Από Κοινού: Συνέλευση για την Αποανάπτυξη και την Άμεση Δημοκρατία

Μαζί στον δρόμο προς έναν μετα-καπιταλιστικό κόσμο: με το πρόταγμα της Αποανάπτυξης-Τοπικοποίησης, του Κοινοτισμού και της Άμεσης Δημοκρατίας.
Καθόλα αυτά τα χρόνια της λεγόμενης οικονομικής κρίσης έχει λάβει χώρα στην νεοελληνική κοινωνία μία διαδικασία, με κεντρικό άξονα την επανανοηματοδότηση του αξιακού μας συστήματος και των πολιτικών μας προταγμάτων.
Μεμονωμένα άτομα αλλά και ομάδες, συλλογικότητες και κινήματα έχουν αναπτυχθεί παντού στην Ελλάδα, έχουν αφήσει πίσω τους το «αναπτυξιακό» μοντέλο που προωθεί τον καταναλωτικό τρόπο ζωής και έχουν υιοθετήσει άλλες φιλοσοφίες και άλλους τρόπους προσωπικής και συλλογικής διαβίωσης.
Η πολύχρονη πορεία ζωής όλων αυτών των ανθρώπων και ομάδων έχει αποδείξει ότι υπάρχουν υγιή και δυναμικά κοινωνικά κύτταρα, οι δράσεις των οποίων επιθυμούν να συναντηθούν και να συντονιστούν, έτσι ώστε να εκφραστεί η κοινή πολιτική τους φιλοσοφία, σε μια προοπτική μετασχηματισμού που ανοίγει το δρόμο για μια κοινωνία που θα στηριχθεί:

  • στο αποαναπτυξιακό μοντέλο της οικονομίας των αναγκών, της επάρκειας και του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στη βάση της αφθονίας των υλικών και άυλων Κοινών,
  • στην κοινοτική οργάνωση με βάση την προσωπική και συλλογικήαυτονομία,
  • σε αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς και στη θέσμιση της άμεσης δημοκρατίας με τη μορφή του ομοσπονδιακού Κοινοτισμού.

Πρόκειται για τη διάδοση της παραπάνω θέσης μας, που διευρύνεται και διασυνδέεται εδώ και τώρα. Και εν μέρει, λόγω της επιρρεπούς στην κρίση φύσης του σημερινού κοινωνικού συστήματος, είναι δυνατόν να γίνει πράξη και λογική της πλειοψηφίας.
Στα σημερινά εγχειρήματα του πολύμορφου αυτού κινήματος και στις δραστηριότητές του, εμπεριέχονται οι δυνατότητες μιας κοινωνίας σε μετακαπιταλιστική μετάβαση. Στοιχεία της έχουν ήδη δημιουργηθεί, εάν και ακόμα ξετυλίγονται και δεν είναι πλήρη. Τέτοια στοιχεία είναι αυτά της άμεσης δημοκρατίας στα πλαίσια της λειτουργίας των εγχειρημάτων, της οικολογίας με τη μορφή του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στις οικονομικές δραστηριότητές τους, της οικονομίας των αναγκών στις πρακτικές της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας που υλοποιούν. Της ισότητας των αμοιβών και των αυτοκαθοριζόμενων συνθηκών εργασίας από τα μέλη τους, της ισότητας των φύλων και των μειονοτήτων στη συμμετοχή και στη λήψη των αποφάσεων κ.λπ.
Ταυτόχρονα αυτά τα εγχειρήματα είναι πάντα εκτεθειμένα στον κίνδυνο να εκληφθούν ως ιδιοτελείς προσπάθειες για βελτίωση των συνθηκών ζωής μόνο των μελών τους και όχι και των κοινοτήτων γύρω τους. Αμυντικές μάχες, συγκρούσεις και διαπραγματεύσεις για οικειοποίηση κοινών πόρων απαιτούνται για όσο διάστημα το ιεραρχικό εθνικό κράτος και η καπιταλιστική αγορά με τίς αντίστοιχες λογικές τους κυριαρχούν. Αυτές οι μάχες θα γίνονται πιο επιτυχείς, αν δίνονται στο πλαίσιο ενός ισχυρού, κοινού και πάνω από όλα χειραφετικού κοινωνικού κινήματος.
Το συγκεκριμένο μετα-καπιταλιστικό όραμα είναι ένας κόσμος που δεν είναι ιεραρχικός, αλλά συνδεδεμένος με δίκτυα λειτουργικά όλων των επιπέδων και δεσμών, είναι αυτο-οργανωμένος και οι βασικές προσωπικές ανάγκες όλων των πολιτών μπορούν να ικανοποιηθούν μέσω της αφθονίας των συλλογικών αγαθών (Commons). Αυτός ο κόσμος θα χαρακτηρίζεται εξάλλου από αυτοκαθοριζόμενες και γεμάτες ευθύνη σχέσεις δραστηριοτήτων και εργασίας, οι οποίες θα φέρνουν χαρά και νόημα, χωρίς υπερβολική εκμετάλλευση πόρων ή καταστροφή οικοσυστημάτων.
Το κίνημα των κοινοτήτων εμπιστεύεται το ανθρώπινο δυναμικό και μεταφράζει την έννοια της βιωσιμότητας στη γλώσσα των ανθρώπινων αναγκών: Υπάρχει μια βασική ανάγκη, η διατήρηση του πλανήτη, η οποία μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο εάν οργανώσουμε την ικανοποίηση, τόσο των ατομικών όσο και των συλλογικών αναγκών, σε αρμονία με τα όρια που βάζουν οι δυνατότητες των οικοσυστημάτων της γης. Η κοινή χρήση είναι ένας συγκεκριμένος τρόπος αντιμετώπισης της ανθρώπινης και μη ανθρώπινης φύσης, ο οποίος δεν βασίζεται στους καταναγκασμούς του αφηγήματος της «ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων», αλλά αναγνωρίζει ότι εμείς οι άνθρωποι είμαστε ένα (ανα)παραγόμενο στοιχείο του πλανήτη γη. Τα Κοινά (Commons) βέβαια ενδέχεται να μην επιλύσουν μακροπρόθεσμα όλα τα προβλήματα του κόσμου. Αλλά ζούμε το τέλος του καπιταλιστικού κόσμου, στο οποίο δυστοπικό τέλος, οι αντιθέσεις μάλλον τείνουν να επιδεινώνονται και οι συγκρούσεις γίνονται όλο και πιο βάναυσες. Για αυτό είναι ιδιαίτερης σημασίας η δημιουργία θετικών προοπτικών, η διατύπωση και - περισσότερο από οτιδήποτε - η πρακτική ενός αλληλέγγυου οράματος.
Για το μέλλον, φαίνεται επιθυμητό και απαραίτητο να βρεθεί κοινά αποφασισμένη και συντονισμένη κατεύθυνση για την προοπτική του κινήματος. Ο όρος σύγκλισηταιριάζει σε τέτοιες διαδικασίες σχηματισμού συμμαχιών και περιλαμβάνει επίσης πολλά άλλα ρεύματα που κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Ταυτόχρονα, πρέπει επίσης να εντατικοποιηθούν οι συζητήσεις γύρω από το περιεχόμενο, ώστε να αναλυθούν παραπέρα και τα στρατηγικά ζητήματα, αλλά και να συζητηθούν ανοιχτά τα αμφιλεγόμενα ζητήματα. Μόνο έτσι μπορεί να αποφευχθεί η σημερινή πραγματικότητα, όπου τα διαφορετικά ρεύματα δεν είναι συνδεδεμένα και δρουν παράλληλα και απομονωμένα. Θα χρειασθεί να ληφθεί μέριμνα ώστε να προέλθει μια διασύνδεση που θα χαρακτηρίζεται βέβαια από ποικιλομορφία και όχι οπωσδήποτε από ταύτιση.
Θα χρειασθεί επίσης να γίνει κοινά αποδεκτός ένας όρος που θα μπορέσει να αποτελέσει την κοινή στέγη, τον κοινό στόχο και να περιλαμβάνει τον κοινό ορίζοντα κατανόησης των διαφορετικών ρευμάτων, που δεν μπορεί να είναι άλλος από το ξεπέρασμα του καπιταλισμού.
Γενικότερα, ήρθε ο καιρός, που τα όποια-σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο- σημερινά κοινωνικά κινήματα θα χρειασθεί, στηριζόμενα στη αναβίωση του πνεύματος του κοινοτισμού στις σύγχρονες σημερινές συνθήκες και συνδεόμενα μεταξύ τους, να μετατραπούν σε ενιαίο πολιτικό κίνημα μετάβασης για την μετακαπιταλιστική κοινωνία.
Ειδικά για τη χώρα, που βρίσκεται σε συνθήκες οικονομικού πολέμου και έχει μετατραπεί σε αποικία χρέους, το πολύμορφο αυτό κίνημα θα χρειασθεί να διαμορφώσει ένα ελκυστικό πρόγραμμα διεκδίκησης της «εδώ και τώρα» αλλαγής πορείας, δημιουργώντας ταυτόχρονα τα στοιχεία και τις κοινωνικές δομές του νέου κόσμου που οραματίζεται, αφήνοντας πίσω τον καπιταλιστικό κόσμο που μας οδηγεί στην κοινωνική και οικολογική κατάρρευση.
Η μελλοντική επιδίωξη της κοινωνικής χειραφέτησης και της ένταξης των ανθρώπινων κοινοτήτων –πέρα από σύνορα-με ισορροπία στα πλαίσια ενός πεπερασμένου πλανητικού οικοσυστήματος, θα μπορέσει να υλοποιηθεί μόνο από μια σύγκλιση, στη δράση και στη σκέψη, των παραπάνω κοινωνικοπολιτικών ρευμάτων, και στο επίπεδο της καθημερινής ζωής, και στο επίπεδο της κοινωνικής και πολιτικής θέσμισης. Και καταρχήν στην διαπαιδαγώγηση –μέσα από την συμμετοχή-του απαραίτητου ανθρωπολογικού τύπου -σε κρίσιμο αριθμό- που θα βάλει όλη την κοινωνία σε περίοδο κοινωνικοοικολογικού μετασχηματισμού. Ξεκινώντας βασικά από κάθε τοπική κοινωνία.

Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2012

Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΣΕ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ

Η στέγαση η διατροφή και η περίθαλψη αποτελούν ήδη τις μεγάλες πληγές του πλήθους που τίθεται ολοταχώς εκτός επίσημης κοινωνίας. Το κράτος ως εγγυητής της κοινωνικής αναπαραγωγής έχει αποχωρήσει απ’ το συλλογικό το οποίο ιεραρχούσε και κανονικοποιούσε και έχει μεταθέσει τις ευθύνες στον καθένα ατομικά και σ’ όλους μαζί ταυτόχρονα. Έχεις-μπορείς δεν έχεις-δεν μπορείς, κι αυτό χωρίς καμία πίστωση. Το συλλογικό έχει μεταφερθεί στην ευθύνη των απ’ τα κάτω, γι’ αυτό η κρίση πέρα απ’ τα αντικαταθλιπτικά και την απελπισία έχει και την όψη της εξέγερσης. Ο χαρακτήρας της εξέγερσης με βαρόμετρο την κοινωνική απελευθέρωση προαποικονίζεται ήδη με θετικό και αρνητικό πρόσημο. Οι εικόνες απ’ το μέλλον αποτυπώνονται στην πραγματική ζωή στον Άγιο Παντελεήμονα και στην Πειραϊκή Πατραϊκή, με αρνητικό πρόσημο. Είναι οι κινήσεις που αναλαμβάνουν να υποκαταστήσουν το κράτος στον τομέα της τάξης και της ασφάλειας και επεκτείνονται στον τομέα της οικονομίας με χαρακτηριστικά συμμορίας. Όσο η κρίση θα βαθαίνει και τα αδιέξοδα θα μεγεθύνονται άλλο τόσο υπάρχει ο κίνδυνος πύκνωσης, διεύρυνσης και σύνδεσης αυτών των κινήσεων προς την εμφυλιοπολεμική βαρβαρότητα. Αυτήν την εκδοχή εξέφρασε πολιτικά η χρυσή αυγή, που φάνηκε όχι μόνο στο δις επαναλαμβανόμενο ποσοστό της, αλλά και στην διασπορά των ψήφων της σ’ όλες τις εκλογικές περιφέρειες. Απ’ την άλλη το θετικό πρόσημο αποτυπώνεται στην πληθώρα οριζοντίων και αλληλεγγυών κινήσεων που έχουν σχέση με την οικονομία, τη διατροφή, τους ελεύθερους κοινωνικούς χώρους, την υγεία, τα κοινωνικά αγαθά, το περιβάλλον, την εργασία κ.λπ. Είναι οι κινήσεις που κυοφορούν σπερματικά ή ρητά τη μεγάλη έξοδο απ’ τον καπιταλισμό και απ’ την νομιμοποιητική ισχύ του κράτους ως ρυθμιστή της κοινωνικής αναπαραγωγής.
Όσο το επίσημο κράτος και το πολίτικο του προσωπικό θα χάνει το έδαφος κάτω απ τα πόδια του κι όσο οι φυγόκεντρες κοινωνικές δυνάμεις θα το αποσυντονίζουν, άλλο τόσο θα στοιχίζεται με την εκδοχή της βαρβαρότητας ,γιατί εκεί έχει και ρόλο και δομές για να στηρίξουν αυτόν τον ρόλο.
Ο χαρακτήρας της εξέγερσης θέτει ως προϋπόθεση την ήττα της μιας εκδοχής σε βάρος της άλλης.
ΟΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΙ ΧΩΡΟΙ ΩΣ ΜΙΚΡΕΣ ΑΥΤΟΝΟΜΕΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΑΣΤΙΚΟ ΙΣΤΟ
Μέσα σ αυτές τις συνθήκες οι ελεύθεροι κοινωνικοί χώροι μπορούν να αποτελέσουν το εμπράγματο κυτταρικό παράδειγμα της μικρής αυτόνομης κοινότητας. Είναι μιας πρώτης τάξεως δυνατότητα για να δημιουργηθούν νέες συνθέσεις πάνω στην υλική βάση της αναπαραγωγής του κοινωνικού ιστού, προς την κατεύθυνση του ριζικού της απελευθερωτικού μετασχηματισμού.
Μια τέτοια κοινότητα για να μπορέσει να αποτελέσει αναφορά και εστία αντίστασης αλλά και πρότασης, πρέπει να πληροί ορισμένες προϋποθέσεις.
Πρώτον. Πρέπει να υπάρχει ένα έδαφος ένας τόπος και μια ακτίνα δράσης πάνω στα όποια μπορεί να αναπτύξει η κοινότητα την λειτουργία τόσοι ελεύθεροι κοινωνικοί χώροι έχουν εκ των πραγμάτων και τα τρία. Το έδαφός τους μπορεί να τέλει υπό κατάληψη είτε να είναι με ενοίκιο. Το ζήτημα αυτό δεν είναι αξιακό ούτε αντιφατικό, γιατί αυτό που προέχει σήμερα είναι η απαλλοτρίωση της απελευθερωτικής χρήσης των κτιρίων (συνήθως της αχρηστίας τους) μέσα απ την όποια δημιουργούνται οι οροί του ριζικού μετασχηματισμού των κοινωνικών σχέσεων που συναρθρώνονται μέσα σ' αυτά.
Δεύτερον. Πρέπει η κοινότητα να εγγυάται την σταθερότητα των μέσων (δομές)και των σχέσεων αναπαραγωγής της. Για να μπορέσουν οι ελεύθεροι κοινωνικοί χώροι να αναπαραχθέν ως κοινότητα, πρέπει να ξεπεράσουν το πολίτικο και πολιτιστικό βάρος που τους δημιούργησαν, όχι φυσικά για να το αφυδατώσουν η να το καταργήσουν, αλλά για να το επεκτείνουν στον τομέα της παράγωγης, της διάθεσης προϊόντων και υπηρεσιών και στις εργασιακές σχέσεις που προκύπτουν μέσα απ αυτήν την δραστηριότητα.
Η εγγύηση της σταθερής αναπαραγωγής της κοινότητας απαιτεί, οι ελεύθεροι χώροι να ενσωματώνουν δομές παράγωγης και διάθεσης προϊόντων/υπηρεσιών. Ανάλογα με το μέγεθος των κτιρίων αυτές οι δομές μπορεί να βρίσκονται όντος ή εκτός τους ή και όντος και εκτός τους.
Οι εργασιακές σχέσεις άρρηκτα δεμένες με την οριζοντιότητα, την ισότητα και την αλληλεγγύη, μπορούν να αναπτύσσονται αναλογικά, συνθετικά και ταυτόχρονα ,με τρεις δυνατούς τρόπους (απ όλους μαζί κι απ τον καθένα ξεχωριστά):
α) μέσω της αμοιβής με χρήμα β) μέσω της ανταλλαγής με είδος γ) μέσω της προσφοράς.
Το χρήμα μπορεί να είναι εναλλακτικό νόμισμα, μονάδα σε τράπεζα χρόνου και ευρώ. Η αμοιβή θα πρέπει να ορίζεται από ένα κατώτατο κι από ένα ανώτατο όριο κάθε φορά το ίδιο για όλους. Απ την μια για να έχει ένα στοιχειώδες νόημα η δομή κι απ την άλλη για να μην αποκτά το μοναδικό νόημα η συμμέτοχη στις δομές της κοινότητας. Πρέπει να αποτιμάται και να αυτορυθμίζεται διορθωτικά, όποτε είναι αναγκαιο, το όριο της κόκκινης γραμμής, πέρα απ’ το οποίο αρχίζει η συσσώρευση που μπορεί να διαλύσει την ουσία της αυτόνομης κοινότητας.
Οι ελεύθεροι κοινωνικοί χώροι (ε.κ.χ.), ως κοινός τόπος συνάντησης, διαβούλευσης και ύπαρξης των δόμων της κοινότητας ανοίγει νέους δρόμους και νέους τρόπους για τα ζητήματα που τις αφορούν. Η συνάρθρωσή τους, οριζόντια και αμεσοδημοκρατικά, συναρθρώνει ταυτόχρονα πολλά διαφορετικά ζητήματα και δημιουργεί προϋποθέσεις και απαιτήσεις πιο ολοκληρωμένων λύσεων απ’ ότι μπορούν να επιλύσουν οι κολεκτίβες που γνωρίζαμε μέχρι τώρα. Όσο οι χώροι αυτοί θα πλαισιώνονται με νέες δομές, άλλο τόσο θα είναι αναγκαία η έξοδος απ’ το έδαφος του κτιρίου και γι’ άλλα εγχειρήματα, προκειμένου
να καλυφτούν περισσότερες ανάγκες έτσι ώστε να δημιουργηθεί ένα μεγαλύτερο πλέγμα δικτύωσης και ασφάλειας. Αυτό δε σημαίνει ότι τα άτομα που συμμετέχουν στις δομές αυτές θα έχουν περισσότερα χρήματα, αλλά ότι θα έχουν μεγαλύτερη και ελεύθερη πρόσβαση σε περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες.
Τέλος οι ε.κ.χ. ως κοινότητα χρειάζονται ένα τουλάχιστον προϊόν-υπηρεσία εκκίνησης και μια αντίστοιχη δομή. Θα μπορούσε οποιαδήποτε εργασία κι οποιοδήποτε προϊόν/υπηρεσία να αποτελέσει την βάση απασχόλησης μέσα στην αντίστοιχη δομή, έστω κι αν πληρούνται οι οροί της εργασιακής ισότητας, οριζοντιότητας και αλληλεγγύης; Ασφαλώς όχι. Γιατί τότε τι θα μας εμπόδιζε να κάνουμε μια δομή μπράβων η μια δομή παράγωγης φυτοφαρμάκων;
Οι δομές εκκίνησης αλλά και ανάπτυξης της κοινότητας οφείλουν να απαντήσουν σε πραγματικές κοινωνικές ανάγκες να ξαναθέσουν τα όρια μεταξύ αληθινού και ψεύτικου, κοινωνικά ωφελίμου και κοινωνικά επιζήμιου. Κάποια προϊόντα μπορούν να ενταθούν άμεσα στο απελευθερωτικό σχέδιο παράγωγης και κάποια απαιτούν ένα σχέδιο μετάβασης (π.χ. παραδοσιακοί σπόροι και τοξικό έδαφος).
Γι’ αυτό μια αυτόνομη κοινότητα αν θέλει να κρατήσει το νόημα της, δεν ασχολείται με το πως τα προϊόντα των δόμων της θα μπουν ανταγωνιστικά στην αγορά, όσο αυτή υπάρχει, σαν έξυπνος επιχειρηματίας, αλλά πως θα ανταποκριθεί στις πραγματικές ανάγκες των ανθρώπων. Αυτές οι ανάγκες έχουν ένα όνομα: επιστροφή στα βασικά, όχι ως τιμωρία αλλά ως επιλογή, για μια λιτή και αξιοπρεπή ζωή, μια ζωή δηλαδή που αξίζει να την ζεις.
Τρίτον. Οι δομές της κοινότητας πρέπει να ορίσουν τους κανόνες και τους όρους συμμετοχής στην αναπαραγωγή της. Μαζί με το αμεσοδημοκρατικό πλαίσιο, την οριζοντιότητα, την ισότητα, την αλληλεγγύη, την κυκλικότητα, την ανακλητότητα, την συμμέτοχη όλων στις αποφάσεις και στην εφαρμογή τους απ' όλους, πάντα και πριν απ αυτά μπαίνει το ζήτημα ποιος αποφασίζει. Μπαίνει δηλαδή πάντα το ερώτημα ποιος είναι μέλος ή για την ακρίβεια μέρος (Όρος που εκφράζει αυτό που λέμε συλλογικό άτομο) των δόμων ποιος δεν είναι ή ποιος παύει να είναι. Αυτό δεν μπορεί να κωδικοποιηθεί γιατί η σχέση σε μια αυτόνομη κοινότητα δεν είναι στατική αλλά δυναμική. Ταυτόχρονα δεν μπορεί να είναι ο οποιοσδήποτε ή πράγμα που είναι το ίδιο, κανένας. Με τους ε.κ.χ. υπάρχει μια πραγματικότητα στην όποια η κοινότητα δεν μπορεί παρά να στηριχτεί. Με αλλά λόγια μέρος των δόμων της κοινότητας δεν μπορεί παρά να είναι αυτός που είναι μέρος των ε.κ.χ. Αυτό όπως ξέρουμε αποτυπώνεται στις κοινές υποχρεώσεις του χώρου, στις δραστηριότητες, στις βάρδιες, στην φροντίδα, στην τήρηση του πλαισίου (ρατσισμός, κόμματα, σεξισμός, κλοπές ,άσκηση βίας, κ.λ.π.) και φυσικά στις συνελεύσεις. Συνεπώς οι ε.κ.χ. δίνουν το στίγμα του ποιος είναι, ποιος δεν είναι και ποιος παύει να είναι μέρος των δόμων της κοινότητας.
Τέταρτον. Η αυτόνομη κοινότητα πρέπει να θύσει τα όρια της ανάπτυξής της. Οι ελεύθεροι κοινωνικοί χώροι πρέπει να παίρνουν πάντα υπ όψιν τους τα όρια της αναπτυξής τους ή όπως ειπώθηκε στην αρχή τα όρια της ακτίνας δράσης τους. Ο κίνδυνος της ασφυξίας των δόμων και της συγκέντρωσης είναι το ίδιο αν όχι περισσότερο επικίνδυνος, απ’ την ατροφία η την μη συμμέτοχη σ’ αυτές. Η αυτόνομη κοινότητα πρέπει να είναι μικρή για να μπορεί να λειτουργήσει, πράγμα που σημαίνει πως στον βαθμό που οι δομές της αυξάνουν σε συμμέτοχη, την ιδία στιγμή ανοίγεται και το ζήτημα του πολλαπλασιαστικού παραδείγματος. Μπαίνει δηλαδή αμέσως το ζήτημα της δημιουργίας κι άλλης μικρής αυτόνομης κοινότητας σε νέο έδαφος με νέες η ανάλογες δομές και κυρίως με άλλους ανθρώπους. Τα όρια της ανάπτυξης ενός ε.κ.χ. ως κοινότητα καθορίζονται απ’ τον ίδιο τον χώρο και εντοπίζονται σε δυο εκδοχές. Είτε στις δομές υπάρχουν δυσανάλογα πολλοί για την παράγωγη ή τη διάθεση προϊόντων, είτε υπάρχουν δυσανάλογα πολλοί που ενδιαφέρονται γι’ αυτά τα προϊόντα των δόμων. Στην πρώτη περίπτωση υπάρχει ο κίνδυνος της κατάρρευσης των δόμων και στην δεύτερη ο κίνδυνος της συγκέντρωσης.
Πέμπτον. Η κοινότητα πρέπει να δημιουργεί συνεχώς στο εσωτερικό της, αλλά κυρίως έξω απ αυτήν, ομόσπονδα δίκτυα αλληλεξάρτησης και αμοιβαιότητας. Η δικτύωση και οι ομόσπονδες σχέσεις καταργούν τον ρόλο του μεσάζοντα και είναι ένας απ’ τους βασικούς όρους ύπαρξής της. Αλλιώς μετατρέπεται σε νησίδα, σε εγκλεισμό του νοήματος της κοινότητας, που αργά ή γρήγορα συρρικνώνεται και πεθαίνει.
Απ’ την στιγμή που μιλάμε για δομές αναπαραγωγής της κοινότητας δικτύωση δεν μπορεί παρά να γίνεται πάνω σε συγκεκριμένα προϊόντα ή υπηρεσίες, έχοντας ως προϋπόθεση την εγγύηση, τη συνέπεια, την διάρκεια και την σταθερότητα. Οι ομόσπονδες σχέσεις των δόμων δεν μπορούν να στηριχτούν σε αφηρημένες υποσχέσεις φιλίας και αλληλεγγύης. Αυτό το βλέπουμε καθαρά, στις δομές που ασχολούνται με την διατροφή και την διάθεση προϊόντων του πρωτογενούς τομέα. Η δικτύωση ανάλογα με την εγγυητή των ε.κ.χ., μπορεί να ορίζεται μέσα από συγκεκριμένες δομές και επιλογές συμπληρωματικής αλληλεξάρτησης και στήριξης, π.χ. ο ένας το αλεύρι, ο άλλος το ψωμί.
Από κει και περά ανοίγεται μια άλλη διάσταση της δικτύωσης, που προκύπτει απ’ τα στάδια, την σύνθεση και την οριζοντιότητα των σχέσεων παράγωγης και διάθεσης προϊόντων. Ένας μεγάλος οδηγός είναι η διατροφή που ξεκάνει απ το χωράφι και καταλήγει στο πιάτο. Η ποιότητα, η τιμή, ο τρόπος παράγωγης, ο τρόπος διάθεσης, οι εργασιακές σχέσεις που διέπουν όλο τον κύκλο παράγωγης και κατανάλωσης του προϊόντος, η άμεση σύνδεση παραγωγού καταναλωτή, όλα αυτά τα ζητήματα είναι στο κέντρο της κοινότητας. Είναι μια διαδικασία απελευθέρωσης εδάφους που ξεκάνει απ’ το χωράφι και καταλήγει στους ε.κ.χ. Οι περιαστικές καλλιέργειες μπορούν να αποτελέσουν ένα απ’ τα βήματα σύνδεσης της κατειλημμένης γης με τον αστικο ιστο, στον όποιο ανήκουν συνήθως οι ε.κ.χ.. Το ίδιο μπορεί να γίνει και σε μεγαλύτερη κλίμακα, με συνεταιρισμούς και μικρούς παραγωγούς, που μπαίνουν σ’ αυτό το σχέδιο
μετάβασης βήμα-βήμα, απελευθέρωσης της γης απ την καταστροφή του εδάφους και των προϊόντων στο όνομα της αύξησης του κέρδους και της μεγίστης απόδοσης σε χρήμα με το μικρότερο δυνατό κόστος και μάλιστα με κρατική επιδότηση.
Έκτον. Οι ε.κ.χ. ως κοινότητα πρέπει να παρεμβαίνουν στην δημόσια σφαίρα ως εστία αντίστασης και εξόδου ταυτόχρονα. Συνεπώς θα πρέπει να υπάρχει και ένας οργανωτικός θεσμός μέσα στον όποιο θα πραγματώνεται ο συντονισμός και η αλληλοστήριξη των δομών των ε.κ.χ. Ταυτόχρονα ως κύτταρα του προτάγματος για ένα ριζικό κοινωνικό μετασχηματισμό μπορούν να συνδέσουν τις δομές τους με την πολυκατοικία και τη γειτονιά ως εμπράγματο παράδειγμα ανατρεπτικού ρήγματος μέσα στον αστικό ιστό, στον όποιο οι ανάγκες για τα βασικά μονοπωλούνται, αλλοιώνονται και αλλοτριώνονται από αλυσίδες επιχειρήσεων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου