Από Κοινού: Συνέλευση για την Αποανάπτυξη και την Άμεση Δημοκρατία

Μαζί στον δρόμο προς έναν μετα-καπιταλιστικό κόσμο: με το πρόταγμα της Αποανάπτυξης-Τοπικοποίησης, του Κοινοτισμού και της Άμεσης Δημοκρατίας.
Καθόλα αυτά τα χρόνια της λεγόμενης οικονομικής κρίσης έχει λάβει χώρα στην νεοελληνική κοινωνία μία διαδικασία, με κεντρικό άξονα την επανανοηματοδότηση του αξιακού μας συστήματος και των πολιτικών μας προταγμάτων.
Μεμονωμένα άτομα αλλά και ομάδες, συλλογικότητες και κινήματα έχουν αναπτυχθεί παντού στην Ελλάδα, έχουν αφήσει πίσω τους το «αναπτυξιακό» μοντέλο που προωθεί τον καταναλωτικό τρόπο ζωής και έχουν υιοθετήσει άλλες φιλοσοφίες και άλλους τρόπους προσωπικής και συλλογικής διαβίωσης.
Η πολύχρονη πορεία ζωής όλων αυτών των ανθρώπων και ομάδων έχει αποδείξει ότι υπάρχουν υγιή και δυναμικά κοινωνικά κύτταρα, οι δράσεις των οποίων επιθυμούν να συναντηθούν και να συντονιστούν, έτσι ώστε να εκφραστεί η κοινή πολιτική τους φιλοσοφία, σε μια προοπτική μετασχηματισμού που ανοίγει το δρόμο για μια κοινωνία που θα στηριχθεί:

  • στο αποαναπτυξιακό μοντέλο της οικονομίας των αναγκών, της επάρκειας και του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στη βάση της αφθονίας των υλικών και άυλων Κοινών,
  • στην κοινοτική οργάνωση με βάση την προσωπική και συλλογικήαυτονομία,
  • σε αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς και στη θέσμιση της άμεσης δημοκρατίας με τη μορφή του ομοσπονδιακού Κοινοτισμού.

Πρόκειται για τη διάδοση της παραπάνω θέσης μας, που διευρύνεται και διασυνδέεται εδώ και τώρα. Και εν μέρει, λόγω της επιρρεπούς στην κρίση φύσης του σημερινού κοινωνικού συστήματος, είναι δυνατόν να γίνει πράξη και λογική της πλειοψηφίας.
Στα σημερινά εγχειρήματα του πολύμορφου αυτού κινήματος και στις δραστηριότητές του, εμπεριέχονται οι δυνατότητες μιας κοινωνίας σε μετακαπιταλιστική μετάβαση. Στοιχεία της έχουν ήδη δημιουργηθεί, εάν και ακόμα ξετυλίγονται και δεν είναι πλήρη. Τέτοια στοιχεία είναι αυτά της άμεσης δημοκρατίας στα πλαίσια της λειτουργίας των εγχειρημάτων, της οικολογίας με τη μορφή του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στις οικονομικές δραστηριότητές τους, της οικονομίας των αναγκών στις πρακτικές της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας που υλοποιούν. Της ισότητας των αμοιβών και των αυτοκαθοριζόμενων συνθηκών εργασίας από τα μέλη τους, της ισότητας των φύλων και των μειονοτήτων στη συμμετοχή και στη λήψη των αποφάσεων κ.λπ.
Ταυτόχρονα αυτά τα εγχειρήματα είναι πάντα εκτεθειμένα στον κίνδυνο να εκληφθούν ως ιδιοτελείς προσπάθειες για βελτίωση των συνθηκών ζωής μόνο των μελών τους και όχι και των κοινοτήτων γύρω τους. Αμυντικές μάχες, συγκρούσεις και διαπραγματεύσεις για οικειοποίηση κοινών πόρων απαιτούνται για όσο διάστημα το ιεραρχικό εθνικό κράτος και η καπιταλιστική αγορά με τίς αντίστοιχες λογικές τους κυριαρχούν. Αυτές οι μάχες θα γίνονται πιο επιτυχείς, αν δίνονται στο πλαίσιο ενός ισχυρού, κοινού και πάνω από όλα χειραφετικού κοινωνικού κινήματος.
Το συγκεκριμένο μετα-καπιταλιστικό όραμα είναι ένας κόσμος που δεν είναι ιεραρχικός, αλλά συνδεδεμένος με δίκτυα λειτουργικά όλων των επιπέδων και δεσμών, είναι αυτο-οργανωμένος και οι βασικές προσωπικές ανάγκες όλων των πολιτών μπορούν να ικανοποιηθούν μέσω της αφθονίας των συλλογικών αγαθών (Commons). Αυτός ο κόσμος θα χαρακτηρίζεται εξάλλου από αυτοκαθοριζόμενες και γεμάτες ευθύνη σχέσεις δραστηριοτήτων και εργασίας, οι οποίες θα φέρνουν χαρά και νόημα, χωρίς υπερβολική εκμετάλλευση πόρων ή καταστροφή οικοσυστημάτων.
Το κίνημα των κοινοτήτων εμπιστεύεται το ανθρώπινο δυναμικό και μεταφράζει την έννοια της βιωσιμότητας στη γλώσσα των ανθρώπινων αναγκών: Υπάρχει μια βασική ανάγκη, η διατήρηση του πλανήτη, η οποία μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο εάν οργανώσουμε την ικανοποίηση, τόσο των ατομικών όσο και των συλλογικών αναγκών, σε αρμονία με τα όρια που βάζουν οι δυνατότητες των οικοσυστημάτων της γης. Η κοινή χρήση είναι ένας συγκεκριμένος τρόπος αντιμετώπισης της ανθρώπινης και μη ανθρώπινης φύσης, ο οποίος δεν βασίζεται στους καταναγκασμούς του αφηγήματος της «ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων», αλλά αναγνωρίζει ότι εμείς οι άνθρωποι είμαστε ένα (ανα)παραγόμενο στοιχείο του πλανήτη γη. Τα Κοινά (Commons) βέβαια ενδέχεται να μην επιλύσουν μακροπρόθεσμα όλα τα προβλήματα του κόσμου. Αλλά ζούμε το τέλος του καπιταλιστικού κόσμου, στο οποίο δυστοπικό τέλος, οι αντιθέσεις μάλλον τείνουν να επιδεινώνονται και οι συγκρούσεις γίνονται όλο και πιο βάναυσες. Για αυτό είναι ιδιαίτερης σημασίας η δημιουργία θετικών προοπτικών, η διατύπωση και - περισσότερο από οτιδήποτε - η πρακτική ενός αλληλέγγυου οράματος.
Για το μέλλον, φαίνεται επιθυμητό και απαραίτητο να βρεθεί κοινά αποφασισμένη και συντονισμένη κατεύθυνση για την προοπτική του κινήματος. Ο όρος σύγκλισηταιριάζει σε τέτοιες διαδικασίες σχηματισμού συμμαχιών και περιλαμβάνει επίσης πολλά άλλα ρεύματα που κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Ταυτόχρονα, πρέπει επίσης να εντατικοποιηθούν οι συζητήσεις γύρω από το περιεχόμενο, ώστε να αναλυθούν παραπέρα και τα στρατηγικά ζητήματα, αλλά και να συζητηθούν ανοιχτά τα αμφιλεγόμενα ζητήματα. Μόνο έτσι μπορεί να αποφευχθεί η σημερινή πραγματικότητα, όπου τα διαφορετικά ρεύματα δεν είναι συνδεδεμένα και δρουν παράλληλα και απομονωμένα. Θα χρειασθεί να ληφθεί μέριμνα ώστε να προέλθει μια διασύνδεση που θα χαρακτηρίζεται βέβαια από ποικιλομορφία και όχι οπωσδήποτε από ταύτιση.
Θα χρειασθεί επίσης να γίνει κοινά αποδεκτός ένας όρος που θα μπορέσει να αποτελέσει την κοινή στέγη, τον κοινό στόχο και να περιλαμβάνει τον κοινό ορίζοντα κατανόησης των διαφορετικών ρευμάτων, που δεν μπορεί να είναι άλλος από το ξεπέρασμα του καπιταλισμού.
Γενικότερα, ήρθε ο καιρός, που τα όποια-σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο- σημερινά κοινωνικά κινήματα θα χρειασθεί, στηριζόμενα στη αναβίωση του πνεύματος του κοινοτισμού στις σύγχρονες σημερινές συνθήκες και συνδεόμενα μεταξύ τους, να μετατραπούν σε ενιαίο πολιτικό κίνημα μετάβασης για την μετακαπιταλιστική κοινωνία.
Ειδικά για τη χώρα, που βρίσκεται σε συνθήκες οικονομικού πολέμου και έχει μετατραπεί σε αποικία χρέους, το πολύμορφο αυτό κίνημα θα χρειασθεί να διαμορφώσει ένα ελκυστικό πρόγραμμα διεκδίκησης της «εδώ και τώρα» αλλαγής πορείας, δημιουργώντας ταυτόχρονα τα στοιχεία και τις κοινωνικές δομές του νέου κόσμου που οραματίζεται, αφήνοντας πίσω τον καπιταλιστικό κόσμο που μας οδηγεί στην κοινωνική και οικολογική κατάρρευση.
Η μελλοντική επιδίωξη της κοινωνικής χειραφέτησης και της ένταξης των ανθρώπινων κοινοτήτων –πέρα από σύνορα-με ισορροπία στα πλαίσια ενός πεπερασμένου πλανητικού οικοσυστήματος, θα μπορέσει να υλοποιηθεί μόνο από μια σύγκλιση, στη δράση και στη σκέψη, των παραπάνω κοινωνικοπολιτικών ρευμάτων, και στο επίπεδο της καθημερινής ζωής, και στο επίπεδο της κοινωνικής και πολιτικής θέσμισης. Και καταρχήν στην διαπαιδαγώγηση –μέσα από την συμμετοχή-του απαραίτητου ανθρωπολογικού τύπου -σε κρίσιμο αριθμό- που θα βάλει όλη την κοινωνία σε περίοδο κοινωνικοοικολογικού μετασχηματισμού. Ξεκινώντας βασικά από κάθε τοπική κοινωνία.

Παρασκευή, 17 Μαΐου 2013

Aυτός ο συνδικαλισμός έχει τελειώσει!



Των Δημήτρη Μητρόπουλου και Στάθη Κατσούλα *
1. Η χθεσινή εξέλιξη συνιστά σαφή ήττα της ΟΛΜΕ και του συνδικαλιστικού κινήματος συνολικά. Ήταν η χειρότερη δυνατή εξέλιξη και αποτελεί καθαρό πραξικόπημα η μεθόδευση της λήξης της απεργίας. Από τις πρώτες κιόλας ώρες της συνέλευσης των προέδρων ΕΛΜΕ φάνηκε ότι δεν υπήρχε πρόταση για σπάσιμο της επιστράτευσης. Δεν υπήρξε ένα μπλοκ δυνάμεων μέσα στην συνέλευση προέδρων, ή μέσα στο ΔΣ της ΟΛΜΕ το οποίο να προσπαθήσει έστω να ανιχνεύσει με ειλικρινή τρόπο το σπάσιμο της επιστράτευσης. Η βασική κατεύθυνση ήταν η αναζήτηση μιας ηρωικής εξόδου από το αδιέξοδο στο οποίο είχε υποβληθεί. Υπήρξαν χειρισμοί (κατά τη διάρκεια των ψηφοφοριών) και τακτικισμοί σχετικά με το «πώς θα παρουσιάσουμε στον κόσμο το σπάσιμο της απεργίας». Η χθεσινή εξέλιξη θα βρει οργισμένο τον κόσμο, λόγω του τρόπου που τον χειρίστηκε η ηγεσία της ΟΛΜΕ.
Είτε αυτούς που ψήφιζαν με σκοπό να σπάσουν την επιστράτευση, αλλά ακόμα και συναδέλφους που ψήφιζαν απεργία συμβολικά. Χιλιάδες εκπαιδευτικοί πίστεψαν και στρατεύτηκαν σε έναν αγώνα, που η κατάληξη για πολλούς από αυτούς είναι μια απογοήτευση, απελπισία και οργή ενάντια στις παρατάξεις και τους συνδικαλιστικούς εκπροσώπους.
2. Μετά την άτακτη υποχώρηση της πλειοψηφίας της ΟΛΜΕ, είναι ανάγκη να δούμε όλο το χρονικό και την στάση συνδικαλιστικών και πολιτικών δυνάμεων, για να βγάλουμε ουσιαστικά συμπεράσματα, πέρα από την σκόνη που σηκώνουν τα διάφορα συνδικαλιστικά τερτίπια. Λίγο πριν το Πάσχα ψηφίζεται το πολυνομοσχέδιο εφαρμογής του 3ου μνημονίου.
Μέσα εκεί εισάγεται ρύθμιση για το ωράριο των εκπαιδευτικών. Με αφορμή αυτό και τις απολύσεις που φέρνει, το ΔΣ της ΟΛΜΕ, μέσα στην μεγάλη βδομάδα, καταλήγει σε εισήγηση για απεργία μέσα στις πανελλαδικές.
Την πρόταση θέτουν οι Παρεμβάσεις-Συσπειρώσεις, χωρίς όμως ξεκάθαρη στρατηγική για το που και πως το πάνε. Συμφωνεί και η παράταξη του ΣΥΡΙΖΑ. Μετά από μια θυελλώδη συνεδρίαση του ΔΣ της ΟΛΜΕ διάφορες «ντρίπλες» από ΔΑΚΕ-ΠΑΣΚ την ψηφίζουν κι αυτές οι παρατάξεις, με καθαρό όμως ότι δεν την θέλουν, αλλά προσπαθούν να διαχειριστούν την πίεση που νιώθουν από την οργή του κλάδου απέναντι στις απολύσεις και τον εξευτελισμό τους. Και εντός της ΟΛΜΕ και εκτός, αφού ο πρόεδρος της ΟΛΜΕ (ΔΑΚΕ) από πολύ νωρίς σε δηλώσεις σε ΜΜΕ δίνει το σήμα ότι αν επιστρατεύσουν τους εκπαιδευτικούς δεν θα την υλοποιήσουν.
Το ΠΑΜΕ και το ΚΚΕ (Σοφιανός) δηλώνει ότι διαφωνεί με την απεργία στις εξετάσεις. Προτείνει μια κλασική απεργία διαμαρτυρίας (48ωρη). Το ντύνει βέβαια με κορώνες για κλιμάκωση, όμως για όσους γνωρίζουν τα πράγματα η πρόταση του σήμαινε ότι η όποια «κλιμάκωση» θα ερχόταν, για καταστατικούς λόγους, 5 μέρες μετά την 48ωρη. Δηλαδή οι εκπαιδευτικοί θα έκαναν 48ωρη, μετά θα πήγαιναν στα σχολεία και μετά στην μέση των πανελλαδικών θα «κλιμάκωναν». Είναι φανερό ότι η διαφοροποίηση του ΠΑΜΕ ήταν λόγω γραμμής (οι αγώνες δεν μπορούν να νικήσουν, άρα μόνο αγώνες διαμαρτυρίας) και όχι λόγω σχεδιασμού «κλιμάκωσης» και απόκρουσης των «μικροκομματικών» παιχνιδιών του κυβερνητικού συνδικαλισμού.
Με το που βγαίνει η επιστράτευση η ΔΑΚΕ ζυμώνει ότι δεν μπορούμε να απεργήσουμε. Η ΠΑΣΚ άφαντη. Το ΠΑΜΕ δεν παίρνει θέση, το ίδιο και ο ΣΥΡΙΖΑ, ενώ η πλειοψηφία των παρεμβάσεων καλεί σε συνέχεια, αλλά με θολούρα για το τι εννοεί ο καθένας. Έτσι από το Σάββατο που ο Σαμαράς επιστράτευσε τους εκπαιδευτικούς μέχρι και την Τρίτη που η εισήγηση του ΔΣ της ΟΛΜΕ (που βγήκε σε συνθήκες μη-επιστράτευσης) κατέβηκε σε χιλιάδες εκπαιδευτικούς, το ΔΣ της ΟΛΜΕ δεν πήρε καμία θέση, δεν έκανε καμία προσθήκη στην εισήγηση για απεργία!!! Ενώ όλος ο κόσμος συζητούσε για το αν οι εκπαιδευτικοί θα κάνουν πολιτική ανυπακοή και θα υλοποιήσουν την απεργία τους – με πιθανές ποινικές (φυλάκιση) και εργασιακές (απόλυση) κυρώσεις – οι συνδικαλιστικές ηγεσίες ΔΑΚΕ-ΠΑΣΚ-ΣΥΡΙΖΑ δεν συζήτησαν καν τι στάση πρέπει να κρατήσουν! Και ενώ έσπερναν τον ψίθυρο στα σχολεία ότι δεν μπορούμε να απεργήσουμε επιστρατευμένοι έλεγαν να ψηφιστεί η εισήγηση του ΔΣ της ΟΛΜΕ, για πολιτικό συμβολισμό για να μην υπάρξει επικοινωνιακή ήττα απέναντι στην κυβέρνηση!!!
Έτσι φτάσαμε στο αδιέξοδο της ΓΣ των προέδρων, με την γνωστή αντιδημοκρατική στην διαδικασία και διαλυτική στην πολιτική ουσία μεθόδευση. Όντως σε πολλές συνελεύσεις ενώ στα κείμενα που ψηφίστηκαν αποφάσιζαν απεργία, στην συζήτηση μέσα στην συνέλευση έλεγαν καθαρά ότι δεν μπορούν αν την εφαρμόσουν λόγω επιστράτευσης. Ή σε μια άλλη εκδοχή ότι θα την εφαρμόσουμε μόνο αν γίνει παλλαϊκός ξεσηκωμός, πράγμα δύσκολο. Αυτός ο διαλυτικός ψίθυρος ασάφειας, επικοινωνιακής διαχείρισης και μη ανάληψης της πολιτικής ευθύνης, από το Σάββατο ως τις συνελεύσεις της Τρίτης, δημιούργησε το πλαίσιο για 57 προέδρους ΕΛΜΕ (από τους 85), να δηλώσουν ότι δεν ξέρουν αν έχουμε τους όρους για υλοποίηση της απεργίας ή όχι…
3. Στην ουσία, το χθεσινό αδιέξοδο ήταν προδιαγεγραμμένο εδώ και μέρες. Η εισήγηση της ΟΛΜΕ για απεργία ήταν λίγη και δεν έφτανε, από τη στιγμή που η κυβέρνηση αποφάσισε την επιστράτευση των απεργών. Ήταν λάθος το ότι την Κυριακή 12/5, στη συνάντηση των ΕΛΜΕ Αττικής, και με δεδομένη την επιστράτευση, η ΟΛΜΕ δεν διόρθωσε την εισήγησή της παρότι ήταν γνωστό ότι η κυβέρνηση θα επιστρατεύσει τους απεργούς. Ήταν έγκλημα ωστόσο, ότι η ΟΛΜΕ έβαλε τον κόσμο στις συνελεύσεις της Τρίτης να ψηφίζει «ναι ή όχι στην απεργία» ενώ το πραγματικό επίδικο το οποίο θα το έβρισκε μπροστά της (όπως και το βρήκε) ήταν το «σπάμε ή δεν σπάμε την επιστράτευση». Η ΟΛΜΕ μετέφερε διαρκώς ένα καυτό ερώτημα και το απάντησε στη χειρότερη στιγμή με το χειρότερο τρόπο: «Ψηφίζουμε την εισήγηση της ΟΛΜΕ (απεργία) αλλά δεν κάνουμε την απεργία)». (ΠΑΣΚ, ΔΑΚΕ, ΣΥΝΕΚ). Την ίδια στιγμή που στο ίδιο αποτέλεσμα κατέληγαν και το λευκό, το παρόν, κλπ.
Στην ουσία το πρόβλημα είναι ότι όλες τις τελευταίες μέρες με αποκορύφωμα το αδιέξοδο της συνέλευσης των προέδρων των ΕΛΜΕ, δεν υπήρξε «ανάληψη ευθύνης». Θα ήταν διαφορετικό, αν το ερώτημα των συνελεύσεων ΕΛΜΕ ήταν πιο πραγματικό και επικαιροποιημένο σε σχέση με τις προθέσεις της κυβέρνησης για επιστράτευση. Θα υπήρχε από νωρίς (Τρίτη) μια εικόνα για τις διαθέσεις του κόσμου και σίγουρα θα είχε αποφευχθεί το σύρσιμο πίσω από τις διαθέσεις ΠΑΣΚ – ΔΑΚΕ και το φιάσκο της συνέλευσης των προέδρων ΕΛΜΕ. Η αμηχανία φάνηκε ήδη από τις συνελεύσεις ΕΛΜΕ. Μόνο σε 3-4 από αυτές, συζητήθηκε και πάρθηκαν ουσιαστικές αποφάσεις για το θέμα της επιστράτευσης.
4. Η ΟΛΜΕ κέρδισε προσωρινά την εμπιστοσύνη του κόσμου. Την έχασε όμως ξανά μέσα σε λίγες ώρες. Η χθεσινή κατάληξη προσφέρεται ωστόσογια ορισμένα συμπεράσματα τα οποία πρέπει να πάνε στην πολιτική και όχι στην ανταλλαγή καταγγελιών για τα διαδικαστικά θέματα. Είναι εύκολο να καταγγελθούν οι μεθοδεύσεις του ΣΥΡΙΖΑ. Το πρόβλημα όμως είναι η πολιτική του. Στις 2 αυτές βδομάδες τέθηκαν συγκεκριμένες γραμμές. Από ΔΑΚΕ-ΠΑΣΚ η γραμμή να πούμε ότι απευθυνθήκαμε στον κλάδο αλλά αυτός δεν ακολούθησε. Ο κλάδος όμως πήγε στις συνελεύσεις και οι φιλοκυβερνητικές δυνάμεις έψαξαν δρόμο διαφυγής.
Ο Σύριζα δεν πήρε την παραμικρή πολιτική ευθύνη για πολιτική στήριξη της απεργίας. Με τακτικισμούς η ηγεσία «στήριζε τα αιτήματα, αλλά δεν μπορούσε να έχει γνώμη για τους τρόπους πάλης», η κοινοβουλευτική ομάδα ήταν εξαφανισμένη, στελέχη ζητούσαν πάγωμα και επαναφορά του προεδρικού διατάγματος μετά τις εξετάσεις, την ίδια στιγμή που οι συνάδελφοι ακόμα και στις συνελεύσεις ΕΛΜΕ ζητούσαν ξεκάθαρη – πολιτική στήριξη από την αξιωματική αντιπολίτευση. Στην ΟΛΜΕψήφισε μια απεργία που όμως δεν την υποστήριξε. Ούτε σαν κόμμα, ούτε σαν παράταξη όταν δεν έθεσε στο ΔΣ της ΟΛΜΕ ζήτημα με το τι κάνουμε με την επιστράτευση. Ο Σύριζα (όχι άδικα) θα χρεωθεί σε μεγάλο βαθμό τη λήξη της απεργίας.
Το ΚΚΕ από την αρχή προβόκαρε ανοιχτά την απεργία. Θεωρούσε ότι πλήττει τη λαϊκή οικογένεια, η ΚΝΕ με ανακοίνωσή της ευχόταν στους μαθητές καλή επιτυχία στις εξετάσεις πολεμώντας την απεργία, το ΠΑΜΕ ψήφισε μια απεργία φιάσκο στην ΑΔΕΔΥ μαζί με ΠΑΣΚ – ΔΑΚΕ, στις συνελεύσεις των ΕΛΜΕ δεν τόλμησε να μιλήσει για σπάσιμο της επιστράτευσης, ενώ στη συνέλευση προέδρων είχε μια τυπική παρουσία αναμένοντας το αδιέξοδο ώστε να πανηγυρίσει τη «δικαίωση». Ψήφισε παρών θεωρώντας ότι βγάζει την ουρά του απ’ έξω, με τη διαρκή επίκληση «βγάλε τα συμπεράσματά σου»
Στις υπόλοιπες δυνάμεις της αριστεράς δεν υπήρχε ενιαίο κέντρο με ενιαίες εκτιμήσεις. Ένα τμήμα έλεγε ότι είναι αριστερισμός να βάλουμε μερικές χιλιάδες κόσμο στην απειλή της απόλυσης και άρα λέμε απεργία μήπως και γίνουν γενικότερες εξελίξεις και αν δεν γίνουν αναδιπλωνόμαστε. Είναι «δεξιά» μια τέτοια τοποθέτηση; Όχι, αλλά ξεχνάει ότι υπήρξε τμήμα του κλάδου που είχε διάθεση να το παλέψει. Και σε αυτό το δυναμικό, που παίζει κορώνα γράμματα την δουλειά του και το αυτόφωρο δεν ελίσσεσαι μέσα σε συνδικαλιστικούς λαβυρίνθους για τις εντυπώσεις. Χρειαζόντουσαν καθαρές απαντήσεις. Ποιοι είναι οι όροι και οι προϋποθέσεις; Χωρίς ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ δεν πάμε; Καθαρά. Χωρίς επικοινωνιακά μισόλογα. Ένα άλλο τμήμα της αριστεράς έλεγε ότι πρέπει να το παλέψουμε. Να το ρισκάρουμε.
Ότι είναι χειρότερο να μπούμε στο γύψο αμαχητί. Ότι κάτι τέτοιο θα φέρει χειρότερες συνέπειες, από τις απώλειες μιας σύγκρουσης. Και ότι ίσως δημιουργήσει και προϋποθέσεις μιας πιο κεντρικής σύγκρουσης με την κυβέρνηση. Τι θα έκανε η κυβέρνηση μπροστά σε 5.000 απεργούς που δηλώνουν πολιτική ανυπακοή στην επιστράτευση; Απόλυση και παραδειγματική τιμωρία; Διάσπαση τους; Η πρόταση αυτή χρειαζόταν δύο εναλλακτικές. Η ένα σοβαρό αγωνιστικό μπλοκ από Παρεμβάσεις-ΣΥΡΙΖΑ-ΠΑΜΕ που να την στηρίξει από Σάββατο που ο Σαμαράς έβγαλε την επιστράτευση.
Μέσα στα σχολεία, μέσα στις συνελεύσεις, με μέτρα που να δείχνουν αποφασιστικότητα. Και να προσπαθήσει να πλειοψηφήσει αυτό το μπλοκ στην ΓΣ των προέδρων. Να αναλάβει η ΓΣ την πολιτική ευθύνη για μια τέτοια πολιτική ανυπακοή (είχε ξεφύγει ποια από το σκέτη απεργία) και όχι να αφήσει τον κάθε συνάδελφο μόνο του. Κάτι τέτοιο όμως δεν υπήρχε και είναι γνωστή η στάση ΠΑΜΕ και ΣΥΡΙΖΑ και συνδικαλιστικά και κεντρικά. Ή διαφορετικά να πόνταρε σε μια μαζική αποφασιστικότητα πολιτικής ανυπακοής από τις συνελεύσεις, από τα κάτω, που θα έπαιρνε, μαζί με ένα μέρος της αριστεράς, την ευθύνη για κάτι τέτοιο. Όμως κάτι τέτοιο δεν υπήρξε. Οι χιλιάδες εκπαιδευτικοί στις συνελεύσεις καταλάβαιναν ότι πήγαιναν για σφοδρή σύγκρουση και στις συνελεύσεις πήγαν να ακούσουν περισσότερο, αν αναλαμβάνει κάποιος την ευθύνη και πως, για την άρνηση της επιστράτευσης. Κάτι τέτοιο όμως ακούστηκε σποραδικά (σε μονοψήφιο αριθμό ΕΛΜΕ) και μαζικό ρεύμα πολιτικής ανυπακοής από τα κάτω δεν διαμορφώθηκε.
5. Μετά από αρκετούς μήνες νηνεμίας και «κοινωνικής ειρήνης» βγήκε στο προσκήνιο μια κοινωνική αντιπαράθεση της κυβέρνησης με τους καθηγητές. Μια αντιπαράθεση με αφορμή την αύξηση του ωραρίου και τις επερχόμενες απολύσεις. Μετά την κήρυξη της πρόθεσης του ΔΣ της ΟΛΜΕ για απεργία στις εξετάσεις και την επιστράτευση, η αντιπαράθεση αυτή πήρε κεντρικά χαρακτηριστικά. Από δω και πέρα οι συγκρούσεις θα είναι τέτοιες. Το έδειξε η Χαλυβουργία, το έδειξε το Μετρο, το δείχνει η καθημερινότητα σε πολλούς εργασιακούς χώρους, το έδειξαν οι καθηγητές. Οι αγώνες ή θα είναι σκληροί ή δεν θα υπάρξουν. Τέλος οι αγώνες για τα δελτία των 8. Τέλος οι αγώνες για τις δηλώσεις στα κανάλια. Τέλος οι εντυπώσεις. Η διεκδίκηση και η αντίσταση σήμερα γίνεται για την επιβίωση και μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την επιβίωση. Και η καταστολή, αλλά και η ανεργία θα είναι πάνω από τα κεφάλια μας. Τελικά φάνηκε ότι ακόμα και επικοινωνιακά, η άποψη που έλεγε «ας ψηφίσουμε επικοινωνιακά την απεργία για να μην φανεί ότι υποχωρούμε αλλά ας μην την κάνουμε», έβλαψε περισσότερο στην ουσία από την άποψη που έλεγε ας βάλουμε το δίλημμα σπάμε την επιστράτευση ή όχι για να συγκροτηθεί ο κόσμος και αν δεν βγει η απεργία θα προχωρήσουμε διαφορετικά. Κανείς δεν μπορεί να έχει εγγυήσεις σε μια τέτοια κατάσταση για τους αγώνες, αν νικήσουν ή όχι. Όμως πρέπει να καταλάβει ότι σήμερα ο άλλος θα αγωνιστεί για το ψωμί και η επικοινωνία δεν τρώγεται…

* Ο Δημήτρης Μητρόπουλος και ο Στάθης Κατσούλας είναι εκπαιδευτικοί
πηγή http://antapocrisis.gr

Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και το παρακάτω κείμενο του Γιάννη Αλμπάνη:

"Χτες έκανα τεστ κοπώσεως. Αφού ήταν τα αποτελέσαματα καλά, είπα να περάσω από τη συνέλευση των προέδρων των ΕΛΜΕ. Κι έπεσα ακριβώς την ώρα που η πλεοψηφία του ΔΣ (ΠΑΣΚΕ, ΔΑΚΕ, Αυτόνομη Παρέμβαση) έκανε την εισήγηση για αναστολή της απεργίας. Προσωπικά, με το πού άκουσα την εισήγηση, έφυγα διότι κατάλαβα ότι το πράγμα είχε τελειώσει κι επίσης φαντάστηκα το μπουρδελο που θα ακολουθούσε. Φαντάστηκα δηαλδή ότι θα πέρναγε προς τα έξω ότι ο ΣΥΡΙΖΑ συνέπραξε στο σπάσιμο της απεργίας, ότι οι των Παρεμβάσεων θα μάς κατήγγελλαν, και ότι οι ΣΥΡΙΖΑίοι θα αισθάνονταν προδομένοι. Δεν ήθελε και πολλή φαντασία δηλαδή, αν και είναι απορίας άξιοι τι υπέθεταν όσοι προχώρησαν σε αυτήν την κίνηση. Μια κίνηση που οδηγεί το κίνημα των καθηγητών σε άτακτη υποχώρηση και προκαλεί μεγάλη πολιτική ζημιά στον ΣΥΡΙΖΑ.

Τα ερώτηματα πολλά:

1. Αν δεν υπήρχε η αποφασιστικότητα να υποστηριχτεί η απεργία στις εξετάσεις (η πλέον αντιδημοφιλής απεργία δηλαδή), γιατί άνοιξε το θέμα;

2. Γιατί μετά την επιστράτευση, ετέθη στις συνελεύσεις μόνο το θέμα της απεργίας; Γιατί δηλαδή δεν ρωτήθηκαν οι ίδιοι οι καθηγητές αν έχουν διάθεση να σπάσουν την επιστράτευση, ούτως ώστε να μην μπορεί να μιλάει κανείς σήμερα για πραξικόπημα.

3. Καλώς η κακώς κρίθηκε ότι στον κλάδο δεν υπήρχε διάθεση για ανυπακοή στην επιστράτευση. Γιατί όμως έπρεπε να ανασταλεί η απεργία και δεν έγινε μια δήλωση του ΔΣ του τύπου "εξακολουθούμε να είμαστε απερργοί, αλλά πάμε στα σχολεία λόγω της τρομοκρατίας κτλ";

4. Από τη στιγμή που έγινε φανερό ότι το θέμα πλέον ξεπερνούσε τις δυνάμεις του κλάδου, γιατί δεν επιδιώχτηκε ο αγώνας να πάρει πανδημοκρατικά-παλλαϊκά χαρακτηριστικά; Να φύγουμε δηλαδή από τις εξετάσεις και να πάμε στο ζήτημα της επιστράτευσης με κινητοποίησεις οι οποίες δεν θα ήταν πλέον των καθηγητών, αλλά όλης της αγωνιζόμενης κοινωνίας;

5. Γιατί δεν δουλεύτηκε η πρόταση της Φατούρου (η οποία μόνο "αριστερίστικη" δεν ήταν) για να κινηθεί ο κλάδος και το κίνημα συντεταγμένα. Η συγκεκεριμένη πρόταση αναγνώριζε ότι δεν υπήρχε γενική διάθεση ανυπακοής στην επιστράτευση, αλλά επιχειρούσε να αναζητήσει μια πολιτική-αγωνιστική διέξοδο. Προφανώς είχε πολλά προβλήματα, αλλά μπορούσε να τύχει περαιτέρω επεξεργασίας.

6. Γιατί σε ένα ζήτημα που είχε πάρει πια κεντρικό πολιτικό χαρακτήρα (δεν ήταν δηλαδή μόνο συνδικαλιστικό), η παράταξη δεν διαβουλεύτηκε με τα κομματικά όργανα, πριν κάνει την κίνηση της;

Και μια βεβαιότητα. Χτες βράδυ, έγινε φανερό ότι ένα ορισμένο είδους συνδικαλισμού έχει τελειώσει οριστικά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου