Από Κοινού: Συνέλευση για την Αποανάπτυξη και την Άμεση Δημοκρατία

Μαζί στον δρόμο προς έναν μετα-καπιταλιστικό κόσμο: με το πρόταγμα της Αποανάπτυξης-Τοπικοποίησης, του Κοινοτισμού και της Άμεσης Δημοκρατίας.
Καθόλα αυτά τα χρόνια της λεγόμενης οικονομικής κρίσης έχει λάβει χώρα στην νεοελληνική κοινωνία μία διαδικασία, με κεντρικό άξονα την επανανοηματοδότηση του αξιακού μας συστήματος και των πολιτικών μας προταγμάτων.
Μεμονωμένα άτομα αλλά και ομάδες, συλλογικότητες και κινήματα έχουν αναπτυχθεί παντού στην Ελλάδα, έχουν αφήσει πίσω τους το «αναπτυξιακό» μοντέλο που προωθεί τον καταναλωτικό τρόπο ζωής και έχουν υιοθετήσει άλλες φιλοσοφίες και άλλους τρόπους προσωπικής και συλλογικής διαβίωσης.
Η πολύχρονη πορεία ζωής όλων αυτών των ανθρώπων και ομάδων έχει αποδείξει ότι υπάρχουν υγιή και δυναμικά κοινωνικά κύτταρα, οι δράσεις των οποίων επιθυμούν να συναντηθούν και να συντονιστούν, έτσι ώστε να εκφραστεί η κοινή πολιτική τους φιλοσοφία, σε μια προοπτική μετασχηματισμού που ανοίγει το δρόμο για μια κοινωνία που θα στηριχθεί:

  • στο αποαναπτυξιακό μοντέλο της οικονομίας των αναγκών, της επάρκειας και του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στη βάση της αφθονίας των υλικών και άυλων Κοινών,
  • στην κοινοτική οργάνωση με βάση την προσωπική και συλλογικήαυτονομία,
  • σε αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς και στη θέσμιση της άμεσης δημοκρατίας με τη μορφή του ομοσπονδιακού Κοινοτισμού.

Πρόκειται για τη διάδοση της παραπάνω θέσης μας, που διευρύνεται και διασυνδέεται εδώ και τώρα. Και εν μέρει, λόγω της επιρρεπούς στην κρίση φύσης του σημερινού κοινωνικού συστήματος, είναι δυνατόν να γίνει πράξη και λογική της πλειοψηφίας.
Στα σημερινά εγχειρήματα του πολύμορφου αυτού κινήματος και στις δραστηριότητές του, εμπεριέχονται οι δυνατότητες μιας κοινωνίας σε μετακαπιταλιστική μετάβαση. Στοιχεία της έχουν ήδη δημιουργηθεί, εάν και ακόμα ξετυλίγονται και δεν είναι πλήρη. Τέτοια στοιχεία είναι αυτά της άμεσης δημοκρατίας στα πλαίσια της λειτουργίας των εγχειρημάτων, της οικολογίας με τη μορφή του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στις οικονομικές δραστηριότητές τους, της οικονομίας των αναγκών στις πρακτικές της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας που υλοποιούν. Της ισότητας των αμοιβών και των αυτοκαθοριζόμενων συνθηκών εργασίας από τα μέλη τους, της ισότητας των φύλων και των μειονοτήτων στη συμμετοχή και στη λήψη των αποφάσεων κ.λπ.
Ταυτόχρονα αυτά τα εγχειρήματα είναι πάντα εκτεθειμένα στον κίνδυνο να εκληφθούν ως ιδιοτελείς προσπάθειες για βελτίωση των συνθηκών ζωής μόνο των μελών τους και όχι και των κοινοτήτων γύρω τους. Αμυντικές μάχες, συγκρούσεις και διαπραγματεύσεις για οικειοποίηση κοινών πόρων απαιτούνται για όσο διάστημα το ιεραρχικό εθνικό κράτος και η καπιταλιστική αγορά με τίς αντίστοιχες λογικές τους κυριαρχούν. Αυτές οι μάχες θα γίνονται πιο επιτυχείς, αν δίνονται στο πλαίσιο ενός ισχυρού, κοινού και πάνω από όλα χειραφετικού κοινωνικού κινήματος.
Το συγκεκριμένο μετα-καπιταλιστικό όραμα είναι ένας κόσμος που δεν είναι ιεραρχικός, αλλά συνδεδεμένος με δίκτυα λειτουργικά όλων των επιπέδων και δεσμών, είναι αυτο-οργανωμένος και οι βασικές προσωπικές ανάγκες όλων των πολιτών μπορούν να ικανοποιηθούν μέσω της αφθονίας των συλλογικών αγαθών (Commons). Αυτός ο κόσμος θα χαρακτηρίζεται εξάλλου από αυτοκαθοριζόμενες και γεμάτες ευθύνη σχέσεις δραστηριοτήτων και εργασίας, οι οποίες θα φέρνουν χαρά και νόημα, χωρίς υπερβολική εκμετάλλευση πόρων ή καταστροφή οικοσυστημάτων.
Το κίνημα των κοινοτήτων εμπιστεύεται το ανθρώπινο δυναμικό και μεταφράζει την έννοια της βιωσιμότητας στη γλώσσα των ανθρώπινων αναγκών: Υπάρχει μια βασική ανάγκη, η διατήρηση του πλανήτη, η οποία μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο εάν οργανώσουμε την ικανοποίηση, τόσο των ατομικών όσο και των συλλογικών αναγκών, σε αρμονία με τα όρια που βάζουν οι δυνατότητες των οικοσυστημάτων της γης. Η κοινή χρήση είναι ένας συγκεκριμένος τρόπος αντιμετώπισης της ανθρώπινης και μη ανθρώπινης φύσης, ο οποίος δεν βασίζεται στους καταναγκασμούς του αφηγήματος της «ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων», αλλά αναγνωρίζει ότι εμείς οι άνθρωποι είμαστε ένα (ανα)παραγόμενο στοιχείο του πλανήτη γη. Τα Κοινά (Commons) βέβαια ενδέχεται να μην επιλύσουν μακροπρόθεσμα όλα τα προβλήματα του κόσμου. Αλλά ζούμε το τέλος του καπιταλιστικού κόσμου, στο οποίο δυστοπικό τέλος, οι αντιθέσεις μάλλον τείνουν να επιδεινώνονται και οι συγκρούσεις γίνονται όλο και πιο βάναυσες. Για αυτό είναι ιδιαίτερης σημασίας η δημιουργία θετικών προοπτικών, η διατύπωση και - περισσότερο από οτιδήποτε - η πρακτική ενός αλληλέγγυου οράματος.
Για το μέλλον, φαίνεται επιθυμητό και απαραίτητο να βρεθεί κοινά αποφασισμένη και συντονισμένη κατεύθυνση για την προοπτική του κινήματος. Ο όρος σύγκλισηταιριάζει σε τέτοιες διαδικασίες σχηματισμού συμμαχιών και περιλαμβάνει επίσης πολλά άλλα ρεύματα που κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Ταυτόχρονα, πρέπει επίσης να εντατικοποιηθούν οι συζητήσεις γύρω από το περιεχόμενο, ώστε να αναλυθούν παραπέρα και τα στρατηγικά ζητήματα, αλλά και να συζητηθούν ανοιχτά τα αμφιλεγόμενα ζητήματα. Μόνο έτσι μπορεί να αποφευχθεί η σημερινή πραγματικότητα, όπου τα διαφορετικά ρεύματα δεν είναι συνδεδεμένα και δρουν παράλληλα και απομονωμένα. Θα χρειασθεί να ληφθεί μέριμνα ώστε να προέλθει μια διασύνδεση που θα χαρακτηρίζεται βέβαια από ποικιλομορφία και όχι οπωσδήποτε από ταύτιση.
Θα χρειασθεί επίσης να γίνει κοινά αποδεκτός ένας όρος που θα μπορέσει να αποτελέσει την κοινή στέγη, τον κοινό στόχο και να περιλαμβάνει τον κοινό ορίζοντα κατανόησης των διαφορετικών ρευμάτων, που δεν μπορεί να είναι άλλος από το ξεπέρασμα του καπιταλισμού.
Γενικότερα, ήρθε ο καιρός, που τα όποια-σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο- σημερινά κοινωνικά κινήματα θα χρειασθεί, στηριζόμενα στη αναβίωση του πνεύματος του κοινοτισμού στις σύγχρονες σημερινές συνθήκες και συνδεόμενα μεταξύ τους, να μετατραπούν σε ενιαίο πολιτικό κίνημα μετάβασης για την μετακαπιταλιστική κοινωνία.
Ειδικά για τη χώρα, που βρίσκεται σε συνθήκες οικονομικού πολέμου και έχει μετατραπεί σε αποικία χρέους, το πολύμορφο αυτό κίνημα θα χρειασθεί να διαμορφώσει ένα ελκυστικό πρόγραμμα διεκδίκησης της «εδώ και τώρα» αλλαγής πορείας, δημιουργώντας ταυτόχρονα τα στοιχεία και τις κοινωνικές δομές του νέου κόσμου που οραματίζεται, αφήνοντας πίσω τον καπιταλιστικό κόσμο που μας οδηγεί στην κοινωνική και οικολογική κατάρρευση.
Η μελλοντική επιδίωξη της κοινωνικής χειραφέτησης και της ένταξης των ανθρώπινων κοινοτήτων –πέρα από σύνορα-με ισορροπία στα πλαίσια ενός πεπερασμένου πλανητικού οικοσυστήματος, θα μπορέσει να υλοποιηθεί μόνο από μια σύγκλιση, στη δράση και στη σκέψη, των παραπάνω κοινωνικοπολιτικών ρευμάτων, και στο επίπεδο της καθημερινής ζωής, και στο επίπεδο της κοινωνικής και πολιτικής θέσμισης. Και καταρχήν στην διαπαιδαγώγηση –μέσα από την συμμετοχή-του απαραίτητου ανθρωπολογικού τύπου -σε κρίσιμο αριθμό- που θα βάλει όλη την κοινωνία σε περίοδο κοινωνικοοικολογικού μετασχηματισμού. Ξεκινώντας βασικά από κάθε τοπική κοινωνία.

Πέμπτη, 28 Μαΐου 2020

Για έναν πολιτισμό «μετά την ανάπτυξη»


Καταρχήν, στον «αναπτυγμένο κόσμο» όλοι θεωρούν ότι η  οικονομική ανάπτυξη μπορεί να λύσει όχι μόνο τα οικονομικά προβλήματα, όπως το χρέος ή την έλλειψη θέσεων εργασίας, αλλά και κοινωνικά προβλήματα, όπως η ανισότητα ή έλλειψη θέσεων στα νηπιαγωγεία. Πολλοί μάλιστα-περισσότερο πράσινοι- έχουν και την ελπίδα ότι "πράσινη ανάπτυξη"- μέσω της ενεργειακής πολιτικής και τεχνολογικής καινοτομίας-θα λύσει και τα οικολογικά προβλήματα. Στη Δύση και τον Βορρά, στασιμότητα σημαίνει για όλους κοινωνική κρίση: ανεργία, ελλείμματα προϋπολογισμού, φτώχεια. Όλα τα κόμματα – ακόμα και της αριστεράς ή των πρασίνων - εστιάζουν στην περαιτέρω οικονομική ανάπτυξη.
 «Χωρίς ανάπτυξη, δε γίνεται τίποτα", αυτό είναι το κλειδί στην ιδεολογία της καπιταλιστικής κοινωνίας η οποία έχει παγκοσμιοποιηθεί πλέον και έχει γίνει και κυρίαρχη ιδεολογία και στις «αναδυόμενες» ή τις «υπο-ανάπτυξη» χώρες. Η πίστη στον επεκτατικό μοντερνισμό έχει γενικευθεί γιατί αυτός υποτίθεται ότι θα μας οδηγήσει σε «κοινωνίες ευημερίας» παντού, και στο Νότο -Ανατολή : η ανάπτυξη είναι η πανάκεια, το ελιξίριο, το καθολικό μέτρο της προόδου, του εκσυγχρονισμού , της ευημερίας μέσω της αύξησης της κατανάλωσης του προσδόκιμου χρόνου ζωής και του κατά κεφαλήν εισοδήματος,  της ίδιας της εξέλιξης του ανθρώπου σε «μετάνθρωπο».
Αλλά είναι πραγματικά έτσι;
Κανείς δεν αρνείται ότι η οικονομική ανάπτυξη κατά το παρελθόν (χρονολογία κλειδί 1980) και σε λιγότερο πλούσιες χώρες (Κίνα) σχετίζεται με την αύξηση της ευημερίας των χαμηλότερων και μεσαίων τάξεων: αλλά η μεγάλη αύξηση της παγκόσμιας κατανάλωσης τα τελευταία χρόνια(βασικά μεταξύ 1990-2007) πυροδοτήθηκε και στηρίχθηκε από την μαζική χορήγηση δανείων από τις τράπεζες. Είχαμε παντού αυξανόμενα επίπεδα χρέους. Των νοικοκυριών, των επιχειρήσεων, των κυβερνήσεων. Με τη μορφή καταναλωτικών χρεών, χρηματοπιστωτικών επενδύσεων, δημοσίων χρεών, εξωτερικών χρεών σε κάθε χώρα. Στο προηγούμενο της κρίσης διάστημα το χαρακτηριστικό ήταν η αύξηση ιδίως των καταναλωτικών χρεών.  Χρησιμοποιήθηκαν σαν μηχανισμός, ώστε η κατανάλωση να γίνει ο βασικός μοχλός της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Εκ των πραγμάτων τα καταναλωτικά δάνεια χρησιμοποιήθηκαν για να αποσυνδέσουν τις καταναλωτικές δαπάνες των εργαζομένων και των μισθωτών από τα αντίστοιχα εισοδήματά τους(« Δεν έχεις τα λεφτά για μεγαλύτερο και καινούργιο αυτοκίνητο; Πάρε το με χρηματοδότηση από την τράπεζά σου». «Δεν έχεις όλα τα λεφτά για ιδιόκτητο και μεγάλο σπίτι; Πάρε στεγαστικό δάνειο». Στην κουλτούρα του «δανείσου και ξόδευε» είναι πιο ευάλωτα τα κοινωνικά στρώματα χαμηλού εισοδήματος και η μεσαία τάξη. Όμως αυτή η κουλτούρα δεν φέρνει μακροπρόθεσμα ευημερία για αυτά, αλλά στο τέλος-όταν δεν μπορούν να εξυπηρετήσουν τα δάνεια-μάλλον φέρνει δυστυχία, αφού τα κάνουν έρμαια των πιστωτών). Σε προσωπικό επίπεδο, η κουλτούρα της κατανάλωσης διευκολύνει απλά την εδραίωση ενός τρόπου ζωής που μας καλεί να συγχέουμε την ευτυχία με την κατανάλωση.
Οι κυβερνήσεις τείνουν συνήθως να δανείζονται χρήματα για να τονώσουν την «ανάκαμψη». Χρειάσθηκαν π.χ. τεράστια χρηματικά ποσά στο τέλος του 2008 και αρχές 2009, ώστε να «σταθεροποιηθεί» το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα, και αυτά εξασφαλίσθηκαν από αυξημένο δημόσιο δανεισμό σε όλες τις πληγείσες από την κρίση χώρες: υπολογίζεται πάνω από 7-8 τρισεκατομμύρια δολάρια. Θα χρειασθούν στη συνέχεια πολλά δάνεια για να αντιμετωπίσουν την υγειονομική κρίση και την ερχόμενη οικονομική κρίση λόγω του κορονοϊού. Το γεγονός αυτό-της αύξησης των χρεών- έχει σαν αποτέλεσμα εκτός από το μεγάλωμα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής «φούσκας» και την κατάρρευση της ίδιας της χρηματοπιστωτικής αγοράς, λόγω απώλειας της «εμπιστοσύνης». Οι ίδιες οι πρακτικές των κυβερνήσεων και των οικονομικών ιθυνόντων, που εφαρμόστηκαν για να τονώσουν την οικονομική ανάπτυξη, οδηγούν τελικά στην κατάρρευση, όχι μόνο την οικονομική. 
Υπάρχει σοβαρός κίνδυνος μιας γενικής κατάρρευσης του συστήματος, σε σύντομο χρονικό διάστημα. Υπάρχει κίνδυνος η κατάρρευση να μη συμβεί σε εκατό χρόνια, αλλά μεταξύ 2020 και 2050. Αυτή μεταφράζεται στην κατάρρευση όλων των θεσμών και των σχέσεων που γνωρίζουμε σήμερα. Και θα έχει χαρακτήρα μη αναστρέψιμο. Όταν οι κοινωνίες γίνονται όλο και πιο σύνθετες, για να λύσουν τα προβλήματά τους απαιτούν κάθε φορά μεγαλύτερη παραγωγή, μεγαλύτερη κατανάλωση και μεγαλύτερες ποσότητες ενέργειας σε μια εποχή που η ενέργεια αρχίζει να σπανίζει.
Παρά το γεγονός ότι υπάρχουν δύο κύριες αιτίες για την κατάρρευση – η κλιματική αλλαγή  και η εξάντληση των πρώτων υλών- πρέπει να δοθεί προσοχή και σε άλλες- φαινομενικά μικρότερες αιτίες- που θα μπορούσαν να πολλαπλασιάσουν τα προβλήματα. Αυτές είναι: τα δημογραφικά προβλήματα, η περιθωριοποίηση των γυναικών, η λεηλάτηση του πλούτου του Νότου, οι μεταναστευτικές ροές. Σήμερα δίνουμε μεγαλύτερη προσοχή στην υγειονομική -χρηματοπιστωτική κρίση, και αυτό είναι λογικό. Εάν όμως η κάθε μία από αυτές τις κρίσεις ξεχωριστά είναι ανησυχητική, ο συνδυασμός τους καταλήγει εκρηκτικός.
Από την άλλη, υπάρχουν αρκετοί λόγοι για τη μη δυνατότητα «αέναης ανάπτυξης», αναφέρουμε δυο:
 1) Πολυάριθμες μελέτες δείχνουν ότι η οριακή χρησιμότητα κάθε επιπλέον ευρώ στην αύξηση της ευημερίας, για παράδειγμα, μειώνεται σημαντικά, ενώ αντίθετα το κόστος της ανάπτυξης αυξάνεται. Από ένα ορισμένο επίπεδο εισοδήματος - και αυτό οι περισσότεροι άνθρωποι στις αναπτυγμένες χώρες το έχουν επιτύχει στη δεκαετία του 1980 - τελειώνει η ανάλογη σχέση μεταξύ ανάπτυξης και ευημερίας: από τότε και μετά,  παρά την οικονομική ανάπτυξη, η ικανοποίηση των ανθρώπων από τη ζωή-ευζωία το λέμε αυτό- όχι μόνο λιμνάζει, αλλά και μειώνεται (παράδοξο του Easterlin ονομάσθηκε αυτό, από το όνομα του καθηγητή που το παρατήρησε πρώτος στις έρευνές του στην Αμερική για την ανθρώπινη ευτυχία). Και όμως η πυξίδα που καθοδηγούσε μέχρι τώρα τις πολιτικές των κυβερνήσεων των αναπτυγμένων χωρών, αλλά όχι μόνο, ήταν η οικονομική ανάπτυξη με κριτήριο μέτρησής της το ΑΕΠ. Αυτό καθόρισε τη λογική όχι μόνο του πολιτικού προσωπικού, αλλά ολόκληρων των κοινωνιών και των πολιτών-καταναλωτών. Όλοι παρακολουθούσαν με αγωνία τις προγνώσεις για την ανάπτυξη σε κάθε χώρα εσωτερικά, αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο. Τα προγράμματα όλων των κομμάτων, ακόμα και αυτών που δεν πήραν ποτέ την εξουσία, ήταν και είναι ακόμα γεμάτα με προτάσεις για πολιτικές μεγαλύτερης κάθε φορά ανάπτυξης.
2) Ένας δεύτερος σημαντικός λόγος είναι η αυξανόμενη ανισότητα. Γιατί από την αύξηση των ΑΕΠ και των εισοδημάτων των τελευταίων 25 ετών – οι ιδεολόγοι της ανάπτυξης αδιαφοροποίητα γιόρτασαν αυτό σαν την «τεράστια επιτυχία της ανάπτυξης» - έχουν de facto μερικοί μόνο κερδίσει. Το πλουσιότερο 5% έχει οικειοποιηθεί το μισό από τα κέρδη αυτά των εισοδημάτων. Εν τω μεταξύ, 62 άτομα κατείχαν το 2017 τόσα πολλά, όσα το μισό του παγκόσμιου πληθυσμού και η συγκεντροποίηση του πλούτου συνεχίζεται χρόνο με το χρόνο.  Η όποια ισότητα ή το όποιο καλό κοινωνικό σύστημα δεν είναι φυσική απόρροια της οικονομικής ανάπτυξης, αλλά το αποτέλεσμα των κοινωνικών αγώνων και των διαδικασιών πολιτικής διαπραγμάτευσης. Μη ξεχνάμε ότι: Η «ανάπτυξη» στην περίπτωση των «πλούσιων» χωρών, οφείλεται στην λεηλασία των πόρων των «φτωχών» χωρών τους τελευταίους αιώνες. Η λεηλασία αυτή έχει μετατρέψει σε «φτωχές», χώρες που στην ουσία είναι πλούσιες σε πόρους και ενέργεια!
Η επιδίωξη της «καταναλωτικής ευημερίας» παντού σήμερα-και στην Ανατολή, Νότο-έχει φθάσει στα όρια. Αυτό δείχνει η παρούσα οικονομική-υγειονομική κρίση: πίσω από αυτές βρίσκεται στην ουσία η οικολογική κρίση. Με την έννοια της μείωσης της βιοποικιλότητας και της έλλειψης πόρων και ενέργειας από τη μια και την πεπερασμένη δυνατότητα του πλανητικού συστήματος να απορροφήσει τον μεγάλο όγκο των αποβλήτων μας από την άλλη. Στην πραγματικότητα δεν έχουμε φθάσει στην οικολογική καταστροφή και στην πτώχευση της «ΑΕ ΓΗΣ», επειδή δεν υπάρχει –πέρα από την κοινωνική δικαιοσύνη-και αυτό που έχει ονομασθεί οικολογική δικαιοσύνη: με βάση τις εκπομπές Διοξειδίου του Άνθρακα -πριν τη Συμφωνία του Παρισιού το 2015- για παράδειγμα, ο μέσος κάτοικος των ΗΠΑ εξέπεμπε περίπου 20 τόνους, της Γερμανίας 10 τόνους, της Κίνας 4.6 τόνους, ενώ  αντίθετα του Μπαγκλαντές 0,3 τόνους και του Μάλι μόνο 50 κιλά. Για τον μέσο Έλληνα δεν έχουμε ακριβή στοιχεία, σύμφωνα όμως με στοιχεία του ΟΟΣΑ, στη 10ετία του 2000-2009 ο μέσος κάτοικος της χώρας εξέπεμπε κατά μέσο όρο 8,7 τόνους CO2.
Το κλίμα  δεν έχει αποσταθεροποιηθεί εντελώς μέχρι σήμερα λοιπόν, μόνο και μόνο επειδή άλλοι άνθρωποι σε άλλα μέρη της γης εκπέμπουν πολύ λιγότερο από ό, τι δικαιούνται. Ζουν στην Αφρική, την Ασία, την Κεντρική και τη Νότια Αμερική και έχουν επωφεληθεί μόνο περιθωριακά από την ορυκτή ενέργεια. Και είναι ακριβώς αυτοί οι άνθρωποι που ζουν στις περιοχές που αντιμετωπίζουν σήμερα τους μεγαλύτερους κινδύνους από την αλλαγή του κλίματος μέσω των ολοένα συχνότερων και μεγαλύτερων τυφώνων, των πλημμυρών και της ξηρασίας. Οικολογική –Κλιματική Δικαιοσύνη θα σήμαινε σήμερα: Αν ο μέσος Ευρωπαίος εκπέμπει 10 τόνους διοξειδίου το χρόνο, και ο στόχος της αύξησης της υπερθέρμανσης κατά 1,5 βαθμούς απαιτεί εκπομπή ενός μόνο τόνου[1], τότε απαιτείται μείωση στο ένα δέκατο. Αυτό είναι το πρωτοφανές καθήκον της εποχής μας, στον «αναπτυγμένο» κόσμο. Οι καταναλωτικές κοινωνίες του παγκόσμιου Βορρά-Δύσης βρίσκονται μπροστά στην ανάγκη για μια βαθιά πολιτιστική αλλαγή. Για να είναι αυτή εποικοδομητική (γιατί ένα τελευταίο ξέσπασμα βίας και πόλεμος θα καταναλώσει τον πλανήτη γρήγορα και οριστικά), χρειάζεται οικολογική δικαιοσύνη και ισοκατανομή βαρών. Αν υπάρξει ισοκατανομή βαρών και κοινωνική-οικολογική-κλιματική δικαιοσύνη, τότε οι «φτωχές» σήμερα χώρες μπορούν πιο εύκολα να στηρίξουν την μετάβασή τους σε κοινωνίες αποανάπτυξης και μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος, γιατί δεν θα είναι αναγκασμένες να παραιτηθούν από την υπερκατανάλωση-πράγμα που δεν είχαν τη δυνατότητα οι πλειοψηφίες των πληθυσμών τους- όπως θα χρειασθεί να συμβεί στις πλούσιες χώρες!
Ο καπιταλισμός ήταν και είναι ένα σύστημα που έχει ιστορικά επιδείξει μια τεράστια ικανότητα προσαρμογής στις διάφορες προκλήσεις. Η αδυναμία του  όμως να αντιαντιμετωπίσει σήμερα την οικολογική κρίση δείχνει ότι γρήγορα πηγαίνει σε μια φάση της τελικής διάβρωσης, από την οποία έχει μόνο μία διέξοδο: τον οίκο-φασισμό, μια προοπτική που βασίζεται στην ιδέα ότι πολλοί άνθρωποι στον πλανήτη περισσεύουν. Δρα περιθωριοποιώντας αυτούς που περισσεύουν. Αυτό το κάνει ήδη και στην πιο σκληρή του εκδοχή, τους εξοντώνει, μπροστά στην επικείμενη γενική έλλειψη δείχνει όλο και πιο αποφασισμένος να διατηρήσει τους σπάνιους πόρους σε λίγα χέρια.
Από την άλλη, οι σημερινές γενιές των ανθρώπων-ακόμα και των λεγόμενων «από κάτω» που εκμεταλλεύονται από τον καπιταλισμό- κληρονομούν στα παιδιά τους όχι μόνο οικονομικά χρέη, αλλά και οικολογικά! Με την έννοια ότι οι νέες γενιές θα πρέπει να τα ξεπληρώσουν αποκαθιστώντας και ανανεώνοντας τις συνθήκες ζωής και τα οικοσυστήματα του πλανήτη, αν θέλουν φυσικά να επιβιώσουν στο μέλλον.
Ειδικά για την ελληνική κοινωνία και την Ελλάδα, που ήταν έτσι και αλλιώς ο «ναυαγός της ανάπτυξης»: οι ημέρες της φαινομενικής ευμάρειας έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Η επιστροφή στην μια από τα ίδια «ανάπτυξη» που ευαγγελίζεται και η σημερινή κυβέρνηση  και η προηγούμενη της αριστεράς,  δεν πρόκειται να γίνει με τους όρους που έχουν επιβληθεί από την ΕΕ. Θα χρειασθεί και στην Ελλάδα και παντού να επιδιώξουμε-οι «από κάτω» φυσικά, γιατί οι ελίτ δεν έχουν λόγο-την ευζωία με επάρκεια με επιλογή της κατεύθυνσης της Αποανάπτυξης-Τοπικοποίησης-κοινοτισμού-Άμεσης Δημοκρατίας
Η απομάκρυνση από την ανάπτυξη είναι μια ασύγκριτα μεγάλη παρέμβαση. Θα πρέπει να πούμε αντίο στους καπιταλιστικούς νόμους της αγοράς:
ανταλλαγή αντί αγοράς, μοίρασμα και δανεισμός αντί ενοικίασης, κατοίκηση αντί κατοχής, δωρεά αντί μάρκετινγκ, περιορισμός αντί επέκτασης, εργασία αντί εκμετάλλευσης, συμφωνία και αποδοχή αντί διαταγής και υπακοής, νόημα και ουσία στην παραγωγή και τη χρήση αντί κατανάλωσης και επιδίωξης κέρδους. Θα πρέπει να μειώσουμε όχι μόνο τον χρόνο εργασίας με ισοκατανομή της κοινωνικά αναγκαίας εργασίας, αλλά και με εισαγωγή ενός Βασικού Εισοδήματος.
Η «πράσινη ανάπτυξη» στα πλαίσια του καπιταλισμού: το καλύτερο που θα προσφέρει είναι μια παράταση χρόνου στην κατάρρευση: Η Παγκόσμια τράπεζα προβλέπει ότι για την «πράσινη ανάπτυξη» θα χρειασθούμε μέχρι το 2050 ραγδαία αύξηση των εξορύξεων των ορυκτών μετάλλων: αλουμινίου, χαλκού, μόλυβδου, νικελίου και χάλυβα, εντατικοποίηση στην εκμετάλλευση σπάνιων γαιών(ίνδιο, μολυβδένιο, νεοδύμιο) και ειδικότερα για υλικά αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας (κοβάλτιο, λίθιο, μαγγάνιο, νικέλιο) αύξηση της ζήτησης έως και 1000%.
Η «αποανάπτυξη», βασισμένη στην αυτο-επάρκεια και την εκούσια απλότητα, φαίνεται να απορρέει από μια μη βίαιη και αντιαυταρχική φιλοσοφία. Από την άλλη, θέση της δεν είναι η παραίτηση από τις απολαύσεις της ζωής. Απεναντίας, διεκδικεί κατηγορηματικά την ανάκτησή τους, απορρίπτοντας την απατηλή λάμψη της αλόγιστης κατανάλωσης.
«Πρόκειται για μια διαδικασία πραγματικής μείωσης της παραγωγής και κατανάλωσης, που θα συνοδεύεται από ένα τρόπο ζωής  κατά τη διάρκεια της οποίας ξανασκεφτόμαστε και επαναϊεραρχούμε τις ανάγκες μας προς την κατεύθυνση της λιγότερης κατανάλωσης και του περισσότερου ελεύθερου χρόνου. Αυτά φαίνεται να μπορούν να σαρκωθούν   μέσα σε μια ατμόσφαιρα «εκούσιας απλότητας» και «συµβιωτικότητας»  μέσω της  αναδιανομής του παραγόµενου πλούτου με στόχο την όσο το δυνατόν µεγαλύτερη κοινωνική δικαιοσύνη, την έμφαση στην πραγµατική αξία χρήσης ενός προϊόντος και όχι στην ανταλλακτική αξία του ως εµπορεύµατος, την ανάδειξη της σημασίας της τοπικής παραγωγής με φτηνές πρώτες ύλες, την επαναχρησιµοποίηση και  την ανακύκλωση καθώς και τους οικολογικούς φόρους. Όλοι οι παραπάνω στόχοι είναι αλληλεξαρτώμενοι».
Ο βασικός στόχος της έννοιας της αποανάπτυξης είναι η αποαποικιοποίηση της ατομικής και κοινωνικής συνείδησης από την ιδεολογία της ανάπτυξης. Μέσα από την κριτική του μοντέλου της. Το ιδεολόγημα της ανάπτυξης κατέχει -μετά τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο και ιδίως την τελευταία 30ετία-θέση θρησκείας. Μιας θρησκείας που μας λέει ότι η οικονομική ανάπτυξη είναι μια ευλογία, ότι μέσω αυτής έχουμε κοινωνική συνοχή, επαρκείς δημόσιες/κοινωνικές υπηρεσίες, υψηλά επίπεδα κατανάλωσης και πως η φτώχεια, η ανισότητα και η ανεργία θα εκλείψουν, αφού μέσα από την συνεχή ανάπτυξη θα μεταβούμε σε «κοινωνίες αφθονίας» και στον «επί γης παράδεισο».
 Στην επιδίωξη αυτού του «παραδείσου» όμως δεν θα μας βοηθήσει η θρησκεία της ανάπτυξης-που όπως προανάφερα» μας οδηγεί στην κατάρρευση-αλλά το ερώτημα «τι έχει νόημα;» στη ζωή μας. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα μπορεί να αποκτήσει κεντρική σημασία τα επόμενα χρόνια.
Η εισαγωγή μιας οικολογικής μεθόδου ερμηνείας και η δημιουργία ενός νέου αξιακού συστήματος συνδεδεμένου περισσότερο με  την έννοια του «ευ ζην» των αρχαίων Ελλήνων, του «buen vivir»(καλή ζωή) των ιθαγενικώ ν κοινοτήτων της λατινικής Αμερικής, καθώς και των «καρακόλ» των Ζαπατίστας και του συστήματος συμβουλίων των Κούρδων της Ροζάβα, μπορεί να βοηθήσει στη λήψη των ατομικών και συλλογικών αποφάσεων για καλύτερες εκτιμήσεις ως προς την βαρύτητα των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, αλλά και για το ποια μορφή είναι απαραίτητο και μπορούν να πάρουν τα συντάγματα σε κάθε χώρα, μετά το τέλος της ανάπτυξης.  Πώς πρέπει να οργανωθεί η Ευρώπη και τα κράτη της, προκειμένου να προωθηθεί η παγκοσμιοποίηση της συνύπαρξης-η νέα οικουμενικότητα δηλαδή- και όχι η παγκοσμιοποίηση των εμπορευμάτων; Είναι ερωτήματα που μπορούν να απαντηθούν στα πλαίσια ενός νέου αξιακού συστήματος που μπορεί να υιοθετηθεί από τις κοινωνίες του πολιτισμού της «μετά την ανάπτυξη» εποχής.
Η πρόταση για την ευζωία με επάρκεια –που έχει διαμορφωθεί προς το παρόν από μια μειοψηφία ανθρώπων που έχουν επιλέξει ήδη σήμερα έναν άλλον τρόπο ζωής και δεν ανήκουν στον κυρίαρχο ανθρωπολογικό τύπο του homo oeconomicus-θα μπορούσε να είναι μια διέξοδος προς τον απαραίτητο νέο ευτοπικό πολιτισμό, που όμως θα πρέπει να επιλεχθεί και από σημαντικές κοινωνικές πλειοψηφίες για να υλοποιηθεί ως εναλλακτική του παρόντος. Και αυτό είναι το στοίχημα που θα χρειασθεί να παίξουν πρωτοβουλίες προσώπων-όχι μονοδιάστατων ατόμων-σε κάθε τοπική κοινωνία, ώστε με διασύνδεση και ομοσπονδιοποίησή τους, να μπορέσουν να το κερδίσουν το στοίχημα, όχι μόνο τοπικά, αλλά και σε επίπεδο εθνικής επικράτειας κάθε φορά. 

Σε κάθε περίπτωση βέβαια, ο καπιταλισμός έχει την ικανότητα να αποφεύγει να θέτουμε σημαντικές ερωτήσεις. Λέει, για παράδειγμα, ότι μπορεί και πρέπει να αναζητηθούν νέες πηγές ενέργειας που θα μας επιτρέψουν να διατηρήσουμε ή και να αυξήσουμε αυτά που έχουμε κατακτήσει. Να μην ανησυχούμε γιατί θα εξασφαλισθεί για τον καθένα ένα μεγαλύτερο κομμάτι πίτας. Την ερώτηση όμως που δεν μπορεί να αποφύγει ούτε αυτός ούτε και μεις, είναι: μπορούμε και θέλουμε να συνεχίσουμε να ζούμε, να παράγουμε και να καταναλώνουμε όπως μέχρι τώρα, αποδεχόμενοι το ενδεχόμενο της κατάρρευσης και του οικοφασισμού;


[1] Ο στόχος που συμφωνήθηκε στο Παρίσι, δηλαδή να περιορισθεί η υπερθέρμανση του πλανήτη σε 1,5 βαθμούς Κελσίου σε σχέση με την προ-βιομηχανική περίοδο, παρέχει το κριτήριο αξιολόγησης για την αποτελεσματικότητα των μέτρων μείωσης των εκπομπών, με εμπειρικό τρόπο. Στην τελευταία έκθεσή της, η επιτροπή IPCC του ΟΗΕ αναφέρει ένα υπόλοιπο 270 δισεκατομμυρίων τόνων άνθρακα (C) ή ισοδύναμων 991 δισεκατομμυρίων τόνων CO2 που μπορεί, στην καλύτερη περίπτωση, να απορροφήσει η ατμόσφαιρα στην περίοδο 2013-2100, αν ο στόχος του 1, 5 ° τηρηθεί. Με βάση αυτό, μπορεί εύκολα να καθορισθούν οι ετήσιες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου που αντιστοιχούν σε κάθε άτομο: Στα τέσσερα χρόνια μετά την αναφορά αυτή (2013-2016) οι εκπομπές ήταν στα 160 δισεκατομμύρια τόνους CO2, που αν αφαιρεθούν από τους 991 που ήταν ο προϋπολογισμός του 2013, μένουν 831 δισεκατομμύρια τόνοι CO2 που μπορούμε να εκπέμψουμε συνολικά από το 2017 έως το τέλος αιώνα. Διαιρεμένο με τα 83 χρόνια που μένουν, έχουμε ως αποτέλεσμα έναν ετήσιο προϋπολογισμό 10 δισεκατομμυρίων τόνων CO2. Με έναν αναμενόμενο, για το υπόλοιπο του αιώνα, παγκόσμιο πληθυσμό 9 δισεκατομμυρίων ανθρώπων, αυτό οδηγεί σε ένα ετήσιο ποσό εκπομπής ενός περίπου τόνου CO2 ανά άτομο. Βλέπε: http://www.topikopoiisi.eu/902rhothetarhoalpha/4966263

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου