσυστήματος, θα μπορέσει να υλοποιηθεί μόνο από μια σύγκλιση, στη δράση και στη σκέψη, των παραπάνω κοινωνικοπολιτικών ρευμάτων, και στο επίπεδο της καθημερινής ζωής, και στο επίπεδο της κοινωνικής και πολιτικής θέσμισης. Και καταρχήν στην διαπαιδαγώγηση –μέσα από την συμμετοχή-του απαραίτητου ανθρωπολογικού τύπου -σε κρίσιμο αριθμό- που θα βάλει όλη την κοινωνία σε περίοδο κοινωνικοοικολογικού μετασχηματισμού. Ξεκινώντας βασικά από κάθε τοπική κοινωνία.

Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

Νέο σάιτ, με άρθρα από Έλληνες του εξωτερικού

Η διεύθυνση:


Αναρτώ από το σάιτ αυτό ένα άρθρο του Γιώργου Καλλή, με αφορμή την εξόρυξη χρυσού στις Σκουριές, ελπίζοντας ότι αυτή δε θα γίνει ποτέ:


 
Bild του Γιώργου Καλλή

Σκουριές Μάιος 2013, Το δάσος χάνει έδαφος




Πετρέλαιο στο Αιγαίο, χρυσός στη Χαλκιδική. Που κρυβόταν τόσα χρόνια όλος αυτός ο ορυκτός πλούτος και δεν το ξέραμε; Και είναι αλήθεια τυχαίο, ότι τον “βρήκαμε εν μέσω κρίσης;

Στο λαϊκό φαντασιακό το πετρέλαιο και ο χρυσός είναι σαν τους κρυμμένους θησαυρούς, θαμμένοι κάτω από τη γη, περιμένοντας τον τυχερό που θα σκοντάψει πάνω τους και θα γίνει από τη μια μέρα στην άλλη πλούσιος. Η πραγματικότητα φυσικά είναι διαφορετική και πολύ πιο πεζή. Αν ένα ορυκτό είναι εν τέλει θησαυρός ή όχι, εξαρτάται από το αν τα χρήματα που θα βγάλει κάποιος πουλώντας το θα υπερκαλύψουν ή όχι το κόστος της εξόρυξης.

Τα έσοδα εξαρτώνται από τις ισχύουσες τιμές του ορυκτού στην αγορά, αλλά και το πως θα μοιρασθούν, δηλαδή πόσα θα πάνε στην τσέπη αυτού που έχει την ιδιοκτησία της γης, αυτού που το βρήκε, αυτού που το έβγαλε, ή στις τσέπες των διάφορων μεσαζόντων, που εμπλέκονται στη μακριά αλυσίδα από την εύρεση και την εξόρυξη έως την πώληση. Το κόστος με τη σειρά του περιλαμβάνει τους μισθούς αυτών που θα εργαστούν στην εξόρυξη, καθώς και τα έξοδα για την αγορά, λειτουργία και συντήρηση των  μηχανημάτων που θα χρησιμοποιηθούν. Όσο πιο βαθιά ή πιο βρώμικο είναι ένα ορυκτό, τόσο πιο ακριβή είναι και η εξόρυξή του.

Αυτά όσον αφορά το κομμάτι των χρημάτων. Πέρα από αυτό υπάρχουν και αφανή έξοδα, τα οποία δεν μετριούνται σε ευρώ, όπως είναι οι κίνδυνοι για την υγεία των εργαζομένων ή εκείνων που ζουν κοντά. Αν διαρρεύσει κυάνιο από ένα ορυχείο χρυσού, όπως έγινε στον Δούναβη πριν κάποια χρόνια, η καταστροφή ποταμιών και υγροτόπων και η μόλυνση του νερού, που πάει για άρδευση ή ύδρευση, δεν αποτιμάται με χρηματικά μεγέθη. Το ίδιο και με το πετρέλαιο, όπως μας θυμίζει η τεράστια οικολογική και κοινωνική καταστροφή στον Κόλπο του Μεξικού ή ακόμα χειρότερα, το ανυπολόγιστο κόστος από τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα και την αλλαγή του κλίματος.

Τι έχει αλλάξει σε αυτήν τη θεμελιακή σχέση κόστους -  οφέλους, η οποία να εξηγεί το ξαφνικό ενδιαφέρον για τις εξορύξεις στην Ελλάδα; Μια πρώτη παρατήρηση είναι ότι οι τιμές του πετρελαίου και του χρυσού βρίσκονται στα υψηλότερα επίπεδα της ιστορίας τους. Οι υψηλές αυτές τιμές εξηγούν τη στροφή σε αποθέματα, τα οποία κάποτε θεωρούνταν εκτός πρόσβασης, όπως  η “πίσσα” στην Αλμπέρτα του Καναδά, το πετρέλαιο στην καρδιά του δάσους του Αμαζονίου ή βαθιά στους ωκεανούς ή το Αιγαίο. Το δυστύχημα είναι, ότι, όχι τυχαία, τα τελευταία αποθέματα πετρελαίου ή χρυσού βρίσκονται και στις τελευταίες παρθένες και πιο απομακρυσμένες περιοχές του πλανήτη, εξαιρετικής οικολογικής και πολιτισμικής σημασίας. Γιατί τέτοια αύξηση στις τιμές όμως;

Το θλιβερό είναι με πόση ευκολία η ελληνική πολιτική ελίτ και ένα μέρος της κοινής γνώμης  ενστερνίστηκαν την ορυκτολαγνεία, έτοιμοι να ρισκάρουν δάση και θάλασσες για να επιστρέψουν όπως στην άνευ νοήματος ευημερία της δεκαετίας του '90

Δεν υπάρχει συμφωνία μεταξύ των ειδικών επιστημόνων για το αν η διαρκώς αυξανόμενη τιμή του πετρελαίου είναι αποτέλεσμα της εξάντλησής του, της αύξησης της ζήτησης από τις ταχέως αναπτυσσόμενες οικονομίες της Ινδίας και της Κίνας, της ηθελημένης υποεπένδυσης σε νέες πηγές από τους Άραβες, ώστε να ανεβάσουν τις τιμές, εν μέρει ως απάντηση στην πτώση του δολαρίου, ή τέλος της πρόσφατης απελευθέρωσης της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου και της δημιουργίας νέων χρηματιστικών προϊόντων, όπως τα παράγωγα, τα οποία οδήγησαν σε φαινόμενα κερδοσκοπίας. Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι, όπως συνέβη και τη δεκαετία του 1970, η άνοδος των τιμών του πετρελαίου το 2008 ήταν η καρφίτσα που έσκασε τη φούσκα. Όλα ξεκίνησαν από την αγορά κατοικίας στις ΗΠΑ, όπου φτωχοί μετανάστες, οι οποίοι είχαν πάρει δάνεια για σπίτια στα προάστεια, λύγισαν κάτω από το διαρκώς αυξανόμενο κόστος της βενζίνης, και άρχισαν να χρεωκοπούν. Αυτό έφερε στην επιφάνεια την αλόγιστη παροχή στεγαστικών δανείων με λίγες προοπτικές αποπληρωμής, και οδήγησε στην κατάρρευση χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, τα οποία κρατούσαν στα αποθεματικά τους τέτοια «τοξικά δάνεια». Η κρίση της αγοράς κατοικίας έγινε σύντομα κρίση δανεισμού και με την εκτόξευση των επιτοκίων των ομολόγων πέρασε στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού και έφτασε στα μέρη μας. Μέσα στον πανικό και με την κατάρρευση της στεγαστικής αγοράς, οι ανά τον κόσμο επενδυτές και κυρίως τα συσσωρευμένα κεφάλαια της Κίνας και της Μέσης Ανατολής άρχισαν να στρέφονται σε πιο “σίγουρες επενδύσεις”, όπως ο χρυσός και το πετρέλαιο, αυξάνοντας ακόμα παραπάνω τις τιμές τους.

Άλλαξε όμως μήπως κάτι και στην πλευρά του κόστους που να εξηγεί το ξαφνικό ενδιαφέρον για την Ελλάδα; Σαφώς. Από τη σκοπιά των πολυεθνικών επενδυτών, όσο πιο πολύ υποφέρει μια χώρα από οικονομική κρίση, τόσο πιο φτηνό είναι το κόστος εξόρυξης εκεί. “Οι φτωχοί πωλούνται φθηνά», όπως λέει η ρήση. Υπερχρεωμένες χώρες, όπως η Ελλάδα ή η Κύπρος, είναι πρόθυμες να παραχωρήσουν τα δικαιώματά τους με την πρώτη καλή ευκαιρία, να μειώσουν τους φόρους και να βελτιώσουν τους όρους των συμφωνιών για να “προσελκύσουν επενδυτές”. Η κρίση και η ανεργία επίσης συμπιέζουν το κόστος εργασίας, αν και αυτός δεν είναι πλέον σημαντικός παράγοντας, αφού οι εξορύξεις είναι εντατικές σε κεφάλαιο και όχι σε εργασία (κάτι το οποίο παραβλέπουν εντέχνως αυτοί που υπόσχονται “νέες θέσεις εργασίας”). Η πιο σημαντική αλλαγή είναι η υποτίμηση και η υποβάθμιση των κινδύνων και η εξάλειψη του αφανούς κόστους από την εξίσωση. Οι περιβαλλοντικοί και οι υγειονομικοί κανονισμοί θεωρούνται «προσκόμματα» και παρακάμπτονται μέσω «fast track» και –άλλων- εξωθεσμικών διαδικασιών. Όταν η ίδια η αξία της ανθρώπινης ζωής υποτιμάται, η επένδυση αρχίζει να γίνεται συμφέρουσα.

Όπως δήλωσε στο Bloomberg για τις επενδύσεις χρυσού στην Ελλάδα ο Jeremy Wrathall — πρόεδρος της Glory Resources στο Περθ: «η Ελλάδα είναι περιοχή ανεξερεύνητη λόγω της πολιτικής κατάστασης η οποία επικρατούσε εκεί πριν από την κρίση». Αναρωτιέται κάποιος σε ποια “πολιτική κατάσταση» να αναφέρεται. Αν εννοεί τη διαφθορά, γιατί μια διεφθαρμένη κυβέρνηση να έθετε εμπόδια σε επενδύσεις χρυσού, από τις οποίες θα λάδωνε τη μηχανή της; Μάλλον η «πολιτική κατάσταση», που έχει στο νου του, είναι αυτό που κάποτε αποκαλούσαμε “δημοκρατία» ή «κράτος δικαίου», χαρακτηριστικά δηλαδή των ανεπτυγμένων κρατών, που προστατεύουν νομικά αξίες, όπως η υγεία ή το περιβάλλον. Πιθανώς και το υπέδαφος της Νεας Υόρκης να είναι εξίσου ανεξερεύνητο όσο της Ελλάδας και να κρύβει χρυσό ή πετρέλαιο, αλλά δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό του κ. Wrathall να ψάξει εκεί μιας και ξέρει, ότι οι πλούσιοι δεν πουλιούνται φτηνά, και ότι οι εκεί περιβαλλοντικοί όροι κάνουν την όποια επένδυση ασύμφορη. Αυτό που συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα είναι η σταδιακή διολίσθηση από μια ανεπτυγμένη οικονομία σε μια υπανάπτυκτη οικονομία εξάρτησης, η οποία θα παρέχει φτηνά εργατικά χέρια και φτηνούς φυσικούς πόρους στην παγκόσμια οικονομία. Ακολουθούμε εδώ παρόμοια πορεία με αυτήν των χωρών της Λατινικής Αμερικής στη διάρκεια της δικής τους κρίσης τη δεκαετία του 80 με το πρόσθετο μειονέκτημα, ότι εμείς ούτε καν φυσικούς πόρους έχουμε, όπως αυτοί, οπότε το μόνο που μας μένει να πουλήσουμε είναι τα φτηνά χέρια μας και τα διαθέσιμα για να δηλητηριαστούν σώματα και δάση μας.

Ελάχιστα παρήγορο είναι ότι πιθανότατα υπάρχει μόνο λίγο πετρέλαιο στο Αιγαίο και κανείς δεν θα επενδύσει εκεί ή ότι οι τιμές του χρυσού σύντομα θα καταρρεύσουν, αποσύροντας το ενδιαφέρον από την Χαλκιδική, δεδομένης και της συνεχιζόμενης αντίδρασης των κατοίκων εκεί. Το θλιβερό είναι με πόση ευκολία η ελληνική πολιτική ελίτ και ένα μέρος της κοινής γνώμης  ενστερνίστηκαν την ορυκτολαγνεία, έτοιμοι να ρισκάρουν δάση και θάλασσες για να επιστρέψουν όπως όπως στην άνευ νοήματος ευημερία της δεκαετίας του '90. Τελικά τι μάθημα πήραν όλοι αυτοί από την κρίση; Κανένα, δυστυχώς. Όλα για το εύκολο χρήμα πριν, όλα για το εύκολο χρήμα τώρα. Αν αυτό είναι να βγει από μετοχές, χρηματιστήρια και λοιπες φούσκες καλώς, αν είναι να βγει από κρυμένους θησαυρούς, χρυσό, πετρέλαιο και τα λοιπά, πάλι καλώς, και αν είναι να γίνει και το Αιγαίο μια τεράστια πετρελαιοκηλίδα δεν τρέχει τίποτα, αλλάζουμε το χρώμα της σημαίας από το γαλάζιο στο μαύρο, και πάλι μέσα είμαστε. Τα πάντα αρκεί να μη χρειαστεί να δουλέψουμε σοβαρά και από κοινού,  τα πάντα για να μην χρειαστεί να αλλάξουμε μυαλά και να αρκεστούμε με τα λίγα και ωραία που προσφέρει σε αφθονία αυτή η χώρα.

Στη Λατινική Αμερική, οι αυτόχθονοι πληθυσμοί, που βιώνουν από πρώτο χέρι τα «οφέλη» της οικονομίας της εξόρυξης, έχουν προχωρήσει τη δημόσια συζήτηση πέρα από τα όποια οφέλη ή όχι των εξορύξεων, πέρα από την ιδέα της οικονομικής ανάπτυξης, πέρα ακόμα και από τη λεγόμενη εναλλακτική ή βιώσιμη ανάπτυξη. Αυτό που ζητούν πλέον δεν είναι ανάπτυξη, αλλά «buen vivir»*, ένας όρος που έχει αρχαιοελληνικές ρίζες, και υποδηλώνει την ελπίδα και το όραμα για ένα νέο μοντέλο “ευημερίας χωρίς ανάπτυξη», όπως το χαρακτηρίζει ο Άγλλος οικονομολόγος Tim Jackson. Δυστυχώς, φαίνεται ότι θα πρέπει να υποφέρουμε όσο υπέφεραν και οι Λατινοαμερικάνοι τα τελευταία 30 χρόνια, για να αρχίσουμε να βρίσκουμε κι εμείς λίγη από αυτήν την ξεχασμένη σοφία.

*El buen vivir(ισπ.)= το ευ ζην

http://greeklish.info/gr/greece/environment/32

Αντί σχολίου:


Guardian: "Εμπορικό πεδίο μάχης η Ελλάδα"

«Η Ελλάδα γίνεται πεδίο μάχης για τους ξένους επενδυτές» είναι ο τίτλος δημοσιεύματος της βρετανικής εφημερίδας Guardian, που αναφέρεται στο τοπίο που διαμορφώνεται στην Ελλάδα στον τομέα των επενδύσεων.
Το εν λόγω ρεπορτάζ αναφέρει χαρακτηριστικά: «Οι Κινέζοι ενδιαφέρονται για αεροδρόμια, λιμάνια και σιδηροδρόμους. Οι Ρώσοι είναι αποφασισμένοι να διεισδύσουν στην αγορά ενέργειας και οι επενδυτές από το Κατάρ έχουν ξεκαθαρίσει ότι θέλουν να επενδύσουν σε ακίνητα».
Στη συνέχεια η εφημερίδα αναφέρεται στις διμερείς συμφωνίες που υπογράφτηκαν μεταξύ Ελλάδας και Κίνας αλλά και στην επίσκεψη του Αλεξέι Μίλλερ της Gazprom στην Αθήνα για την αγορά της ΔΕΠΑ.
Ιδιαίτερη μνεία γίνεται επίσης στις δηλώσεις του υπουργού Ανάπτυξης, Κωστή Χατζηδάκη, σύμφωνα με τις οποίες «πρέπει να διαδοθεί το μήνυμα ότι πρόκειται για μία διαφορετική Ελλάδα», καθώς και στη δήλωση του Πρωθυπουργού, Αντώνη Σαμαρά, κατά την επίσκεψή του στο Πεκίνο, που έκανε λόγο για «ελληνικό success story»...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου