Μετά το 3ο και το συνεχές-με "κόφτη"- Μνημόνιο

Τ

Τι περιμένουμε; Δεν υπάρχουν "σωτήρες"
Οι περισσότεροι νεοέλληνες περίμεναν μετέωροι και άπρακτοι την κυβέρνηση "κοινωνικής σωτηρίας" της αριστεράς με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ για να μας λύσει όλα τα προβλήματα! Να συμφωνήσει με τους "θεσμούς", να εξασφαλίσει χρηματοδότηση, να αποτρέψει τη "λιτότητα" και την "ανθρωπιστική κρίση". Και αυτή η Κυβέρνηση κάθε άλλο παρά έλυσε αυτά τα προβλήματα, έφερε ένα σκληρότερο μνημόνιο, σαν αποτέλεσμα της "σθεναράς διαπραγμάτευσης" με τους πιστωτές. Και για να το εφαρμόσει χωρίς τα "βαρίδια" της, έκανε "φαστ τρακ" εκλογές, για μια νέα "ισχυρή εντολή" από το ζαλισμένο "πόπολο". Πριν προλάβει αυτό να αντιληφθεί ότι οι υποσχέσεις των εκλογών, θα ακολουθήσουν το δρόμο των προηγούμενων που δεν κρατήθηκαν παρά το ότι ο Τσίπρας ήθελε να "πρωτοτυπήσει και να τις κρατήσει".
Και πραγματικά: με το 3ο και διαρκές μνημόνιο, που μας έφερε η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, καταρρέουν και οι τελευταίες ελπίδες του ζαλισμένου "πόπολου".
​Για όσους έχουν αντιληφθεί καθαρά αυτές τις εξελίξεις, δεν μας μένει παρά:
να διαμορφώσουμε «από τα κάτω» ένα απαραίτητο ρεαλιστικό και ελκυστικό πολιτικό πρόγραμμα για το ξεπέρασμα της σημερινής κατάρρευσης και συγχρόνως για τη μετάβαση σε μια μετακαπιταλιστική κοινωνία, που θα στηριχθεί:
-στην οικονομία των βιοτικών αναγκών και στα "κοινά" όσον αφορά στο περιεχόμενο,
-στον συνεργατισμό-συνεταιρισμό όσον αφορά στις σχέσεις παραγωγής,
-στη συλλογική-κοινοτική-δημοτική ιδιοκτησία όσον αφορά στα μέσα παραγωγής,
-στην εγγύτητα, τις μικρές αποστάσεις και την ελεύθερη ενέργεια των ΑΠΕ, όσον αφορά στο μικρότερο δυνατό οικολογικό αποτύπωμα
-Στην άμεση δημοκρατία όσον αφορά στις αποφάσεις και τους πολιτικούς θεσμούς

Δε μας μένει τίποτα άλλο σε αυτή την χώρα, από το να αναζητήσουμε ριζοσπαστικές λύσεις.
Παρακάτω περιγράφουμε τη στρατηγική της Τοπικοποίησης για τη μετάβαση σε μετακαπιταλιστικές κοινωνίες:

Η Στρατηγική της Τοπικοποίησης
1. Το παγκόσμιο πλαίσιο
Η ελληνική κρίση είναι η «εξτρέμ» έκφραση της παγκόσμιας κρίσης, στην οποία βρίσκεται το καπιταλιστικό σύστημα υπό την ηγεσία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου.
Υπάρχει μια χρηματοπιστωτική φούσκα διογκωμένη τουλάχιστον κατά 10 φορές. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να έχουν αυξηθεί υπέρμετρα οι σημερινές χρηματικές περιουσίες της ελίτ του 1% του παγκόσμιου πληθυσμού. Αυτή η ελίτ διακινώντας και δανείζοντας αυτόν τον τεράστιο χρηματικό όγκο μπορεί και ελέγχει την «ευημερία» του υπόλοιπου 99%. Αυτό είναι δυνατόν γιατί έχει εξαρτήσει από αυτό το χρήμα και τις πλειοψηφίες των «από κάτω».

Πραγματικά, η μεγάλη αύξηση της παγκόσμιας κατανάλωσης τα τελευταία 15-20 χρόνια (βασικά μεταξύ 1990-2007) πυροδοτήθηκε και στηρίχθηκε από την μαζική χορήγηση δανείων από τις τράπεζες. Είχαμε παντού αυξανόμενα επίπεδα χρέους. Των νοικοκυριών, των επιχειρήσεων, των κυβερνήσεων.

Με τη μορφή καταναλωτικών χρεών, χρηματοπιστωτικών επενδύσεων, δημοσίων χρεών, εξωτερικών χρεών σε κάθε χώρα. Στο προηγούμενο της κρίσης διάστημα το χαρακτηριστικό ήταν η αύξηση ιδίως των καταναλωτικών χρεών. Χρησιμοποιήθηκαν σαν μηχανισμός, ώστε η κατανάλωση να γίνει ο βασικός μοχλός της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Στην κουλτούρα του «δανείσου και ξόδευε» τα πιο ευάλωτα ήταν τα κοινωνικά στρώματα χαμηλού εισοδήματος, ιδίως της μεσαίας τάξης.
Η «αριστοκρατία» των μεσοστρωμάτων και των μισθωτών εργαζομένων είχαν κατορθώσει να εξασφαλίσουν για τον εαυτό τους σημαντικό μέρος της πίτας και προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να μη βρεθούν στη θέση των «από κάτω».
Οι κυρίαρχες ελίτ και τάξεις κατόρθωναν μέχρι τώρα να έχουν την συναίνεση αυτών των στρωμάτων, υποσχόμενες ότι μπορούν να τους αυξάνουν το μερίδιο της πίτας με το να τις βοηθούν να μεγαλώνουν τη συνολική πίτα μέσω της «ανάπτυξης και της προόδου». Κατορθώνοντας δηλαδή να περάσει στη συνείδηση των «από κάτω» της πυραμίδας, σαν υπέρτατη αξία-σχεδόν σα νέα θρησκεία- την «άνετη» ζωή μέσα από την συνεχή αύξηση της κατανάλωσης.
Αυτό λειτουργούσε, όσο οι λαοί πίστευαν ακόμα σε μια «εικόνα» ενός απέραντου και απεριορίστων δυνατοτήτων πλανήτη, και όσο οι οικονομολόγοι μπορούσαν να υποστηρίζουν ότι η καμπύλη της οικονομίας είναι εκθετικά αυξητική.
Όμως και η αυξημένη κατανάλωση υλικών αγαθών και η αυξημένη παραγωγή τους απαιτούν αυξημένη χρήση υλικών και ενέργειας. Περιβαλλοντικοί παράγοντες, ελλείψεις πόρων, η οικονομική διεύρυνση στην Ν.Α. Ασία (αναδυόμενες χώρες) κ.λπ., μειώνουν τη διάρκεια ζωής των πεπερασμένων αποθεμάτων που έχουν απομείνει.
Ο ανταγωνισμός μεταξύ της εξασφάλισης τροφής και της εξασφάλισης της μετακίνησης (τρόφιμα ή βιοκαύσιμα) συμβάλει π.χ. στην αύξηση των τιμών των τροφίμων.
Η αύξηση των εκπομπών του άνθρακα και η συνακόλουθη κλιματική αλλαγή, η μείωση της βιοποικιλότητας, η αποψίλωση και οι πυρκαγιές των δασών, η μείωση των ιχθυαλιευμάτων, η έλλειψη νερού, η υποβάθμιση των καλλιεργούμενων εδαφών συμβάλλουν στην μείωση της αποδοτικότητας και των οικονομικών δραστηριοτήτων των ανθρώπων και διογκώνουν το πρόβλημα της ικανοποίησης των βιοτικών αναγκών τους.
Το τελικό αποτέλεσμα των αυξημένων οικονομικών δραστηριοτήτων του οποιασδήποτε μορφής κεφαλαίου είναι η κατάρρευση των αποθεμάτων των φυσικών πόρων του πλανήτη. Αλλά και του περιβάλλοντός του, γιατί επίσης έχουν αυξημένη παραγωγή αποβλήτων, όσο και να αυξάνεται ο βαθμός απόδοσης της χρησιμοποιημένης τεχνολογίας.
Δεν είναι βασικά η «ανευθυνότητα» ή η «απληστία» των αγορών -αν και έπαιξε σημαντικό ρόλο- η αιτία της συνεχιζόμενης οικονομικής κρίσης και της κρίσης των δημοσιονομικών χρεών. Η βασικότερη αιτία είναι η ίδια η επιδίωξη της οικονομικής ανάπτυξης και της αντίστοιχης ιδεολογίας της.
Αυτή η ιδεολογία, προς το παρόν οδηγεί σε οικονομική και περιβαλλοντική καταστροφή ολόκληρες χώρες και περιοχές, και στο μέλλον σε κατάρρευση ολόκληρο τον πλανήτη: οι υλικές και οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις της επιδιωκόμενης ανάπτυξης μας οδηγεί εκτός της δημιουργίας οικονομικών χρεών και στη δημιουργίαοικολογικών χρεών.
Η ανικανότητά μας να ρυθμίσουμε τις χρηματοοικονομικές αγορές συνδυάζεται με την ανικανότητά μας να προστατέψουμε τους φυσικούς πόρους και να περιορίσουμε τις οικολογικές καταστροφές.
Τα χρέη που αφήνουμε στα παιδιά μας και τις μελλούμενες γενιές δεν θα είναι μόνο οικονομικά προς τους πιστωτές μας. Θα είναι και οικολογικά προς τον πλανήτη και τα οικοσυστήματα, τα οποία ανήκουν σε όλους και δεν έχουν σύνορα. Και αυτά θα πρέπει να τα ξεπληρώσουν –οι νέες γενιές-αποκαθιστώντας ότι έχουμε καταστρέψει οι παλιότερες. Αν θέλουν φυσικά να επιβιώσουν στο μέλλον.
Με το κυρίαρχο σημερινό μοντέλο υπερκατανάλωσης, μέχρι το 2030 θα χρειαζόμασταν έναν δεύτερο πλανήτη σαν τη γη. Ο καπιταλισμός λοιπόν αντιμετωπίζοντας αυτή την πραγματικότητα, από τη μία εξασφαλίζει για τις ελίτ όλο και μεγαλύτερο κομμάτι της υπάρχουσας πεπερασμένης πίτας καταναλώνοντας τους εναπομείναντες πόρους και από την άλλη-για να συνεχίζει να καλλιεργεί τη ψευδαίσθηση της αύξησης της πίτας-την«φουσκώνει», αφού δε μπορεί να την μεγαλώνει.
Αλλά όσο μεγαλώνουν οι φούσκες τόσο πιο εύκολα «σπάνε» και έτσι δε μπορεί πια να εξασφαλίζει εύκολα τη συναίνεση των μεσαίων τάξεων. Αυτή η συναίνεση εξέλεγε μέχρι τώρα τις κυβερνήσεις των κομμάτων εξουσίας παντού. Με την άρση της έχουμε και αμφισβήτηση του πολιτικού συστήματος της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης και διακυβέρνησης, ιδίως στα κράτη της Ν. Ευρώπης.
2. Όσον αφορά στην Ελλάδα
Η Ελλάδα έγινε ο αδύνατος κρίκος στον παγκόσμιο καπιταλισμό, λόγω της μανίας της πολιτικής και οικονομικής ελίτ, για ανάπτυξη που δεν στηριζόταν στον πρωτογενή- δευτερογενή τομέα (γεωργία, μεταποίηση, καινοτομία κ.λπ.), αλλά στον τριτογενή (κατανάλωση, εμπόριο, τουριστικές υπηρεσίες κ.λπ.) και στις κάθε είδους οικοδόμηση και κατασκευές.
Ο «εκσυγχρονισμός» που υποτίθεται έγινε -χωρίς να υπολογίζεται το οικονομικό και το περιβαλλοντικό κόστος του-στηρίχθηκε σε δάνεια κύρια από το εξωτερικό. Σε αυτό βοήθησε και η είσοδος στην Ευρωζώνη, γιατί αύξησε τη δανειοληπτική πίστη λόγω του κοινού νομίσματος. Όλοι άρχισαν να δανείζονται εύκολα.
Η κυβέρνηση και οι τράπεζες από τις «χρηματοπιστωτικές αγορές», οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά από τις τράπεζες. Το Ευρώ και τα δάνεια βοήθησαν ιδιαίτερα στο να ικανοποιείται η μανία της ελληνικής ελίτ για έργα φαραωνικά ( π.χ. των ολυμπιακών του 2004 ), για γέφυρες λιμάνια, δρόμους, αεροδρόμια και στάδια, αλλά και για τη δημιουργία ενός υπερμεγέθους πελατειακού κράτους στην υπηρεσία της.
Σε όλη τη μεταπoλεμική περίoδo μόvo τo 15% τωv συvoλικώv επεvδύσεωv παγίoυ κεφαλαίoυ στρεφόταv στη μεταπoίηση, εvώ τo 42% τωv ιδιωτικώv επεvδύσεωv στρεφόταv στην οικοδομή και τα 2/3 τωv δημoσίωv στηv υπoδoμή.
Ο τουρισμός αναδείχθηκε στη «μεγάλη βιομηχανία» της χώρας και ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού προσπάθησε να επιβιώσει προσφέροντας υπηρεσίες κατά τη «τουριστική σαιζόν», αφήνοντας κατά μέρος τις άλλες δραστηριότητες και τη γεωργία.
Και αυτή η κατεύθυνση -που υλοποιούταν από ένα πολιτικό προσωπικό κάθε άλλο παρά αξιόλογο-κατέρρευσε στα πλαίσια της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης.
Λόγω της άρσης της «εμπιστοσύνης των πιστωτών», η δομική κατά βάση ελληνική κρίση μετατράπηκε σε κρίση των δημοσιονομικών χρεών. Αυτή έφερε και τις πολιτικές της τρόικας και των «μνημονίων».
Και η σημερινή, αλλά και οι επόμενες κυβερνήσεις των κομμάτων εξουσίας, θα είναι υποχρεωμένες –με τη «βοήθεια» της τρόικα ή των θεσμών της ΕΕ στη συνέχεια-να εφαρμόσουν τέτοιες πολιτικές, ώστε να επιστραφούν με ένα τρόπο τα χρέη στους διεθνείς και ντόπιους πιστωτές.
Εξάλλου η ευρωπαϊκή ελίτ δε μπορεί πια να διατηρεί πολυπληθείς μεσαίες τάξεις και θέλει να τις συρρικνώσει, ξεκινώντας από την Ελλάδα και τη Ν. Ευρώπη. Με τα προγράμματα «σωτηρίας» επιδιώκει τη «φτωχοποίησή» τους. Τελικά όχι μόνο των μεσαίων τάξεων.
Όσον αφορά στην Ελλάδα λοιπόν, που υπήρξε ιδιαίτερα επιρρεπής στο «να καταναλώνει περισσότερο από ό,τι παράγει», το «πρόγραμμα αναπροσαρμογής» οδηγεί στη «φτωχοποίηση» ολόκληρης της ελληνικής κοινωνίας και του περιβάλλοντος της χώρας.
Η ζωή θα γίνει για τους περισσότερους Έλληνες –εκτός της τοπικής ελίτ-σε μεγάλο βαθμό αβίωτη. Είναι γενικά φανερό ότι η πολυπληθής ελληνική μεσαία τάξη περνά σε αυτούς που αποκαλούμε «από κάτω».
Παρόλο το αίσθημα ενοχής, που κυριαρχεί σήμερα στα περισσότερα στρώματα λόγω και της προπαγάνδας του «όλοι μαζί τα φάγαμε», κάποια στιγμή, ιδίως τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα των ανειδίκευτων εργαζομένων και των ανέργων δε θα μπορούν να αποδεχθούν άλλο την εξαθλίωσή τους. Μαζί με κάποια μέχρι τώρα βολεμένα, αλλά «νεόπτωχα» πλέον στρώματα, θα πάψουν να συναινούν στην υπάρχουσα Ε.Ε. Δε θα μπορούν να δεχθούν για τη χώρα τον ρόλο που θα της έχει αναθέσει ο παγκόσμιος καπιταλιστικός καταμερισμός της εργασίας. Σαν χώρας δηλαδή που θα έχει χάσει την αυτάρκεια, θα έχει καταστρέψει το περιβάλλον της και θα έχει γίνει περιοχή φθηνών υπηρεσιών και τουρισμού. Σαν χώρας εξαρτημένης πλήρως από τις εισαγωγές για την ικανοποίηση των βιοτικών αναγκών του πληθυσμού με δημιουργία ελλειμμάτων και άρα ανάγκης για συνέχιση της δανειοδότησης από τους «πιστωτές» και της πληρωμής των δανείων από τα σημερινά και αυριανά «υποζύγια». Για να συνεχίζεται η εξάρτησή της για να συνεχίζεται το «πάρτυ» της ντόπιας και διεθνούς κυρίαρχης τάξης.
Αλλά ταυτόχρονα θα καταλάβουν ότι δε μπορούν να γυρίσουν προς τα πίσω, στο προηγούμενο της κρίσης μοντέλο ανάπτυξης που στηριζόταν στον υπερκαταναλωτικό τρόπο ζωής και στο μεγενθυμένο οικολογικό αποτύπωμα. Θα χρειασθεί, μέσα από την όξυνση της κρίσης, να αντιληφθούμε όλοι ότι είναι ψευδαίσθηση η επιθυμία μας να «ανελιχθούμε» κοινωνικά και να επιδιώξουμε την «ευημερία» μας μέσω της αύξησης του κομματιού της πίτας που μας αναλογεί. Θα χρειασθεί να αντιληφθούμε καθαρά ότι η ευζωία μας δε μπορεί να ταυτισθεί με την ατομική κατανάλωση .
Μπορεί να επιτευχθεί αν επιδιώξουμε την ευζωία μέσω της ανάδειξης άλλων σημαντικών αξιών και προτεραιοτήτων: της αλληλεγγύης, της συνεργασίας, της κοινότητας, της φιλίας, της ελευθερίας, του αυτοκαθορισμού, της κοινωνικής-αλληλέγγυας οικονομίας, της στήριξης στην αφθονία των κοινωνικών-συλλογικών αγαθών μας και στους δίκαια κατανεμημένους περιορισμένους φυσικούς πόρους μας.
Να αντιληφθούμε ότι δε μπορεί να συναινούμε πλέον στον μέχρι τώρα τρόπο ανάπτυξης και διακυβέρνησης που μας οδήγησε εδώ.
Πραγματικά, η απομυθοποίηση του καπιταλισμού και της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, μπορεί να μας πείσει πιο εύκολα πια, ότι η εκχώρηση της αντιπροσώπευσης και η διαμεσολάβηση από τους επαγγελματίες πολιτικούς των κομμάτων, δεν είναι ο καλύτερος τρόπος διακυβέρνησης. Ότι θα πρέπει να αναλάβουμε οι ίδιοι τη διαμόρφωση των συνθηκών της ζωής μας, προχωρώντας σε δομές αυτοοργάνωσης και αυτοκυβέρνησης.
Πριν από όλα να μην αισθανόμαστε φτωχοί επειδή πιθανά δεν έχουμε χρήματα, ούτε άχρηστοι επειδή δεν έχουμε κάποια μισθωτή θέση εργασίας στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις ή στο κράτος. Να μη αισθανόμαστε αδύναμοι, επειδή το κόμμα που ψηφίζαμε δεν μας εκπροσωπεί τελικά και έτσι να αποσυρόμαστε από τα «κοινά».
Αν σταματήσουμε να συμπεριφερόμαστε σαν καταναλωτές πολιτικών και αποφασίσουμε να συμμετάσχουμε στις διεργασίες διαμόρφωσης της πολιτικής, στις προσπάθειες δημιουργίας συλλογικών μορφών εργασίας και παραγωγής για την ικανοποίηση βιοτικών κατ αρχήν αναγκών, θα αντιληφθούμε, ότι ο καλύτερος διαμεσολαβητής είμαστε οι ίδιοι για τον εαυτό μας.
Ένα κίνημα, που θα ξεκινήσει από την «άμυνα», από τα συνθήματα των «πλατειών»: δεν «πληρώνουμε τα χρέη τους», «δε πουλάμε τα κοινωνικά και δημόσια αγαθά μας, ούτε το περιβάλλον μας», «δε χρειαζόμαστε τα λεφτά τους» κ.λπ., θα πρέπει να προχωρήσει επιθετικά στη δημιουργία εναλλακτικών μορφών ατομικής και κοινωνικής ύπαρξης. Να διαμορφώσει και να βάλει σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα από τα κάτω, για τους «από κάτω», που θα δίνει λύσεις στην καθημερινότητά τους,αποτινάζοντας από πάνω τους το καθεστώς της αποικίας χρέους, στο οποίο βρίσκεται η χώρα, αλλά θα αλλάζει και την κυρίαρχη ατομική και κοινωνική συνείδηση του ατομικισμού που έχει διαμορφώσει τονκυρίαρχο σημερινό ανθρωπολογικό τύπο της ελληνικής κοινωνίας, ανεξάρτητα της ταξικής του προέλευσης.
Όσα κόμματα και πολιτικές οργανώσεις θα θέλουν να βοηθήσουν σε αυτό, θα χρειασθεί να ρίξουν το βάρος τους, όχι στις εκλογές, αλλά στην αυτοοργάνωση των πολιτών.
Ένα τέτοιο κίνημα μπορεί να γίνει κάποια στιγμή πλειοψηφικό στην κοινωνία, και να την οδηγήσει σε ένα νέο «κοινωνικό συμβόλαιο» για μετάβαση σε μια μετακαπιταλιστική οργάνωσή της, αν αρνηθεί τη θέση της χώρας στα πλαίσια του παγκοσμιοποιημένου καπιταλιστικού μοντέλου ανάπτυξης και της ευρωζώνης και δε συμμορφωθεί με τα μέτρα που θα προωθήσουν οι επόμενες κυβερνήσεις, για να εξαναγκασθούν να κάνουν στάση πληρωμών τόκων και χρεολυσίων και να στραφούν στη στήριξη των συλλογικών αγαθών και μισθών ικανών να ικανοποιούν τις βιοτικές ανάγκες του πληθυσμού.
Αν διαμορφώσει συνθήκες ενδογενούς και τοπικής παραγωγής και διανομής, ώστε σημαντικές κοινωνικές κατηγορίες να βελτιώσουν τα εισοδήματά τους μέσα από την προώθηση ομάδων παραγωγών, συνεταιρισμών παραγωγών-καταναλωτών για απευθείας διακίνηση τροφίμων και άλλων χρηστικών προϊόντων χωρίς μεσάζοντες, συνεταιριστικών μικρών μαγαζιών, δικτύων διανομής και τοπικών συστημάτων ανταλλαγών με δικό τους νόμισμα κ.λ.π. Αν βοηθήσει να επαναπροσδιορισθούν γενικότερα από την κοινωνία οι βασικές μας ανάγκες και ο τρόπος ικανοποίησή τους-όσο γίνεται λιγότερο μέσω των αγορών και της ατομικής κατανάλωσης- με στήριξη στα συλλογικά αγαθά και με μικρότερο κοινωνικό και οικολογικό αποτύπωμα, επιδιώκοντας την «ευζωία με ατομική εγκράτεια και μέσα από τη συλλογική αφθονία». Επιδιώκοντας περισσότερο την αυτοανάπτυξη-αυτοπραγμάτωσή μας σαν ανθρώπινα όντα μέσα από τη συμμετοχή μας στις δομές αυτοοργάνωσης όλων των επιπέδων (οικονομικών, κοινωνικών, πολιτιστικών, πολιτικών), μέσα από τη κοινωνικοποίηση της εκπαίδευσης και παιδείας και την ενσωμάτωσή της στην κοινωνική ζωή και στην παραγωγική διαδικασία-σε ισορροπία με τη φύση -και κάτω από τον έλεγχο των πολιτών και των άμεσων παραγωγών.
3. Ο ρόλος της Τοπικοποίησης
Η Τοπικοποίηση προτείνεται σαν μια στρατηγική -στα πλαίσια της αποανάπτυξης-για στροφή σε μια αποκεντρωμένη, αυτοδιαχειριζόμενη, οικολογική και αταξική κοινωνία της ισοκατανομής πόρων και εξουσιών.
• Στήριξη όσο γίνεται περισσότερο στους τοπικούς πόρους κάθε περιοχής και όσον αφορά στη Γεωργία στις τοπικές ποικιλίες και ράτσες
• Τοπική ποιοτική παραγωγή για τις ανάγκες κυρίως της αλυσίδας: πολίτης, κοινότητα, δήμος-περιφέρεια και επικράτεια και όχι οπωσδήποτε με κριτήριο το συγκριτικό πλεονέκτημα στη παγκόσμια αγορά
• Δίκτυα Ανταλλαγών-Τοπικά Νομίσματα- Tοπική αγορά των μικρών αποστάσεων
• Μεγαλύτερη δυνατότητα συμμετοχής σε θεσμούς αυτοδιαχείρισης μικρής κλίμακας. Πιο εύκολος ο έλεγχος από την τοπική κοινωνία
Για τη χώρα μας:
Nα αναβιώσουμε το κοινοτικό πνεύμα για να ξεπεράσουμε τη κρίση, αλλά και για να αποχαιρετήσουμε τον καπιταλισμό που μας οδηγεί στη βαρβαρότητα και την οικο-καταστροφή
Θα χρειασθεί να στηριχθούμε στις κοινότητες κάθε είδους- αστικές ή της υπαίθρου, αλλά και επαγγελματικές, κοινωνικής ή συνεργατικής οικονομίας, τις κοινότητες ενδιαφερόντων ή του διαδικτύου(π.χ. κοινότητες «κοινής χρήσης» κατοικιών, αυτοκινήτων κ.λπ) -σαν κύτταρα της νέας κοινωνίας που θα επιδιώξουμε.
Εφαλτήρας για την οικονομία μπορεί να γίνει ο αγροδιατροφικός τομέας, ο τομέας ένδυσης-υπόδησης, ο ενεργειακός τομέας με αιχμή στις ΑΠΕ και ο τομέας του ήπιου οικοτουρισμού για δημιουργία επιπλέον τοπικού εισοδήματος
Εφαλτήρας για τη διαμόρφωση αντίστοιχης πολιτικής οι τοπικές κινήσεις πολιτών που παρεμβαίνοντας στις τοπικές κοινωνίες και συμμετέχοντας στις τοπικές εκλογές θα απαιτήσουν «συμμετοχικούς προϋπολογισμούς» στους δήμους.
4. Ο ρόλος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης
•Τ.Α. θέτει πόρους στη διάθεση συλλογικών δομών εργασίας, με τη μορφή κοινωνικών επιχειρήσεων (συνδυασμός αμειβόμενης εργασίας για ανέργους - εξειδικευμένης από υπαλλήλους του δήμου -εθελοντικής εργασίας από εθελοντές που μαζί με τους υπαλλήλους παίζουν το ρόλο του "εμψυχωτή")
•Δημιουργεί χώρους παραγωγής και αυτοπαραγωγής (π.χ. εργαστηρίων επαναχρησιμοποίησης ηλεκτρικών - ηλεκτρονικών ειδών, επίπλων, ρούχων, κομποστοποίησης -λιπασματοποίησης οργανικών αποβλήτων, δημοτικών λαχανόκηπων, μεταποιητηρίων γεωργικών προϊόντων κ.λπ.)
•Χώρους απασχόλησης παιδιών ,ανταλλαγής ειδών από «δεύτερο χέρι»,γραφείων «συνταξιδιωτών» κ.λπ
•οργάνωση γραφείων-συνεργείων από άνεργους αρχιτέκτονες-οικοδόμους για κατασκευή-μετατροπή κτιρίων σε βιοκλιματικά, συνεργείων για τη δημιουργία «πράσινων στεγών» και «ηλιακών στεγών»
•Ειδική περίπτωση: αυτοδιαχειριζόμενα συνεργεία και όχι ιδιώτες εργολάβοι να αναλαμβάνουν συγκεκριμένες εργασίες του δήμου
5. Ο ρόλος του κοινοτισμού
Ο ρόλος του κοινοτισμού για το ξεπέρασμα της σημερινής κρίσης (αλλά και για το πέρασμα σε μετακαπιταλιστική κοινωνία) θα είναι πολύ σημαντικός:
• Να αναβιώσουμε και σήμερα το κοινοτικό πνεύμα για να ξεπεράσουμε τη κρίση, αλλά και για να αποχαιρετήσουμε τον καπιταλισμό που μας οδηγεί στη βαρβαρότητα και την οικο-καταστροφή
• Να στηριχθούμε στις κοινότητες σαν κύτταρα της νέας κοινωνίας που θα επιδιώξουμε.
• Όχι μόνο στις χωρικές-αστικές ή της υπαίθρου-αλλά και στις επαγγελματικές, τα εγχειρήματα της κοινωνικής-συνεργατικής οικονομίας ή τις κοινότητες ενδιαφερόντων ή του διαδικτύου (π.χ. κοινότητες «κοινής χρήσης» κατοικιών, αυτοκινήτων κ.λπ)
Σήμερα υπάρχουν ήδη πάνω από 2600 εγχειρήματα κοινοτικού χαρακτήρα στη χώρα, που δεν περιμένουν την επανάσταση ή κάποια «κυβέρνηση κοινωνικής σωτηρίας» για να δώσει λύση. Εμφορούνται από την αντίληψη ότι μπορούν να δημιουργήσουν από τώρα στοιχεία «του κόσμου που θέλουν, μέσα στον κόσμο που θέλουν να ανατρέψουν και να αφήσουν πίσω τους».
Η δική μας συνολική πρόταση:
Να διαμορφωθεί «από τα κάτω» και από τους έλληνες «από κάτω» ένα απαραίτητο ρεαλιστικό και ελκυστικό πρόγραμμα για το ξεπέρασμα της κρίσης και συγχρόνως για τη μετάβαση σε μια μετακαπιταλιστική κοινωνία, σε μια κοινωνία δημοκρατικής αυτονομίας που θα στηριχθεί:
• στην οικονομία των βιοτικών αναγκών όσον αφορά στο περιεχόμενο,
• στον συνεργατισμό-συνεταιρισμό όσον αφορά στις σχέσεις παραγωγής,
• στη συλλογική-κοινοτική-δημοτική ιδιοκτησία όσον αφορά στα μέσα παραγωγής,
• στην εγγύτητα και τις μικρές αποστάσεις όσον αφορά στο μικρότερο δυνατό οικολογικό αποτύπωμα,
• στην άμεση δημοκρατία των συνελεύσεων και των ανακλητών εκπροσώπων, όσο αφορά στις διαδικασίες αποφάσεων, πολιτικής θέσμισης και διακυβέρνησης
6. Ο Συνομοσπονδισμός
Εφαλτήρας για τη διαμόρφωση της κοινοτικής πολιτικής θέσμισης οι τοπικές κινήσεις πολιτών για τη δημοκρατική αυτονομία –με τη μορφή της δημοκρατίας εν δράσει και κοινή ονομασία π.χ. Κίνηση για τη "Δημοκρατική Αυτονομία"-που παρεμβαίνοντας στις τοπικές κοινωνίες στη βάση των προβλημάτων της καθημερινότητας και δημιουργώντας θεσμούς άμεσης δημοκρατίας σε όλα τα επίπεδα- θα μπορέσουν-συνδεόμενες και μεταξύ τους- να διαμορφώσουν ένα πρόγραμμα μετάβασης σε ένα σύστημα αποκεντρωμένης δημοκρατικής αυτονομίας και κοινοτισμού, σε μια κοινωνία ελευθερίας, ειρήνης, κοινωνικής και φυλετικής ισότητας, δικαιοσύνης και οικολογικής ισορροπίας.
Αυτές οι Κινήσεις θα απαιτήσουν από τους υπάρχοντες δήμους«συμμετοχικούς προϋπολογισμούς και προγραμματισμούς»(οργανώνοντας π.χ. στις γειτονιές των πόλεων και τα χωριά συνελεύσεις πολιτών όπου θα γίνονται οι προτάσεις και θα αποφασίζονται οι προτεραιότητες και στη συνέχεια Συντονιστικά Συμβούλια με ανακλητούς εκπροσώπους[1] για την προώθηση των λύσεων προς την Τ.Α. Όταν μπορέσουν να αλλάξουν τους πολιτικούς συσχετισμούς και συμμετέχοντας στις τοπικές εκλογές πάρουν την πλειοψηφία σε κάποιους δήμους, τότε τους μετατρέπουν σε θεσμούς πραγματικής αυτοδιοίκησης και αυτοκυβέρνησης (μικραίνοντας το μέγεθός τους-επιστρέφοντας τουλάχιστον στο καποδιστριακό τους μέγεθος- και θεσμοθετώντας τηνκοινότητα δρόμου στις πόλεις και την αγροτική κοινότητα σαν το μικρότερο κύτταρο της δημοκρατικής αυτονομίας, τα Συμβούλια Συνοικιών στη συνέχεια και τα Συμβούλια Πόλης.
Όταν γίνει αυτό σε αρκετούς δήμους τους ομοσπονδοποιούν και λειτουργούν για ένα πιθανά μεγάλο διάστημα σαν αυτόνομη ομοσπονδίασε σχέση συμπλήρωσης, αντιπαράθεσης και ρήξης με το κεντρικό κράτος( ένα είδος δυαδικής αντιεξουσίας) έως ότου καταλήξουμε σε ένα νέο «Κοινωνικό Συμβόλαιο» και μια δημοκρατική συνομοσπονδιακή κοινοπολιτεία στην ελληνική επικράτεια (ελπίζουμε ειρηνικά και αναίμακτα, αλλά και προετοιμαζόμενοι για πιθανές συγκρούσεις με αυτοάμυνα και αντίσταση και μεθόδους που θα έχει αναπτύξει το κίνημα εντωμεταξύ).
Από τον «αδύνατο καπιταλιστικό κρίκο της «Ενωμένης Ευρώπης» να μετατρέψουμε τη χώρα σε κόμβο κοινωνικής, πολιτικής και οικολογικής ανάτασης στα πλαίσια του πραγματικού μας «οίκου» που είναι η Μεσόγειος και τα Βαλκάνια. Όπου ανεξάρτητα των θρησκευτικών και φυλετικών διαφορών, καθώς και συνόρων, μπορούν να δημιουργηθούνσυνομοσπονδισμένες βιοπεριφέρειες, που θα στηρίζονται σε ένα εκτεταμένο δίκτυο συνεργασιών και μεταξύ τους ροών και θα αναπτύσσουν το μοντέλο της ευζωίας χωρίς «ανάπτυξη» και καταναλωτισμό , αλλά με κοινωνική ισότητα και ατομική εγκράτεια, στηριζόμενοι στα κοινωνικά και συλλογικά αγαθά και την άμεση δημοκρατία.
7. Ο ρόλος και η έννοια της Βιο-περιφέρειας στα πλαίσια της στρατηγικής της τοπικοποίησης (Ρεγκιοναλισμού)
Δεν ταυτίζεται με την έννοια της διοικητικής περιφέρειας, όπως εκφράζεται στον «Καλλικράτη», όπου είναι μια δομή του περιφερειακού κράτους. Ούτε 100% με την έννοια της γεωγραφικής περιφέρειας. Το ίδιο δεν ταυτίζεται με την έννοια ενός οικοσυστήματος ή μιας οικοπεριοχής- όπως ορίζονται στην επιστήμη της οικολογίας- γιατί είναι συνήθως μεγαλύτερη. Δεν ταυτίζεται επίσης με μια οικοζώνη, από την οποία είναι μικρότερη. Πρόκειται για μια οικολογική και γεωγραφική ταυτόχρονα περιοχή, που αποτελεί ένα χώρο με κοινές φυσικές και γεωγραφικές συνθήκες, αρκετό για να εξασφαλίζει τους κύκλους της ζωής και των θρεπτικών φυσικών στοιχείων και υλικών, καθώς και την ενσωμάτωση των αποβλήτων, αλλά και κοινές ιστορικές καταβολές και ηθικές αξίες των ανθρώπινων κοινοτήτων της, που της δίνουν μια ταυτότητα.
Χαρακτηρίζεται από τον τρόπο που εντάσσεται η ανθρώπινη κοινωνία της με το φυσικό της περιβάλλον. Από το πως δένονται οι διανθρώπινες σχέσεις με τους τοπικούς φυσικούς πόρους, όπως π.χ με τις λεκάνες απορροής του νερού, με τις άλλες μορφές ζωής και το πλέγμα των οικοσυστημάτων της περιοχής, εξασφαλίζοντας την αρμονική ενότητα του τόπου, της κοινότητας των ανθρώπων που τον κατοικούν και του συνόλου των παραγωγικών τους δραστηριοτήτων. Η εγγύτητα καθορίζει τη διαχείριση των εισροών και των εκροών των παραγωγικών μονάδων και των ανταλλαγών, με βάση τη σχετική αυτάρκεια-αυτοδυναμία της. Μπορεί να είναι μια περιοχή στα πλαίσια μιας νομαρχίας του παρελθόντος (π.χ. Μαγνησίας) με 1-2 αστικούς δήμους και μερικούς περιφερειακούς δήμους και κοινότητες, που μπορεί να εξασφαλίζει αυτοδυναμία πόρων και ενέργειας. Μπορεί βέβαια να επεκταθεί και στα πλαίσια μιας υπάρχουσας περιφέρειας του "Καλλικράτη", όπως η Θεσσαλία, αλλά θα εξαρτάται και από τον ανθρώπινο πληθυσμό της που δε θα πρέπει να υπερβαίνει το 1.000.000. Πολλές φορές θα χρειασθεί να μη ληφθούν υπόψη υπάρχοντα εθνικά σύνορα και να διαμορφωθεί από το διασυνοριακό κίνημα του συνομοσπονδισμού «σκιωδώς» διασυνοριακά!
Για τον καθορισμό της λοιπόν σαν μια δομή στα πλαίσια της ελλαδικής Αυτοδιοίκησης με τα σημερινά δεδομένα του Καλλικράτη, απαιτείται νομική παρέμβαση από τη πλευρά της υπάρχουσας κεντρικής εξουσίας με νέο νόμο για την Τοπική Αυτοδιοίκηση και με μεταφορά πόρων προς αυτήν. Για την ολοκλήρωσή της όμως σαν θεσμός άμεσης δημοκρατίας, θα απαιτηθεί ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο από μια μετακαπιταλιστική κοινωνία μετάβασης στην άμεση δημοκρατία και τον δημοκρατικό συνομοσπονδισμό, και μάλιστα με επέκταση στα Βαλκάνια και τη Μεσόγειο.
Η Αυτοδιοίκηση στα πλαίσια μιας τέτοιας βιοπεριφέρειας μπορεί να στηρίζεται σε δομές σαν τις παρακάτω:
• Πέρα από τη πυρηνική οικογένεια, είναι επιθυμητό να δημιουργηθούν και να επικρατήσουν «διευρυμένες» οικογένειες (όχι γενετικής συγγένειας, αλλά περισσότερο ιδεολογικής συγγένειας και με όλες τις ηλικίες- η τρίτη ηλικία μπορεί να είναι πολύ χρήσιμη , η επιβίωσή της αδύνατη στο μέλλον από ένα καταρρέον συνταξιοδοτικό σύστημα), σαν κύτταρα των μελλοντικών χωρικών κοινοτήτων-δήμων. Το κοινό χαρακτηριστικό τους το «κοινό ταμείο».
• Στην επανασύσταση ως αυτοδιοικητικών μονάδων των υπαρχόντων χωρικών κοινοτήτων της υπαίθρου της.
• Στην επανασύσταση των μικρών δήμων, με το χωρισμό των μεγάλων πόλεων σε δήμους κάτω των 50.000 κατοίκων, οι οποίοι συστήνουν με τη σειρά τους αστικές κοινότητες με βάση τις οδούς στις γειτονιές των πόλεων που δεν ξεπερνούν π.χ. τους 1000-2000 κατοίκους.
8. Η παρέμβαση των Τοπικών Κινήσεων Δημοκρατικής Αυτονομίας με βάση τη Βιοπεριφέρεια:
Έως ότου επιτευχθεί αυτό με νόμο από τη Κεντρική Εξουσία, το κίνημα για την Δημοκρατική Αυτονομία… (και οι αναφερθείσες Τοπικές Κινήσεις Πολιτών που θα έχει δημιουργήσει) λειτουργεί και παρεμβαίνει με βάση τη παραπάνω «σκιώδη»διαμόρφωση της Τ.Α. από τη δική του μεριά (π.χ. τον «Καλλικρατικό Βόλο» θα τον χωρίσει σε Βόλο και Νέα Ιωνία, όπως ήταν πριν το «Καλλικράτη), σε αντιπαράθεση με την υφιστάμενη Τ.Α., όσο αυτή υπάρχει. Συστήνει λοιπόν στα χωριά και στις πόλεις, με βάση την οδό( σε μεγάλη πόλη) ή την μικρή γειτονιά-σαν κοινοτικά κύτταρα- Συνελεύσεις Πολιτών(ΣΠ), όπου συμμετέχουν, συζητούν και αποφασίζουν-όσοι ενεργοί πολίτες ενδιαφέρονται στην αρχή και στη συνέχεια όσοι πείθονται ότι έχει σημασία για αυτούς- για τον προγραμματισμό και τον προϋπολογισμό του δήμου στον οποίο ανήκουν. Συστήνει επακόλουθα με εκλεγμένα και ανακλητά μέλη (με ποσόστωση 50-50 άνδρες γυναίκες και ανεξάρτητα της υπηκοότητας των πολιτών) Συντονιστικά Συμβούλια Κοινοτήτων(ΣΣΚ)- αυτών των υπό διαμόρφωση κοινοτήτων- για την προώθηση των αποφάσεών τους προς τα υπάρχοντα δημοτικά συμβούλια, θέτοντάς τα προ των ευθυνών τους και πιέζοντάς τα να τις λάβουν υπόψη στον προγραμματισμό-προϋπολογισμό του υπάρχοντος δήμου. Καλύτερα θα μπορούσε να συσταθεί μια επιπλέον δομή, δηλαδή από όλα τα ΣΣΚ εκλέγεται ένα ολιγομελές Συντονιστικό Συμβούλιο Πόλης (ΣΣΠ) ήΣυντονιστικό Συμβούλιο Ενότητας Χωριών (ΣΣΕΧ)-όπου με την Ενότητα Χωριών εννοούμε κοντινά χωριά που ανήκαν πριν σε «Καποδιστριακό Δήμο»- που θα αναλάβει την προώθηση των αποφάσεων των υπό διαμόρφωση κοινοτήτων ανάλογα με την προτεραιότητα των αναγκών τους, την οποία προτεραιότητα αποφασίζει δημοκρατικά το ΣΣΠ ή ΣΣΕΧ, προς τους δήμους.
Από όλα τα ΣΣΠ και ΣΣΕΧ εκλέγεται δημοκρατικά με ανακλητά μέλη και την ίδια ποσόστωση το Συντονιστικό Περιφερειακό Συμβούλιο (ΣΠΣ), το οποίο παρεμβαίνει στην υπάρχουσα Περιφέρεια και προωθεί εκείνα τα αιτήματα των κοινοτήτων που αφορούν στην Περιφέρεια.
Ένα τέτοιο Σύστημα Συμβουλίων (ΣΣ), εξελισσόμενο από βαθμίδα σε βαθμίδα, θα αποτελέσει τον πολιτικό κορμό για τη μετάβαση σε μια κοινωνία Δημοκρατικής Αυτονομίας και θα πρέπει να ενεργοποιήσει και να εμπλέξει όσο γίνεται μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού στις διεργασίες του, ώστε το πρόγραμμα μετάβασης που θα αναπτύξει να είναι όσο γίνεται πιο αντιπροσωπευτικό.
Επειδή θεωρούμε τον αγροδιατροφικό τομέα σαν εφαλτήρα για τη μετάβαση προς αυτή την κατεύθυνση θα είναι από την αρχή αναγκαίο να συσταθεί και ιδιαίτερο Συντονιστικό Συμβούλιο Αγροδιατροφικού Τομέα (ΣΣΑΤ), το οποίο με βάση τις διατροφικές ανάγκες που θα έχουν προταθεί από τις υπό διαμόρφωση Κοινότητες και σε συνεργασία με το ΣΣ, θα ολοκληρώσει και ένα πρόγραμμα για τις αγροδιατροφικές οικονομικές δραστηριότητες στα πλαίσια του κάθε δήμου και στη συνέχεια της περιφέρειας. Επίσης θα είναι σημαντικό να γίνει σε κάθε δήμο ένα ιδιαίτερο Συμβούλιο Δημοτικού Τομέα Οικονομίας (ΣΔΤΟ),για τη στήριξη του ιδιαίτερου οικονομικού ρόλου του δήμου που θα αφορά σε όλους τους πολίτες
Το ίδιο θα χρειασθεί να γίνει και για κάθε άλλον τομέα της οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας-στηριγμένης στη συνεργατική και συνεταιριστική οργάνωσή της- στους δήμους και τις περιφέρειες, όπως για την υγεία, την χειραφετητική παιδεία-εκπαίδευση, τη δικαιοσύνη, τη βιοτεχνική- βιομηχανική παραγωγή, τον ενεργειακό εφοδιασμό, τοπεριβάλλον και την οικολογική ισορροπία, την αυτοάμυνα κ.λπ.
9. Και μια σημείωση σχετικά με την ιδιοκτησία
Το ζήτημα δεν μπορεί να ξεκαθαρισθεί εκ των προτέρων και θα εξαρτηθεί από τις οικονομικές δομές που θα δημιουργήσει κάθε τοπική κοινωνία ισοκατανομής (οικονομικής-κοινωνικής-οικολογικής-πολιτικής). Από τη στιγμή όμως που το βασικό κύτταρό της θα είναι η κοινότητα, είτε χωρική θα είναι αυτή, είτε δραστηριοτήτων, είτε ενδιαφερόντων, είναι προφανές ότι θα προάγεται η συλλογική ιδιοκτησία. Η ατομική δεν θα έχει καμία τύχη, γιατί οι άνθρωποι θα οργανώσουν την καθημερινότητά τους βασισμένοι στις αξίες της συλλογικότητας και της αλληλεγγύης. Μάλλον δεν θα προτιμήσουν την πυρηνική οικογένεια, αλλά τη «διευρυμένη οικογένεια» που θα περιλαμβάνει περισσότερους γονείς καθώς και τις 3 γενιές τους (παππούδες-γιαγιάδες-παιδιά), εκφράζοντας έτσι την αλληλεγγύη των γενιών. Θα είναι η ευνοϊκότερη (σε σχέση με την πυρηνική οικογένεια) εξέλιξη της παλιάς αυτοδύναμης-αυτάρκους πολυπληθούς πατριαρχικής ή μητριαρχικής οικογένειας (Οι υπάρχουσες σήμερα "ομάδες συγγένειας" της καθημερινής ζωής ή οι οικοκοινότητες, μπορούν να δώσουν μια εικόνα της «διευρυμένης οικογένειας»).
Αυτό σημαίνει λοιπόν ότι θα χάσει το έδαφος κάτω από τα πόδια της η ατομική ιδιοκτησία και θα εντάσσεται με τη θέλησή της στη συλλογική-κοινοτική ή ακόμα καλύτερα στη δημοτική ιδιοκτησία, αφού θα δοθεί προτεραιότητα στον δημοτικό τομέα οικονομίας. Δεν θα χρειασθεί να γίνει «δημοτικοποίηση» των μέσων παραγωγής και της γης (με νόμο και με βία), όπως απαίτησε η «κρατικοποίηση», όπου εφαρμόσθηκε μέχρι τώρα.

Τι να κάνουμε: τα πρώτα βήματα, μετά τη κατάρρευση της οικονομίας και της πολιτικής των «μνημονίων»

Περισσότερα στο:
http://topikopoiisi.blogspot.gr/p/blog-page_10.html


Επισκεφθείτε και την νέα ιστοσελίδα μας: http://www.topikopoiisi.eu/






Παρασκευή, 17 Μαΐου 2013

Aυτός ο συνδικαλισμός έχει τελειώσει!



Των Δημήτρη Μητρόπουλου και Στάθη Κατσούλα *
1. Η χθεσινή εξέλιξη συνιστά σαφή ήττα της ΟΛΜΕ και του συνδικαλιστικού κινήματος συνολικά. Ήταν η χειρότερη δυνατή εξέλιξη και αποτελεί καθαρό πραξικόπημα η μεθόδευση της λήξης της απεργίας. Από τις πρώτες κιόλας ώρες της συνέλευσης των προέδρων ΕΛΜΕ φάνηκε ότι δεν υπήρχε πρόταση για σπάσιμο της επιστράτευσης. Δεν υπήρξε ένα μπλοκ δυνάμεων μέσα στην συνέλευση προέδρων, ή μέσα στο ΔΣ της ΟΛΜΕ το οποίο να προσπαθήσει έστω να ανιχνεύσει με ειλικρινή τρόπο το σπάσιμο της επιστράτευσης. Η βασική κατεύθυνση ήταν η αναζήτηση μιας ηρωικής εξόδου από το αδιέξοδο στο οποίο είχε υποβληθεί. Υπήρξαν χειρισμοί (κατά τη διάρκεια των ψηφοφοριών) και τακτικισμοί σχετικά με το «πώς θα παρουσιάσουμε στον κόσμο το σπάσιμο της απεργίας». Η χθεσινή εξέλιξη θα βρει οργισμένο τον κόσμο, λόγω του τρόπου που τον χειρίστηκε η ηγεσία της ΟΛΜΕ.
Είτε αυτούς που ψήφιζαν με σκοπό να σπάσουν την επιστράτευση, αλλά ακόμα και συναδέλφους που ψήφιζαν απεργία συμβολικά. Χιλιάδες εκπαιδευτικοί πίστεψαν και στρατεύτηκαν σε έναν αγώνα, που η κατάληξη για πολλούς από αυτούς είναι μια απογοήτευση, απελπισία και οργή ενάντια στις παρατάξεις και τους συνδικαλιστικούς εκπροσώπους.
2. Μετά την άτακτη υποχώρηση της πλειοψηφίας της ΟΛΜΕ, είναι ανάγκη να δούμε όλο το χρονικό και την στάση συνδικαλιστικών και πολιτικών δυνάμεων, για να βγάλουμε ουσιαστικά συμπεράσματα, πέρα από την σκόνη που σηκώνουν τα διάφορα συνδικαλιστικά τερτίπια. Λίγο πριν το Πάσχα ψηφίζεται το πολυνομοσχέδιο εφαρμογής του 3ου μνημονίου.
Μέσα εκεί εισάγεται ρύθμιση για το ωράριο των εκπαιδευτικών. Με αφορμή αυτό και τις απολύσεις που φέρνει, το ΔΣ της ΟΛΜΕ, μέσα στην μεγάλη βδομάδα, καταλήγει σε εισήγηση για απεργία μέσα στις πανελλαδικές.
Την πρόταση θέτουν οι Παρεμβάσεις-Συσπειρώσεις, χωρίς όμως ξεκάθαρη στρατηγική για το που και πως το πάνε. Συμφωνεί και η παράταξη του ΣΥΡΙΖΑ. Μετά από μια θυελλώδη συνεδρίαση του ΔΣ της ΟΛΜΕ διάφορες «ντρίπλες» από ΔΑΚΕ-ΠΑΣΚ την ψηφίζουν κι αυτές οι παρατάξεις, με καθαρό όμως ότι δεν την θέλουν, αλλά προσπαθούν να διαχειριστούν την πίεση που νιώθουν από την οργή του κλάδου απέναντι στις απολύσεις και τον εξευτελισμό τους. Και εντός της ΟΛΜΕ και εκτός, αφού ο πρόεδρος της ΟΛΜΕ (ΔΑΚΕ) από πολύ νωρίς σε δηλώσεις σε ΜΜΕ δίνει το σήμα ότι αν επιστρατεύσουν τους εκπαιδευτικούς δεν θα την υλοποιήσουν.
Το ΠΑΜΕ και το ΚΚΕ (Σοφιανός) δηλώνει ότι διαφωνεί με την απεργία στις εξετάσεις. Προτείνει μια κλασική απεργία διαμαρτυρίας (48ωρη). Το ντύνει βέβαια με κορώνες για κλιμάκωση, όμως για όσους γνωρίζουν τα πράγματα η πρόταση του σήμαινε ότι η όποια «κλιμάκωση» θα ερχόταν, για καταστατικούς λόγους, 5 μέρες μετά την 48ωρη. Δηλαδή οι εκπαιδευτικοί θα έκαναν 48ωρη, μετά θα πήγαιναν στα σχολεία και μετά στην μέση των πανελλαδικών θα «κλιμάκωναν». Είναι φανερό ότι η διαφοροποίηση του ΠΑΜΕ ήταν λόγω γραμμής (οι αγώνες δεν μπορούν να νικήσουν, άρα μόνο αγώνες διαμαρτυρίας) και όχι λόγω σχεδιασμού «κλιμάκωσης» και απόκρουσης των «μικροκομματικών» παιχνιδιών του κυβερνητικού συνδικαλισμού.
Με το που βγαίνει η επιστράτευση η ΔΑΚΕ ζυμώνει ότι δεν μπορούμε να απεργήσουμε. Η ΠΑΣΚ άφαντη. Το ΠΑΜΕ δεν παίρνει θέση, το ίδιο και ο ΣΥΡΙΖΑ, ενώ η πλειοψηφία των παρεμβάσεων καλεί σε συνέχεια, αλλά με θολούρα για το τι εννοεί ο καθένας. Έτσι από το Σάββατο που ο Σαμαράς επιστράτευσε τους εκπαιδευτικούς μέχρι και την Τρίτη που η εισήγηση του ΔΣ της ΟΛΜΕ (που βγήκε σε συνθήκες μη-επιστράτευσης) κατέβηκε σε χιλιάδες εκπαιδευτικούς, το ΔΣ της ΟΛΜΕ δεν πήρε καμία θέση, δεν έκανε καμία προσθήκη στην εισήγηση για απεργία!!! Ενώ όλος ο κόσμος συζητούσε για το αν οι εκπαιδευτικοί θα κάνουν πολιτική ανυπακοή και θα υλοποιήσουν την απεργία τους – με πιθανές ποινικές (φυλάκιση) και εργασιακές (απόλυση) κυρώσεις – οι συνδικαλιστικές ηγεσίες ΔΑΚΕ-ΠΑΣΚ-ΣΥΡΙΖΑ δεν συζήτησαν καν τι στάση πρέπει να κρατήσουν! Και ενώ έσπερναν τον ψίθυρο στα σχολεία ότι δεν μπορούμε να απεργήσουμε επιστρατευμένοι έλεγαν να ψηφιστεί η εισήγηση του ΔΣ της ΟΛΜΕ, για πολιτικό συμβολισμό για να μην υπάρξει επικοινωνιακή ήττα απέναντι στην κυβέρνηση!!!
Έτσι φτάσαμε στο αδιέξοδο της ΓΣ των προέδρων, με την γνωστή αντιδημοκρατική στην διαδικασία και διαλυτική στην πολιτική ουσία μεθόδευση. Όντως σε πολλές συνελεύσεις ενώ στα κείμενα που ψηφίστηκαν αποφάσιζαν απεργία, στην συζήτηση μέσα στην συνέλευση έλεγαν καθαρά ότι δεν μπορούν αν την εφαρμόσουν λόγω επιστράτευσης. Ή σε μια άλλη εκδοχή ότι θα την εφαρμόσουμε μόνο αν γίνει παλλαϊκός ξεσηκωμός, πράγμα δύσκολο. Αυτός ο διαλυτικός ψίθυρος ασάφειας, επικοινωνιακής διαχείρισης και μη ανάληψης της πολιτικής ευθύνης, από το Σάββατο ως τις συνελεύσεις της Τρίτης, δημιούργησε το πλαίσιο για 57 προέδρους ΕΛΜΕ (από τους 85), να δηλώσουν ότι δεν ξέρουν αν έχουμε τους όρους για υλοποίηση της απεργίας ή όχι…
3. Στην ουσία, το χθεσινό αδιέξοδο ήταν προδιαγεγραμμένο εδώ και μέρες. Η εισήγηση της ΟΛΜΕ για απεργία ήταν λίγη και δεν έφτανε, από τη στιγμή που η κυβέρνηση αποφάσισε την επιστράτευση των απεργών. Ήταν λάθος το ότι την Κυριακή 12/5, στη συνάντηση των ΕΛΜΕ Αττικής, και με δεδομένη την επιστράτευση, η ΟΛΜΕ δεν διόρθωσε την εισήγησή της παρότι ήταν γνωστό ότι η κυβέρνηση θα επιστρατεύσει τους απεργούς. Ήταν έγκλημα ωστόσο, ότι η ΟΛΜΕ έβαλε τον κόσμο στις συνελεύσεις της Τρίτης να ψηφίζει «ναι ή όχι στην απεργία» ενώ το πραγματικό επίδικο το οποίο θα το έβρισκε μπροστά της (όπως και το βρήκε) ήταν το «σπάμε ή δεν σπάμε την επιστράτευση». Η ΟΛΜΕ μετέφερε διαρκώς ένα καυτό ερώτημα και το απάντησε στη χειρότερη στιγμή με το χειρότερο τρόπο: «Ψηφίζουμε την εισήγηση της ΟΛΜΕ (απεργία) αλλά δεν κάνουμε την απεργία)». (ΠΑΣΚ, ΔΑΚΕ, ΣΥΝΕΚ). Την ίδια στιγμή που στο ίδιο αποτέλεσμα κατέληγαν και το λευκό, το παρόν, κλπ.
Στην ουσία το πρόβλημα είναι ότι όλες τις τελευταίες μέρες με αποκορύφωμα το αδιέξοδο της συνέλευσης των προέδρων των ΕΛΜΕ, δεν υπήρξε «ανάληψη ευθύνης». Θα ήταν διαφορετικό, αν το ερώτημα των συνελεύσεων ΕΛΜΕ ήταν πιο πραγματικό και επικαιροποιημένο σε σχέση με τις προθέσεις της κυβέρνησης για επιστράτευση. Θα υπήρχε από νωρίς (Τρίτη) μια εικόνα για τις διαθέσεις του κόσμου και σίγουρα θα είχε αποφευχθεί το σύρσιμο πίσω από τις διαθέσεις ΠΑΣΚ – ΔΑΚΕ και το φιάσκο της συνέλευσης των προέδρων ΕΛΜΕ. Η αμηχανία φάνηκε ήδη από τις συνελεύσεις ΕΛΜΕ. Μόνο σε 3-4 από αυτές, συζητήθηκε και πάρθηκαν ουσιαστικές αποφάσεις για το θέμα της επιστράτευσης.
4. Η ΟΛΜΕ κέρδισε προσωρινά την εμπιστοσύνη του κόσμου. Την έχασε όμως ξανά μέσα σε λίγες ώρες. Η χθεσινή κατάληξη προσφέρεται ωστόσογια ορισμένα συμπεράσματα τα οποία πρέπει να πάνε στην πολιτική και όχι στην ανταλλαγή καταγγελιών για τα διαδικαστικά θέματα. Είναι εύκολο να καταγγελθούν οι μεθοδεύσεις του ΣΥΡΙΖΑ. Το πρόβλημα όμως είναι η πολιτική του. Στις 2 αυτές βδομάδες τέθηκαν συγκεκριμένες γραμμές. Από ΔΑΚΕ-ΠΑΣΚ η γραμμή να πούμε ότι απευθυνθήκαμε στον κλάδο αλλά αυτός δεν ακολούθησε. Ο κλάδος όμως πήγε στις συνελεύσεις και οι φιλοκυβερνητικές δυνάμεις έψαξαν δρόμο διαφυγής.
Ο Σύριζα δεν πήρε την παραμικρή πολιτική ευθύνη για πολιτική στήριξη της απεργίας. Με τακτικισμούς η ηγεσία «στήριζε τα αιτήματα, αλλά δεν μπορούσε να έχει γνώμη για τους τρόπους πάλης», η κοινοβουλευτική ομάδα ήταν εξαφανισμένη, στελέχη ζητούσαν πάγωμα και επαναφορά του προεδρικού διατάγματος μετά τις εξετάσεις, την ίδια στιγμή που οι συνάδελφοι ακόμα και στις συνελεύσεις ΕΛΜΕ ζητούσαν ξεκάθαρη – πολιτική στήριξη από την αξιωματική αντιπολίτευση. Στην ΟΛΜΕψήφισε μια απεργία που όμως δεν την υποστήριξε. Ούτε σαν κόμμα, ούτε σαν παράταξη όταν δεν έθεσε στο ΔΣ της ΟΛΜΕ ζήτημα με το τι κάνουμε με την επιστράτευση. Ο Σύριζα (όχι άδικα) θα χρεωθεί σε μεγάλο βαθμό τη λήξη της απεργίας.
Το ΚΚΕ από την αρχή προβόκαρε ανοιχτά την απεργία. Θεωρούσε ότι πλήττει τη λαϊκή οικογένεια, η ΚΝΕ με ανακοίνωσή της ευχόταν στους μαθητές καλή επιτυχία στις εξετάσεις πολεμώντας την απεργία, το ΠΑΜΕ ψήφισε μια απεργία φιάσκο στην ΑΔΕΔΥ μαζί με ΠΑΣΚ – ΔΑΚΕ, στις συνελεύσεις των ΕΛΜΕ δεν τόλμησε να μιλήσει για σπάσιμο της επιστράτευσης, ενώ στη συνέλευση προέδρων είχε μια τυπική παρουσία αναμένοντας το αδιέξοδο ώστε να πανηγυρίσει τη «δικαίωση». Ψήφισε παρών θεωρώντας ότι βγάζει την ουρά του απ’ έξω, με τη διαρκή επίκληση «βγάλε τα συμπεράσματά σου»
Στις υπόλοιπες δυνάμεις της αριστεράς δεν υπήρχε ενιαίο κέντρο με ενιαίες εκτιμήσεις. Ένα τμήμα έλεγε ότι είναι αριστερισμός να βάλουμε μερικές χιλιάδες κόσμο στην απειλή της απόλυσης και άρα λέμε απεργία μήπως και γίνουν γενικότερες εξελίξεις και αν δεν γίνουν αναδιπλωνόμαστε. Είναι «δεξιά» μια τέτοια τοποθέτηση; Όχι, αλλά ξεχνάει ότι υπήρξε τμήμα του κλάδου που είχε διάθεση να το παλέψει. Και σε αυτό το δυναμικό, που παίζει κορώνα γράμματα την δουλειά του και το αυτόφωρο δεν ελίσσεσαι μέσα σε συνδικαλιστικούς λαβυρίνθους για τις εντυπώσεις. Χρειαζόντουσαν καθαρές απαντήσεις. Ποιοι είναι οι όροι και οι προϋποθέσεις; Χωρίς ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ δεν πάμε; Καθαρά. Χωρίς επικοινωνιακά μισόλογα. Ένα άλλο τμήμα της αριστεράς έλεγε ότι πρέπει να το παλέψουμε. Να το ρισκάρουμε.
Ότι είναι χειρότερο να μπούμε στο γύψο αμαχητί. Ότι κάτι τέτοιο θα φέρει χειρότερες συνέπειες, από τις απώλειες μιας σύγκρουσης. Και ότι ίσως δημιουργήσει και προϋποθέσεις μιας πιο κεντρικής σύγκρουσης με την κυβέρνηση. Τι θα έκανε η κυβέρνηση μπροστά σε 5.000 απεργούς που δηλώνουν πολιτική ανυπακοή στην επιστράτευση; Απόλυση και παραδειγματική τιμωρία; Διάσπαση τους; Η πρόταση αυτή χρειαζόταν δύο εναλλακτικές. Η ένα σοβαρό αγωνιστικό μπλοκ από Παρεμβάσεις-ΣΥΡΙΖΑ-ΠΑΜΕ που να την στηρίξει από Σάββατο που ο Σαμαράς έβγαλε την επιστράτευση.
Μέσα στα σχολεία, μέσα στις συνελεύσεις, με μέτρα που να δείχνουν αποφασιστικότητα. Και να προσπαθήσει να πλειοψηφήσει αυτό το μπλοκ στην ΓΣ των προέδρων. Να αναλάβει η ΓΣ την πολιτική ευθύνη για μια τέτοια πολιτική ανυπακοή (είχε ξεφύγει ποια από το σκέτη απεργία) και όχι να αφήσει τον κάθε συνάδελφο μόνο του. Κάτι τέτοιο όμως δεν υπήρχε και είναι γνωστή η στάση ΠΑΜΕ και ΣΥΡΙΖΑ και συνδικαλιστικά και κεντρικά. Ή διαφορετικά να πόνταρε σε μια μαζική αποφασιστικότητα πολιτικής ανυπακοής από τις συνελεύσεις, από τα κάτω, που θα έπαιρνε, μαζί με ένα μέρος της αριστεράς, την ευθύνη για κάτι τέτοιο. Όμως κάτι τέτοιο δεν υπήρξε. Οι χιλιάδες εκπαιδευτικοί στις συνελεύσεις καταλάβαιναν ότι πήγαιναν για σφοδρή σύγκρουση και στις συνελεύσεις πήγαν να ακούσουν περισσότερο, αν αναλαμβάνει κάποιος την ευθύνη και πως, για την άρνηση της επιστράτευσης. Κάτι τέτοιο όμως ακούστηκε σποραδικά (σε μονοψήφιο αριθμό ΕΛΜΕ) και μαζικό ρεύμα πολιτικής ανυπακοής από τα κάτω δεν διαμορφώθηκε.
5. Μετά από αρκετούς μήνες νηνεμίας και «κοινωνικής ειρήνης» βγήκε στο προσκήνιο μια κοινωνική αντιπαράθεση της κυβέρνησης με τους καθηγητές. Μια αντιπαράθεση με αφορμή την αύξηση του ωραρίου και τις επερχόμενες απολύσεις. Μετά την κήρυξη της πρόθεσης του ΔΣ της ΟΛΜΕ για απεργία στις εξετάσεις και την επιστράτευση, η αντιπαράθεση αυτή πήρε κεντρικά χαρακτηριστικά. Από δω και πέρα οι συγκρούσεις θα είναι τέτοιες. Το έδειξε η Χαλυβουργία, το έδειξε το Μετρο, το δείχνει η καθημερινότητα σε πολλούς εργασιακούς χώρους, το έδειξαν οι καθηγητές. Οι αγώνες ή θα είναι σκληροί ή δεν θα υπάρξουν. Τέλος οι αγώνες για τα δελτία των 8. Τέλος οι αγώνες για τις δηλώσεις στα κανάλια. Τέλος οι εντυπώσεις. Η διεκδίκηση και η αντίσταση σήμερα γίνεται για την επιβίωση και μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την επιβίωση. Και η καταστολή, αλλά και η ανεργία θα είναι πάνω από τα κεφάλια μας. Τελικά φάνηκε ότι ακόμα και επικοινωνιακά, η άποψη που έλεγε «ας ψηφίσουμε επικοινωνιακά την απεργία για να μην φανεί ότι υποχωρούμε αλλά ας μην την κάνουμε», έβλαψε περισσότερο στην ουσία από την άποψη που έλεγε ας βάλουμε το δίλημμα σπάμε την επιστράτευση ή όχι για να συγκροτηθεί ο κόσμος και αν δεν βγει η απεργία θα προχωρήσουμε διαφορετικά. Κανείς δεν μπορεί να έχει εγγυήσεις σε μια τέτοια κατάσταση για τους αγώνες, αν νικήσουν ή όχι. Όμως πρέπει να καταλάβει ότι σήμερα ο άλλος θα αγωνιστεί για το ψωμί και η επικοινωνία δεν τρώγεται…

* Ο Δημήτρης Μητρόπουλος και ο Στάθης Κατσούλας είναι εκπαιδευτικοί
πηγή http://antapocrisis.gr

Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και το παρακάτω κείμενο του Γιάννη Αλμπάνη:

"Χτες έκανα τεστ κοπώσεως. Αφού ήταν τα αποτελέσαματα καλά, είπα να περάσω από τη συνέλευση των προέδρων των ΕΛΜΕ. Κι έπεσα ακριβώς την ώρα που η πλεοψηφία του ΔΣ (ΠΑΣΚΕ, ΔΑΚΕ, Αυτόνομη Παρέμβαση) έκανε την εισήγηση για αναστολή της απεργίας. Προσωπικά, με το πού άκουσα την εισήγηση, έφυγα διότι κατάλαβα ότι το πράγμα είχε τελειώσει κι επίσης φαντάστηκα το μπουρδελο που θα ακολουθούσε. Φαντάστηκα δηαλδή ότι θα πέρναγε προς τα έξω ότι ο ΣΥΡΙΖΑ συνέπραξε στο σπάσιμο της απεργίας, ότι οι των Παρεμβάσεων θα μάς κατήγγελλαν, και ότι οι ΣΥΡΙΖΑίοι θα αισθάνονταν προδομένοι. Δεν ήθελε και πολλή φαντασία δηλαδή, αν και είναι απορίας άξιοι τι υπέθεταν όσοι προχώρησαν σε αυτήν την κίνηση. Μια κίνηση που οδηγεί το κίνημα των καθηγητών σε άτακτη υποχώρηση και προκαλεί μεγάλη πολιτική ζημιά στον ΣΥΡΙΖΑ.

Τα ερώτηματα πολλά:

1. Αν δεν υπήρχε η αποφασιστικότητα να υποστηριχτεί η απεργία στις εξετάσεις (η πλέον αντιδημοφιλής απεργία δηλαδή), γιατί άνοιξε το θέμα;

2. Γιατί μετά την επιστράτευση, ετέθη στις συνελεύσεις μόνο το θέμα της απεργίας; Γιατί δηλαδή δεν ρωτήθηκαν οι ίδιοι οι καθηγητές αν έχουν διάθεση να σπάσουν την επιστράτευση, ούτως ώστε να μην μπορεί να μιλάει κανείς σήμερα για πραξικόπημα.

3. Καλώς η κακώς κρίθηκε ότι στον κλάδο δεν υπήρχε διάθεση για ανυπακοή στην επιστράτευση. Γιατί όμως έπρεπε να ανασταλεί η απεργία και δεν έγινε μια δήλωση του ΔΣ του τύπου "εξακολουθούμε να είμαστε απερργοί, αλλά πάμε στα σχολεία λόγω της τρομοκρατίας κτλ";

4. Από τη στιγμή που έγινε φανερό ότι το θέμα πλέον ξεπερνούσε τις δυνάμεις του κλάδου, γιατί δεν επιδιώχτηκε ο αγώνας να πάρει πανδημοκρατικά-παλλαϊκά χαρακτηριστικά; Να φύγουμε δηλαδή από τις εξετάσεις και να πάμε στο ζήτημα της επιστράτευσης με κινητοποίησεις οι οποίες δεν θα ήταν πλέον των καθηγητών, αλλά όλης της αγωνιζόμενης κοινωνίας;

5. Γιατί δεν δουλεύτηκε η πρόταση της Φατούρου (η οποία μόνο "αριστερίστικη" δεν ήταν) για να κινηθεί ο κλάδος και το κίνημα συντεταγμένα. Η συγκεκεριμένη πρόταση αναγνώριζε ότι δεν υπήρχε γενική διάθεση ανυπακοής στην επιστράτευση, αλλά επιχειρούσε να αναζητήσει μια πολιτική-αγωνιστική διέξοδο. Προφανώς είχε πολλά προβλήματα, αλλά μπορούσε να τύχει περαιτέρω επεξεργασίας.

6. Γιατί σε ένα ζήτημα που είχε πάρει πια κεντρικό πολιτικό χαρακτήρα (δεν ήταν δηλαδή μόνο συνδικαλιστικό), η παράταξη δεν διαβουλεύτηκε με τα κομματικά όργανα, πριν κάνει την κίνηση της;

Και μια βεβαιότητα. Χτες βράδυ, έγινε φανερό ότι ένα ορισμένο είδους συνδικαλισμού έχει τελειώσει οριστικά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου