Αποανάπτυξη-Τοπικοποίηση με σχεδιασμό και όχι καταστροφή με μνημόνια!

ΤΜετά το 4ο κατά σειράν μνημόνιο, τώρα έρχεται η «μια από τα ίδια ανάπτυξη», ίσως πιο «δίκαια», υπόσχεται η κυβέρνηση. Με διεθνείς επενδύσεις για μεταφορά του πλούτου της χώρας στο εξωτερικό, στα χέρια των διεθνών επενδυτών, αυτών καλέ που μας δανείζανε όλα αυτά τα χρόνια και τώρα τους χρωστάμε τα «μαλλιά της κεφαλής μας».

Τι και αν κάποιοι από μας φωνάζουμε όλα αυτά τα χρόνια: σεισάχθεια και αποανάπτυξη!(http://www.topikopoiisi.eu/theta941sigmaepsiloniotasigmaf/36) και «στροφή σεαποκεντρωμένη, τοπικοποιημένη, αμεσοδημοκρατική κοινωνία ίσης κατανομής και του μικρότερου δυνατού οικολογικού αποτυπώματος».
Μα τα μνημόνια δεν πετύχανε –χωρίς να το θέλουμε-αποανάπτυξη; Τι είναι η συρρίκνωση κατά 25% του ΑΕΠ της χώρας, αν δεν είναι αποανάπτυξη; Λένε μερικοί κυνικοί!
Απαντάμε: πρώτα -πρώτα το ΑΕΠ μιας χώρας δεν είναι κατάλληλος δείκτης για την ευζωία των κατοίκων της και σήμερα αμφισβητείται αυτό και υπάρχουν οικονομολόγοι, κυβερνήσεις και διεθνείς οργανισμοί που εργάζονται εδώ και δεκαετίες για τη διαμόρφωση καλύτερων δεικτών ευημερίας, διότι η προσήλωση στο ΑΕΠ θέτει στο περιθώριο της κοινωνικής συνείδησης το περιβαλλοντικό και κοινωνικό κόστος της ανάπτυξης (http://www.topikopoiisi.eu/902rhothetarhoalpha/1559378 καιhttp://www.topikopoiisi.eu/theta941sigmaepsiloniotasigmaf/2087834).
Στη συνέχεια λέμε ότι: αποανάπτυξη κάνεις με συνειδητό σχεδιασμό και όχι με καταστροφή μέσω των μνημονίων!
Η βασική ιδέα της αποανάπτυξης-τοπικοποίησης είναι η αλληλέγγυα, δημοκρατική, κοινωνική και οικολογική οικονομία με χαμηλή κατανάλωση πόρων – και όχι η φτώχεια και η ύφεση με ντιρεκτίβες λιτότητας, συνδυασμένη μάλιστα με καταστροφή του περιβάλλοντος και οικολογική υποβάθμιση που βιώνουν οι άνθρωποι σήμερα στην Ελλάδα.
Οι αρνητικές συνέπειες των δήθεν λύσεων για την κρίση, βύθισαν τους ανθρώπους στην Ελλάδα στη δυστυχία και έφερε την Ευρώπη στο χείλος της ανθρωπιστικής καταστροφής. Αντίθετα πολλοί πλούσιοι Έλληνες κατάφεραν - με τη βοήθεια της υπόλοιπης Ευρώπης - να βγάλουν τα περισσότερα περιουσιακά τους στοιχεία από τη χώρα. Για να προστατεύσουν τον εαυτό τους από μια ενδεχόμενη πλήρη κατάρρευση της οικονομίας, αλλά αυτό επιτάχυνε ταυτόχρονα αυτή την κατάρρευση και σε γενικές γραμμές αύξησε την ανισότητα, τις συγκρούσεις κατανομής και τον αποκλεισμό.
Την ίδια στιγμή η κρίση-πολλές φορές το τονίσαμε αυτό και σαν ιστοσελίδα και στις ομιλίες συζητήσεις με τα εναλλακτικά εγχειρήματα που ξεπήδησαν σε όλο αυτό το διάστημα-είχε και έχει ακόμα ένα θετικό: Μας αναγκάζει επίσης να αναζητήσουμε νέες δυνατότητες και τρόπους ζωής, συνύπαρξης και εργασίας, καθώς και διευρυμένους χώρους για να δοκιμάζουμε όλα αυτά. Εγχειρήματα που πριν την κρίση για χρόνια διαχειρίζονταν από μικρές μειοφηφικές πρωτοβουλίες ( από ελευθεριακές, αντιφασιστικές ή ομάδες αλληλεγγύης για παράδειγμα), βρίσκουν τώρα μεγάλη απήχηση και δημιουργούνται καινούργια, με νέες ιδέες. Υπάρχουν αυτοδιαχειριζόμενοι χώροι και εγχειρήματα γειτονιάς, κοινωνικά-αλληλέγγυα ιατρεία, δίκτυα-οάσεις μη χρηματικής οικονομίας και ανταλλαγής, κοινωνικά παντοπωλεία με δωρεάν διάθεση προϊόντων και αντικειμένων κυρίως από «δεύτερο χέρι», νέας μορφής συνεταιρισμοί(χωρίς διοικητικά συμβούλια , με συνέλευση μελών), εργαστήρια και πρότζεκτ αυτοβοήθειας. Μοντέλα συλλογικής εργασίας και συνεργατικές με αποφάσεις στη βάση της συναίνεσης και της άμεσης δημοκρατίας, γίνονται πλατιά γνωστά και οικεία. Μερικοί άνθρωποι λοιπόν στην Ελλάδα αναγκάσθηκαν και αναγκάζονται να συνευρεθούν και να οικοδομήσουν στοιχεία μιας ενωμένης και ειρηνικής κοινωνίας «από τα κάτω».
Αλλά οι προϋποθέσεις για όλα αυτά είναι κατανοητά δύσκολες - η πλειοψηφία της κοινωνίας βιώνει τη συρρίκνωση, όχι ως δημιουργία νέων δυνατοτήτων, αλλά ως καταστροφή. Γιατί παρά αυτά τα φωτεινά σημάδια της ελπίδας, ο ισολογισμός της μέχρι τώρα λιτότητας παραμένει καταστροφική. Η βρεφική θνησιμότητα αυξήθηκε μόνο μεταξύ 2008 και 2010 κατά 43%. Η επίσημη ανεργία βρίσκεται στο 25%, ενώ η ανεργία των νέων φθάνει ακόμη και στο 50%. Ολόκληρες οικογένειες ζουν από την μικρή σύνταξη των παππούδων. Σύμφωνα με δημοσίευμα του ίδιου του ελληνικού κοινοβουλίου σχεδόν 6,5 εκατομμύρια Ελλήνων ζουν μέσα στη φτώχεια - αυτό είναι το 58% του πληθυσμού! Ένας τρίτο του πληθυσμού δεν έχει ασφάλιση υγείας. Οι διαδηλώσεις, οι διαμαρτυρίες και ενέργειες ενάντια σε αυτές τις πολιτικές ήταν και είναι κοινός τόπος – ακριβώς όπως και η βίαιη καταστολή τους από την αστυνομία.
Περισσότερη «λιτότητας» χωρίς περικοπή ή εξάλειψη του χρέους θα επιδεινώνει συνεχώς την κατάσταση, χωρίς να την επιλύει. Η κλασική πολιτική πρόταση-από όλα σχεδόν τα κόμματα- για μια μονόπλευρη εστίαση στην μια από τα ίδια «ανάπτυξη» και στις επενδύσεις με στόχο το κέρδος κερδών, δεν μπορεί να είναι η απάντηση και αυτό είναι ολοφάνερο. Παραμένουν άλυτες-και σε παγκόσμιο επίπεδο-οι αντιθέσεις και οι συγκρούσεις για ισότιμη και δίκαιη κατανομή των βαρών και των πλεονασμάτων, καθώς και η οικολογική καταστροφή. Χρειαζόμαστε μια εναλλακτική λύση, η οποία θα αντιμετωπίζει μαζί τα οικολογικά και κοινωνικά προβλήματα και τις αιτίες τους. Αυτό σημαίνει ότι χρειαζόμαστε αλλαγές σε πολλαπλά επίπεδα: στο προσωπικό και συλλογικό επίπεδο συνείδησης, στην οργάνωση και αυτοοργάνωση, στο θεσμικό πολιτικό επίπεδο. Να επανέλθει το πνεύμα του κοινοτισμού για να βρούμε συλλογικά τις απαιτούμενες σήμερα ριζοσπαστικές λύσεις. Να στηρίξουμε και να πολλαπλασιάσουμε τα αυτοοργανωμένα εναλλακτικά εγχειρήματα σε όλους τους ζωτικούς τομείς της κοινωνικής και οικονομικής δραστηριότητας, ώστε να αναπνεύσει ο πληθυσμός και να επανέλθει η ελπίδα για το μέλλον, κόντρα στη δυστοπία των μνημονιακών πολιτικών.

Επισκεφθείτε και την νέα ιστοσελίδα μας: http://www.topikopoiisi.eu/






Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2010

Τι είναι οι τοπικές οίκο-κοινότητες αλληλεγγύης και συνεργασίας

(το συνθετικό «οίκο» όχι μόνο με την τρέχουσα σημασία του οικολογικού περιεχομένου, αλλά και με την αρχαιοελληνική έννοια του «Οίκου»):
Η μορφή τους αποφασίζεται από τους συμμετέχοντες, ανάλογα με τις δυνατότητες που υπάρχουν και τις συνθήκες που επικρατούν στο χώρο ύπαρξής τους. Ενδεικτικά θα μπορούν να πάρουν τις μορφές:
α) Μια συλλογικότητα αρκετών ανθρώπων, βασικά της πόλης (κρίσιμος αριθμός κάθε φορά) με διαφορετικές δεξιότητες (και όχι μόνο τη θέληση), αποφασίζουν να εγκατασταθούν σε χώρο όχι μόνο κοινής διαμονής, αλλά και κοινής δραστηριότητας σε καθημερινή βάση. Οι δραστηριότητες αυτές θα πρέπει να είναι και οικονομικές, ώστε να εξασφαλίζεται τουλάχιστον ένα μέρος του εισοδήματος βιωσιμότητας της κοινότητας (κοινό ταμείο). Θα έχουν να κάνουν με την εξασφάλιση της διατροφής από πολυκαλλιέργεια αγροτικών προϊόντων, κτηνοτροφίας, αλιείας, μελισσοκομίας. Με παραγωγικές δραστηριότητες του δευτερογενούς τομέα (μηχανουργείο, ξυλουργείο, οικοδομικό συνεργείο, κ.λ.π.). Αν τα παραγόμενα προϊόντα περισσεύουν από την αυτοκατανάλωση μπορούν να διατίθενται είτε στην τοπική αγορά είτε σε ένα ευρύτερο δίκτυο ανταλλαγής. Αντίστροφα αν τα απαιτούμενα για την κοινότητα αγαθά δεν μπορούν να αυτοπαραχθούν για διάφορους λόγους (π.χ. έλλειψη χεριών, αδυναμία συγκεκριμένων καλλιεργειών στη δεδομένη περιοχή), εξασφαλίζονται είτε από την τοπική αγορά είτε από υπάρχοντα δίκτυα ανταλλαγής προϊόντων και υπηρεσιών. Προϊόντα βιομηχανικής κυρίως παραγωγής αγοράζονται από το ταμείο της κοινότητας σε τιμές χοντρικής και διανέμονται ανάλογα με τις ανάγκες των μελών, όπως και τα άλλα της αυτοπαραγωγής. Κάποιοι από τα μέλη της μπορούν να εξασφαλίζουν συμπληρωματικό εισόδημα από δραστηριότητες εκτός κοινότητας ή και να εργάζονται αποκλειστικά εκτός κοινότητας. Οι σχέσεις τους με την οικονομική (π.χ. καταβολή του 20-30% του μισθού στο κοινό ταμείο) και την εν γένει καθημερινή ζωή της κοινότητας ρυθμίζονται από την συνέλευσή της, η οποία παίρνει αποφάσεις για όλα τα ζητήματα που την απασχολούν (π.χ. ένα ζήτημα θα είναι τα περιουσιακά στοιχεία ορισμένων μελών της. Αν δεν μπορεί να υπάρξει συμφωνία για κοινοτική τους διαχείριση από την αρχή, τουλάχιστον ένα μέρος από τα εισοδήματα που αποφέρουν να κατατίθενται στο κοινό ταμείο, ανάλογα με τις ανάγκες βιωσιμότητας της κοινότητας, μετά από κοινή συμφωνία). Γενικά υπάρχει κοινή αντιμετώπιση των εσόδων και εξόδων, κάτω από το πρίσμα των αναγκών των μελών και της βιωσιμότητας της κοινότητας. Επίσης μπορεί να οργανώνεται κοινή κουζίνα, χώρος απασχόλησης παιδιών, χώρος αυτοέκφρασης, χώρος υποδοχής επισκεπτών κ.λ.π. Οι χώροι διαμονής (κατά μόνας, ανά ζευγάρια ή παρέα) καθορίζονται κυρίως από τις αντικειμενικές δυνατότητες που θα υπάρχουν.
Βασικό τους πάντα χαρακτηριστικό θα πρέπει να είναι η αυτοδυναμία-αυτάρκεια καθώς και η οργανική σύνδεση με τα δρώμενα και τη καθημερινή ζωή των κατοίκων της γύρω περιοχής. Η ύπαρξη αρκετών τέτοιων οίκο-κοινοτήτων μπορεί να οδηγήσει και στην σε οποιοδήποτε επίπεδο δικτύωσή τους.
β) Με κέντρο μια πόλη και ένα χώρο που είτε προϋπάρχει είτε βρίσκεται στην πορεία, συγκεντρώνονται άτομα, νοικοκυριά, οίκο-παραγωγοί, προϋπάρχουσες ομαδοποιήσεις κ.λ.π. και αφού συμφωνήσουν, μετά από αντίστοιχες συζητήσεις, δημιουργούν ένα Τοπικό Σύστημα Ανταλλαγών (Τ.Σ.Α.). Αυτό βασίζεται στην ανταλλαγή αγαθών- εργασιών- υπηρεσιών μεταξύ των μελών του με μέσο όχι το συμβατικό χρήμα, αλλά ένα συμφωνημένο «εσωτερικό νόμισμα». Είναι μια οργάνωση της καθημερινής ζωής των μελών του, που οδηγεί σε νέα κοινωνικότητα-συλλογικότητα στα πλαίσια μιας τοπικής κοινωνίας, που μπορεί να ξεκινά τη λειτουργία της άμεσα, χωρίς να χρειάζεται από την αρχή ιδεολογική ταύτιση των μελών της. Καταργεί τον «εργοδότη» σαν μεσάζοντα μεταξύ της εργασίας και των προϊόντων της εργασίας και στη συνέχεια μεταξύ αυτών των προϊόντων και των χρηστών τους.
Μέλη ενός ΤΣΑ μπορεί να είναι οι κάθε λογής άνεργοι, εργαζόμενοι που στον ελεύθερο χρόνο τους θέλουν να προσφέρουν συγκεκριμένες εργασίες και υπηρεσίες, τεχνίτες και τεχνικοί κάθε είδους, βιοκαλλιεργητές, οικοτέχνες -οικοπαραγωγοί, μελισσοκόμοι, κ.λ.π., εκπαιδευτικοί κάθε είδους και δάσκαλοι μουσικής-χορού, γιατροί ομοιοπαθητικοί- πρακτικοί-άλλης ειδικότητας, προσφέροντας υπηρεσίες κάθε είδους και ότι μπορεί να φαντασθεί κανείς.
Το εσωτερικό νόμισμα των ανταλλαγών μπορεί για παράδειγμα να θεωρηθεί ο χρόνος εργασίας. Κάθε ώρα εργασίας ή υπηρεσίας ή οι ώρες εργασίας που είναι ενσωματωμένες σε ένα προϊόν, αποτελεί χρέος γι αυτόν που το δέχεται και πρέπει να το ανταποδώσει σε αντίστοιχες ώρες άλλης εργασίας ή υπηρεσίας ή προϊόντος σε οποιοδήποτε άλλο μέλος, σε μια όμως ορισμένη προθεσμία (π.χ. 6 μήνες). Αντίστροφα κάθε ώρα προσφοράς δίνει το δικαίωμα για λήψη μιας ώρας άλλης υπηρεσίας ή προϊόντος από άλλο μέλος. Σε κάθε μέλος λοιπόν καταγράφονται (με χρήση βιβλίου ή καρτελών ή υπολογιστή ή και κουπονιών) οι ώρες χρέους και πίστωσης. Βασικό πρόβλημα που πρέπει να λυθεί είναι η αξία της μιας ή της άλλης υπηρεσίας. Θα θεωρηθούν όλες το ίδιο χρήσιμες και άρα θα αποτιμούνται το ίδιο (π.χ. μια ώρα ανειδίκευτου και μια ώρα ειδικευμένου) στα πλαίσια του ΤΣA; Ή θα υπάρξει διαφοροποίηση; Είναι ζήτημα αρχικής συμφωνίας όλων των μελών, αν και μπορεί να υπάρξει και αλλαγή στη συνέχεια από τη συνέλευσή τους. Το νόμισμα χρόνος έχει περιορισμένη διάρκεια και ανταλλαξιμότητα. Χάνει την αξία του αν δεν «ξοδευτεί» σε ένα συμφωνημένο χρονικό διάστημα, όπως αναφέρθηκε. Έτσι δεν μπορεί να «συσσωρεύεται» όπως το συμβατικό χρήμα και άρα καταργείται η εξουσία του χρήματος. Από την άλλη ο καθένας θα θέλει να αυτοπεριορίζεται, γιατί κάθε απόκτημα ή κατανάλωση θα συνδέεται με δαπάνη χρόνου εργασίας από τη μεριά του και επομένως θα οδηγείται στο να εντοπίζει και να καθορίζει ο ίδιος τις πραγματικές και ουσιαστικές του ανάγκες (μείωση του καταναλωτισμού). Ταυτόχρονα λόγω της τοπικής εμβέλειας θα βοηθά στην ανάπτυξη της τοπικής παραγωγής και στην τοπική αυτάρκεια. Όσα περισσότερα είναι τα μέλη και όση μεγαλύτερη είναι η ποικιλία στις ειδικότητές τους, τόσο πιο μεγάλο το ποσοστό των αναγκών των μελών, που θα ικανοποιούνται στα πλαίσια του ΤΣΑ και άρα τόσο πιο μεγάλη η αντικατάσταση του επίσημου χρήματος. Βέβαια εξαρτάται από τις ανάγκες του συστήματος (π.χ. έξοδα προς τρίτους), αν θα καθορίζεται κάθε φορά και μια «ισοτιμία» μεταξύ του εσωτερικού και του επίσημου νομίσματος.
Ο βασικός στόχος των δομών αυτών είναι η κατάργηση του διαχωρισμού «παραγωγού»-«καταναλωτή» και η ανάπτυξη του ανθρώπου με τα χαρακτηριστικά του «παραγωαναλωτή», δηλαδή του ανθρώπου που θα παράγει ο ίδιος ένα μέρος των χρηστικών του αγαθών και της τροφής του. Για τον άνθρωπο, ο οποίος χαρακτηρίζεται ακόμα «παραγωγός», αυτό σημαίνει ότι παράγει ένα ποσοστό και για τον εαυτό του (το οποίο μπορεί συνεχώς να αυξάνει) και ένα ποσοστό για ανταλλαγή με τους άλλους (το οποίο μπορεί να ελαττώνεται). Για τον άνθρωπο, που χαρακτηρίζεται ακόμα «καταναλωτής» σημαίνει ότι όλο και περισσότερο παύει να είναι τέτοιος και προσπαθεί κάποιες ανάγκες του να τις ικανοποιήσει μέσα από την αυτοπαραγωγή του και όχι μόνο μέσω της αγοράς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου