Επιστροφή προς τα ... μπρος!

Επιστροφή προς τα ... μπρος!

ΕΝΑΣ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΦΙΚΤΟΣ

ΕΝΑΣ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΦΙΚΤΟΣ
ΝΑ ΘΕΜΕΛΕΙΏΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΌ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΉΣ ΙΣΌΤΗΤΑΣ

Αποανάπτυξη-Τοπικοποίηση -Αυτονομία- Άμεση Δημοκρατία-Ομοσπονδιακός Κοινοτισμός

Τον Μάιο του 2020, μια ομάδα περισσότερων από 1.100 υποστηρικτών της «Αποανάπτυξης», υπέγραψε ένα μανιφέστο καλώντας τις κυβερνήσεις να αδράξουν την ευκαιρία και να στραφούν προς ένα «ριζικά διαφορετικό είδος κοινωνίας, αντί να προσπαθούν απεγνωσμένα να θέσουν ξανά σε λειτουργία την «καταστροφική ανάπτυξη». Η Συνδημία του κοροναϊού δείχνει ότι θα χρειασθεί να γίνουν μεγάλες αλλαγές, αν δεν θέλουμε να πάμε στην κατάρρευση! Ειδικά για την μετά-COVID Ελλάδα: Για να ξεφύγει η χώρα από τη μέγγενη των χρεών, από την φτωχοποίηση και το πολιτισμικό αδιέξοδο, καθώς και από την κατάθλιψη και την μεμψιμοιρία στην οποία έχει πέσει ο πληθυσμός της-ιδίως μετά το σοκ της πανδημίας και τον εγκλεισμό του στα σπίτια- θα χρειασθεί, μετά το πέρασμα της καταιγίδας, να αναπτερωθεί το ηθικό του μέσα από μια στροφή προς μια ενδογενή παραγωγική ανασυγκρότηση . Εφαλτήρας μπορεί να γίνει ο αγροδιατροφικός τομέας και στη συνέχεια ο μεταποιητικός ένδυσης- υπόδησης, ο ενεργειακός και ο ήπιος ποιοτικός τουρισμός να την συμπληρώσουν. Είναι μια εναλλακτική στη σημερινή κυρίαρχη κατεύθυνση, που δεν χρειάζονται κεφάλαια, ξένες επενδύσεις, χωροταξικά σχέδια, υπερτοπικές συγκεντρώσεις, μεγαλεπήβολα και εξουθενωτικά μεγέθη και ρυθμούς. Η κατεύθυνση της Αποανάπτυξης-Τοπικοποίησης -Αυτονομίας- Άμεσης Δημοκρατίας-Ομοσπονδιακού Κοινοτισμού θα μπορούσε να είναι η διέξοδος για την χώρα, στην μετά-COVID εποχή!

Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2022

Παγκόσμιος απολογισμός: οι στόχοι για το κλίμα απέχουν πολύ από το να είναι επαρκείς!

 Στην COP27, στη σύνοδο κορυφής του ΟΗΕ για το κλίμα στο Σαρμ Ελ Σέιχ της Αιγύπτου, ξεκίνησαν οι εργασίες της. Θα διαρκέσουν δύο εβδομάδες, κατά τις οποίες θα πραγματοποιηθεί ένας παγκόσμιος απολογισμός προκειμένου να ευθυγραμμιστούν οι μέχρι σήμερα προσπάθειες για την προστασία του κλίματος με τους στόχους της συμφωνίας του Παρισιού.

Οι τελευταίες εκθέσεις της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Αλλαγή του Κλίματος αποκάλυψαν ότι απαιτούνται ταχείες και μαζικές προσπάθειες για να περιοριστεί η αύξηση της παγκόσμιας θερμοκρασίας. Βρισκόμαστε ήδη σε βαθιά κλιματική κρίση, με το συμφωνημένο όριο θέρμανσης στον 1,5 βαθμό σε παγκόσμιο επίπεδο, να είναι πλέον «μετά βίας εφικτό» και τον γενικό γραμματέα του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, να προειδοποιεί ότι ο πλανήτης οδηγείται σε «μη αναστρέψιμο κλιματικό χάος».

Οι κλιματικοί στόχοι που έχουν παρουσιαστεί από τις χώρες μέχρι στιγμής απέχουν πολύ από το να είναι επαρκείς για την επίτευξη αυτού του στόχου( βλέπε π.χ. H αγορά των εκπομπών και η τιμή του CO2, δεν μπορούν να προστατέψουν το κλίμα!). Ενώ η ίδια η Διακυβερνητική Επιτροπή ισχυρίζεται ότι έχει δείξει πως υπάρχουν λύσεις για κάθε τομέα οικονομικών δραστηριοτήτων ώστε να μειωθούν σημαντικά οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου έως το 2030.

Η Κατάσταση των διαπραγματεύσεων

Στην τελευταία διάσκεψη για το κλίμα COP26 στη Γλασκώβη τον Νοέμβριο του 2021, οι χώρες κατάφεραν να συμφωνήσουν σε κανόνες για τους μηχανισμούς της διεθνούς αγοράς, στην οποία ανάθεσαν την προστασία του κλίματος. Ωστόσο, πολλά ζητήματα εφαρμογής αυτών των κανόνων έμειναν στον αέρακαι θα πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο περαιτέρω διαπραγμάτευσης στο Σαρμ Ελ Σέιχ, ώστε να διασφαλιστεί ότι οι εν λόγω μηχανισμοί της αγοράς μπορούν να συμβάλουν αποτελεσματικά στην προστασία του κλίματος.

Εδώ οι συζητήσεις άρχισαν με μια σημαντική συμφωνία : να μπει για πρώτη φορά στην ατζέντα της διάσκεψης το θέμα - εδώ και μια 10ετία το απέρριπταν- της κλιματικής δικαιοσύνης και των αποζημιώσεων από τα πλούσια κράτη στις «φτωχές»- και περισσότερο ευάλωτες στις κλιματικές καταστροφές-χώρες, οι οποίες μικρή ευθύνη φέρουν για τις εκπομπές που προκαλούν την άνοδο της θερμοκρασίας στον πλανήτη.

«Αυτό δημιουργεί για πρώτη φορά ένα θεσμικά σταθερό χώρο στην επίσημη ατζέντα της COP και της Συμφωνίας του Παρισιού για να συζητηθεί το επείγον ζήτημα του διακανονισμού της χρηματοδότησης που απαιτείται για να αντιμετωπιστούν τα υπάρχοντα κενά που αφορούν τις απώλειες και τις ζημιές», είπε κατά την εναρκτήρια συνεδρίαση ο πρόεδρος της COP27 Σάμεχ Σούκρι. Και πρόσθεσε ότι «η ενσωμάτωση στην ατζέντα αντανακλά μια αίσθηση αλληλεγγύης για τα θύματα των κλιματικών καταστροφών».

Οι διαπραγματεύσεις της διάσκεψης γίνονται υπό την σκιά μεγάλων παγκόσμιων προβλημάτων, όπως ο πόλεμος στην Ουκρανία, η άνοδος του πληθωρισμού και των τιμών της ενέργειας και ο κίνδυνος της οικονομικής ύφεσης-κατάρρευσης.

Οι μικροπρόθεσμες επιπτώσεις που έχουν αυτά τα προβλήματα στρέφουν τα βλέμματα των πολιτών –κυρίως στις «αναπτυγμένες» χώρες της Δύσης-μακριά από τις παρούσες επιπτώσεις των κλιματικών καταστροφών και της ανάγκης αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής-που προς το παρόν αφορούν κυρίως τις «φτωχές» χώρες. Παράλληλα  έχουν οδηγήσει τις κυβερνήσεις να ενδιαφέρονται περισσότερο για την εξασφάλιση φθηνών απομεινάντων υδρογονανθράκων παρά να προβούν στη λήψη σημαντικών μέτρων και δεσμεύσεων για το κλίμα. 

Οι εμπειρογνώμονες του Ινστιτούτου Öko συμμετέχουν εδώ και πολλά χρόνια στις αντιπροσωπείες της γερμανικής κυβέρνησης και της ΕΕ στις διαπραγματεύσεις για το κλίμα - σε θέματα υποβολής εκθέσεων και διαφάνειας, διεθνών αγορών άνθρακα και μείωσης των εκπομπών από τις διεθνείς αεροπορικές και θαλάσσιες μεταφορές

Έχει ετοιμάσει μια μελέτη που παρέχει μια επισκόπηση της κατάστασης των διεθνών διαπραγματεύσεων για το κλίμα και των ζητημάτων που διακυβεύονται στη διάσκεψη COP27 για την κλιματική αλλαγή. Ασχολείται επίσης με την τρέχουσα εφαρμογή της Συμφωνίας του Παρισιού, τα ενδιαφερόμενα μέρη στις διαπραγματεύσεις και τις κλιματικές πολιτικές των βασικών μερών:

The COP27 Climate Change Conference – Status of climate negotiations and issues at stake (europa.eu)

Ο εφησυχασμός της πλειοψηφίας των ανθρώπων και των πολιτών σε κάθε χώρα-και στην Ελλάδα-για την επερχόμενη κλιματική καταστροφή, δε μπορεί να συνεχισθεί!

Θα χρειασθεί να επιδιώξουμε παντού μια ρεαλιστική ευτοπία

Το στοίχημα που πρέπει να βάλουμε όλοι και παντού οι πολίτες -που έχουν συνείδηση της κακοτοπίας που μας περιμένει-είναι το πως θα δημιουργηθεί ένα-τοπικό και ταυτόχρονα παγκόσμιο- κίνημα που μπορεί να αποτελέσει τη βάση για μια ευτοπική διέξοδο:

Προς τη κατεύθυνση και μετάβαση σε νέες κοινωνίες ειρήνης και ισοκατανομής του λιγότερου. Για επάρκεια με το μικρότερο οικολογικό αποτύπωμα. Για μετάβαση της ανθρωπότητας στο στάδιο της Αποανάπτυξης-Τοπικοποίησης, της αυτονομίας με άμεση δημοκρατία και της Κοινοτικής οργάνωσης της κοινωνίας στη βάση του ομοσπονδιακού Κοινοτισμού.

 

1.  Στην πράξη, και όχι στα λόγια, στην COP26 αποφάσισαν:


1) Να αναστείλουν την υπόσχεση των εκατό δισεκατομμυρίων για το Πράσινο Ταμείο
2) Να μην αποδεχθούν αποζημίωση για τις «απώλειες και ζημιές»
3) Να αφήσουν το πεδίο σχεδόν ελεύθερο στα ορυκτά καύσιμα
4) Να αντιμετωπίσουν την σταθεροποίηση του κλίματος μέσω της αγοράς «αντισταθμίσεων άνθρακα» και τεχνολογιών
5) Να προικίσουν αυτή την αγορά με ένα παγκόσμιο μηχανισμό ανταλλαγής «δικαιωμάτων ρύπανσης»
6) Να αναθέσουν εν τέλει τη διαχείριση αυτής της αγοράς στο χρηματοπιστωτικό σύστημα...δηλαδή στους πλούσιους του 1%...οι επενδύσεις και ο τρόπος ζωής των οποίων είναι η κύρια αιτία της υπερθέρμανσης.

 

Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2022

Η κοινωνία της «διακινδύνευσης» και η «αντιπροσωπευτική δημοκρατία»

 Ειδικότερα: Κλιματική αλλαγή και δημοκρατία

Ο μεγαλύτερος ορατός κίνδυνος, κατά την μεγάλη πλειοψηφία των επιστημονικών μελετών των τελευταίων χρόνων, είναι η κλιματική αλλαγή-καταστροφή, μεταξύ πολλών άλλων κινδύνων, που αφορούν την ύπαρξη της ανθρωπότητας, οργανωμένης σε κοινωνίες «διακινδύνευσης».

Ο όρος « κοινωνία διακινδύνευσης» διατυπώθηκε βασικά από τον κοινωνιολόγο Ούλριχ Μπεκ, που τον πρότεινε για να αντικαταστήσει τους κυρίαρχους όρους  «βιομηχανική κοινωνία» ή  «καταναλωτική κοινωνία».

Η «διακινδύνευση» χαρακτηρίζει την εξέλιξη των νεωτερικών σύγχρονων κοινωνιών στην πορεία προς την παγκόσμια κοινωνία, με την έννοια της διακινδύνευσης, του ρίσκου, που υπάρχει κατά την οργανωμένη προσπάθεια αποφυγής της καταστροφής, κατά την προσπάθεια υπέρβασής της, καθώς  και γενικότερων αρνητικών καταστάσεων στις ανθρώπινες κοινωνίες.

Η παγκοσμιοποιημένη μοντέρνα-μεταμοντέρνα κοινωνία δημιουργεί η ίδια τις απειλές, τους κινδύνους και τον ρίσκο τους, όπως τα πυρηνικά όπλα και εργοστάσια, τη μόλυνση και την κατάρρευση του περιβάλλοντος-ιδίως την μόλυνση του αέρα των πόλεων με τα «νέφη»-τους αυτοκινητόδρομους που μεταβάλλονται σε λαιμητόμους για την ανθρώπινη και τις άλλες μορφές ζωής, τον υποσιτισμό των «φτωχών»-που οι χώρες τους στην ουσία είναι πλούσιες σε πόρους, αλλά καταληστεύονται από τις εταιρείες των «αναπτυγμένων»-την παχυσαρκία-κυρίως στον «αναπτυγμένο» κόσμο- τις ασθένειες και επιδημίες –που μετατρέπονται εύκολα και γρήγορα σε υγειονομική κρίση και πανδημίες – τις κοινωνικές ανισότητες παράλληλα με τις οικονομικές και χρηματοπιστωτικές κρίσεις.  Και φυσικά σαν επακόλουθο της υπερπαραγωγής, της υπερκατανάλωσης και συνεχούς αύξησης των καύσεων και των εκπομπών «ισοδύναμου διοξειδίου» προκαλεί και η ίδια την κλιματική αλλαγή, τον μεγαλύτερο από αυτούς τους κινδύνους.

Η σημερινή παγκοσμιοποιημένη καπιταλιστική κοινωνία προκαλεί ρίσκο και διακινδύνευση βέβαια, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι έχουμε και αυτόματη καταστροφή. Υπάρχει ταυτόχρονα και έγκαιρη επιστημονική πρόβλεψη της κάθε «εν δυνάμει» μελλοντικής καταστροφής και έχουν δημιουργηθεί και κοινωνικοπολιτικοί θεσμοί που προσπαθούν να τις αποτρέψουν, χωρίς βέβαια να μπορούν να κάνουν τελεσίδικη την αποτροπή τους.

«Με την αύξηση των κινδύνων, εμφανίζονται στην κοινωνία της διακινδύνευσης εντελώς νέοι τύποι προκλήσεων στη δημοκρατία. Η κοινωνία της διακινδύνευσης φιλοξενεί μια τάση προς ένα μόνιμο ολοκληρωτισμό της πρόληψης κινδύνου, που αποκτά το δικαίωμα αποτροπής του χειρότερου και, με έναν εντελώς γνώριμο τρόπο, δημιουργεί κάτι ακόμα χειρότερο. Οι πολιτικές “ παρενέργειες“ των “παρενεργειών “ του πολιτισμού απειλούν τη συνεχιζόμενη ύπαρξη του δημοκρατικού πολιτικού συστήματος. Αυτό το σύστημα παγιδεύεται στο άχαρο δίλημμα είτε της αποτυχίας μπροστά στους συστηματικά παραγόμενους κινδύνους, είτε της αναστολής θεμελιωδών δημοκρατικών αρχών, μέσω της προσθήκης αυταρχικών, καταπιεστικών “υποστηριγμάτων”»[1].    

   Η κλιματική αλλαγή σήμερα, με τις προβλέψεις για εξέλιξή της σε κλιματική καταστροφή, έχει αρχίσει να επηρεάζει τις αντοχές των θεσμών της αντιπροσωπευτικής-κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, δίνοντας ισχυρό άλλοθι στους ηγέτες των κρατών να περιορίζουν την δημοκρατική έκφραση των «υπηκόων» τους και να εκδηλώνουν έντονα μεγαλύτερο αυταρχισμό-ολοκληρωτισμό.

Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία, κυρίως ως θεσμός όπου οι πολίτες έχουν το δικαίωμα του «εκλέγειν και εκλέγεσθαι», αλλά ακόμα και αυτοί που εκλέγονται-κυρίως από τη μειοψηφία- έχουν ελάχιστες δυνατότητες να επηρεάσουν  το κοινωνικό γίγνεσθαι, ενώ κάποιοι - που εκλέγονται από την πλειοψηφία σαν κυβερνώντες –διακατέχονται από την τάση του αυταρχισμού, είναι το πρώτο θύμα στις αποκλίνουσες καταστάσεις και σε περιόδους ύπαρξης κινδύνου.

Η δημοκρατία ως στάση ζωής των πολιτών ώστε να μπορεί να είναι άμεση είναι το δεύτερο θύμα από άποψη ουσίας και ελέγχου της δημοκρατίας.

Επειδή για τις αποσταθεροποιητικές πολιτικές καταστάσεις λόγω των κλιματικών μεταβολών, είτε σε παγκόσμιο είτε σε τοπικό επίπεδο, δεν υπάρχουν σημαντικές αναλύσεις και προβλέψεις-σχετικά δηλαδή με το πώς αυτές θα επηρεάσουν με τρόπο καθοριστικό την καθημερινή ζωή των ανθρώπων, την κοινωνική και ατομική τους συμπεριφορά, την αντοχή των δημοκρατικών θεσμών, την κοινωνική συνοχή, καθώς και τη δημογραφική σύνθεση των κοινωνιών-θα χρειασθεί σαν πολίτες να οργανωθούμε από τώρα για την θετική αντιμετώπισή τους.

Διαφορετικά, στη βάση των «ακραίων γεγονότων»-όπως π.χ των «ακραίων καιρικών φαινομένων»[2] που μας κάνουν πλύση εγκεφάλου τα ΜΜΕ και στη χώρα μας-θα λαμβάνονται αποφάσεις με τον χαρακτήρα του «κατεπείγοντος» από του τεχνοκράτες, ειδικούς και πολικούς ιθύνοντες και όχι μέσω της δημοκρατικής διαδικασίας λήψης αποφάσεων, πράγμα που θα εξασθενήσει ακόμα παραπέρα τους δημοκρατικούς θεσμούς και τα κοινοβούλια. Αυτό έγινε και με την οικονομική χρηματοπιστωτική κρίση και πρόσφατα με την υγειονομική του Κόβιτ19, που ήταν μια –ηθελημένη ή μη-πρόβα για τα συστήματα εξουσίας. Φαντασθείτε τι έχει να γίνει όταν τα προβλήματα από την κλιματική αλλαγή διογκωθούν και πάρουν τη μορφή χιονοστιβάδας! Όπως βιώσαμε τη δικτατορία της υγείας  τα τελευταία χρόνια, έτσι πρόκειται να βιώσουμε πολύ πιο επώδυνα, τη δικτατορία του κλίματος!

Το σύστημα εξουσίας στα πλαίσια του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού μας έχει δείξει πως αντιμετωπίζει τους κλυδωνισμούς και την απειλούμενη κατάρρευσή του μπροστά στα τοπικά ή παγκόσμια μεγα-προβλήματα. Δεν αντιμετωπίζει σχεδόν ποτέ τις αιτίες αυτών των προβλημάτων, όπως για παράδειγμα της φονταμενταλιστικής βίας-τρομοκρατίας, της εγκληματικότητας ή του προσφυγικού ζητήματος. Τα αντιμετωπίζει με την μέθοδο της αυταρχικοποίησης, του ολοκληρωτισμού και της κρατικής τρομοκρατίας. Αν αντιμετωπίσει και την «κλιματική τρομοκρατία» με την ίδια μέθοδο, αφενός δεν θα μπορέσει να αποφύγει την ίδια την κλιματική κατάρρευση-αν δεν αλλάξει το παραγωγικο-καταναλωτικό μοντέλο και τον τρόπο ζωής των ανθρώπων που τη γενούν-αφετέρου θα καταλήξει σε ένα οικο-τεχνο-φασισμό.

Ο καπιταλισμός ήταν και είναι ένα σύστημα που έχει ιστορικά επιδείξει μια τεράστια ικανότητα προσαρμογής στις διάφορες προκλήσεις. Το μεγάλο ερώτημα σήμερα όμως είναι το αν δεν χάνει τα φρένα που στο παρελθόν του επέτρεψαν να επιβιώσει. Ο τρόπος με τον οποίο ο καπιταλισμός αντιμετωπίζει την οικολογική κρίση δείχνει ότι γρήγορα πηγαίνει σε μια φάση της τελικής διάβρωσης, από την οποία έχει μόνο μία διέξοδο: τον οίκο-φασισμό, μια προοπτική που βασίζεται στην ιδέα ότι πολλοί άνθρωποι στον πλανήτη περισσεύουν. Δρα περιθωριοποιώντας αυτούς που περισσεύουν. Αυτό το κάνει ήδη και στην πιο σκληρή του εκδοχή, τους εξοντώνει, κάθε φορά περισσότερο συνειδητοποιημένος  για την επικείμενη γενική έλλειψη και όλο και πιο αποφασισμένος να διατηρήσει τους σπάνιους πόρους σε λίγα χέρια.

Αλλά ένα σοβαρό πρόβλημα για τον οίκο-φασισμό είναι ότι οι δομές της εξουσίας είναι συγκεντρωτικές και κάνουν εντατική χρήση της ενέργειας και της τεχνολογίας και θα πληγούν από την κατάρρευση και οι ίδιοι οι καπιταλιστές, με αποτέλεσμα οι ικανότητες τους για δράση θα περιοριστούν. Μεγαλύτερη πιθανότατα λοιπόν από τον οικοφασισμό, ίσως, έχει ένα σενάριο νεοφεουδαρχισμού, με τους παλιούς καπιταλιστές κυρίαρχους να αντιμετωπίζουν τους «από κάτω» τους, σαν υπαλλήλους και υποτελείς -δουλοπάροικους.

Και εμείς οι «από κάτω» τι θα κάνουμε;

Να μην ανησυχούμε γιατί θα εξασφαλισθεί για τον καθένα μας ένα μεγαλύτερο κομμάτι πίττας;. Μας ενδιαφέρει να διατηρήσουμε αυτό που έχουμε ή, αντίθετα, θα μπορούσαμε να κάνουμε άνετα χωρίς πολλά από τα στοιχεία της πίττας τους;

Η «ανάπτυξη» και οι κοινωνίες «ευημερίας» που μας υποσχόταν ο καπιταλισμός τις τελευταίες δεκαετίες, κάθε άλλο παρά περισσότερο ευτυχισμένους μας έκανε στις Δυτικές χώρες. Ούτε τους φτωχούς του Τρίτου κόσμου βοήθησε-αντίθετα μετέτρεψε πολλούς από αυτούς σε οικονομικούς, πολιτικούς, περιβαλλοντικούς μετανάστες, αφού διέλυσε τους παραδοσιακούς τοπικούς τρόπους επιβίωσης- ενώ ήδη το κόστος των κλιματικών καταστροφών είναι δυσβάσταχτο για τις οικονομίες των κρατών.

Η επιλογή λοιπόν που έχουμε να κάνουμε σήμερα –εμείς οι «από κάτω» του Βορρά-Δύσης και του Νότου-Ανατολής και της Ελλάδας, όπου και να κατατάξουμε τη χώρα μας-είναι μεταξύ μιας ανεξέλεγκτης ύφεσης και μιας ελεγχόμενης και βιώσιμης απο-ανάπτυξης.  Να επιλέξουμε να στηριχθούμε –όσο γίνεται περισσότερο-στις τοπικές οικονομίες, στην αυτοδυναμία και αυτάρκεια των περιοχών και των χωρών, στις δίκαιες ανταλλαγές μεταξύ τους. Θα χρειασθεί να επαναπροσδιορίσουμε τις βασικές μας ανάγκες και τον τρόπο ικανοποίησή τους. Όσο γίνεται λιγότερο μέσω των αγορών και με μικρότερο κοινωνικό και οικολογικό αποτύπωμα. Επιδιώκοντας την ευημερία μέσω της «ατομικής εγκράτειας» και της «συλλογικής αφθονίας». Μέσω αυτοανάπτυξης, αυτοπραγμάτωσης και αυθυπέρβασή μας σαν κοινωνικά όντα. Επιδιώκοντας μια Νέα Οικουμενικότητα!

Με τα προτάγματα της Αυτονομίας, της Αποανάπτυξης, του Κοινοτισμού και της Άμεσης Δημοκρατίας: να δημιουργήσουμε ένα κοινωνικό κίνημα, που ξεκινώντας από την «άμυνα», από τα συνθήματα: δεν «πληρώνουμε τα χρέη και τα υπερκέρδη σας», «δε πουλάμε τα κοινωνικά και δημόσια αγαθά μας, ούτε το περιβάλλον μας», «δε χρειαζόμαστε τα λεφτά σας» κ.λπ., θα πρέπει να προχωρήσει επιθετικά στη δημιουργία εναλλακτικών μορφών ατομικής και κοινωνικής ύπαρξης. Να διαμορφώσει και να βάλει σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα από τα κάτω, για τους «από κάτω», που θα δίνει λύσεις στην καθημερινότητά τους, αποτινάζοντας από πάνω τους το καθεστώς της αποικίας χρέους, στο οποίο βρίσκεται η χώρα, αλλά θα αλλάζει και την κυρίαρχη ατομική και κοινωνική συνείδηση του ατομικισμού που έχει διαμορφώσει τον κυρίαρχο σημερινό ανθρωπολογικό τύπο  της ελληνικής κοινωνίας, ανεξάρτητα της ταξικής του προέλευσης.

Ιδίως η έννοια του Κοινοτισμού θα είναι κομβικής σημασίας για αυτό το κίνημα!

 



[1] Αναφέρεται στο βιβλίο του Ζήση Αργυρόπουλου «Κλιματική αλλαγή: Προετοιμάζοντας τη Θεσσαλία», σελ.58.

[2] Οι εικόνες από τις καταστροφικές συνέπειες των τυφώνων-όπως της «Κατρίνα» στη Ν. Ορλεάνη- τις καταστροφές των νησιών Βανουάτου ή των όλο και πιο συχνών και επικίνδυνων ανεμοστρόβιλων, πλημμυρών, δασικών πυρκαγιών κ.λπ., δείχνουν καθαρά τη γρήγορη κατάρρευση των δομών και μηχανισμών αντιμετώπισης καταστροφών, καθώς και την αδυναμία του κεντρικού κράτους να αντιμετωπίσει φαινόμενα τέτοιας έκτασης και συχνότητας. Εντωμεταξύ αυτά τα ίδια ΜΜΕ, υποβαθμίζουν την εμφάνιση όλο και συχνότερα καταιγίδων που παίρνουν τη μορφή τυφώνα ή κυκλώνων στη Μεσόγειο και στη χώρα, με ταχύτητες αέρα τα τελευταία χρόνια που δεν υπήρχαν ιστορικά-βλέπε κυκλώνας «ΙΑΝΟΣ»!

Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2022

Η αποανάπτυξη ως ερμηνευτικό πλαίσιο για την δράση των «από κάτω»

Η έννοια της αποανάπτυξης υπογραμμίζει την ανάγκη απόρριψης του φετιχισμού της ανάπτυξης των σύγχρονων οικονομιών και της οικοδόμησης εναλλακτικών μορφών κοινωνίας, βασισμένες στην ανθεκτικότητα, τη συμμετοχή, και κοινωνική δικαιοσύνη. Μακριά από το να είναι μια απλοϊκή απολογία της αρνητικής ανάπτυξης (με όρους πτώσης του ΑΕΠ), ο λόγος για την αποανάπτυξη στοχεύει στην απελευθέρωση των κοινωνιών  και των «από κάτω» τους από τους καταναγκασμούς της ανάπτυξης και στο να ανοίξει χώρο για μια πιο κριτική προσέγγιση στη διαμόρφωση συνθηκών ευζωίας για τα κατώτερα στρώματα των κοινωνιών. Για το λόγο αυτό, έχει γίνει σημείο συμβολής διαφόρων ρευμάτων κριτικών ιδεών και πολιτικών δράσεων.

Από κοινωνιολογική άποψη, η αποανάπτυξη μπορεί να οριστεί ως ένα ερμηνευτικό πλαίσιο για ένα αναδυόμενο κοινωνικό κίνημα, μέσω του οποίου οι φορείς του συμμετέχουν σε νέες συλλογικές δράσεις. Ένα ερμηνευτικό πλαίσιο που επιτρέπει στα άτομα να εντοπίζουν, να αντιλαμβάνονται, να ταυτοποιούν και να ονομάζουν τα γεγονότα που βιώνουν. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ακτιβιστές κατά των αυτοκινήτων, οι ποδηλάτες, ακτιβιστές για τα δικαιώματα των πεζών, υπερασπιστές της βιολογικής γεωργίας, επικριτές της αστικοποίησης και οι υποστηρικτές της ηλιακής ενέργειας και των τοπικών νομισμάτων έχουν όλοι αρχίσει να βλέπουν τις ιδέες της αποανάπτυξης ως μια κατάλληλη αναπαράσταση για τις κοσμοθεωρίες τους και/ή τις αντι-ηγεμονικές πρακτικές τους.

Η αποανάπτυξη ως ερμηνευτικό πλαίσιο παρέχει μια ολοκληρωμένη διάγνωση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η κοινωνία και τη συνδέει με τη δυνατότητα δράσης πολλαπλών φορέων. Οι αποαναπτυξιακοί γίνονται "σημαίνοντες παράγοντες" που εμπλέκονται στην παραγωγή εναλλακτικών νοημάτων και αντι-ηγεμονικών πρακτικών, οι οποίες βρίσκονται στον αντίποδα εκείνων που υπερασπίζονται οι κυρίαρχες συζητήσεις. Με τη σειρά του, αυτό δίνει έμφαση στο τι είδους κοινωνικές ομάδες ηγούνται μιας τέτοιας αλλαγής και απαιτεί ανάλυση του συνόλου των στρατηγικών και του πίνακα εναλλακτικών επιλογών, οι οποίες επιχειρούν να οικολογικοποιήσουν το παρόν.

«Πολιτικοί» και «α- πολίτικοι» δρώντες

Ο ευτελισμός της συζήτησης γύρω από τα "υποκείμενα της αλλαγής" έχει συχνά παράσχει μια γενική αναφορά στην κοινωνία των πολιτών. Αντίθετα, εδώ  υιοθετούμε έναν "ανοικτό" ορισμό της κοινωνίας των πολιτών, ο οποίος απορρίπτει πιο κοινές(και στενότερες) αντιλήψεις. Ενώ η παραδοσιακή κοινωνία των πολιτών έχει οριστεί ως η τάξη των ιδιοκτητών (για παράδειγμα, από τους προπάτορες του φιλελευθερισμού όπως ο Τζον Λοκ και ο Άνταμ Φέργκιουσον), ή, πιο πρόσφατα, ο ιστός των συνδέσμων και των μη κερδοσκοπικών οργανισμών που δημιουργούν κοινωνικό κεφάλαιο και συμβάλλουν στην οικονομική ανάπτυξη, η κατανόηση της κοινωνίας των πολιτών ως ανοιχτού χώρου δίνει έμφαση στη συνύπαρξη (και συχνά στον ανταγωνισμό) διαφορετικών αξιών, στόχων και προσεγγίσεων. Ο χώρος της κοινωνίας των πολιτών περιλαμβάνει τους "καλούς, τους κακούς και τους άσχημους", με ορισμένες δυνάμεις μέσα σ' αυτήν που είναι φορείς αλλαγής και άλλοι που αγωνίζονται για τη διατήρηση του  status quo. Επίσης, οι τρόποι δράσης διαφέρουν, με ορισμένους να θεωρούνται "πολιτικοί", ενώ άλλοι συχνά να χαρακτηρίζονται ως "απολίτικοι". Ωστόσο, ακόμη και αυτές οι αναπαραστάσεις υπόκεινται σε συνεχείς αλλαγές στην ανοικτή αρένα της κοινωνίας των πολιτών: Αυτό που θεωρείται ριζοσπαστικό σήμερα μπορεί να θεωρηθεί mainstream αύριο και αυτό που θεωρείται «μη πολιτικό» σήμερα μπορεί να θεωρηθεί «πολιτικό» αύριο.

Στην πραγματικότητα, στο χώρο της κοινωνίας των πολιτών, οι ιδέες και οι ιδεολογίες επαναδιατυπώνονται συνεχώς και τα ηγεμονικά παραδείγματα απολαμβάνουν μόνο μια προσωρινή κυριαρχία, καθώς αμφισβητούνται από νέες απόψεις και αξίες.

Έτσι, στο πλαίσιο της κοινωνίας των πολιτών, είναι δυνατόν να γίνει διάκριση μεταξύ "πολιτικών" και"απολίτικων" ακτιβιστών. Οι πρώτοι είναι ομάδες που, λόγω των μεγαλύτερων αποθεμάτων κοινωνικού κεφαλαίου και οριζόντιων πρακτικών, μπορούν να εγγυηθούν την οικονομική ανάπτυξη και μπορεί να ενισχύσουν τις διαδικασίες εκδημοκρατισμού. Οι τελευταίοι, είναι ομάδες που όχι μόνο αντιστέκονται στη κυβερνησιμότητα (δηλαδή στο σύνολο των πρακτικών μέσω των οποίων οι κυβερνήσεις παράγουν "καλούς" πολίτες, τους καταλληλότερους για την επίτευξη των κυβερνητικών πολιτικών), αλλά εκφράζουν επίσης την απροθυμία να κυριαρχήσει ο φετιχισμός της ανάπτυξης. Οι παραπάνω ορισμοί, δεν έχουν σκοπό να είναι μανιχαϊστικοί, αλλά απελευθερώνουν την αντίσταση και ανοίγουν νέες δυνατότητες για την κατανόηση της ριζοσπαστικής αλλαγής.

Το αποαναπτυξιακό πλαίσιο

Η λέξη De´croissance (στα γαλλικά ο όρος για την αποανάπτυξη) εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1972 στα πρακτικά δημόσιας συζήτησης που διοργανώθηκε στο Παρίσι από το Club du Nouvel Observateur, και αναφέρθηκε αρκετές φορές (Amar, 1973- Georgescu-Roegen, 1979- Gorz, 1977) μετά από τη δημοσίευση της έκθεσης "Τα όρια της ανάπτυξης" της Λέσχης της Ρώμης. Το 1982, διοργανώθηκε στο Μόντρεαλ ένα συνέδριο με τον τίτλο Les enjeux de la de´croissance (Οι προκλήσεις της αποανάπτυξης), αλλά η έννοια χρησιμοποιείται κυρίως ως συνώνυμο της οικονομικής ύφεσης. Η αποανάπτυξη έγινε ακτιβιστικό σύνθημα στη Γαλλία το 2001, στην Ιταλία το 2004 (ως Decrescita), στην Καταλονία και στην Ισπανία το 2006 (ως Decreixement και Decrecimiento). Το σλόγκαν της αποανάπτυξης χρησιμοποιήθηκε για να αμφισβητηθεί ο φετιχισμός της ανάπτυξης και να διεκδικηθεί μια δημοκρατική αναδιανεμητική μείωση της κλίμακας της παραγωγής και της κατανάλωσης στις βιομηχανικές χώρες ως μέσο για την επίτευξη της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας, της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ευημερίας. Αργότερα οι ακτιβιστές και το κίνημα δράσης -ιδιαίτερα στην Ευρώπη- άρχισαν να χρησιμοποιούν την αποανάπτυξη όχι μόνο ως σύνθημα κατά των κυρίαρχων φαντασιώσεων, αλλά και για την προώθηση εναλλακτικών πρακτικών και τρόπων ζωής.

Ο αγγλικός όρος "degrowth" εισήχθη στο πρώτο διεθνές συνέδριο για την αποανάπτυξη στο Παρίσι το 2008, το οποίο σηματοδότησε επίσης την καθιέρωση της αποανάπτυξης ως διεθνούς τομέα έρευνας. Ο όρος εισήλθε στην ακαδημαϊκή συζήτηση και, από το 2010, τουλάχιστον πέντε ειδικά τεύχη διεθνών κριτικών περιοδικών αφιερώθηκαν στο θέμα . Η αποανάπτυξη έχει επίσης εισχωρήσει στις πολιτικές συζητήσεις και στα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης, συμπεριλαμβανομένων διάσημων εφημερίδων όπως οι Le Monde, Le Monde Diplomatique, El Pais, La Vangaurdia, The Wall Street Journal και Financial Times. Ταυτόχρονα, η αποανάπτυξη υπόκειται σε αποκλίσεις και συχνά αναγωγικές ερμηνείες. Οι μαρξιστές συγγραφείς έχουν κατηγορήσει την αποανάπτυξη ότι δεν ασχολείται με την καπιταλιστική δομή της σύγχρονης κοινωνίας με το να βασίζεται απλά στην ηθική, τις καλές πρακτικές και τον τρόπο ζωής και όχι στην πολιτική σύγκρουση. Άλλοι έχουν αναφερθεί στην αποανάπτυξη ως ιδεολογία, αποδίδοντάς της έτσι αρνητική χροιά. Πολλοί συνεχίζουν να την ερμηνεύουν ως μια απλή μείωση του ΑΕΠ, η οποία είναι μια εξαιρετικά στρεβλή και μειωτική άποψη του όρου. Λαμβάνοντας υπόψη τον αδύναμο και αυθαίρετο χαρακτήρα του ΑΕΠ ως δείκτη οικονομικής επίδοσης και σύμφωνα με τον Latouche (2009), οι αρχές της απο-ανάπτυξης αποτυπώνονται καλύτερα με τον όρο "α-ανάπτυξη"( ‘a-growth’), ο οποίος υπογραμμίζει την ανάγκη απεγκλωβισμού της κοινωνίας από την ιδεολογία της ανάπτυξης, όπως ακριβώς ο α-θεϊσμός αποσκοπεί στο να αποκοπεί από την ύπαρξη του Θεού και την επιρροή του στην κοινωνία. Υπάρχει μια ατελείωτη συζήτηση σχετικά με το σύνθημα, αλλά αναμφίβολα, δεδομένου ότι η αποανάπτυξη είναι πολύ πιο πιασάρικη πολιτικά από την α-ανάπτυξη, ο όρος απολαμβάνει όλο και μεγαλύτερη διάδοση.

Σε κάθε περίπτωση η αποανάπτυξη δεν είναι μόνο μια οικονομική έννοια. Ξεκίνησε στην αρχή του εικοστού πρώτου αιώνα ως κίνητρο από ακτιβιστές, έχει γίνει ένα ερμηνευτικό πλαίσιο που συγκροτείται από μια μεγάλη σειρά προβληματισμών, στόχων, στρατηγικών και δράσεων. Επιπλέον, ως μια περίπτωση επιστήμης που καθοδηγείται από ακτιβιστές, η αποανάπτυξη γίνεται επίσης μια έννοια που συζητείται στην ακαδημαϊκή κοινότητα και μπορεί να φιλοδοξεί να γίνει ένα νέο παράδειγμα για ριζοσπαστικές αλλαγές. Η αποανάπτυξη έχει πολλαπλές πνευματικές πηγές που διατυπώνουν μια διάγνωση της μη βιώσιμης ουσίας της καπιταλιστικής κοινωνίας και προσφέρει μια πρόβλεψη για κοινωνικά βιώσιμο μετασχηματισμό. Τα τέσσερα πιο εξέχοντα ρεύματα σκέψης που ενσωματώνουν την αποανάπτυξη είναι:

·         τα οικονομικά και οικολογικά όρια της ανάπτυξης,

·         τα κοινωνικά όρια της ανάπτυξης και της ευημερίας,

·         τα ανθρωπολογικά όρια της ανάπτυξης και η πολιτισμική κριτική της,

·         τα δημοκρατικά και δικαιϊκά όρια της ανάπτυξης.

Για τα  οικολογικά και τα οικονομικά όρια της ανάπτυξης αναφερόμαστε σε ένα παλιότερο κείμενό μας: «Το αδιέξοδο του καπιταλιστικού μοντέλου «ανάπτυξης», τα χρηματοοικονομικά και οικολογικά χρέη»

 Η κοινωνική κριτική στην ανάπτυξη ασχολείται σε μεγάλο βαθμό με το ρόλο που διαδραματίζουν τα αγαθά κοινωνικής θέσης στην επίτευξη της ευημερίας. Πράγματι, η άνιση κατανομή και πρόσβαση σε αυτά τα αγαθά δημιουργεί συχνά κοινωνικές ανισορροπίες που οδηγούν σε ένα σπιράλ συνεχώς αυξανόμενης κατανάλωσης . Επιπλέον, η επιτάχυνση της ανάπτυξης έχει συχνά ως αποτέλεσμα περισσότερες ώρες εργασίας και λιγότερη ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής και επίσης επιβαρύνει τους κοινωνικούς δεσμούς και τη συνοχή. Με τη σειρά του, αυτό εξηγεί γιατί οι αυξήσεις του ΑΕΠ δεν συμβάλλουν σημαντικά και στην αύξηση της ευημερίας και της γενικής ευτυχίας, στις κοινωνίες όπου τουλάχιστον η ικανοποίηση των βασικών αναγκών έχει επιτευχθεί (παράδοξο του Easterlin, 1974)[1].

Οι ανθρωπολογικές και πολιτισμικές κριτικές αμφισβητούν τα θεωρητικά θεμέλια της νεοκλασικής οικονομικής επιστήμης και τις προσπάθειές της να απλοποιήσει την πολυπλοκότητα των ανθρώπων και των διαπροσωπικών σχέσεων σε εκείνες των ατόμων που επιδιώκουν το συμφέρον τους, την ευχαρίστηση και τη μεγιστοποίηση της χρησιμότητας. Το "αντι-ωφελιμιστικό κίνημα στις κοινωνικές επιστήμες" για παράδειγμα, υποστηρίζει ότι η οικονομία του δώρου, που βασίζεται στην αμοιβαιότητα, είναι καταλληλότερη για τη διατήρηση των σημαντικών ισορροπιών και ενισχύει τις ανθρώπινες αλληλεπιδράσεις. Διάφορες πολιτισμικές έρευνες έχουν επικρίνει τις θεωρίες ανάπτυξης που βασίζονται σε ένα απλουστευτικό συνεχές της προόδου από τις «αναπτυσσόμενες» προς στις «αναπτυγμένες» χώρες. Μάλιστα, ορισμένοι αναλυτές έχουν υποστηρίξει ότι οι καταναγκασμοί της ανάπτυξης εκφυλίζουν τη δημοκρατία, κυρίως με την ενίσχυση της επιρροής των τεχνοκρατικών εξουσιών στα ηνία των κυβερνήσεων.

Καθώς η ανάπτυξη θεωρείται ως ο μόνος τρόπος για την παραγωγή ευημερίας και την επίτευξη προόδου, η δημοκρατική λήψη αποφάσεων καθίσταται –στην καλύτερη περίπτωση-επικουρική της οικονομικής διακυβέρνησης, η οποία - λόγω της προώθησης των τεχνικών ρυθμίσεων - είναι καλύτερο να ανατεθεί σε ειδικούς. Ως αποτέλεσμα, η αντιπροσωπευτική δημοκρατία αποδυναμώνεται (όπως αποδεικνύεται από την άνοδο της τεχνοκρατίας σε όλο τον στον κόσμο και, πιο πρόσφατα, σε χώρες της Ευρώπης που μαστίζονται από την κρίση, όπως η Ελλάδα και η Ιταλία) και αναδύεται μια βαθιά διάσταση μεταξύ των στόχων της δημοκρατίας και εκείνων της ανάπτυξης.

Τον περασμένο αιώνα, το φαντασιακό των πολιτών είχε καθορισθεί από μια εξουσία που πηγάζει από τα δημοκρατικά καθεστώτα (μέσω της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης) και από την ελεύθερη επιχειρηματικότητα της αγοράς (από το αστικό ιδεώδες). Μια τέτοια διαρκής διασύνδεση μεταξύ δημοκρατικών κρατών και των ελεύθερων αγορών, που από το 1990 και μετά ενισχύθηκε από την πτώση του σοβιετικού μπλοκ, σήμαινε ότι το δημόσιο καλό μπορεί να επιτευχθεί μέσω των οικονομικών επιδόσεων, μετατρέποντας έτσι την επιταγή της ανάπτυξης στην κύρια δημόσια πολιτική των κομμάτων και του κράτους. Ωστόσο, η σημερινή κρίση του καπιταλισμού, η οποία είναι βαθιά συνδεδεμένη με τα φυσικά όρια της ανάπτυξης, συμβάλλει στη διάβρωση των δημοκρατικών δικαιωμάτων σε πολλές χώρες. Κατά συνέπεια, η διατήρηση του καπιταλιστικού status quo και η ανάπτυξη για χάρη της ανάπτυξης συνεπάγονται μια πολιτική απομάκρυνσης από την επίτευξη του «Κοινού Καλού».

Έτσι, είναι σαφές ότι η αντιπροσωπευτική δημοκρατία στον καπιταλιστικό κόσμο είναι μόνο εργαλείο για τον πραγματικό στόχο, δηλαδή την καπιταλιστική ανάπτυξη. Εάν θέλουμε η καπιταλιστική κρίση να μην καταλήξει σε κατάρρευση, αλλά να αντιμετωπιστεί με βιώσιμο τρόπο και να υπάρξει μια προοπτική μακροχρόνιας ευτοπικής διεξόδου προς την κατεύθυνση του πλαισίου που βάζει η αποανάπτυξη, τότε νέα φαντασιακά που φτάνουν πέρα από τα ιδεώδη τα βασισμένα στην ανάπτυξη και την αγορά πρέπει να προσδιοριστούν και να γίνουν κυρίαρχα. Είναι απαραίτητο να διαμορφωθούν οι στρατηγικές και πρακτικές της Αποανάπτυξης.

Ζούμε σε έναν καπιταλιστικό κόσμο που καταρρέει, και πέρα από την αντίσταση, η δημιουργία θετικών προοπτικών, η διαμόρφωση και - περισσότερο από οτιδήποτε – η υλοποίηση ενός αλληλέγγυου αποαναπτυξιακού οράματος, είναι ιδιαίτερης σημασίας, σήμερα. Επίσης κομβική έννοια για την υλοποίηση αυτού του οράματος είναι ο Κοινοτισμός.

 



[1] Από τη δεκαετία του 1970 παρατηρήθηκε για πρώτη φορά το παράδοξο («Easterlin-Paradox»,1974), σύμφωνα με το οποίο: Η ικανοποίηση και η ποιότητα ζωής των ανθρώπων, από ένα σημείο και μετά, δεν εξαρτάται από την αύξηση του εισοδήματος και της κατανάλωσης, αλλά πολύ περισσότερο από άλλους παράγοντες.

Έρχεται το τέλος της δυτικής «ευημερίας»;

 Θα μπορούσε να έχει αρχίσει ήδη το Endgame, σκέφτονται πολλοί συστημικοί οικονομολόγοι-μεταξύ των οποίων και ο Claudio Borio, επικεφαλής οικονομολόγος της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (BIZ)[1], του κεντρικού οργάνου των παγκόσμιων κεντρικών τραπεζών. Για αυτούς έχει συσσωρευτεί επί δεκαετίες μια προβληματική κατάσταση, η οποία τώρα απειλεί να εκτονωθεί σε ένα μεγάλο παγκόσμιο οικονομικό χάος - ένα τελικό παιχνίδι για την «παγκόσμια ευημερία».

Ένα «Τελικό Παιχνίδι» στο οποίο όχι μόνο ο πληθωρισμός θα τρελαθεί και τα χρηματιστήρια θα καταρρεύσουν, αλλά και κρίσεις πείνας, κοινωνικές αναταραχές και περαιτέρω διεθνείς συγκρούσεις θα συγκλονίσουν τον κόσμο, όπου οι φτωχότεροι πλήττονται ιδιαίτερα σκληρά
Η επικεφαλής του ΔΝΤ Georgieva εκτιμά ότι υπάρχει προς το παρόν η απειλή μιας διεθνούς οικονομικής κατάρρευσης και ύφεσης. Ακόμη και αν η οικονομική παραγωγή συνεχίσει να αυξάνεται, «θα μοιάζει με ύφεση, επειδή τα πραγματικά εισοδήματα συρρικνώνονται και οι τιμές αυξάνονται», δήλωσε.
Οι φτωχότερες χώρες έχουν ήδη πληγεί ιδιαίτερα σκληρά. Μια διεθνής κρίση χρέους υφίσταται εδώ και μήνες. Το ένα τέταρτο των αναδυόμενων χωρών και πάνω από το 60% των αναπτυσσόμενων χωρών είναι είτε αφερέγγυες είτε απειλούνται έντονα με χρεοκοπία, σύμφωνα με την καταμέτρηση του ΔΝΤ. Τα τρόφιμα είναι ακριβά- η ενέργεια είναι εν μέρει απλησίαστη, επίσης επειδή η Γερμανία και η υπόλοιπη Δυτική Ευρώπη αγοράζουν στις αγορές υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG).
«Επί τρία χρόνια βιώσαμε το ένα σοκ μετά το άλλο. Πρώτα το Covid. Στη συνέχεια, η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Επιπλέον, κλιματικές καταστροφές σε όλες τις ηπείρους», λέει η Georgieva. Επειδή ο συστημικός ανταγωνισμός μεταξύ της «δημοκρατικής» Δύσης και «αυταρχικών κρατών» όπως η Κίνα, η Ρωσία ή η Σαουδική Αραβία γίνεται όλο και πιο εμφανής, δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου σημεία εκκίνησης για την εξεύρεση κοινών λύσεων - σε αντίθεση με την οικονομική κρίση του 2008 και του 2009.
Από την άλλη, τους ιθύνοντες του καπιταλισμού τους απασχολεί η  εξέλιξη μιας γιγαντιαίας αύξησης του χρέους: κράτη, εταιρείες και ιδιώτες έχουν δημιουργήσει όλο και μεγαλύτερες υποχρεώσεις. Σήμερα, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Ινστιτούτου Διεθνών Οικονομικών  η αξία του ακαθάριστου χρέους είναι περίπου 3,5 φορές το παγκόσμιο οικονομικό προϊόν. Επειδή η εξυπηρέτηση του χρέους γινόταν όλο και πιο φθηνή μέχρι πρόσφατα, το ολοένα και υψηλότερο χρέος φαινόταν μη προβληματικό. Τώρα όμως έρχεται ο λογαριασμός της μέχρι τώρα 40ετούς εποχής των ολοένα και φθηνότερων δανείων.
 Σχεδόν όλα τα περιουσιακά στοιχεία εξακολουθούν να αποτιμώνται πολύ υψηλά από ότι είναι στην πραγματικότητα. Ακίνητα, μετοχές, ομόλογα, μη εισηγμένες εταιρείες, εκλεκτά κρασιά, πνευματικά δικαιώματα τραγουδιών - ο κατάλογος των διογκωμένων τιμών των περιουσιακών στοιχείων είναι ατελείωτος. Με γνώμονα το φθηνό χρήμα, οι αποτιμήσεις συνέχισαν να αυξάνονται. Και ακόμη και αν εν τω μεταξύ μειώνονται, φαίνεται ότι υπάρχει ακόμη πολύς αέρας σε αυτή τη 
μέγα- φούσκα.
Για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι πολιτικοί και οι χρηματοπιστωτικές αγορές πόνταραν στο γεγονός ότι η παγκοσμιοποιημένη οικονομία προσφέρει σχεδόν ατελείωτες δυνατότητες παραγωγής και «αέναης ανάπτυξης». Μια ευέλικτη παγκόσμια προσφορά αγαθών και μια διεθνώς κινητή εργασία φαινόταν ότι εξασφάλιζε - χωρίς τον κίνδυνο του πληθωρισμού-και την αύξηση της ποσότητας του χρήματος και των πιστώσεων για να τροφοδοτηθεί η απαραίτητη ζήτηση.
Όμως τώρα γίνεται φανερό ότι η οικονομία προσκρούει σε αξεπέραστα όρια: Όχι μόνο στα όρια που θέτουν οι δυνατότητες των τοπικών και πλανητικών οικοσυστημάτων, οι φυσικοί πόροι και η ίδια η φύση. Η υγειονομική κρίση του Κορονοϊού, η οποία εξακολουθεί να είναι οξεία ιδίως στην Κίνα, έχει προκαλέσει τη διάλυση πολλών διασυνοριακών αλυσίδων εφοδιασμού. Λειτουργεί ως ενισχυτής των ήδη ορατών οικονομικοπολιτικών διαχωριστικών γραμμών, ιδίως μεταξύ δημοκρατικών και αυταρχικών συστημάτων. Ο πόλεμος της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας έχει θέσει υπό θεμελιώδη αμφισβήτηση τον ενεργειακό εφοδιασμό της Γερμανίας και της Ευρώπης - και έχει εκτοξεύσει τις τιμές παγκοσμίως.
Παράλληλα, ο αριθμός των ατόμων σε ηλικία απασχόλησης 
συρρικνώνεται σε όλο και περισσότερες χώρες- ιδίως στη Δύση και την Ευρώπη, αλλά τώρα και στην Κίνα-μειώνοντας μακροπρόθεσμα τις οικονομικές δραστηριότητες σε κάθε χώρα. Υπάρχει μια «μεγάλη δημογραφική αντιστροφή».
Τώρα 
αρχίζει μια εποχή πραγματικής σπανιότητας.
Τα προγράμματα τόνωσης της οικονομίας των κρατών και τα μέτρα στήριξης δισεκατομμυρίων δολαρίων των κεντρικών τραπεζών κατά τη διάρκεια της κρίσης της Κορόνας, μόλις τώρα αρχίζουν να δείχνουν τα αποτελέσματά τους: λιγότερη προσφορά, μεγαλύτερη ζήτηση. Δεν είναι περίεργο που ο πληθωρισμός έχει αυξηθεί τόσο απότομα.
Οι κεντρικές τράπεζες, αν και με καθυστέρηση, αντέδρασαν και άρχισαν να ανεβάζουν με γοργούς ρυθμούς τα επιτόκια σε όλο τον κόσμο. Παρά τον κίνδυνο  να προκαλέσουν μια βαθιά παγκόσμια ύφεση, το ΔΝΤ τις ενθαρρύνει ρητά να το κάνουν αυτό.

Πόσο όμως πρέπει να αυξηθούν τα επιτόκια;
 Στη φάση του υψηλού πληθωρισμού,  οι κεντρικές τράπεζες πρέπει να διατηρούν τα βασικά επιτόκια πάνω από το ποσοστό πληθωρισμού για να περιορίσουν τη δυναμική του. Όσο το «πραγματικό επιτόκιο» (βασικό επιτόκιο μείον τον πληθωρισμό) είναι αρνητικό, τείνει να οδηγεί την οικονομία σε περαιτέρω ανάπτυξη.
Επί του παρόντος, το πραγματικό επιτόκιο εξακολουθεί να είναι έντονα αρνητικό. Τα βασικά επιτόκια μείον το ποσοστό αύξησης των τιμών εξακολουθούν να είναι -3% και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, ενώ θα έπρεπε να αυξηθούν σε 5% με 7%, προκειμένου να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα φρεναρίσματος του πληθωρισμού. Όσο πιο εύθραυστη είναι μια καπιταλιστική οικονομία, τόσο υψηλότερα θα πρέπει να αυξηθούν τα επιτόκια. Ένα σκληροπυρηνικό σενάριο. Μπορεί να το αντέξουν οι καπιταλιστικές οικονομίες;
Είναι προφανές ότι ένα τέτοιο πλήρες φρένο θα οδηγήσει σε τεράστιες στρεβλώσεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Οι διογκωμένες αποτιμήσεις θα μπορούσαν να καταρρεύσουν πολύ γρήγορα υπό αυτές τις συνθήκες. Το «Endgame» θα καταλήξει σε ένα γιγαντιαίο οικονομικό κραχ, συμπεριλαμβανομένων των κρίσεων δημόσιου χρέους και της κατάρρευσης των χρηματιστηρίων.
Στη φθινοπωρινή σύνοδο του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας οι ιθύνοντές τους έχουν ως στόχο την αποτροπή ενός τέτοιου άτακτου παγκόσμιου κραχ και τη σταδιακή και ομαλή αποδιάρθρωση της αρχιτεκτονικής του χρέους - με περικοπές χρέους για τις φτωχότερες χώρες, συνετή δημοσιονομική πολιτική στις πλουσιότερες χώρες και μέτρα στήριξης κατά των επιθέσεων πανικού στα χρηματιστήρια.
Το πόσο δύσκολο είναι να διατηρηθεί αυτή η ισορροπία φαίνεται σήμερα στο Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο είναι η πρώτη καθιερωμένη οικονομία που βιώνει τη δύναμη με την οποία η νέα εποχή του σφιχτού χρήματος 
μπορεί να τιμωρήσει τα λάθη της πολιτικής. Αυτό προκλήθηκε από την ανακοίνωση της νέας βρετανικής κυβέρνησης για αύξηση των δαπανών και ταυτόχρονη μείωση των φόρων - αυξάνοντας έτσι περαιτέρω το ήδη υψηλό δημόσιο χρέος[2].
Το «Endgame» μόλις άρχισε. Το πώς θα εξελιχθεί είναι ανοιχτό.


Εμείς, από πολύ νωρίς ισχυρισθήκαμε σε άρθρο μας εδώ ότι:  Η οικονομική κρίση, όπως φαίνεται να εκφράζεται σήμερα, οφείλεται στο γεγονός ότι η καπιταλιστική οικονομία κινείται πλέον με βάση το χρέος. Είχαμε παντού αυξανόμενα επίπεδα χρέους. Των νοικοκυριών, των επιχειρήσεων, των κυβερνήσεων. Με τη μορφή καταναλωτικών χρεών, χρηματοπιστωτικών επενδύσεων, δημοσίων χρεών, εξωτερικών χρεών σε κάθε χώρα. Το χρέος χρησιμοποιήθηκε σαν μηχανισμός, ώστε η κατανάλωση να γίνει ο βασικός μοχλός της καπιταλιστικής ανάπτυξης, μιας ανάπτυξης που οδηγεί στο 
αδιέξοδο του καπιταλιστικού μοντέλου με τα χρηματοοικονομικά και οικολογικά χρέη που δημιουργεί για τις επόμενες γενιές.
Η ιδεολογία της «ανάπτυξης» 
έχει διαβρώσει την κυρίαρχη πολιτική πρακτική των κυβερνήσεων παντού και την υποτάσσει όχι στις ανάγκες των κοινωνιών-σε αυτές υπόσχονται πάντα την αφθονία και την «ευημερία»- αλλά στις ανάγκες των μη ρυθμιζόμενων κεφαλαίων και των απελευθερωμένων αγορών.
Η κατεύθυνση της αποανάπτυξης υποστηρίζει αντίθετα ότι η αφθονία μπορεί να βρεθεί στη στην επάρκεια. Η αφθονία και η επάρκεια είναι ένα θέμα 
σχεσιακών αγαθών, όχι υλικών. Είναι θέμα αυτονομίας, φιλικότητας και ευζωίας. Μόνο μια κοινωνία που αποφασίζει ότι «έχει αρκετά» και περιορίζει τον εαυτό της από την επιδίωξη αυτού που μπορεί να επιδιωχθεί, μπορεί να λύσει το πρόβλημα της σπανιότητας, ικανοποιώντας τον εαυτό της με ό,τι είναι διαθέσιμο. Μόνο μια κοινωνία που είναι ισότιμη και μοιράζεται ό, τι είναι διαθέσιμο μπορεί να ξεφύγει από τις ανισότητες που διατηρούν την αστάθεια και δημιουργούν μια αίσθηση της γενικευμένης σπανιότητας και του ανικανοποίητου.
 

[1] https://www.bis.org/speeches/sp220908.pdf
 

[2] Η ανακοίνωση αυτού του προγράμματος προκάλεσε την απώλεια εμπιστοσύνης των αγορών με κατακρήμνιση της στερλίνας, νομισματική κρίση και θεαματική αύξηση των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων. Η συναλλαγματική ισοτιμία της λίρας έπεφτε δραστικά, τα βρετανικά κρατικά ομόλογα αδιάθετα, με αποτέλεσμα η Τράπεζα της Αγγλίας να αναγκαστεί να παρέμβει στις χρηματοπιστωτικές αγορές για να αποτρέψει την κατάρρευση των συνταξιοδοτικών ταμείων. Η κεντρική τράπεζα του Λονδίνου πρέπει στην πραγματικότητα να βάλει φρένο στον καλπάζοντα πληθωρισμό. Τώρα έχει ουσιαστικά αναγκαστεί από την κυβέρνηση να κάνει το αντίθετο. Έτσι οι αγορές υποχρέωσαν την πρωθυπουργό του Ηνωμένου Βασιλείου Liz Truss στην αποπομπή του υπουργού της των Οικονομικών Kwasi Kwarteng, ενώ στη συνέχεια αναγκάσθηκε να παραιτηθεί και η ίδια, προκαλώντας ταυτόχρονα και πολιτική κρίση στη χώρα!

Εκπροσώπηση και Άμεση Δημοκρατία

 Οι λειτουργικές αρχές της δημοκρατίας απασχολούν και στοιχειώνουν το πνεύμα των αμεσοδημοκρατών οραματιστών


Στη σημερινή «αντιπροσωπευτική» κοινοβουλευτική δημοκρατία, η αντιπροσώπευση μέσα από το κομματικό σύστημα, έχει οδηγήσει σε νέας μορφής ολιγαρχία, επειδή οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής και διανομής ευνοούν τις οικονομικές ελίτ να κυριαρχούν και στους κρατικούς μηχανισμούς, με αποτέλεσμα ένα κράτος πάνω από την κοινωνία και μια κυβέρνηση στην υπηρεσία αυτών των ελίτ-παλιά όλες τις πολιτικοοικονομικές ελίτ τις συμπεριλαμβάναμε στην έννοια της αστικής τάξης, που όμως στις μετανεωτερικές κοινωνίες με τη μεγάλη διαφοροποίηση στην κοινωνική διαστρωμάτωση δεν μπορεί να εκφράσει τη σημερινή κοινωνική πραγματικότητα.

Επειδή λοιπόν στις σημερινές ανισόρροπες απαλλοτριωτικές κοινωνίες, η αντιπροσώπευση στιγματίσθηκε δικαιολογημένα από την κλοπή της πραγματικής εξουσίας από τα χέρια των πολιτών, αυτή έχει γίνει ο αποδιοπομπαίος τράγος που έχει φορτωθεί τις αποτυχίες ενός ολόκληρου ανισόρροπου και παρακμιακού πολιτικού συστήματος στα μάτια και τον νου των αμεσοδημοκρατών στοχαστών. Όπως για την έννοια της δημοκρατίας που σήμερα έχει συνδεθεί με την «αντιπροσωπευτική», προτείνουν την έννοια της «άμεσης Δημοκρατίας», έτσι προτείνουν επίσης αντί της έννοιας της αντιπροσώπευσης την έννοια της εκπροσώπησης, στις απαραίτητες διεργασίες οργανωτικές ή λειτουργικές για την πραγμάτωση νέων κοινωνιών άμεσης δημοκρατίας.
Και στα πλαίσια μιας αμεσοδημοκρατικής πολιτείας, για να υλοποιηθεί μια- διαφορετική της κοινοβουλευτικής -αναδιανεμητική εξουσία, πάνω στα πρακτικά οργανωτικά και λειτουργικά προβλήματα της υλοποίησής της, η εκπροσώπηση είναι  μια αναγκαία διεργασία συντονισμού και διαβούλευσης. Είναι κάτι παραπάνω από επιτακτική η εκπροσώπηση των συνελεύσεων των πολιτών σε ανώτερα επίπεδα διαβούλευσης για να δικτυωθούν και να λειτουργήσουν συντονισμένα πολιτειακές τοπικές κοινότητες, δήμοι και περιφέρειες στο δρόμο προς τη θέσμιση και τη λειτουργία μιας Κοινοπολιτείας της Κοινότητας των Κοινοτήτων.

Οι αμεσοδημοκράτες-κοινοτιστές μιλούν και γράφουν για συνελεύσεις που κληρώνουν και εκλέγουν συμβούλια, για ανακλητούς σύμβουλους που συμμετέχουν κι αυτοί για διαβούλευση και λήψη αποφάσεων σε μια ανώτερης βαθμίδας συνέλευση και εκλέγουν κάποιο Εκτελεστικό Συντονιστικό Συμβούλιο με συντονιστικό και εκτελεστικό ρόλο. Δηλαδή όταν αναγκάζονται να μιλήσουν επί του πρακτέου, για το πώς μπορεί να λειτουργήσει μια θεσμικά ορισμένη αμεσοδημοκρατία, δεν μπορούν παρά να προσφύγουν στην περιγραφή ουσιαστικά «εκπροσωπευτικών» διεργασιών τις οποίες βέβαια διαχωρίζουν από τους κακούς δαίμονες τις «αντιπροσωπευτικές» διεργασίες μέσω των κάθε 4-5 χρόνων γενικών εκλογών στο σημερινό εκλογικό σώμα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

Όταν εστιάζουν επί της οργανωτικής ουσίας μιας αμεσοδημοκρατικής πολιτείας προσπαθούν να περιγράψουν πώς μπορούν να δικτυωθούν οι κοινωνίες σε υπερτοπικό επίπεδο. Η εκπροσωπευτική λογική όσο και να θέλει να την αποφεύγει κανείς είναι εμμέσως πρόδηλη κι αναπόφευκτη .
«Η οργανωτική μορφή , πολύ σχηματικά και συνοπτικά μπορεί να είναι η εξής: οι γενικές συνελεύσεις στη βάση είναι η κύρια πηγή των αποφάσεων και της εξουσίας . Συνελεύσεις των δήμων και των περιφερειών εκλέγουν ή κληρώνουν τα Συμβούλια, τα οποία είναι υπόλογα στις συνελεύσεις και ανακλητά από αυτές .Τα Συμβούλια σε δεύτερη φάση συγκροτούν τη Συνέλευση των Συμβουλίων, που είναι υπόλογη στις συνελεύσεις και από την οποία μπορεί ενδεχομένως να ορισθεί ένα Εκτελεστικό Συμβούλιο ως συντονιστικό κι εκτελεστικό όργανο, υπόλογο με τη σειρά του στη Συνέλευση των Συμβουλίων κι ανακλητό από αυτή .», γράφει  ο Γ. Οικονόμου  στο Κεφ. 4 ( ΜΕΡΟΣ IV ) του βιβλίου του: «ΔΗΜΙΟΥΡΓΩΝΤΑΣ ΞΑΝΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ»
Σε αυτό θα προσθέσουμε όμως και το απαραίτητο χαρακτηριστικό της διαβούλευσης στο από βαθμίδα σε βαθμίδα εξελισσόμενο Σύστημα Συμβουλίων. Τα Συμβούλια-το λέει και η ίδια η ελληνική λέξη: Συν-βουλεύομαι- δεν έχουν μόνο παθητικό κι άβουλο ρόλο της εκτέλεσης αποφάσεων και του συντονισμού, αλλά από τη στιγμή συμμετέχουν σε Συνέλευση Συμβουλίων, αποτελούν σώματα που συνέρχονται και για να αποφασίσουν -στη βάση των προτάσεων των συνελεύσεων που εκπροσωπούν, αλλά και προτάσεων αντιμετώπισης επειγόντων νέων προβλημάτων που δεν έχουν προλάβει να αντιμετωπίσουν οι συνελεύσεις των πολιτών -τι θα προτείνουν στην ανώτερης βαθμίδας Συνέλευση Συμβουλίων.
Για ένα κατεπείγον ζήτημα παράδειγμα, μιας θαλάσσιας ρύπανσης ή μιας γρήγορα μεταδιδόμενης πυρκαγιάς,  που θα πρέπει να αντιμετωπισθεί άμεσα, δεν πρέπει να περιμένουμε πρώτα να κινητοποιηθεί όλο το κοινωνικό σώμα από τη βάση με τις συνελεύσεις των πολιτών μέσα από τις χρονοβόρες διεργασίες συναπόφασης, γιατί τότε « ζήτω που καήκαμε». Να πιάνει φωτιά δηλαδή το σπίτι μας και όσοι το αντιλαμβάνονται πρώτοι να πρέπει πρώτα να ρωτήσουν όλους τους κατοίκους ακόμη και τα μικρά παιδιά για το τι πρέπει άμεσα να γίνει . Μια τέτοια εμμονή στη δημοκρατικότητα μπορεί να αποβεί μοιραία και καταστροφική για τον τοπικό πληθυσμό.

Άρα θα πρέπει οι συνελεύσεις να έχουν αποφανθεί από πριν για την ανάγκη ιεράρχησης των ζητημάτων και ποια είναι εκείνα τα ζητήματα για τα οποία δικαιούνται τα Συμβούλια να παίρνουν αποφάσεις από το δικό τους επίπεδο χωρίς να μεσολαβούν οι συνελεύσεις και …η χρονοτριβή τους.
Άρα τα Συμβούλια θα πρέπει να λαμβάνουν κάποιες αποφάσεις από μόνα τους, αλλά βέβαια όχι χωρίς λογοδοσία στις συνελεύσεις που τα εξέλεξαν. Λόγον διδόναι! Λέγανε στην αρχαιοελληνική δημοκρατία. Το ότι μπορούν να παρθούν και λάθος αποφάσεις είναι αναπόφευκτο, αλλά για αυτό θα πρέπει να υπάρχει λογοδοσία στις συνελεύσεις, γιατί πάντα η συναπόφαση των πολλών έχει μεγαλύτερη πιθανότητα να είναι πιο σωστή, χωρίς να είναι και αντικειμενικά πάντα η πιο ιδανική.

Οι πολιτικές διαδικασίες κάνουν το πολίτευμα ή το πολίτευμα τις διαδικασίες ;

Το ερώτημα είναι σαν αυτό που διερωτάται κανείς αν «η κότα γέννησε το αυγό ή το αυγό την κότα»!

Ο Γ. Οικονόμου στην προσπάθεια του να ορίσει τι ακριβώς περιλαμβάνει η άμεση δημοκρατία δεν θα αποφύγει αυτό για το οποίο κατηγορεί τους Κοινοτιστές, δηλαδή την «διαδικασιοκρατία» .
Λέει χαρακτηριστικά στη σελίδα 191: «Η συνολική θέσμιση είναι δυνατή στη δημοκρατική δημόσια πολιτική σφαίρα .Όμως για να λειτουργήσει αυτή χρειάζεται τις δημοκρατικές διαδικασίες : ισηγορία, παρρησία, δικαίωμα όλων στο λόγο, πρωτοβουλίες για νομοθετικό έργο , κλήρωση όλων στην εκτελεστική και δικαστική εξουσία, ανακλητότητα των αξιωματούχων , ενδελεχής έλεγχος, διαφάνεια,  λόγον διδόναι και απόδοση ευθυνών ( πολιτικών, ποινικών αστικών )». Και « έτσι λοιπόν από το πολίτευμα προκύπτουν οι διαδικασίες και τα μέσα, όχι το αντίστροφο που νομίζουν οι Κοινοτιστές».
Συνεχίζει όμως-προσπαθώντας να αποφύγει τη λογική ασυνέπεια σχετικά με την διαδικασιοκρατία για την οποία κατηγορεί τους κοινοτιστές:
«Οι διαδικασίες και τα μέσα δεν μπορούν να υπάρξουν χωρίς την πηγή τους και το λόγο ύπαρξης τους ..οι διαδικασίες δεν είναι απλά μέσα , αλλά σκοποί του δημοκρατικού πολιτεύματος .Υπάρχουν τότε και μόνο τότε όταν υπάρχει το πολίτευμα.
Οι αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες υπάρχουν ένεκα της άμεσης δημοκρατίας και για να οδηγήσουν στην άμεση δημοκρατίας ,όχι στον σοσιαλισμό, όχι στον «μετακαπιταλισμό», στην απομεγέθυνση , στις «κοινότητες », στο κομμουνισμό.
Στο σοσιαλισμό οδήγησαν και οδηγούν οι σοσιαλιστικές διαδικασίες , στον κομμουνισμό οι κομμουνιστικές, στο ολιγαρχικό αντιπροσωπευτικό πολίτευμα οι ολιγαρχικές διαδικασίες και στο νεοφιλελεύθερο μετα αντιπροσωπευτικό οι μετα αντιπροσωπευτικές .»

Και συνεχίζει:
«Οι διαδικασίες δεν είναι ανεξάρτητες από το πολίτευμα, είναι αλληλένδετες με αυτό ,…
Με άλλα λόγια η δημοκρατία είναι ένα πλέγμα διαδικασιών, θεσμών, σημασιών, αξιών που επιτρέπουν και εξασφαλίζουν την πολιτική βούληση της κοινωνίας για όλη την επικράτεια… Η άμεση δημοκρατία ως πολίτευμα πρέπει να είναι ο σκοπός. Όμως δεν είναι αυτοσκοπός , είναι σε δεύτερο στάδιο και εφαλτήριο για άλλους προορισμούς…»

Ο ισχυρισμός του αυτός είναι πολύ θολός. Επειδή ισχυρίσθηκε ότι η άμεση δημοκρατία κι όχι η Κοινότητα ή ο Κομμουνισμός είναι ο σκοπός των κινημάτων, στην ουσία αναγορεύει το εργαλείο που είναι ο αμεσοδημοκρατικός τρόπος λήψης των αποφάσεων σε αυτοσκοπό!
Εδώ χρειάζεται μια αναλυτική εστίαση για να διαλυθεί η θολούρα και να αρθεί η αντίφαση. Το ερώτημα που μπαίνει είναι αν τα Κινήματα της Άμεσης Δημοκρατίας και του Κοινοτισμού βάζουν σαν πρώτιστο ή απόλυτο σκοπό ένα πολίτευμα, ένα εργαλείο συναποφάσεων δηλαδή, μια αμεσοδημοκρατία θεσμικά κατοχυρωμένη που θα εξασφαλίζει την ελευθερία την αυτονομία και την ευζωία των θεσμιζόντων πολιτών ή μέσω αυτού του πολιτεύματος να επιτύχουν την ισοκατανομή της εξουσίας που θα συμπληρώνεται από την ισοκατανομή της γνώσης και του πλούτου και θα εξασφαλίζει την κοινωνική ευζωία σε ισορροπία με τη φύση;
Το παραπάνω δίλημμα που μπαίνει από μερικούς αμεσοδημοκράτες θεωρητικούς και στοχαστές, το απαντάμε με τον Γιάννη Μπίλλα στο βιβλίο μας «Για την Κοινότητα των Κοινοτήτων, με το πρόταγμα της αυτονομίας, της αποανάπτυξης, του Κοινοτισμού και της άμεσης δημοκρατίας». Κατά τη γνώμη μας ο σκοπός και τα μέσα υλοποίησής του είναι αλληλένδετα και κανένα δεν προηγείται του άλλου.

«Η Κοινότητα των Κοινοτήτων αποτελεί πρόταση αυτοθέσμισης των κοινωνιών και των ανθρώπων που δεν αρκούνται στη διαπίστωση ότι για όλα ευθύνεται ο καπιταλισμός και οι τραπεζίτες. Που δεν επιλέγουν τη θυματοποίησή τους και την παθητικότητα. Που αρνούνται τον ιδρυματισμό τους, αναθέτοντας τη λύση στο πολιτικό προσωπικό των κομμάτων της αντιπροσωπευτικής και εξόχως ολιγαρχικής δημοκρατίας. Η Κοινότητα των Κοινοτήτων κινείται ενάντια και παράλληλα σε αυτή την αφήγηση, προτείνοντας μια άλλη μορφή οργάνωσης της κοινωνίας. Το κύτταρο της κοινωνίας που θα αγαπήσουμε έχει στον πυρήνα του την έννοια της κοινότητας με τα νοήματα και τα προτάγματά της. Στη θέση του κεντρικού κράτους, που θα περιορίζεται σιγά σιγά, θα ανθίσουν οι αμεσοδημοκρατικές ομόσπονδες κοινότητες ανθρώπων, έθνη κοινοτήτων και κοινότητες εθνών

Οι δομές της Κοινότητας  των Κοινοτήτων

  • Κοινότητες υπαίθρου με γενικές συνελεύσεις και το εκλεγόμενο κάθε φορά ανακλητό Συμβούλιο Κοινότητας(Σ.Κ.). Δέκα τέτοιες κοινότητες αποτελούν έναν υπαίθριο Δήμο
  •  Αστικές Κοινότητες με βάση τα νοικοκυριά ενός δρόμου ή οικοδομικού τετραγώνου με Σ.Κ.
  • Κοινότητες μιας γειτονιάς συμμετέχουν στη Συνέλευση Γειτονιάς(Σ.Γ.) με τα Σ.Κ. και εκλέγουν το Συνοικιακό Συμβούλιο(Σ.Σ.).
  • Όλα τα Σ.Σ. συμμετέχουν στη συνέλευση του Δήμου της πόλης για τον συμμετοχικό προγραμματισμό-προϋπολογισμό και τον κοινωνικό έλεγχο και εκλέγουν το Συμβούλιο του Δήμου(Σ.Δ).
  • Τέταρτο επίπεδο διαβούλευσης: Τα συμβούλια των υπαίθριων και των αστικών δήμων συμμετέχουν στη συνέλευση της Χ.Ε. και εκλέγεται το Συμβούλιο της Χωρικής Ενότητας για τη συμμετοχή στην Ομοσπονδική Κοινοπολιτεία της επικράτειας

Αυτό το Σύστημα συμβουλίων( ΣΣ )θα αποτελέσει τον πολιτικό κορμό για τη μετάβαση σε μια κοινωνία  άμεσης δημοκρατίας. 

Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2022

Για μια δικτύωση των κοινοτήτων αγώνα, αντίστασης και υπεράσπισης της ζωής και των «Κοινών»

Μέχρι τώρα ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός υποσχόταν «κοινωνίες ευημερίας και αφθονίας», αποκρύπτοντας τις παράπλευρες απώλειες από τις απειλές που συνόδευαν την παγκοσμιοποίησή του.
Η μεγαλύτερη από αυτές τις απειλές μέχρι τώρα, ήταν αυτό που από κάποιους επιστήμονες ονομάσθηκε «συνδημία του υποσιτισμού-παχυσαρκίας-κλιματικής αλλαγής». Υποσιτισμός στον «υπο ανάπτυξη κόσμο», παχυσαρκία στον «αναπτυγμένο» κόσμο[1] και κλιματική αλλαγή για όλον τον πλανήτη.
Τώρα έχουμε επιπλέον και την πανδημία Κόβιτ19, που προστιθέμενη στις προηγούμενες, δημιουργεί τέτοιες συνθήκες ώστε η παγκόσμια ελίτ και οι κυβερνήσεις της να την εκμεταλλευθούν σαν την «τέλεια καταιγίδα» για να μπορέσουν να εφαρμόσουν τέτοια μέτρα οικονομικής και πολιτικής ατζέντας, τα οποία σε κάθε άλλη περίπτωση θα προκαλούσαν μεγάλη αντίδραση από τους «από κάτω» αυτού του πλανήτη.
Στα παραπάνω έρχεται να προστεθεί και η πολεμική σύγκρουση στην Ευρώπη με θέατρο την Ουκρανία: αυτή θα οξύνει την επερχόμενη επισιτιστική-διατροφική κρίση, αλλά και την ενεργειακή, κρίσεις που είχαν ήδη διαφανεί και πριν τον πόλεμο με αυξήσεις τιμών παντού, αφού και η τροφή[2] και η ενέργεια[3] έχουν μετατραπεί σε χρηματιστηριακά προϊόντα.
Ο κόσμος που θέλουμε να αλλάξουμε

  • 2018, 26 άνθρωποι έχουν πλέον περιουσιακά στοιχεία που ισούνται με τα εισοδήματα των φτωχότερων 3,8 δισεκ. κατοίκων της γης,
  • Ενώ η παγκόσμια προσφορά τροφίμων είναι παραπάνω από επαρκής για 12 δισ. ανθρώπων με 2700 θερμίδες την ημέρα, ταυτόχρονα 1 δισ. ανθρώπων υποσιτίζεται.
  •  30%(1,3 δισ. τόνοι) παραγόμενης τροφής πάει στα σκουπίδια. Για πεταμένη τροφή καλλιεργούνται κάθε χρόνο 14 δισεκ. στρέμματα, δηλαδή το 28% των συνολικών καλ. εδ.

 

  • Στην 10ετία του 1970-80 ο μέσος άνθρωπος στον αναπτυγμένο κόσμο κατείχε περίπου 6000 αντικείμενα και οι έρευνες για την ευτυχία έδειχναν ότι ήταν ευχαριστημένος περισσότερο από σήμερα που κατέχει περίπου 10.000 αντικείμενα

Οι εξελίξεις που έχουν δρομολογηθεί σήμερα από τον «καταστροφικό καπιταλισμό», όπως τον έχει αναλύσει η Ναόμι Κλάιν, είναι τέτοιες που θα κάνουν ακατοίκητη τη Γη για τους περισσότερους ανθρώπους για τους παρακάτω λόγους:

  •  Κλιματική αλλαγή, κλιματικές ασθένειες και θάνατοι λόγω της υπερθέρμανσης, παγκοσμιοποίηση της ασθένειας και επερχόμενες πανδημίες
  • αέρας που δεν θα αναπνέεται, ατμοσφαιρική ρύπανση που κάνει αόρατο τον Ήλιο(κινέζικες πόλεις)
  • επισιτιστική και ενεργειακή κρίση που οξύνονται και λόγω των πολεμικών συγκρούσεων(βλέπε πχ. Ουκρανία)
  • εξαφάνιση ειδών,
  • οξύνιση των ωκεανών,
  • μόνιμη οικονομική κατάρρευση, κεφαλαιοποίηση της καταστροφής[4], αύξηση συγκρούσεων, πολέμων και ολοκληρωτισμών.

Ο εφησυχασμός λοιπόν της πλειοψηφίας των ανθρώπων δε μπορεί να συνεχισθεί!
Τα διλήμματα και τα δράματα που κρύβονται στις παραπάνω δυσμενείς εξελίξεις , πρόκειται να βιωθούν κυρίως από τις μελλοντικές γενιές στις οποίες οι σημερινές κληροδοτούν όχι μόνο οικονομικά χρέη, αλλά και πολύ περισσότερα οικολογικά χρέη, με την έννοια ότι τα παιδιά και τα εγγόνια μας , αν θέλουν να επιβιώσουν θα χρειασθεί να αλλάξουν τον σημερινό τρόπο ζωής και τον τρόπο οργάνωσής τους .
Η εξέγερσή τους-αν ποτέ την κάνουν-θα έχει να κάνει περισσότερο με τις συνθήκες που καταστρέφουν τη ζωή τους και με την επιδίωξη ενός ευζωϊκού τρόπου ζωής. Υπάρχει ήδη ένα παγκόσμιο ρεύμα «φυγής» και «παραίτησης», καθώς και ένα γρήγορα αναπτυσσόμενο κίνημα των «φειδωλών-μινιμαλιστών» της γενιάς των «Μιλλένιανς»(γεννημένοι στις δεκαετίες του 1980-90) και της «γενιάς Ζ»(γεννημένοι από το τέλος της 10ετίας του 1990 μέχρι το 2010), που προσπαθούν να ισορροπήσουν μεταξύ εργασίας και προσωπικής ζωής με σύνθημα: «μπορούμε να ζήσουμε καλύτερα με λιγότερα, γιατί τα λιγότερα είναι συνήθως αρκετά»!
ΗΠΑ: καλοκαίρι 2021, πάνω από 24 εκατομ. εργαζόμενοι προχώρησαν στην μεγάλη «έξοδο» από την εργασία τους( και λόγω πανδημίας) και διαμένουν κυρίως στα Van τους χωρίς να πληρώνουν πια λογαριασμούς.
Ε.Ε: δύο εκατομ. λιγότεροι εργαζόμενοι, που «παράτησαν» τις εργασίες τους αμφισβητώντας το νόημα της μισθωτής εργασίας.
Κίνα: το κίνημα «lieflat» αντιδρά στο εξαντλητικό πρόγραμμα εργασίας στις επιχειρήσεις «996» (9 π.μ.-9 μ.μ.-6 μέρες τη βδομάδα).
Ιαπωνία:  το κίνημα freeters από το 1990 ενάντια στο 15ωρο και την ελαστικότητα, και από το 2010 η «γενιά satori», οι «αναχωρητές» που θεωρούν τον εαυτό τους μινιμαλιστές και αντικαταναλωτές.
Γερμανία: για παράδειγμα, το 30% των εκπαιδευτικών παθαίνουν τα τελευταία χρόνια «burn out» λογω των συνθηκών εργασίας στα σχολεία. Το burn out το παθαίνουν συχνά και στελέχη επιχειρήσεων σε όλους τους κλάδους βγαίνοντας πρόωρα με αναπηρική σύνταξη.
Ελλάδα: από πρόσφατη έρευνα(Φεβρουάριος 2022) για την «μεγάλη παραίτηση» όπως ονομάσθηκε, το 46% προτιμά να παραιτηθεί από την εργασία του όταν δεν έχει ποιότητα η ζωή του. Στον τουρισμό π.χ. οι επιχειρηματίες δεν βρίσκουν εργαζόμενους με τις συνθήκες που προσφέρουν.
Γενικά:
-οι περισσότεροι βρίσκουν ένα προσωπικό δρόμο διαφυγής με τα «βαγόνια του τρένου της ανάγκης»- προς την Ευρώπη οι Έλληνες, προς την περιφέρεια των χωρών τους οι υπόλοιποι, αφήνοντας πίσω τους τις μεγαλουπόλεις(«Να τελειώνουμε με τις μεγαλουπόλεις»).
-Το στοίχημα: πως το μη πολιτικό ή μη κοινοτικό αυτό κίνημα μπορεί να αποτελέσει τη βάση για μια ευτοπική διέξοδο προς τη κατεύθυνση δημιουργίας δομών εργασίας και κοινοτικής ζωής σε συνθήκες αυτοκαθορισμού και σχετικής αυτάρκειας μέσω της μετάβασης των υποκειμένων σε νέες τοπικοποιημένες κοινότητες της ισοκατανομής του λιγότερου για επάρκεια με το μικρότερο οικολογικό αποτύπωμα.
Θα χρειασθεί  να περάσει η ανθρωπότητα στο στάδιο, της Αποανάπτυξης-Τοπικοποίησης, της αυτονομίας με άμεση δημοκρατία και της Κοινοτικής οργάνωσης της κοινωνίας στη βάση του ομοσπονδιακού Κοινοτισμού.
Θα χρειασθεί οι άνθρωποι να επανανοηματοδοτήσουν τη ζωή τους:

  • Επιβράδυνση στον χρόνο: πιο αργά και σε βάθος!
  • Εγγύτητα στον χώρο: πιο μικρά, πιο κοντά και τοπικά!
  • Επάρκεια στην ιδιοκτησία, στα μέσα και τους πόρους διαβίωσης: ποιότητα, επάρκεια, τα λιγότερα είναι συνήθως αρκετά!
  • Ενσυναίσθηση στις διανθρώπινες σχέσεις και στις σχέσεις με τις άλλες μορφές ζωής: Αναγνώριση της διαφορετικότητας και συμπάθεια-αλληλοστήριξη!
  • Επαναοικειοποίηση τόπων, Κοινών συλλογικών και σχεσιακών αγαθών -χρόνου: Αποκατάσταση καταστροφών, επανάκτηση  και αύξηση του ελεύθερου προσωπικού χρόνου για αυτοπραγμάτωση-αυτοανάπτυξη!
  • Ευρύτητα στη γνώση και τις δεξιότητες: ολιστική πολύπλευρη γνώση και ολοκληρωμένα πρόσωπα!
  • Επανανοηματοδότηση στη συνείδηση και τη ζωή: Συνεργατικά και αλληλέγγυα! όποιος φροντίζει για όλους, φροντίζει και για τον εαυτό του!
  • Επιστροφή προς τις δύο μάνες: γαία-κοινότητα

Η έννοια του Κοινοτισμού είναι κομβική, σήμερα
Γιατί στις σημερινές συνθήκες, και λόγω των πολλαπλών κρίσεων που αφορούν και την ίδια τη δομή του καπιταλιστικού συστήματος σε παγκόσμιο επίπεδο, το κοινοτικό πνεύμα και ο κοινοτισμός έχει επανέλθει σε όλο τον κόσμο και διαμορφώνεται- κυρίως και προς το παρόν- με τη συλλογική υπόσταση των «κοινοτήτων του αγώνα» και των «κοινοτήτων αντίστασης στον κίνδυνο και τη καταστροφή». Η κοινωνία των «από κάτω», εκείνων δηλαδή που βρίσκονται σε κίνδυνο και είναι τα θύματα της παγκοσμιοποίησης και των κρατών, δημιουργούν εγχειρήματα κοινοτισμού και κοινοτικές σχέσεις μεταξύ τους. Η παράδοση του κοινοτισμού εμφανίζεται, υποχωρεί και ξαναεμφανίζεται, ιδίως στις δύσκολες συνθήκες.
Αυτό που δεν κατάφερε το κίνημα του σύγχρονου κοινοτισμού, ήταν να αναπτύξει παράλληλα και αντι-θεσμούς απέναντι των επικρατούντων υφιστάμενων θεσμών, έτσι ώστε να μπορεί να συσταθεί μία δύναμη δυαδικής εξουσίας, αποκεντρωμένη, ομοσπονδιακή και προερχόμενη από τους πολίτες, ώστε αυτή να αποκτήσει τον έλεγχο της κοινωνικής και πολιτικής ζωής, τον  οποίο έλεγχο εξακολουθεί προς το παρόν να κρατά για τον εαυτό του το συγκεντρωτικό, γραφειοκρατικό εθνικό κράτος. Για να δημιουργήσουμε τέτοιους αντι-θεσμούς στις σημερινές συνθήκες του άκρατου ατομικισμού είναι πολύ δύσκολο, αλλά όχι ακατόρθωτο. Είναι πολύ δύσκολο να οργανώσουμε μια πραγματική δημοκρατική πολιτεία, αλλά και δυσκολότερο να τη διατηρήσουμε, όπως συμβαίνει με όλα τα πράγματα. Το ζήτημα της επαναστατικής αλλαγής και στα μέρη μας, προϋποθέτει την αποκέντρωση σε κοινότητες, δήμους και περιφέρειες και τη δικτύωσή τους σε ανακλητά συμβούλια.
Ο κόσμος του αγώνα, συρρικνωμένος πάλι σήμερα σε σχέση με λίγα χρόνια πριν, αλλά υπαρκτός και επίμονα δραστήριος, στρέφεται καθημερινά-ιδίως στα πλαίσια και της επιδημιολογικής κρίσης, αλλά και κατά και μετά τις καταστροφικές πυρκαγιές του περσινού καλοκαιριού όπου π.χ. στη Β. Εύβοια εκφράσθηκε η αλληλεγγύη και το κοινοτικό πνεύμα ακόμα και με συνελεύσεις ντόπιων και αλληλέγγυων- στρέφεται λοιπόν όλο και περισσότερο στην έννοια της Κοινότητας μέσα από μια θολή προσέγγιση της εικόνας της. Η υιοθέτηση της έννοιας θα επιταχυνθεί στα επόμενα χρόνια, γιατί θα καλύπτει πολλές προσεγγίσεις και ανάγκες για συλλογική πραχτική και δράση.    
Στην Ελλάδα της επιδημιολογικής κρίσης άρχισαν να χρησιμοποιούν τον όρο Κοινότητα και να μιλάνε για την αναγκαιότητα επιστροφής στην έννοιά της, ακόμα και καθεστωτικοί πολιτικοί και κονδυλοφόροι( π.χ. «Με ατομική ευθύνη να κρατάμε τα μέτρα και να εμβολιασθούμε για να προστατέψουμε την κοινότητα από τον ιό», λένε. Αυτοί βέβαια εννοούν την «κοινότητα των υπηκόων» και όχι την κοινότητα των αυτόνομων πολιτών).
Ο κοινοτισμός και η άμεση δημοκρατία με την ομοσπονδιακή μορφή, αποτελεί σήμερα την ιδέα που μπορεί, όσο πιθανώς καμία άλλη, να εδαφικοποιήσει ταυτόχρονα σε τοπικό/γεωγραφικό αλλά και οικουμενικό/φαντασιακό επίπεδο την έννοια του κοινωνικού αυτοκαθορισμού.
Οι κοινοτικοί δεσμοί και σχέσεις σήμερα δεν στηρίζονται μόνο στην έννοια της χωρικής εγγύτητας-αν και αποτελεί βασική προϋπόθεση-αλλά διέπονται περισσότερο από τις κοινές πολιτισμικές, κοινωνικές και πολιτικές αξίες. Προς αυτή την κατεύθυνση ζητούμενο είναι να δημιουργηθούν εκείνοι οι κοινοτικοί δεσμοί-θεσμοί που θα βρίσκουν έδαφος στο κοινωνικό πεδίο και θα διαμορφώνουν σταδιακά και τη νέα κοινωνική πραγματικότητα.
Η δικτύωση των υπαρχόντων σήμερα κοινοτήτων αγώνα, αντίστασης και υπεράσπισης της ζωής και των «Κοινών» στην Ελλάδα[5] είναι απαραίτητη και μπορεί να γίνει ο εφαλτήρας για την από τα κάτω διαμόρφωση ενός προγράμματος υπέρβασης του καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού και του κεντρικού αυταρχικού κράτους.
 


[1] Παγκόσμιος οργανισμός Υγείας: το 2022 πάνω από το 50% των Ευρωπαίων ενήλικων είναι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι. Γερμανία: κάθε χρόνο 20.000 χειρουργικές επεμβάσεις για παχυσαρκία με κόστος αντιμετώπισης 6-33 δις. Ευρώ.

[2] Σε άρθρο των New York Times, παρουσιάζεται ο κίνδυνος της έλλειψης τροφίμων: «Ένα κρίσιμο μέρος του παγκόσμιου αποθέματος σιταριού, καλαμποκιού και κριθαριού έχει παγιδευτεί στη Ρωσία και την Ουκρανία λόγω του πολέμου, ενώ ένα ακόμη μεγαλύτερο μέρος των λιπασμάτων του κόσμου έχει κολλήσει στη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι παγκόσμιες τιμές των τροφίμων και των λιπασμάτων εκτοξεύονται στα ύψη. Από την εισβολή τον περασμένο μήνα, οι τιμές του σιταριού έχουν αυξηθεί κατά 21%, του κριθαριού κατά 33% και ορισμένων λιπασμάτων κατά 40%»

[3] Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, μπορεί να εκτροχιάσει ακόμη περισσότερο το κλίμα με αύξηση των εκπομπών διοξειδίου, καθώς πολλές χώρες οδηγούνται -αντί στη μείωσή τους-σε μια ξέφρενη αναζήτηση νέου εφοδιασμού σε αέριο και πετρέλαιο προκειμένου να αντικαταστήσουν τις ρωσικές εισαγωγές, ενισχύοντας με αυτό τον τρόπο την εξάρτησή τους από τα ορυκτά καύσιμα. Ήδη ο πόλεμος και οι κυρώσεις έχουν σαν αποτέλεσμα την πολλαπλή επιβάρυνση του περιβάλλοντος. Ταυτόχρονα, και ιδίως στην Ευρώπη -και ειδικά στη Γερμανία- γίνεται μαζική μεταφορά πόρων σε νέα εξοπλιστικά προγράμματα, ενώ αυτοί οι πόροι θα ήταν απαραίτητοι για την ενεργειακή μετάβαση πέρα από τους υδρογονάνθρακες, όπως επίσης και για την καταπολέμηση των κοινωνικών ανισοτήτων και άλλων οικολογικών απειλών.

[4] «Κεφαλαιοποίηση της συμφοράς»: Η καταστροφή ως ευκαιρία για το κεφάλαιο
Με τα λόγια, όχι κάποιας ριζοσπαστικής οργάνωσης, αλλά του ίδιου του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητος για την καταστροφή των πυρκαγιών το καλοκαίρι του 2021 στην Εύβοια:
«Για ποιον άραγε λόγο είναι ευκαιρία η καταστροφή μιας περιοχής όπως η Εύβοια;»
Τα σχέδια της κυβέρνησης για την «αποκατάσταση» της καλοκαιρινής καταστροφής της Εύβοιας (με τίτλο: «Διαγραμματική Απεικόνιση Μηχανισμού Διακυβέρνησης του Master Plan» και συνίσταται σε πλήρη επανασχεδιασμό της περιοχής σε χωροταξικό και πολεοδομικό επίπεδο που αποφασίστηκε από τον ίδιο τον Πρωθυπουργό), είναι ελκυστική «ευκαιρία» για «κεφαλαιοποίηση της συμφοράς». Για «ανεξέλεγκτη δηλαδή εισβολή συμφερόντων που μεταβάλλουν άρδην το περιβάλλον, τη φυσιογνωμία και τον τρόπο ζωής μιας περιοχής, παραμερίζοντας, εν ονόματι της έκτακτης ανάγκης, πραγματικά εμπόδια και νομικές διαδικασίες που ίσχυαν μέχρι τότε και αξιοποιώντας την απόγνωση των κατοίκων που έχουν δικαιολογημένα απολέσει τις αντιστάσεις».
 

[5] Υπάρχει ήδη μια τέτοια προσπάθεια για Πανελλαδική Δικτύωση, όπως επίσης και στην περιοχή της Θεσαλίας.

Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2022

Τα "ΚΟΙΝΑ" και η Ευζωϊα

 


Τα «ΚΟΙΝΑ»[1] και η «ευζωία»

Οι νεοκλασικοί οικονομολόγοι έχουν υιοθετήσει κάποια κριτήρια για να χαρακτηρίζουν τα αγαθά: δυνατότητα αποκλεισμού χρήσης τους, αντιπαλότητα για την εξασφάλισή τους, κλπ., δίνοντάς τους κάποιες ιδιότητες, που δεν είναι φυσικές, αλλά πολιτικά, νομικά, πολιτιστικά και τεχνικά καθορισμένες από την κυρίαρχη κάθε φορά κοινωνικοπολιτική εξουσία, άρα μπορούν αντίστοιχα να αλλάζουν. Έτσι, η αντίληψη που έχουμε για το τι είναι φυσικό, ιδιωτικό, λεσχιακό(club), συλλογικό(σύλλογος), δημόσιο, κοινωνικό, κρατικό ή κοινοτικό αγαθό-πέρα από την σύγχυση που υπάρχει στον χαρακτηρισμό τους- μπορεί να αλλάζει επίσης, αν αλλάζουν οι κοινωνικές μας σχέσεις.

Καταρχήν σήμερα, στα πλαίσια μιας κοινωνίας των αγορών, τα ιδιωτικά αγαθά  χαρακτηρίζονται από δύο βασικές ιδιότητες: τον αποκλεισμό(π.χ. μέσω της υψηλής τιμής που μπορούν να έχουν στην αγορά) και τον ανταγωνισμό-αντιπαλότητα για την εξασφάλισής τους(μέσω της φυσικής σπανιότητας ή της εμπορικής τους στην αγορά).

Με τα δημόσια αγαθά τα πράγματα διαφέρουν, γιατί υποτίθεται ότι το τι είναι δημόσιο δεν το καθορίζει η αγορά, αλλά το κράτος. Μόνο για τα φυσικά αγαθά όπως ο αέρας ή ο ήλιος δεν χρειάζεται η παρέμβαση του κράτους για να θεωρηθούν δημόσια αγαθά. Όμως προσοχή: ενώ π.χ. στην περίπτωση του ήλιου το φως του δεν λιγοστεύει με τη χρήση του από τους ανθρώπους και μπορεί –με την πρώτη ματιά-να μοιράζεται εξίσου, όταν κατασκευάζονται μεγάλα κτίρια και εμείς μένουμε στους κάτω ορόφους ή σε στενές πίσω αυλές, καταλαβαίνουμε ότι το στερούμαστε και υπάρχει ανταγωνισμός.

Και ενώ εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς τη διαφορά μεταξύ ιδιωτικών αγαθών-εμπορεύματα και υπηρεσίες που προσφέρονται από ιδιώτες και ιδιωτικές εταιρείες-και των δημοσίων –όπως εκπαίδευση, υγειονομικό σύστημα, δρόμοι, αποχετευτικά συστήματα, νομικό πλαίσιο ή θεσμοί ασφαλείας, άμυνας κ.λπ.- και επίσης τη διαφορά μεταξύ ιδιωτικής κτήσης και δημόσιας χρήσης, είναι αρκετά δύσκολο να γίνεται διαχωρισμός μεταξύ ενός δημόσιου και ενός κοινοτικού αγαθού. Το βασικότερο είναι ότι Θα πρέπει σε κάθε περίπτωση χωριστά να μπορούμε να τα διακρίνουμε, αφού έχουμε να κάνουμε με δυο μορφές της συλλογικής-κοινής ιδιοκτησίας στους τομείς του δημόσιου και αυτού των ΚΟΙΝΩΝ/Κοινωνικής οικονομίας[2], που οι διαφορές τους είναι αρκετά θολές και δεν έχουν συγκεκριμενοποιηθεί ακόμα. Για τον χαρακτηρισμό των κοινοτικών αγαθών, θα πρέπει να δοθεί μεγάλη σημασία στο ερώτημα: ποιος κάνει τι, με τι το κάνει και για ποιο σκοπό[3].

Κοινά -κοινοτικά αγαθά[4], κατά τη γνώμη μας, είναι εκείνα τα αγαθά ή πόροι που οι άνθρωποι χρησιμοποιούν και διαχειρίζονται από κοινού, με την έννοια ότι –στηριζόμενοι σε παραδοσιακούς, εθιμοτυπικούς και κοινωνικούς κανόνες και πρακτικές-διαπραγματεύονται από κοινού τους δικούς τους κανόνες διαχείρισης και χρήσης τους.

Γιατί είναι απαραίτητο να διακρίνουμε τα ΚΟΙΝΑ από τα δημόσια αγαθά

Η παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008-09 που ήταν κυρίως κρίση χρεών και δημοσιονομικής διαχείρισης και άρα εξαρτιόταν από το ποιος είχε την κρατική εξουσία, έδειξε στον κόσμο το πόσο σημαντικό είναι να υπάρχει έλεγχος από τους πολίτες για τη ρύθμιση των συνθηκών ζωής τους. Οι κρατικές ρυθμίσεις και νόμοι, καθώς και οι κρατικές δομές, οδήγησαν στο αποτέλεσμα οι ζημιές να πληρώνονται από τους πολίτες και την κοινωνία και τα κέρδη να καρπώνονται από τις τράπεζες, τους επενδυτές και τα ιδιωτικά κεφάλαια.

Σήμερα ο καθένας και η καθεμιά σχεδόν καταλαβαίνει τη διαφορά μεταξύ της οικονομίας στην υπηρεσία του ΚΟΙΝΟΥ ΚΑΛΟΥ και της ιδιωτικής οικονομίας. Αυτό που πολλοί δεν καταλαβαίνουν ακόμα είναι η διαφορά μεταξύ των κοινών συλλογικών αγαθών και των δημοσίων τέτοιων. Αυτή η διαφορά έχει να κάνει και με τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και με την πραγματικότητα του διαχωρισμού μας ως πολίτες στις κατηγορίες των παραγωγών και των καταναλωτών. Ενώ είμαστε μια ενιαία φυσική οντότητα, εντούτοις υπάρχει και μέσα μας αυτός ο διαχωρισμός. Διαφορετικά συμπεριφερόμαστε σαν παραγωγοί και έχουμε διαφορετική συμπεριφορά σαν καταναλωτές, συχνά πολύ αντιφατική με την πρώτη.

Στο σημερινό καπιταλιστικό σύστημα ο διαχωρισμός που παράγει ο καταμερισμός της εργασίας σε παραγωγούς και καταναλωτές ιδιωτικών και δημόσιων αγαθών-προϊόντων, βασίζεται σε μια δομική ιεραρχική δομή «από τα πάνω προς τα κάτω». Αυτή η ιεραρχική δομή δεν ισχύει στα πλαίσια των δομών των ΚΟΙΝΩΝ. Τα περισσότερα κοινοτικά εγχειρήματα βασίζονται σε δικούς τους κανόνες και ρυθμίσεις, με την βοήθεια των οποίων μπορούν να κάνουν οριζόντια χρήση των πόρων με βιώσιμο και δίκαιο τρόπο, έξω από τις επιταγές των όρων κέρδους-ζημίας.

Είτε πρόκειται για παραδοσιακές και ιθαγενικές κοινότητες που διαχειρίζονται τα κοινά τους δάση, ποτάμια ή λίμνες, είτε πρόκειται για νέα δημιουργούμενα κοινοτικά εγχειρήματα όπως είναι οι ενεργειακές κοινότητες ή οι ψηφιακές κοινότητες ομότιμης καινοτόμας παραγωγής γνώσης και τεχνολογίας, ο διαχωρισμός σε παραγωγούς και καταναλωτές –χρήστες των πόρων και προϊόντων τους δεν ισχύει. Δεν ισχύει επίσης η αντίληψη που επικρατεί στο σώμα των πολιτών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, ότι δηλαδή η αλλαγή των νόμων, των δομών και των κοινωνικών σχέσεων μπορεί να γίνεται μόνο από τα πάνω προς τα κάτω, από την κυβέρνηση και το κοινοβούλιο προς την τοπική αυτοδιοίκηση και τους θεσμούς του περιφερειακού κράτους.

Όταν οι παθητικοί πολίτες της ανάθεσης των αποφάσεων στους ειδικούς και τους πολιτικούς εκπροσώπους τους όμως, από χρήστες πόρων και προϊόντων της εταιρικής παραγωγής και από καταναλωτές πολιτικών προγραμμάτων των κομμάτων εξουσίας, μετατρέπονται στα πλαίσια αυτών των κοινοτήτων σε παραγωγούς αξιών χρήσης και σε πολιτικά υποκείμενα που αποφασίζουν τα ίδια για τις συνθήκες ύπαρξής τους, τότε αποκομίζουν την αντίληψη, τη γνώση και την εμπειρία του πως τα δικά τους όνειρα, οι δικές τους ιδέες και  δεξιότητες, τα ταλέντα τους και οι ιδιαίτερες προσωπικές στάσεις καθώς και οι αυτοβελτιωμένες υπεύθυνες συμπεριφορές, μπορούν να ταιριάξουν άμεσα με το αποκαλούμενο «κοινό καλό», που υποτίθεται είναι και το κοινωνικό συμβόλαιο στο οποίο στήθηκαν οι «αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες».

Διαφορετικά από ό,τι συμβαίνει με τις εμπορικές αλυσίδες διανομής αγαθών ή τις γραφειοκρατικές διαδικασίες παραγωγής δημόσιων υπηρεσιών, παραμένει στη συλλογική, συνεργατική ή συνεταιριστική παραγωγή και διανομή των αντίστοιχων αγαθών, η ελευθερία της απόφασης στα πρόσωπα μέλη-χρήστες. Τα τοπικά οργανωμένα στη βάση της άμεσης δημοκρατίας commons, είναι επομένως παραγωγικά συστήματα και συστήματα αυτοκυβέρνησης, πέρα από τον μοντέρνο καπιταλιστικό καταμερισμό της εργασίας.

Οι υπάρχουσες καπιταλιστικές απρόσωπες αγορές[5] δεν μπορούν να εξελιχθούν σε Κοινά. Αυτά μπορούν να δημιουργηθούν, να διαμορφωθούν και να υπάρξουν έξω από τη λογική των αγορών και οι κανόνες τους θεσμίζονται από όσους ανθρώπους συμμετέχουν σε αυτά.

Ανταγωνίζομαι-συνέρχομαι-συνεργάζομαι-συμπαράγω-παραγωκαταναλώνω

Η αγορά και η εμπορευματική σχέση μετατρέπει τος ανθρώπους σε μονοδιάστατα οικονομικά όντα και τα συνδέει μεταξύ τους σαν άτομα, κοινωνικοποιώντας τα μόνο μέσω της κατανάλωσης και της επιδίωξης της ατομικής ωφελιμότητας. Με άλλα λόγια, ο άνθρωπος –άτομο υποκύπτει σε μια ανώνυμη ξένη προς αυτόν δύναμη, με την οποία όμως ταυτίζεται και εσωτερικεύει τη λογική της. Έτσι αποκομίζει τη δυνατότητα να πραγματώνεται μέσω της κατανάλωσης και της κατοχής πραγμάτων και υπηρεσιών, δια μορφώνοντας την προσωπικότητα του-καταναλωτή. Οι αγορές δεν είναι μόνο οι τόποι διανομής, αλλά και οι χώροι της συνεπαγόμενης διασύνδεσης των ατόμων, δηλαδή της εμπορευματοποίησης των πολλαπλών ανθρώπινων σχέσεων.

Η κατανάλωση όμως γίνεται πάντα ατομικά και δεν υπάρχει κάποια αληθινή συλλογικότητα σε αυτήν, αλλά ο/η καθένας/μια αισθάνεται μόνος/η, όταν καταναλώνει, ακόμη και όταν βρίσκεται σε μια παρέα ή ομάδα. Το μόνο που παράγεται κατά τη διαδικασία της είναι όλο και περισσότερη κατανάλωση. Αυτό που δημιουργεί συνεπώς πάντα, είναι περισσότερη κατανάλωση, πράγμα που οδηγεί τους παραγωγούς να ενσωματώσουν τον καταναγκασμό να πρέπει να πουλάνε όλο και περισσότερο στους καταναλωτές, πράγμα που με τη σειρά του συμπίπτει θαυμάσια με τον καταναγκασμό της καπιταλιστικής οικονομίας να μεγεθύνεται και να «αναπτύσσεται» συνεχώς.

Στους χώρους των αγορών, μέσω της ατομικής κατανάλωσης, οι άνθρωποι διαχωρίζονται σε ανταγωνιστικά άτομα-«δομική αποξένωση» έχει ονομασθεί αυτό- και δεν μπορούν να απελευθερωθούν ποτέ «εξαγοράζοντας» την ελευθερία τους. Οι αγορές βασίζονται ακριβώς σε αυτή την δομική αποξένωσή μας από τον άλλον και την αναπαράγουν εκ νέου συνεχώς. Αλλά αυτή η αποξένωσή μας ως άτομα, δεν σημαίνει ότι εμείς οι άνθρωποι δεν μπορούμε επίσης να συνερχόμαστε και να συνεργαζόμαστε. Στον χώρο της αγοράς όμως η συνεργασία έχει συνεχώς την πικρή γεύση του ανταγωνισμού. Συνερχόμαστε και συνεργαζόμαστε έτσι ώστε να συμμετέχουμε από καλύτερη θέση στον ανταγωνισμό και να μπορούμε να επικρατούμε έναντι του άλλου. Στη βάση του ανταγωνισμού κάθε συνεργασία σημαίνει ότι η μια πλευρά αποκλείει την άλλη προσπαθώντας να της «τη φέρει». Βγάζει στην επιφάνεια τον πιο εγωιστικό εαυτό και των δύο πλευρών, είτε της νικήτριας είτε της ηττημένης. Η επιτυχία κάποιου/ας σημαίνει αποτυχία του/της άλλου/ης.

Η λογική της αγοράς προστάζει: «διώχτον, αλλιώς θα διωχθείς», «σύντρεψέ τον, αλλιώς θα συντριβείς». Ο ανταγωνισμός δεν είναι κατά βάση έκφραση της απληστίας ή του «κακού θέλω»(«εγωιστικού γονιδίου»), αλλά είναι υποκειμενική επίδραση της παραπάνω λογικής. Από την άλλη πλευρά η συνεργασία σημαίνει συνεύρεση και ένωση των δυνάμεών μας, ώστε από κοινού να εργασθούμε για ένα σκοπό. Είναι ένα οντολογικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης δημιουργικής δραστηριότητας και η βάση για τη δημιουργία των συλλογικών αγαθών-ΚΟΙΝΩΝ. Η συνεργασία δεν είναι μια αντίθεση στον ανταγωνισμό. Οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις, για παράδειγμα, οργανώνουν στο εσωτερικό τους τη συνεργασία σε ομάδες των εργαζομένων τους, διαφορετικά δεν θα ήταν σε θέση να παράγουν τα προϊόντα τους. Ακόμα και προς τα έξω, συνεργάζονται με άλλες επιχειρήσεις, για να γίνουν πιο εύρωστες, σχηματίζοντας ομίλους ή καρτέλ. Η συνεργασία επομένως στις επιχειρήσεις είναι προϋπόθεση καλύτερου ανταγωνισμού τους και δεν έρχεται σε αντίθεση με την ύπαρξή τους.

Στα ΚΟΙΝΑ και τα συνεργατικά, συλλογικά εγχειρήματα ή συνεταιρισμούς αντίθετα, η συνεργασία των μελών τους είναι μέσον και στόχος ταυτόχρονα. Εδώ συμβαίνουν δύο πράγματα: είναι μια κοινωνική δομή και πραχτική του συνεργάζεσθαι πρώτον και δεύτερο μια κοινή παραγωγή αγαθών οιασδήποτε μορφής. Η συνεργασία παράγει εδώ συνεργασία και αξίες χρήσης! Δεν υπάρχει σε αυτές τις δομές μεγάλη ώθηση για να ανταγωνισθείς τους άλλους. Το αντίθετο, όταν οι κανόνες που διαμορφώνονται από κοινού εδώ, είναι αρκετά ισχυροί και οδηγούν στην εμφάνιση ανταγωνισμού, τότε υπάρχει κίνδυνος για τα ίδια τα εγχειρήματα. Αυτό φαίνεται ιδιαίτερα στην περίπτωση περιορισμένων ανταγωνιστικών πόρων και προϊόντων. Αν π.χ. κάποιο μέλος αγροτικού συνεταιρισμού οδηγείται στη χρήση περισσότερου νερού άρδευσης από ό,τι είναι συμφωνημένο, τότε οδηγεί ταυτόχρονα τα άλλα μέλη να δράσουν επίσης προς την ίδια κατεύθυνση, ώστε να εξασφαλίσουν και αυτά μεγαλύτερο μερίδιο στο νερό άρδευσης. Οι άλλοι τότε εξελίσσονται σε ανταγωνιστές, πράγμα που θα είναι εις βάρος όλων, γιατί κάποτε δεν θα υπάρχει αρκετό νερό για όλους τους συνεταιριστές.

Στην περίπτωση μη περιορισμένων ανταγωνιστικών πόρων, μπορούν να υπάρχουν παράλληλα πρότζεκτ που να έχουν τον ίδιο στόχο. Αυτή η παραλληλία δεν είναι ανταγωνιστική με την έννοια ότι δεν πρόκειται για εξωστρακισμό του άλλου πρότζεκτ. Η οικεία επιτυχία δεν εξαρτάται από την αποτυχία του «αντίπαλου ανταγωνιστή». Πολύ περισσότερο δεν εμποδίζεσαι από κανέναν να επωφεληθείς από τα καλά αποτελέσματα των άλλων και να χρησιμοποιήσεις και ο ίδιος τις εμπειρίες τους. Οι σχέσεις δηλαδή μεταξύ των καλώς εννοούμενων «ανταγωνιστών» είναι φυσικής συνεργατικής προέλευσης. Αυτή είναι και η ουσία της σημασίας που έχουν τα ΚΟΙΝΑ, και προς τα «μέσα» τους και προς τα «έξω», στη σχέση τους με τα άλλα συλλογικά εγχειρήματα.

Προς τα «έξω» όμως, όταν πρόκειται για τη συμμετοχή στην υπάρχουσα καπιταλιστική αγορά, τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Εδώ αποφασιστικό για την ύπαρξή τους είναι η προοπτική. Από τη μεριά των παραδοσιακών εμπορευματικών δρώντων στην αγορά, ένα κοινοτικό συνεργατικό εγχείρημα αντιμετωπίζεται σαν ένας πραγματικός ανταγωνιστής, αν αναμειγνύεται στο δικό τους μερίδιο της αγοράς. Από τη μεριά των κοινοτικών εγχειρημάτων, ένας παραδοσιακός εμπορικός μέτοχος της αγοράς μπορεί να θεωρηθεί ουδέτερος, όταν αυτός δεν στερεί πόρους από αυτά. Οι δραστηριότητές τους δεν κατευθύνονται στο να τον «διώξουν» από την αγορά, αλλά στο να αναπτύξουν καλά το δικό τους εγχείρημα. Αυτό συμβαίνει πάντα όταν τα συλλογικά προϊόντα είναι πραγματικά καλύτερα από των εμπορικών προμηθευτών, όπου το «καλύτερα» αξιολογείται με κριτήριο τις ανάγκες των χρηστών τους, καθώς και τα κίνητρα των παραγωγών.

Η Wikipedia, για παράδειγμα, έθεσε εκτός συνεργασίας ελεύθερες εγκυκλοπαίδιες, όχι μόνο γιατί η ίδια είναι πιο επίκαιρη και πιο ελεύθερα προσβάσιμη, αλλά επίσης επειδή μπορούσαν οι ενδιαφερόμενοι χρήστες της να δουλέψουν συνεργατικά παράγοντας πληροφορία και γνώση, να γίνουν δηλαδή συμπαραγωγοί στο πρότζεκτ της. Αυτή η συμπαραγωγή δεν μπορεί να συμβεί στα πλαίσια ενός εμπορικού παραδοσιακού παραγωγικού μοντέλου, όπου υπάρχει διαχωρισμός μεταξύ παραγωγών και καταναλωτών. Αν όμως –άλλο παράδειγμα-δημιουργείται μια κοινότητα παραγωγών αγροτικών προϊόντων και των καταναλωτών αυτών των προϊόντων και υπάρχει και η συμφωνία οι καταναλωτές έχοντας άμεση σχέση με τους παραγωγούς, να μπορούν να συμμετέχουν βοηθητικά στις εργασίες στα αντίστοιχα αγροκτήματα, τότε καταργείται σε ένα βαθμό αυτός ο διαχωρισμός μεταξύ παραγωγών και καταναλωτών-Κοινωνικά Υστηριζόμενη Γεωργία(ΚΥΓΕΩ) λέγεται αυτό-και μπορούμε να μιλάμε για παραγωκαταναλωτές. Το ίδιο συμβαίνει και με ένα συνεργατικό ή συνεταιριστικό εγχείρημα που τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες του μπορούν να καταναλώνονται ή να χρησιμοποιούνται και από τα ίδια τα μέλη του.

Συμπερασματικά: ανταγωνισμός και συνεργασία δεν είναι καταρχήν αντιφατικά. Ο ανταγωνισμός χρειάζεται ουσιωδώς τη συνεργασία, ενώ η συνεργασία μπορεί να ανταπεξέλθει εξίσου καλά, αν όχι καλύτερα, χωρίς τον ανταγωνισμό. Για τον ανταγωνισμό είναι αναγκαία η συνεργασία, ενώ το αντίστροφο δεν ισχύει (θα λέγαμε στα μαθηματικά).

Μέσα από τον αγώνα των κοινοτικών εγχειρημάτων για τη δημιουργία και συμπαραγωγή ΚΟΙΝΩΝ , στην ουσία εκφράζεται και η επιδίωξη και διεκδίκηση εκείνων των κοινωνικών συνθηκών που θα εξασφαλίζουν την ευζωία με επάρκεια των πολλών και όχι μόνον των μελών τους.

 



[1] Για τα ΚΟΙΝΑ έχουμε αναφερθεί διεξοδικά στο βιβλίο μας ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ, σελ 117-140. 

[2] Η Κοινωνική οικονομία είναι ένας τρίτος τομέας μεταξύ του Ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα οικονομίας.

[4] Είναι απαραίτητο επίσης να γίνει διαχωρισμός μεταξύ των κοινών αγαθών και κοινών πόρων: κοινοί πόροι είναι αυτοί που είναι ελεύθερα προσβάσιμοι και προσφέρονται σε όλους και όλες, χωρίς να υπάρχουν δικαιώματα ή κανόνες που καθορίζουν τη χρήση τους. Αντίθετα, τα κοινά αγαθά χαρακτηρίζονται από το γεγονός ότι μια κοινότητα ανθρώπων έχει διαπραγματευθεί τους δικούς της όρους διαχείρισης των από κοινού χρησιμοποιούμενων πόρων, είτε αυτοί οι όροι είναι επίσημης είτε πολιτισμικής ή εθιμοτυπικής υφής.

[5] Οι αγορές, κυρίως οι καπιταλιστικές, «συμπεριφέρονται» μεν απρόσωπα, αλλά στα ΜΜΕ περιγράφονται σαν να είναι ανθρώπινες υπάρξεις: αποφασίζουν, προωθούν και τιμωρούν, αισθάνονται νευρικές, χάνουν την εμπιστοσύνη τους ή αντιδρούν προσεκτικά και με επιφύλαξη κ.λπ. Από την άλλη πλευρά οι άνθρωποι συμπεριφέρονται σύμφωνα με τις επιταγές τους και όχι αντίστροφα που θα έπρεπε, δηλαδή να είναι οι αγορές στην υπηρεσία των αναγκών τους. Οι κυβερνήσεις υποτίθεται παίρνουν μέτρα και κάνουν νόμους για να λειτουργούν οι αγορές «ελεύθερα» και ανάλογα ποιο κόμμα είναι στην εξουσία, είτε τις αφήνει «ανεξέλεγκτες» είτε προσπαθεί να τις «ρυθμίσει». Το αποτέλεσμα είναι ότι η «αγορά», από ανθρώπινος μηχανισμός που ήταν πριν τον καπιταλισμό, στα πλαίσιά του εξελίχθηκε σε ένα φυσικό ον, στις θελήσεις του οποίου θα πρέπει εμείς οι άνθρωποι να «χορεύουμε», ας είναι και ροκ ή ζεϊμπέκικο. Όπως το διατύπωσε ο Polanyi από το 1957: Αντί μιας ενσωμάτωσης της οικονομίας της αγοράς στις κοινωνικές σχέσεις, έχουμε αντίστροφα την ενσωμάτωση των ανθρώπινων κοινωνικών σχέσεων στο οικονομικό σύστημα της αγοράς.