Από Κοινού: Συνέλευση για την Αποανάπτυξη και την Άμεση Δημοκρατία

Μαζί στον δρόμο προς έναν μετα-καπιταλιστικό κόσμο: με το πρόταγμα της Αποανάπτυξης-Τοπικοποίησης, του Κοινοτισμού και της Άμεσης Δημοκρατίας.
Καθόλα αυτά τα χρόνια της λεγόμενης οικονομικής κρίσης έχει λάβει χώρα στην νεοελληνική κοινωνία μία διαδικασία, με κεντρικό άξονα την επανανοηματοδότηση του αξιακού μας συστήματος και των πολιτικών μας προταγμάτων.
Μεμονωμένα άτομα αλλά και ομάδες, συλλογικότητες και κινήματα έχουν αναπτυχθεί παντού στην Ελλάδα, έχουν αφήσει πίσω τους το «αναπτυξιακό» μοντέλο που προωθεί τον καταναλωτικό τρόπο ζωής και έχουν υιοθετήσει άλλες φιλοσοφίες και άλλους τρόπους προσωπικής και συλλογικής διαβίωσης.
Η πολύχρονη πορεία ζωής όλων αυτών των ανθρώπων και ομάδων έχει αποδείξει ότι υπάρχουν υγιή και δυναμικά κοινωνικά κύτταρα, οι δράσεις των οποίων επιθυμούν να συναντηθούν και να συντονιστούν, έτσι ώστε να εκφραστεί η κοινή πολιτική τους φιλοσοφία, σε μια προοπτική μετασχηματισμού που ανοίγει το δρόμο για μια κοινωνία που θα στηριχθεί:

  • στο αποαναπτυξιακό μοντέλο της οικονομίας των αναγκών, της επάρκειας και του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στη βάση της αφθονίας των υλικών και άυλων Κοινών,
  • στην κοινοτική οργάνωση με βάση την προσωπική και συλλογικήαυτονομία,
  • σε αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς και στη θέσμιση της άμεσης δημοκρατίας με τη μορφή του ομοσπονδιακού Κοινοτισμού.

Πρόκειται για τη διάδοση της παραπάνω θέσης μας, που διευρύνεται και διασυνδέεται εδώ και τώρα. Και εν μέρει, λόγω της επιρρεπούς στην κρίση φύσης του σημερινού κοινωνικού συστήματος, είναι δυνατόν να γίνει πράξη και λογική της πλειοψηφίας.
Στα σημερινά εγχειρήματα του πολύμορφου αυτού κινήματος και στις δραστηριότητές του, εμπεριέχονται οι δυνατότητες μιας κοινωνίας σε μετακαπιταλιστική μετάβαση. Στοιχεία της έχουν ήδη δημιουργηθεί, εάν και ακόμα ξετυλίγονται και δεν είναι πλήρη. Τέτοια στοιχεία είναι αυτά της άμεσης δημοκρατίας στα πλαίσια της λειτουργίας των εγχειρημάτων, της οικολογίας με τη μορφή του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στις οικονομικές δραστηριότητές τους, της οικονομίας των αναγκών στις πρακτικές της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας που υλοποιούν. Της ισότητας των αμοιβών και των αυτοκαθοριζόμενων συνθηκών εργασίας από τα μέλη τους, της ισότητας των φύλων και των μειονοτήτων στη συμμετοχή και στη λήψη των αποφάσεων κ.λπ.
Ταυτόχρονα αυτά τα εγχειρήματα είναι πάντα εκτεθειμένα στον κίνδυνο να εκληφθούν ως ιδιοτελείς προσπάθειες για βελτίωση των συνθηκών ζωής μόνο των μελών τους και όχι και των κοινοτήτων γύρω τους. Αμυντικές μάχες, συγκρούσεις και διαπραγματεύσεις για οικειοποίηση κοινών πόρων απαιτούνται για όσο διάστημα το ιεραρχικό εθνικό κράτος και η καπιταλιστική αγορά με τίς αντίστοιχες λογικές τους κυριαρχούν. Αυτές οι μάχες θα γίνονται πιο επιτυχείς, αν δίνονται στο πλαίσιο ενός ισχυρού, κοινού και πάνω από όλα χειραφετικού κοινωνικού κινήματος.
Το συγκεκριμένο μετα-καπιταλιστικό όραμα είναι ένας κόσμος που δεν είναι ιεραρχικός, αλλά συνδεδεμένος με δίκτυα λειτουργικά όλων των επιπέδων και δεσμών, είναι αυτο-οργανωμένος και οι βασικές προσωπικές ανάγκες όλων των πολιτών μπορούν να ικανοποιηθούν μέσω της αφθονίας των συλλογικών αγαθών (Commons). Αυτός ο κόσμος θα χαρακτηρίζεται εξάλλου από αυτοκαθοριζόμενες και γεμάτες ευθύνη σχέσεις δραστηριοτήτων και εργασίας, οι οποίες θα φέρνουν χαρά και νόημα, χωρίς υπερβολική εκμετάλλευση πόρων ή καταστροφή οικοσυστημάτων.
Το κίνημα των κοινοτήτων εμπιστεύεται το ανθρώπινο δυναμικό και μεταφράζει την έννοια της βιωσιμότητας στη γλώσσα των ανθρώπινων αναγκών: Υπάρχει μια βασική ανάγκη, η διατήρηση του πλανήτη, η οποία μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο εάν οργανώσουμε την ικανοποίηση, τόσο των ατομικών όσο και των συλλογικών αναγκών, σε αρμονία με τα όρια που βάζουν οι δυνατότητες των οικοσυστημάτων της γης. Η κοινή χρήση είναι ένας συγκεκριμένος τρόπος αντιμετώπισης της ανθρώπινης και μη ανθρώπινης φύσης, ο οποίος δεν βασίζεται στους καταναγκασμούς του αφηγήματος της «ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων», αλλά αναγνωρίζει ότι εμείς οι άνθρωποι είμαστε ένα (ανα)παραγόμενο στοιχείο του πλανήτη γη. Τα Κοινά (Commons) βέβαια ενδέχεται να μην επιλύσουν μακροπρόθεσμα όλα τα προβλήματα του κόσμου. Αλλά ζούμε το τέλος του καπιταλιστικού κόσμου, στο οποίο δυστοπικό τέλος, οι αντιθέσεις μάλλον τείνουν να επιδεινώνονται και οι συγκρούσεις γίνονται όλο και πιο βάναυσες. Για αυτό είναι ιδιαίτερης σημασίας η δημιουργία θετικών προοπτικών, η διατύπωση και - περισσότερο από οτιδήποτε - η πρακτική ενός αλληλέγγυου οράματος.
Για το μέλλον, φαίνεται επιθυμητό και απαραίτητο να βρεθεί κοινά αποφασισμένη και συντονισμένη κατεύθυνση για την προοπτική του κινήματος. Ο όρος σύγκλισηταιριάζει σε τέτοιες διαδικασίες σχηματισμού συμμαχιών και περιλαμβάνει επίσης πολλά άλλα ρεύματα που κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Ταυτόχρονα, πρέπει επίσης να εντατικοποιηθούν οι συζητήσεις γύρω από το περιεχόμενο, ώστε να αναλυθούν παραπέρα και τα στρατηγικά ζητήματα, αλλά και να συζητηθούν ανοιχτά τα αμφιλεγόμενα ζητήματα. Μόνο έτσι μπορεί να αποφευχθεί η σημερινή πραγματικότητα, όπου τα διαφορετικά ρεύματα δεν είναι συνδεδεμένα και δρουν παράλληλα και απομονωμένα. Θα χρειασθεί να ληφθεί μέριμνα ώστε να προέλθει μια διασύνδεση που θα χαρακτηρίζεται βέβαια από ποικιλομορφία και όχι οπωσδήποτε από ταύτιση.
Θα χρειασθεί επίσης να γίνει κοινά αποδεκτός ένας όρος που θα μπορέσει να αποτελέσει την κοινή στέγη, τον κοινό στόχο και να περιλαμβάνει τον κοινό ορίζοντα κατανόησης των διαφορετικών ρευμάτων, που δεν μπορεί να είναι άλλος από το ξεπέρασμα του καπιταλισμού.
Γενικότερα, ήρθε ο καιρός, που τα όποια-σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο- σημερινά κοινωνικά κινήματα θα χρειασθεί, στηριζόμενα στη αναβίωση του πνεύματος του κοινοτισμού στις σύγχρονες σημερινές συνθήκες και συνδεόμενα μεταξύ τους, να μετατραπούν σε ενιαίο πολιτικό κίνημα μετάβασης για την μετακαπιταλιστική κοινωνία.
Ειδικά για τη χώρα, που βρίσκεται σε συνθήκες οικονομικού πολέμου και έχει μετατραπεί σε αποικία χρέους, το πολύμορφο αυτό κίνημα θα χρειασθεί να διαμορφώσει ένα ελκυστικό πρόγραμμα διεκδίκησης της «εδώ και τώρα» αλλαγής πορείας, δημιουργώντας ταυτόχρονα τα στοιχεία και τις κοινωνικές δομές του νέου κόσμου που οραματίζεται, αφήνοντας πίσω τον καπιταλιστικό κόσμο που μας οδηγεί στην κοινωνική και οικολογική κατάρρευση.
Η μελλοντική επιδίωξη της κοινωνικής χειραφέτησης και της ένταξης των ανθρώπινων κοινοτήτων –πέρα από σύνορα-με ισορροπία στα πλαίσια ενός πεπερασμένου πλανητικού οικοσυστήματος, θα μπορέσει να υλοποιηθεί μόνο από μια σύγκλιση, στη δράση και στη σκέψη, των παραπάνω κοινωνικοπολιτικών ρευμάτων, και στο επίπεδο της καθημερινής ζωής, και στο επίπεδο της κοινωνικής και πολιτικής θέσμισης. Και καταρχήν στην διαπαιδαγώγηση –μέσα από την συμμετοχή-του απαραίτητου ανθρωπολογικού τύπου -σε κρίσιμο αριθμό- που θα βάλει όλη την κοινωνία σε περίοδο κοινωνικοοικολογικού μετασχηματισμού. Ξεκινώντας βασικά από κάθε τοπική κοινωνία.

Τρίτη, 12 Μαΐου 2020

Από-παγκοσμιοποίηση του μοντέλου της καπιταλιστικής παραγωγής και η προοπτική της Αποανάπτυξης-Τοπικοποίησης


Μία από τις τάσεις του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, που προϋπήρχε της πανδημίας ήταν και η τάση της από-παγκοσμιοποίησης. «Αυτή παίρνει διαστάσεις γιατί με αφορμή την πανδημία έχει γενικευθεί η  αίσθηση ότι ο συνδεδεμένος κόσμος μας-το «παγκόσμιο χωριό» με τα πολλαπλά «ανθρωποδίκτυα»-  το καθημερινό μακρινό -και ηλεκτρονικό- εμπόριο και ο τουρισμός μας, μας καθιστούν πολύ ευάλωτους στις πανδημίες και τις οικονομικές τους επιπτώσεις.»
Από τις αρχές του 1990 κυρίως, οι εταιρείες είχαν αρχίσει να αναθέτουν την παραγωγή τους σε χώρες με χαμηλούς μισθούς. Η πτώση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» συνέβαλε σε αυτό, όπως επίσης η ολοκλήρωση των θεσμών της παγκοσμιοποίησης και των πολυεθνικών συμφωνιών, η ένταξη της Κίνας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, αλλά και μια επανάσταση στις μεταφορές: η τεχνολογία-οικονομία των εμπορευματοκιβωτίων-Containers. Έγινε μια άνευ προηγουμένου ανάπτυξη των παγκόσμιων αλυσίδων εφοδιασμού στις περιοχές μειωμένου κόστους εργασίας. Η περίοδος 1990- 2008 έμεινε γνωστή σαν εποχή της υπερπαγκοσμιοποίησης, και κατά τη διάρκειά της το 60% της παγκόσμιας ανάπτυξης του εμπορίου οφειλόταν στις παγκόσμιες αλυσίδες πραγμάτωσης αξίας.
Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 όμως, προανήγγειλε την αρχή του τέλους αυτής της εποχής. Από το 2011, η αυξανόμενη επέκταση των παγκόσμιων αλυσίδων εφοδιασμού έχει σταματήσει. Ο λόγος για αυτή την αλλαγή ήταν η αβεβαιότητα: Μεταξύ 2008 και 2011, ο Παγκόσμιος Δείκτης Αβεβαιότητας [1] αυξήθηκε σχεδόν κατά 200%. Συγκριτικά, κατά τη διάρκεια της επιδημίας του ιού Sars το 2002 και το 2003, ο δείκτης αυτός αυξήθηκε μόνο κατά 70%, ενώ όταν η Βρετανία ψήφισε υπέρ της αποχώρησης από την Ευρωπαϊκή Ένωση το 2016,αυξήθηκε προσωρινά κατά 250%.
Αυτή η αυξημένη αβεβαιότητα  των τελευταίων χρόνων λοιπόν, φαίνεται να πιάνει κορυφή με την παρούσα πανδημία Covid-19. Καθώς αυτή κλιμακώνεται, έχουν ενταθεί οι κίνδυνοι σε σχέση με τις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού. Οι εταιρείες αλλάζουν στάση και επιχειρηματικά σχέδια και ξαναφέρνουν πίσω, στην πιο σίγουρη μητρική έδρα τους, τις οικονομικές δραστηριότητες και την παραγωγή τους, που πριν είχαν διασκορπίσει σε ένα παγκοσμιοποιημένο δίκτυο θυγατρικών ή συνεργαζόμενων εταιρειών –σε χώρες μισθολογικών παραδείσων-οι οποίες κατασκεύαζαν τα διάφορα στοιχεία των τελικών προϊόντων τους.
Και επειδή δεν τις συμφέρει να δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας στις μητρικές χώρες-λόγω της ακριβής εργασίας- προχωρούν εδώ στην ψηφιοποίηση-αυτοματοποίηση-ρομποτοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας. Η χρήση των ρομπότ στις αλυσίδες παραγωγής είναι πια φθηνότερη από πριν και επιταχύνεται, οδηγώντας σε μια αναγέννηση της βιομηχανικής παραγωγής στις μετα-βιομηχανικές χώρες, πράγμα που δημιουργεί και μεγάλο πρόβλημα για την Κίνα, τον μεγάλο κινητήρα της παγκοασμιοποίησης. Μια αύξηση κατά 300% της αβεβαιότητας , που πιθανώς να προκαλέσει η  πανδημία Covid-19, θα μπορούσε να μειώσει την παγκόσμια δραστηριότητα της εφοδιαστικής αλυσίδας κατά 35%. Έτσι την ερχόμενη μετά την πανδημία περίοδο, οι εταιρείες μάλλον δεν θα αναλάβουν τους κινδύνους που συνδέονται με την εξωτερική ανάθεση της παραγωγής. Τα κίνητρα για τη μετατόπιση της παραγωγής πίσω στις πλούσιες βιομηχανικές χώρες ενισχύονται από το γεγονός ότι η ρομποτοποίηση, όπως αναφέρθηκε, είναι τώρα φθηνότερη από ποτέ. Στο παράδειγμα της Γερμανίας: μια εταιρεία θα έπρεπε να πληρώσει έναν Γερμανό εργαζόμενο πολύ περισσότερο από ό, τι έναν εργαζόμενο στην Κίνα. Ένα γερμανικό ρομπότ όμως, δεν απαιτεί καθόλου μισθούς, ούτε κοινωνικές παροχές, όπως η ασφάλιση υγείας ή η συνέχιση της καταβολής των μισθών σε περίπτωση ασθένειας.

Οι επενδύσεις στα ρομπότ δεν είναι μια νέα εξέλιξη, έχουν ξεκινήσει από τα μέσα της δεκαετίας του 1990. Η αυτοκινητοβιομηχανία πρωτοστάτησε σε αυτό, αντιπροσωπεύοντας το 50%-60% στη χρήση των ρομπότ. Στη Γερμανία[2] π.χ. το 2014, υπήρχαν τέσσερα ρομπότ ανά 1.000 εργαζόμενους, στη Νότια Κορέα και τη Σιγκαπούρη 6 ρομπότ ανά 1000 εργαζόμενους, ενώ στις ΗΠΑ είναι 1,5 ανά 1000. Τώρα αυτές οι επενδύσεις θα ενταθούν, αφού λόγω της χρηματοληπτικής πολιτικής των κεντρικών τραπεζών κατά την πανδημία τα επιτόκια θα μειωθούν σημαντικά. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, η ρομποτοποίηση μπορεί να αυξηθεί μέχρι και το 76% και θα αφορά περισσότερο σε επιχειρήσεις που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού και κερδοφορίας, όπως του τομέα των αυτοκινήτων και μεταφορών, των ηλεκτρικών ειδών ή της κλωστοϋφαντουργίας. Στη Γερμανία π.χ. οι τομείς της παραγωγής που επιστρέφουν στη χώρα είναι κυρίως της χημικής βιομηχανίας, της μεταλλουργίας, των ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών ειδών, που πριν εξασφάλιζαν τα προ-προϊόντα των τελικών τους προϊόντων από παραγωγικές διαδικασίες σε «υποανάπτυκτες» ή «αναπτυσσόμενες» χώρες με χαμηλούς μισθούς.
Στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, χώρες όπως η Τσεχία, η Σλοβακία και η Σλοβενία (όπου η αυτοκινητοβιομηχανία είναι βασικά ξένης ιδιοκτησίας και ανταποκρίθηκαν στην πρόκληση της ρομποτικής  έχοντας πλέον περισσότερα ρομπότ ανά 1000 εργαζόμενους από τις ΗΠΑ ή τη Γαλλία), παραμένουν πολύ ελκυστικές ακόμα για την ανάθεση εξωγενούς παραγωγής από τις επιχειρήσεις των πλούσιων χωρών.
Τα κέντρα παραγωγής χαμηλού κόστους στην Ασία θα βρεθούν σε χειρότερη θέση μετά την πανδημία. Η Κίνα, ειδικότερα, που είχε κεντρική θέση σε πολλές παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού και κερδοφορίας, θα αντιμετωπίσει τα σοβαρότερα προβλήματα - παρά τα σχέδιά της για παραγωγή υψηλότερης ποιότητας και για ενίσχυση της εγχώριας κατανάλωσης-από την στροφή αυτή των πολυεθνικών επιχειρήσεων προς εγχώριες και περισσότερο τοπικοποιημένες αλυσίδες παραγωγής αξίας.

Αν και αυτή η εξέλιξη δεν ωφελεί οπωσδήποτε τους τοπικούς εργαζόμενους , όπως αναφέραμε λόγω της ψηφιοποίησης-αυτοματοποίησης-ρομποτοποίησης, βλέπουμε συστημικές αλλαγές στην παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία-επιταχυνόμενες από την πανδημία- με αναγέννηση της βιομηχανικής παραγωγής στις πλούσιες βιομηχανικές χώρες και αύξηση του μεριδίου της μεταποίησης στην προστιθέμενη αξία σε αυτές τις χώρες.
Ο βιομηχανικός τομέας στη χώρα μας δεν φαίνεται και πάλι να έχει μερίδιο σε αυτή την εξέλιξη, ούτε καν στον τομέα της τεχνολογίας των ΑΠΕ και των ηλεκτρονικών, όπου θα μπορούσε να δημιουργήσει ενδογενή αλυσίδα παραγωγής προ-τελικών- προϊόντων.

Και η προοπτική της Απο-ανάτυξης μετά την πανδημία;

Αυτό που προτείνει το κίνημα της Τοπικοποίησης-Αποανάπτυξης (Localisation-Degrowth είναι να επανα-φαντασθούμε το μέλλον μετά την κρίση του Κοροναϊού. Πιο συγκεκριμένα προτείνει προς τους «από κάτω» του σημερινού παγκοσμιοποιημένου καπιταλιστικού συστήματος:
1) Βάλτε τη ζωή στο επίκεντρο των οικονομικών μας συστημάτων. Αντί της οικονομικής ανάπτυξης και της σπάταλης παραγωγής, πρέπει να θέσουμε τη ζωή και την ευημερία στο επίκεντρο των προσπαθειών μας. Ενώ ορισμένοι τομείς της οικονομίας, όπως η παραγωγή ορυκτών καυσίμων, ο στρατός και η διαφήμιση, πρέπει να καταργηθούν σταδιακά το συντομότερο δυνατόν, πρέπει να προωθήσουμε άλλους, όπως η υγειονομική περίθαλψη, η εκπαίδευση, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και η οικολογική γεωργία.
2) Ριζική επαναξιολόγηση για το πόσο και τι δουλειά είναι απαραίτητη για μια καλή ζωή για όλους. Πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στην εργασία στον τομέα της περίθαλψης και να εκτιμήσουμε επαρκώς τα επαγγέλματα που αποδείχθηκαν ουσιώδη κατά τη διάρκεια της κρίσης. Οι εργαζόμενοι από τις καταστροφικές βιομηχανίες χρειάζονται πρόσβαση στην κατάρτιση για νέες μορφές εργασίας που να είναι αναγεννητικές και καθαρότερες, εξασφαλίζοντας μια δίκαιη μετάβαση. Συνολικά, πρέπει να μειώσουμε τον χρόνο εργασίας και να θεσπίσουμε συστήματα για την αναδιανομή της.
3) Οργάνωση της κοινωνίας γύρω από τον εφοδιασμό βασικών αγαθών και υπηρεσιών. Ενώ πρέπει να μειώσουμε την σπάταλη κατανάλωση και τα ταξίδια, οι βασικές ανθρώπινες ανάγκες, όπως το δικαίωμα στην τροφή, τη στέγαση και την εκπαίδευση, πρέπει να διασφαλίζονται για όλους μέσω καθολικών βασικών υπηρεσιών ή καθολικών συστημάτων βασικού εισοδήματος. Επιπλέον, πρέπει να καθοριστεί και να εισαχθεί ένα ελάχιστο και μέγιστο εισόδημα.
4) Εκδημοκρατισμός της κοινωνίας. Αυτό σημαίνει να δοθεί σε όλους τους ανθρώπους η δυνατότητα να συμμετέχουν στις αποφάσεις που επηρεάζουν τη ζωή τους. Ειδικότερα, σημαίνει μεγαλύτερη συμμετοχή για περιθωριοποιημένες κοινωνικές ομάδες, καθώς και ενσωμάτωση των φεμινιστικών αρχών στην πολιτική και το οικονομικό σύστημα. Η ισχύς των παγκόσμιων εταιρειών και του χρηματοπιστωτικού τομέα πρέπει να μειωθεί δραστικά μέσω της δημοκρατικών σχέσεων ιδιοκτησίας και εποπτείας. Οι τομείς που σχετίζονται με τις βασικές ανάγκες, όπως η ενέργεια, τα τρόφιμα, η στέγαση, η υγεία και η εκπαίδευση, πρέπει να από-εμποροποιηθούν και να από-χρηματοποιηθούν. Πρέπει να ενισχυθεί η οικονομική δραστηριότητα που βασίζεται στη συνεργασία, για παράδειγμα στις συνεργατικές εργαζομένων.
5) Βάση των πολιτικών και οικονομικών συστημάτων η αρχή της αλληλεγγύης. Η ανακατανομή και η δικαιοσύνη - διακρατική, διατομεακή και διαγενεακή - πρέπει να αποτελέσουν τη βάση συμφιλίωσης μεταξύ των σημερινών και των μελλοντικών γενεών, των κοινωνικών ομάδων εντός των χωρών καθώς και μεταξύ των χωρών του Παγκόσμιου Νότου και του Παγκόσμιου Βορρά. Ο Παγκόσμιος Βορράς ειδικότερα πρέπει να τερματίσει τις τρέχουσες μορφές εκμετάλλευσης και να επανορθώσει για τις προηγούμενες. Η κλιματική δικαιοσύνη πρέπει να είναι η αρχή που διέπει έναν ταχύ κοινωνικό-οικολογικό μετασχηματισμό.

 Όσο έχουμε ένα οικονομικό σύστημα που εξαρτάται από την ανάπτυξη, μια ύφεση θα είναι μόνο καταστροφική. Αυτό που χρειάζεται αντ' αυτού ο κόσμος είναι η Αποανάπτυξη - μια προγραμματισμένη αλλά προσαρμοστική, βιώσιμη και δίκαιη μείωση της οικονομίας, οδηγώντας σε ένα μέλλον όπου θα μπορούμε να ζήσουμε καλύτερα με λιγότερα. Η τρέχουσα κρίση ήταν βάναυση για πολλούς, πλήττοντας περισσότερο τους πιο ευάλωτους, αλλά μας δίνει επίσης την ευκαιρία να προβληματιστούμε και να επανεξετάσουμε. Μπορεί να μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε τι είναι πραγματικά σημαντικό και έχει επιδείξει αμέτρητες δυνατότητες για επανα-οικοδόμηση. Η αποανάπτυξη, ως κίνημα και έννοια, εξετάζει αυτά τα θέματα για περισσότερο από μια δεκαετία και προσφέρει ένα συνεκτικό πλαίσιο για την επανεφεύρεση μιας κοινωνίας βασισμένης σε άλλες αξίες, όπως η βιωσιμότητα, η αλληλεγγύη, η ισότητα, η δικαιοσύνη, η ευγένεια, η άμεση δημοκρατία και η απόλαυση της ζωής.


[1] Ο Παγκόσμιος Δείκτης Αβεβαιότητας- World Uncertainty Index (WUI):είναι ένα νέο μέτρο που δημιουργήθηκε από τους ερευνητές του Πανεπιστημίου του Stanford και  παρακολουθεί την αβεβαιότητα σε όλο τον κόσμο στηριζόμενο στις αναφορές των χωρών στη μονάδα Economist Intelligence. Ο δείκτης είναι διαθέσιμος για 143 χώρες.

[2] Στοιχεία από το περιοδικό Spiegel:
https://www.spiegel.de/wirtschaft/soziales/corona-wie-die-pandemie-zur-renaissance-der-deutschen-industrie-fuehrt-a-82d65db2-d12b-4879-b25b-cf1e8a206bf7

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου