Επιστροφή προς τα ... μπρος!

Επιστροφή προς τα ... μπρος!

ΕΝΑΣ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΦΙΚΤΟΣ

ΕΝΑΣ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΦΙΚΤΟΣ
ΝΑ ΘΕΜΕΛΕΙΏΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΌ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΉΣ ΙΣΌΤΗΤΑΣ

Αποανάπτυξη-Τοπικοποίηση -Αυτονομία- Άμεση Δημοκρατία-Ομοσπονδιακός Κοινοτισμός

Τον Μάιο του 2020, μια ομάδα περισσότερων από 1.100 υποστηρικτών της «Αποανάπτυξης», υπέγραψε ένα μανιφέστο καλώντας τις κυβερνήσεις να αδράξουν την ευκαιρία και να στραφούν προς ένα «ριζικά διαφορετικό είδος κοινωνίας, αντί να προσπαθούν απεγνωσμένα να θέσουν ξανά σε λειτουργία την «καταστροφική ανάπτυξη». Η Συνδημία του κοροναϊού δείχνει ότι θα χρειασθεί να γίνουν μεγάλες αλλαγές, αν δεν θέλουμε να πάμε στην κατάρρευση! Ειδικά για την μετά-COVID Ελλάδα: Για να ξεφύγει η χώρα από τη μέγγενη των χρεών, από την φτωχοποίηση και το πολιτισμικό αδιέξοδο, καθώς και από την κατάθλιψη και την μεμψιμοιρία στην οποία έχει πέσει ο πληθυσμός της-ιδίως μετά το σοκ της πανδημίας και τον εγκλεισμό του στα σπίτια- θα χρειασθεί, μετά το πέρασμα της καταιγίδας, να αναπτερωθεί το ηθικό του μέσα από μια στροφή προς μια ενδογενή παραγωγική ανασυγκρότηση . Εφαλτήρας μπορεί να γίνει ο αγροδιατροφικός τομέας και στη συνέχεια ο μεταποιητικός ένδυσης- υπόδησης, ο ενεργειακός και ο ήπιος ποιοτικός τουρισμός να την συμπληρώσουν. Είναι μια εναλλακτική στη σημερινή κυρίαρχη κατεύθυνση, που δεν χρειάζονται κεφάλαια, ξένες επενδύσεις, χωροταξικά σχέδια, υπερτοπικές συγκεντρώσεις, μεγαλεπήβολα και εξουθενωτικά μεγέθη και ρυθμούς. Η κατεύθυνση της Αποανάπτυξης-Τοπικοποίησης -Αυτονομίας- Άμεσης Δημοκρατίας-Ομοσπονδιακού Κοινοτισμού θα μπορούσε να είναι η διέξοδος για την χώρα, στην μετά-COVID εποχή!

Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2022

Για μια δικτύωση των κοινοτήτων αγώνα, αντίστασης και υπεράσπισης της ζωής και των «Κοινών»

Μέχρι τώρα ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός υποσχόταν «κοινωνίες ευημερίας και αφθονίας», αποκρύπτοντας τις παράπλευρες απώλειες από τις απειλές που συνόδευαν την παγκοσμιοποίησή του.
Η μεγαλύτερη από αυτές τις απειλές μέχρι τώρα, ήταν αυτό που από κάποιους επιστήμονες ονομάσθηκε «συνδημία του υποσιτισμού-παχυσαρκίας-κλιματικής αλλαγής». Υποσιτισμός στον «υπο ανάπτυξη κόσμο», παχυσαρκία στον «αναπτυγμένο» κόσμο[1] και κλιματική αλλαγή για όλον τον πλανήτη.
Τώρα έχουμε επιπλέον και την πανδημία Κόβιτ19, που προστιθέμενη στις προηγούμενες, δημιουργεί τέτοιες συνθήκες ώστε η παγκόσμια ελίτ και οι κυβερνήσεις της να την εκμεταλλευθούν σαν την «τέλεια καταιγίδα» για να μπορέσουν να εφαρμόσουν τέτοια μέτρα οικονομικής και πολιτικής ατζέντας, τα οποία σε κάθε άλλη περίπτωση θα προκαλούσαν μεγάλη αντίδραση από τους «από κάτω» αυτού του πλανήτη.
Στα παραπάνω έρχεται να προστεθεί και η πολεμική σύγκρουση στην Ευρώπη με θέατρο την Ουκρανία: αυτή θα οξύνει την επερχόμενη επισιτιστική-διατροφική κρίση, αλλά και την ενεργειακή, κρίσεις που είχαν ήδη διαφανεί και πριν τον πόλεμο με αυξήσεις τιμών παντού, αφού και η τροφή[2] και η ενέργεια[3] έχουν μετατραπεί σε χρηματιστηριακά προϊόντα.
Ο κόσμος που θέλουμε να αλλάξουμε

  • 2018, 26 άνθρωποι έχουν πλέον περιουσιακά στοιχεία που ισούνται με τα εισοδήματα των φτωχότερων 3,8 δισεκ. κατοίκων της γης,
  • Ενώ η παγκόσμια προσφορά τροφίμων είναι παραπάνω από επαρκής για 12 δισ. ανθρώπων με 2700 θερμίδες την ημέρα, ταυτόχρονα 1 δισ. ανθρώπων υποσιτίζεται.
  •  30%(1,3 δισ. τόνοι) παραγόμενης τροφής πάει στα σκουπίδια. Για πεταμένη τροφή καλλιεργούνται κάθε χρόνο 14 δισεκ. στρέμματα, δηλαδή το 28% των συνολικών καλ. εδ.

 

  • Στην 10ετία του 1970-80 ο μέσος άνθρωπος στον αναπτυγμένο κόσμο κατείχε περίπου 6000 αντικείμενα και οι έρευνες για την ευτυχία έδειχναν ότι ήταν ευχαριστημένος περισσότερο από σήμερα που κατέχει περίπου 10.000 αντικείμενα

Οι εξελίξεις που έχουν δρομολογηθεί σήμερα από τον «καταστροφικό καπιταλισμό», όπως τον έχει αναλύσει η Ναόμι Κλάιν, είναι τέτοιες που θα κάνουν ακατοίκητη τη Γη για τους περισσότερους ανθρώπους για τους παρακάτω λόγους:

  •  Κλιματική αλλαγή, κλιματικές ασθένειες και θάνατοι λόγω της υπερθέρμανσης, παγκοσμιοποίηση της ασθένειας και επερχόμενες πανδημίες
  • αέρας που δεν θα αναπνέεται, ατμοσφαιρική ρύπανση που κάνει αόρατο τον Ήλιο(κινέζικες πόλεις)
  • επισιτιστική και ενεργειακή κρίση που οξύνονται και λόγω των πολεμικών συγκρούσεων(βλέπε πχ. Ουκρανία)
  • εξαφάνιση ειδών,
  • οξύνιση των ωκεανών,
  • μόνιμη οικονομική κατάρρευση, κεφαλαιοποίηση της καταστροφής[4], αύξηση συγκρούσεων, πολέμων και ολοκληρωτισμών.

Ο εφησυχασμός λοιπόν της πλειοψηφίας των ανθρώπων δε μπορεί να συνεχισθεί!
Τα διλήμματα και τα δράματα που κρύβονται στις παραπάνω δυσμενείς εξελίξεις , πρόκειται να βιωθούν κυρίως από τις μελλοντικές γενιές στις οποίες οι σημερινές κληροδοτούν όχι μόνο οικονομικά χρέη, αλλά και πολύ περισσότερα οικολογικά χρέη, με την έννοια ότι τα παιδιά και τα εγγόνια μας , αν θέλουν να επιβιώσουν θα χρειασθεί να αλλάξουν τον σημερινό τρόπο ζωής και τον τρόπο οργάνωσής τους .
Η εξέγερσή τους-αν ποτέ την κάνουν-θα έχει να κάνει περισσότερο με τις συνθήκες που καταστρέφουν τη ζωή τους και με την επιδίωξη ενός ευζωϊκού τρόπου ζωής. Υπάρχει ήδη ένα παγκόσμιο ρεύμα «φυγής» και «παραίτησης», καθώς και ένα γρήγορα αναπτυσσόμενο κίνημα των «φειδωλών-μινιμαλιστών» της γενιάς των «Μιλλένιανς»(γεννημένοι στις δεκαετίες του 1980-90) και της «γενιάς Ζ»(γεννημένοι από το τέλος της 10ετίας του 1990 μέχρι το 2010), που προσπαθούν να ισορροπήσουν μεταξύ εργασίας και προσωπικής ζωής με σύνθημα: «μπορούμε να ζήσουμε καλύτερα με λιγότερα, γιατί τα λιγότερα είναι συνήθως αρκετά»!
ΗΠΑ: καλοκαίρι 2021, πάνω από 24 εκατομ. εργαζόμενοι προχώρησαν στην μεγάλη «έξοδο» από την εργασία τους( και λόγω πανδημίας) και διαμένουν κυρίως στα Van τους χωρίς να πληρώνουν πια λογαριασμούς.
Ε.Ε: δύο εκατομ. λιγότεροι εργαζόμενοι, που «παράτησαν» τις εργασίες τους αμφισβητώντας το νόημα της μισθωτής εργασίας.
Κίνα: το κίνημα «lieflat» αντιδρά στο εξαντλητικό πρόγραμμα εργασίας στις επιχειρήσεις «996» (9 π.μ.-9 μ.μ.-6 μέρες τη βδομάδα).
Ιαπωνία:  το κίνημα freeters από το 1990 ενάντια στο 15ωρο και την ελαστικότητα, και από το 2010 η «γενιά satori», οι «αναχωρητές» που θεωρούν τον εαυτό τους μινιμαλιστές και αντικαταναλωτές.
Γερμανία: για παράδειγμα, το 30% των εκπαιδευτικών παθαίνουν τα τελευταία χρόνια «burn out» λογω των συνθηκών εργασίας στα σχολεία. Το burn out το παθαίνουν συχνά και στελέχη επιχειρήσεων σε όλους τους κλάδους βγαίνοντας πρόωρα με αναπηρική σύνταξη.
Ελλάδα: από πρόσφατη έρευνα(Φεβρουάριος 2022) για την «μεγάλη παραίτηση» όπως ονομάσθηκε, το 46% προτιμά να παραιτηθεί από την εργασία του όταν δεν έχει ποιότητα η ζωή του. Στον τουρισμό π.χ. οι επιχειρηματίες δεν βρίσκουν εργαζόμενους με τις συνθήκες που προσφέρουν.
Γενικά:
-οι περισσότεροι βρίσκουν ένα προσωπικό δρόμο διαφυγής με τα «βαγόνια του τρένου της ανάγκης»- προς την Ευρώπη οι Έλληνες, προς την περιφέρεια των χωρών τους οι υπόλοιποι, αφήνοντας πίσω τους τις μεγαλουπόλεις(«Να τελειώνουμε με τις μεγαλουπόλεις»).
-Το στοίχημα: πως το μη πολιτικό ή μη κοινοτικό αυτό κίνημα μπορεί να αποτελέσει τη βάση για μια ευτοπική διέξοδο προς τη κατεύθυνση δημιουργίας δομών εργασίας και κοινοτικής ζωής σε συνθήκες αυτοκαθορισμού και σχετικής αυτάρκειας μέσω της μετάβασης των υποκειμένων σε νέες τοπικοποιημένες κοινότητες της ισοκατανομής του λιγότερου για επάρκεια με το μικρότερο οικολογικό αποτύπωμα.
Θα χρειασθεί  να περάσει η ανθρωπότητα στο στάδιο, της Αποανάπτυξης-Τοπικοποίησης, της αυτονομίας με άμεση δημοκρατία και της Κοινοτικής οργάνωσης της κοινωνίας στη βάση του ομοσπονδιακού Κοινοτισμού.
Θα χρειασθεί οι άνθρωποι να επανανοηματοδοτήσουν τη ζωή τους:

  • Επιβράδυνση στον χρόνο: πιο αργά και σε βάθος!
  • Εγγύτητα στον χώρο: πιο μικρά, πιο κοντά και τοπικά!
  • Επάρκεια στην ιδιοκτησία, στα μέσα και τους πόρους διαβίωσης: ποιότητα, επάρκεια, τα λιγότερα είναι συνήθως αρκετά!
  • Ενσυναίσθηση στις διανθρώπινες σχέσεις και στις σχέσεις με τις άλλες μορφές ζωής: Αναγνώριση της διαφορετικότητας και συμπάθεια-αλληλοστήριξη!
  • Επαναοικειοποίηση τόπων, Κοινών συλλογικών και σχεσιακών αγαθών -χρόνου: Αποκατάσταση καταστροφών, επανάκτηση  και αύξηση του ελεύθερου προσωπικού χρόνου για αυτοπραγμάτωση-αυτοανάπτυξη!
  • Ευρύτητα στη γνώση και τις δεξιότητες: ολιστική πολύπλευρη γνώση και ολοκληρωμένα πρόσωπα!
  • Επανανοηματοδότηση στη συνείδηση και τη ζωή: Συνεργατικά και αλληλέγγυα! όποιος φροντίζει για όλους, φροντίζει και για τον εαυτό του!
  • Επιστροφή προς τις δύο μάνες: γαία-κοινότητα

Η έννοια του Κοινοτισμού είναι κομβική, σήμερα
Γιατί στις σημερινές συνθήκες, και λόγω των πολλαπλών κρίσεων που αφορούν και την ίδια τη δομή του καπιταλιστικού συστήματος σε παγκόσμιο επίπεδο, το κοινοτικό πνεύμα και ο κοινοτισμός έχει επανέλθει σε όλο τον κόσμο και διαμορφώνεται- κυρίως και προς το παρόν- με τη συλλογική υπόσταση των «κοινοτήτων του αγώνα» και των «κοινοτήτων αντίστασης στον κίνδυνο και τη καταστροφή». Η κοινωνία των «από κάτω», εκείνων δηλαδή που βρίσκονται σε κίνδυνο και είναι τα θύματα της παγκοσμιοποίησης και των κρατών, δημιουργούν εγχειρήματα κοινοτισμού και κοινοτικές σχέσεις μεταξύ τους. Η παράδοση του κοινοτισμού εμφανίζεται, υποχωρεί και ξαναεμφανίζεται, ιδίως στις δύσκολες συνθήκες.
Αυτό που δεν κατάφερε το κίνημα του σύγχρονου κοινοτισμού, ήταν να αναπτύξει παράλληλα και αντι-θεσμούς απέναντι των επικρατούντων υφιστάμενων θεσμών, έτσι ώστε να μπορεί να συσταθεί μία δύναμη δυαδικής εξουσίας, αποκεντρωμένη, ομοσπονδιακή και προερχόμενη από τους πολίτες, ώστε αυτή να αποκτήσει τον έλεγχο της κοινωνικής και πολιτικής ζωής, τον  οποίο έλεγχο εξακολουθεί προς το παρόν να κρατά για τον εαυτό του το συγκεντρωτικό, γραφειοκρατικό εθνικό κράτος. Για να δημιουργήσουμε τέτοιους αντι-θεσμούς στις σημερινές συνθήκες του άκρατου ατομικισμού είναι πολύ δύσκολο, αλλά όχι ακατόρθωτο. Είναι πολύ δύσκολο να οργανώσουμε μια πραγματική δημοκρατική πολιτεία, αλλά και δυσκολότερο να τη διατηρήσουμε, όπως συμβαίνει με όλα τα πράγματα. Το ζήτημα της επαναστατικής αλλαγής και στα μέρη μας, προϋποθέτει την αποκέντρωση σε κοινότητες, δήμους και περιφέρειες και τη δικτύωσή τους σε ανακλητά συμβούλια.
Ο κόσμος του αγώνα, συρρικνωμένος πάλι σήμερα σε σχέση με λίγα χρόνια πριν, αλλά υπαρκτός και επίμονα δραστήριος, στρέφεται καθημερινά-ιδίως στα πλαίσια και της επιδημιολογικής κρίσης, αλλά και κατά και μετά τις καταστροφικές πυρκαγιές του περσινού καλοκαιριού όπου π.χ. στη Β. Εύβοια εκφράσθηκε η αλληλεγγύη και το κοινοτικό πνεύμα ακόμα και με συνελεύσεις ντόπιων και αλληλέγγυων- στρέφεται λοιπόν όλο και περισσότερο στην έννοια της Κοινότητας μέσα από μια θολή προσέγγιση της εικόνας της. Η υιοθέτηση της έννοιας θα επιταχυνθεί στα επόμενα χρόνια, γιατί θα καλύπτει πολλές προσεγγίσεις και ανάγκες για συλλογική πραχτική και δράση.    
Στην Ελλάδα της επιδημιολογικής κρίσης άρχισαν να χρησιμοποιούν τον όρο Κοινότητα και να μιλάνε για την αναγκαιότητα επιστροφής στην έννοιά της, ακόμα και καθεστωτικοί πολιτικοί και κονδυλοφόροι( π.χ. «Με ατομική ευθύνη να κρατάμε τα μέτρα και να εμβολιασθούμε για να προστατέψουμε την κοινότητα από τον ιό», λένε. Αυτοί βέβαια εννοούν την «κοινότητα των υπηκόων» και όχι την κοινότητα των αυτόνομων πολιτών).
Ο κοινοτισμός και η άμεση δημοκρατία με την ομοσπονδιακή μορφή, αποτελεί σήμερα την ιδέα που μπορεί, όσο πιθανώς καμία άλλη, να εδαφικοποιήσει ταυτόχρονα σε τοπικό/γεωγραφικό αλλά και οικουμενικό/φαντασιακό επίπεδο την έννοια του κοινωνικού αυτοκαθορισμού.
Οι κοινοτικοί δεσμοί και σχέσεις σήμερα δεν στηρίζονται μόνο στην έννοια της χωρικής εγγύτητας-αν και αποτελεί βασική προϋπόθεση-αλλά διέπονται περισσότερο από τις κοινές πολιτισμικές, κοινωνικές και πολιτικές αξίες. Προς αυτή την κατεύθυνση ζητούμενο είναι να δημιουργηθούν εκείνοι οι κοινοτικοί δεσμοί-θεσμοί που θα βρίσκουν έδαφος στο κοινωνικό πεδίο και θα διαμορφώνουν σταδιακά και τη νέα κοινωνική πραγματικότητα.
Η δικτύωση των υπαρχόντων σήμερα κοινοτήτων αγώνα, αντίστασης και υπεράσπισης της ζωής και των «Κοινών» στην Ελλάδα[5] είναι απαραίτητη και μπορεί να γίνει ο εφαλτήρας για την από τα κάτω διαμόρφωση ενός προγράμματος υπέρβασης του καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού και του κεντρικού αυταρχικού κράτους.
 


[1] Παγκόσμιος οργανισμός Υγείας: το 2022 πάνω από το 50% των Ευρωπαίων ενήλικων είναι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι. Γερμανία: κάθε χρόνο 20.000 χειρουργικές επεμβάσεις για παχυσαρκία με κόστος αντιμετώπισης 6-33 δις. Ευρώ.

[2] Σε άρθρο των New York Times, παρουσιάζεται ο κίνδυνος της έλλειψης τροφίμων: «Ένα κρίσιμο μέρος του παγκόσμιου αποθέματος σιταριού, καλαμποκιού και κριθαριού έχει παγιδευτεί στη Ρωσία και την Ουκρανία λόγω του πολέμου, ενώ ένα ακόμη μεγαλύτερο μέρος των λιπασμάτων του κόσμου έχει κολλήσει στη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι παγκόσμιες τιμές των τροφίμων και των λιπασμάτων εκτοξεύονται στα ύψη. Από την εισβολή τον περασμένο μήνα, οι τιμές του σιταριού έχουν αυξηθεί κατά 21%, του κριθαριού κατά 33% και ορισμένων λιπασμάτων κατά 40%»

[3] Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, μπορεί να εκτροχιάσει ακόμη περισσότερο το κλίμα με αύξηση των εκπομπών διοξειδίου, καθώς πολλές χώρες οδηγούνται -αντί στη μείωσή τους-σε μια ξέφρενη αναζήτηση νέου εφοδιασμού σε αέριο και πετρέλαιο προκειμένου να αντικαταστήσουν τις ρωσικές εισαγωγές, ενισχύοντας με αυτό τον τρόπο την εξάρτησή τους από τα ορυκτά καύσιμα. Ήδη ο πόλεμος και οι κυρώσεις έχουν σαν αποτέλεσμα την πολλαπλή επιβάρυνση του περιβάλλοντος. Ταυτόχρονα, και ιδίως στην Ευρώπη -και ειδικά στη Γερμανία- γίνεται μαζική μεταφορά πόρων σε νέα εξοπλιστικά προγράμματα, ενώ αυτοί οι πόροι θα ήταν απαραίτητοι για την ενεργειακή μετάβαση πέρα από τους υδρογονάνθρακες, όπως επίσης και για την καταπολέμηση των κοινωνικών ανισοτήτων και άλλων οικολογικών απειλών.

[4] «Κεφαλαιοποίηση της συμφοράς»: Η καταστροφή ως ευκαιρία για το κεφάλαιο
Με τα λόγια, όχι κάποιας ριζοσπαστικής οργάνωσης, αλλά του ίδιου του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητος για την καταστροφή των πυρκαγιών το καλοκαίρι του 2021 στην Εύβοια:
«Για ποιον άραγε λόγο είναι ευκαιρία η καταστροφή μιας περιοχής όπως η Εύβοια;»
Τα σχέδια της κυβέρνησης για την «αποκατάσταση» της καλοκαιρινής καταστροφής της Εύβοιας (με τίτλο: «Διαγραμματική Απεικόνιση Μηχανισμού Διακυβέρνησης του Master Plan» και συνίσταται σε πλήρη επανασχεδιασμό της περιοχής σε χωροταξικό και πολεοδομικό επίπεδο που αποφασίστηκε από τον ίδιο τον Πρωθυπουργό), είναι ελκυστική «ευκαιρία» για «κεφαλαιοποίηση της συμφοράς». Για «ανεξέλεγκτη δηλαδή εισβολή συμφερόντων που μεταβάλλουν άρδην το περιβάλλον, τη φυσιογνωμία και τον τρόπο ζωής μιας περιοχής, παραμερίζοντας, εν ονόματι της έκτακτης ανάγκης, πραγματικά εμπόδια και νομικές διαδικασίες που ίσχυαν μέχρι τότε και αξιοποιώντας την απόγνωση των κατοίκων που έχουν δικαιολογημένα απολέσει τις αντιστάσεις».
 

[5] Υπάρχει ήδη μια τέτοια προσπάθεια για Πανελλαδική Δικτύωση, όπως επίσης και στην περιοχή της Θεσαλίας.

Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2022

Τα "ΚΟΙΝΑ" και η Ευζωϊα

 


Τα «ΚΟΙΝΑ»[1] και η «ευζωία»

Οι νεοκλασικοί οικονομολόγοι έχουν υιοθετήσει κάποια κριτήρια για να χαρακτηρίζουν τα αγαθά: δυνατότητα αποκλεισμού χρήσης τους, αντιπαλότητα για την εξασφάλισή τους, κλπ., δίνοντάς τους κάποιες ιδιότητες, που δεν είναι φυσικές, αλλά πολιτικά, νομικά, πολιτιστικά και τεχνικά καθορισμένες από την κυρίαρχη κάθε φορά κοινωνικοπολιτική εξουσία, άρα μπορούν αντίστοιχα να αλλάζουν. Έτσι, η αντίληψη που έχουμε για το τι είναι φυσικό, ιδιωτικό, λεσχιακό(club), συλλογικό(σύλλογος), δημόσιο, κοινωνικό, κρατικό ή κοινοτικό αγαθό-πέρα από την σύγχυση που υπάρχει στον χαρακτηρισμό τους- μπορεί να αλλάζει επίσης, αν αλλάζουν οι κοινωνικές μας σχέσεις.

Καταρχήν σήμερα, στα πλαίσια μιας κοινωνίας των αγορών, τα ιδιωτικά αγαθά  χαρακτηρίζονται από δύο βασικές ιδιότητες: τον αποκλεισμό(π.χ. μέσω της υψηλής τιμής που μπορούν να έχουν στην αγορά) και τον ανταγωνισμό-αντιπαλότητα για την εξασφάλισής τους(μέσω της φυσικής σπανιότητας ή της εμπορικής τους στην αγορά).

Με τα δημόσια αγαθά τα πράγματα διαφέρουν, γιατί υποτίθεται ότι το τι είναι δημόσιο δεν το καθορίζει η αγορά, αλλά το κράτος. Μόνο για τα φυσικά αγαθά όπως ο αέρας ή ο ήλιος δεν χρειάζεται η παρέμβαση του κράτους για να θεωρηθούν δημόσια αγαθά. Όμως προσοχή: ενώ π.χ. στην περίπτωση του ήλιου το φως του δεν λιγοστεύει με τη χρήση του από τους ανθρώπους και μπορεί –με την πρώτη ματιά-να μοιράζεται εξίσου, όταν κατασκευάζονται μεγάλα κτίρια και εμείς μένουμε στους κάτω ορόφους ή σε στενές πίσω αυλές, καταλαβαίνουμε ότι το στερούμαστε και υπάρχει ανταγωνισμός.

Και ενώ εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς τη διαφορά μεταξύ ιδιωτικών αγαθών-εμπορεύματα και υπηρεσίες που προσφέρονται από ιδιώτες και ιδιωτικές εταιρείες-και των δημοσίων –όπως εκπαίδευση, υγειονομικό σύστημα, δρόμοι, αποχετευτικά συστήματα, νομικό πλαίσιο ή θεσμοί ασφαλείας, άμυνας κ.λπ.- και επίσης τη διαφορά μεταξύ ιδιωτικής κτήσης και δημόσιας χρήσης, είναι αρκετά δύσκολο να γίνεται διαχωρισμός μεταξύ ενός δημόσιου και ενός κοινοτικού αγαθού. Το βασικότερο είναι ότι Θα πρέπει σε κάθε περίπτωση χωριστά να μπορούμε να τα διακρίνουμε, αφού έχουμε να κάνουμε με δυο μορφές της συλλογικής-κοινής ιδιοκτησίας στους τομείς του δημόσιου και αυτού των ΚΟΙΝΩΝ/Κοινωνικής οικονομίας[2], που οι διαφορές τους είναι αρκετά θολές και δεν έχουν συγκεκριμενοποιηθεί ακόμα. Για τον χαρακτηρισμό των κοινοτικών αγαθών, θα πρέπει να δοθεί μεγάλη σημασία στο ερώτημα: ποιος κάνει τι, με τι το κάνει και για ποιο σκοπό[3].

Κοινά -κοινοτικά αγαθά[4], κατά τη γνώμη μας, είναι εκείνα τα αγαθά ή πόροι που οι άνθρωποι χρησιμοποιούν και διαχειρίζονται από κοινού, με την έννοια ότι –στηριζόμενοι σε παραδοσιακούς, εθιμοτυπικούς και κοινωνικούς κανόνες και πρακτικές-διαπραγματεύονται από κοινού τους δικούς τους κανόνες διαχείρισης και χρήσης τους.

Γιατί είναι απαραίτητο να διακρίνουμε τα ΚΟΙΝΑ από τα δημόσια αγαθά

Η παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008-09 που ήταν κυρίως κρίση χρεών και δημοσιονομικής διαχείρισης και άρα εξαρτιόταν από το ποιος είχε την κρατική εξουσία, έδειξε στον κόσμο το πόσο σημαντικό είναι να υπάρχει έλεγχος από τους πολίτες για τη ρύθμιση των συνθηκών ζωής τους. Οι κρατικές ρυθμίσεις και νόμοι, καθώς και οι κρατικές δομές, οδήγησαν στο αποτέλεσμα οι ζημιές να πληρώνονται από τους πολίτες και την κοινωνία και τα κέρδη να καρπώνονται από τις τράπεζες, τους επενδυτές και τα ιδιωτικά κεφάλαια.

Σήμερα ο καθένας και η καθεμιά σχεδόν καταλαβαίνει τη διαφορά μεταξύ της οικονομίας στην υπηρεσία του ΚΟΙΝΟΥ ΚΑΛΟΥ και της ιδιωτικής οικονομίας. Αυτό που πολλοί δεν καταλαβαίνουν ακόμα είναι η διαφορά μεταξύ των κοινών συλλογικών αγαθών και των δημοσίων τέτοιων. Αυτή η διαφορά έχει να κάνει και με τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και με την πραγματικότητα του διαχωρισμού μας ως πολίτες στις κατηγορίες των παραγωγών και των καταναλωτών. Ενώ είμαστε μια ενιαία φυσική οντότητα, εντούτοις υπάρχει και μέσα μας αυτός ο διαχωρισμός. Διαφορετικά συμπεριφερόμαστε σαν παραγωγοί και έχουμε διαφορετική συμπεριφορά σαν καταναλωτές, συχνά πολύ αντιφατική με την πρώτη.

Στο σημερινό καπιταλιστικό σύστημα ο διαχωρισμός που παράγει ο καταμερισμός της εργασίας σε παραγωγούς και καταναλωτές ιδιωτικών και δημόσιων αγαθών-προϊόντων, βασίζεται σε μια δομική ιεραρχική δομή «από τα πάνω προς τα κάτω». Αυτή η ιεραρχική δομή δεν ισχύει στα πλαίσια των δομών των ΚΟΙΝΩΝ. Τα περισσότερα κοινοτικά εγχειρήματα βασίζονται σε δικούς τους κανόνες και ρυθμίσεις, με την βοήθεια των οποίων μπορούν να κάνουν οριζόντια χρήση των πόρων με βιώσιμο και δίκαιο τρόπο, έξω από τις επιταγές των όρων κέρδους-ζημίας.

Είτε πρόκειται για παραδοσιακές και ιθαγενικές κοινότητες που διαχειρίζονται τα κοινά τους δάση, ποτάμια ή λίμνες, είτε πρόκειται για νέα δημιουργούμενα κοινοτικά εγχειρήματα όπως είναι οι ενεργειακές κοινότητες ή οι ψηφιακές κοινότητες ομότιμης καινοτόμας παραγωγής γνώσης και τεχνολογίας, ο διαχωρισμός σε παραγωγούς και καταναλωτές –χρήστες των πόρων και προϊόντων τους δεν ισχύει. Δεν ισχύει επίσης η αντίληψη που επικρατεί στο σώμα των πολιτών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, ότι δηλαδή η αλλαγή των νόμων, των δομών και των κοινωνικών σχέσεων μπορεί να γίνεται μόνο από τα πάνω προς τα κάτω, από την κυβέρνηση και το κοινοβούλιο προς την τοπική αυτοδιοίκηση και τους θεσμούς του περιφερειακού κράτους.

Όταν οι παθητικοί πολίτες της ανάθεσης των αποφάσεων στους ειδικούς και τους πολιτικούς εκπροσώπους τους όμως, από χρήστες πόρων και προϊόντων της εταιρικής παραγωγής και από καταναλωτές πολιτικών προγραμμάτων των κομμάτων εξουσίας, μετατρέπονται στα πλαίσια αυτών των κοινοτήτων σε παραγωγούς αξιών χρήσης και σε πολιτικά υποκείμενα που αποφασίζουν τα ίδια για τις συνθήκες ύπαρξής τους, τότε αποκομίζουν την αντίληψη, τη γνώση και την εμπειρία του πως τα δικά τους όνειρα, οι δικές τους ιδέες και  δεξιότητες, τα ταλέντα τους και οι ιδιαίτερες προσωπικές στάσεις καθώς και οι αυτοβελτιωμένες υπεύθυνες συμπεριφορές, μπορούν να ταιριάξουν άμεσα με το αποκαλούμενο «κοινό καλό», που υποτίθεται είναι και το κοινωνικό συμβόλαιο στο οποίο στήθηκαν οι «αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες».

Διαφορετικά από ό,τι συμβαίνει με τις εμπορικές αλυσίδες διανομής αγαθών ή τις γραφειοκρατικές διαδικασίες παραγωγής δημόσιων υπηρεσιών, παραμένει στη συλλογική, συνεργατική ή συνεταιριστική παραγωγή και διανομή των αντίστοιχων αγαθών, η ελευθερία της απόφασης στα πρόσωπα μέλη-χρήστες. Τα τοπικά οργανωμένα στη βάση της άμεσης δημοκρατίας commons, είναι επομένως παραγωγικά συστήματα και συστήματα αυτοκυβέρνησης, πέρα από τον μοντέρνο καπιταλιστικό καταμερισμό της εργασίας.

Οι υπάρχουσες καπιταλιστικές απρόσωπες αγορές[5] δεν μπορούν να εξελιχθούν σε Κοινά. Αυτά μπορούν να δημιουργηθούν, να διαμορφωθούν και να υπάρξουν έξω από τη λογική των αγορών και οι κανόνες τους θεσμίζονται από όσους ανθρώπους συμμετέχουν σε αυτά.

Ανταγωνίζομαι-συνέρχομαι-συνεργάζομαι-συμπαράγω-παραγωκαταναλώνω

Η αγορά και η εμπορευματική σχέση μετατρέπει τος ανθρώπους σε μονοδιάστατα οικονομικά όντα και τα συνδέει μεταξύ τους σαν άτομα, κοινωνικοποιώντας τα μόνο μέσω της κατανάλωσης και της επιδίωξης της ατομικής ωφελιμότητας. Με άλλα λόγια, ο άνθρωπος –άτομο υποκύπτει σε μια ανώνυμη ξένη προς αυτόν δύναμη, με την οποία όμως ταυτίζεται και εσωτερικεύει τη λογική της. Έτσι αποκομίζει τη δυνατότητα να πραγματώνεται μέσω της κατανάλωσης και της κατοχής πραγμάτων και υπηρεσιών, δια μορφώνοντας την προσωπικότητα του-καταναλωτή. Οι αγορές δεν είναι μόνο οι τόποι διανομής, αλλά και οι χώροι της συνεπαγόμενης διασύνδεσης των ατόμων, δηλαδή της εμπορευματοποίησης των πολλαπλών ανθρώπινων σχέσεων.

Η κατανάλωση όμως γίνεται πάντα ατομικά και δεν υπάρχει κάποια αληθινή συλλογικότητα σε αυτήν, αλλά ο/η καθένας/μια αισθάνεται μόνος/η, όταν καταναλώνει, ακόμη και όταν βρίσκεται σε μια παρέα ή ομάδα. Το μόνο που παράγεται κατά τη διαδικασία της είναι όλο και περισσότερη κατανάλωση. Αυτό που δημιουργεί συνεπώς πάντα, είναι περισσότερη κατανάλωση, πράγμα που οδηγεί τους παραγωγούς να ενσωματώσουν τον καταναγκασμό να πρέπει να πουλάνε όλο και περισσότερο στους καταναλωτές, πράγμα που με τη σειρά του συμπίπτει θαυμάσια με τον καταναγκασμό της καπιταλιστικής οικονομίας να μεγεθύνεται και να «αναπτύσσεται» συνεχώς.

Στους χώρους των αγορών, μέσω της ατομικής κατανάλωσης, οι άνθρωποι διαχωρίζονται σε ανταγωνιστικά άτομα-«δομική αποξένωση» έχει ονομασθεί αυτό- και δεν μπορούν να απελευθερωθούν ποτέ «εξαγοράζοντας» την ελευθερία τους. Οι αγορές βασίζονται ακριβώς σε αυτή την δομική αποξένωσή μας από τον άλλον και την αναπαράγουν εκ νέου συνεχώς. Αλλά αυτή η αποξένωσή μας ως άτομα, δεν σημαίνει ότι εμείς οι άνθρωποι δεν μπορούμε επίσης να συνερχόμαστε και να συνεργαζόμαστε. Στον χώρο της αγοράς όμως η συνεργασία έχει συνεχώς την πικρή γεύση του ανταγωνισμού. Συνερχόμαστε και συνεργαζόμαστε έτσι ώστε να συμμετέχουμε από καλύτερη θέση στον ανταγωνισμό και να μπορούμε να επικρατούμε έναντι του άλλου. Στη βάση του ανταγωνισμού κάθε συνεργασία σημαίνει ότι η μια πλευρά αποκλείει την άλλη προσπαθώντας να της «τη φέρει». Βγάζει στην επιφάνεια τον πιο εγωιστικό εαυτό και των δύο πλευρών, είτε της νικήτριας είτε της ηττημένης. Η επιτυχία κάποιου/ας σημαίνει αποτυχία του/της άλλου/ης.

Η λογική της αγοράς προστάζει: «διώχτον, αλλιώς θα διωχθείς», «σύντρεψέ τον, αλλιώς θα συντριβείς». Ο ανταγωνισμός δεν είναι κατά βάση έκφραση της απληστίας ή του «κακού θέλω»(«εγωιστικού γονιδίου»), αλλά είναι υποκειμενική επίδραση της παραπάνω λογικής. Από την άλλη πλευρά η συνεργασία σημαίνει συνεύρεση και ένωση των δυνάμεών μας, ώστε από κοινού να εργασθούμε για ένα σκοπό. Είναι ένα οντολογικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης δημιουργικής δραστηριότητας και η βάση για τη δημιουργία των συλλογικών αγαθών-ΚΟΙΝΩΝ. Η συνεργασία δεν είναι μια αντίθεση στον ανταγωνισμό. Οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις, για παράδειγμα, οργανώνουν στο εσωτερικό τους τη συνεργασία σε ομάδες των εργαζομένων τους, διαφορετικά δεν θα ήταν σε θέση να παράγουν τα προϊόντα τους. Ακόμα και προς τα έξω, συνεργάζονται με άλλες επιχειρήσεις, για να γίνουν πιο εύρωστες, σχηματίζοντας ομίλους ή καρτέλ. Η συνεργασία επομένως στις επιχειρήσεις είναι προϋπόθεση καλύτερου ανταγωνισμού τους και δεν έρχεται σε αντίθεση με την ύπαρξή τους.

Στα ΚΟΙΝΑ και τα συνεργατικά, συλλογικά εγχειρήματα ή συνεταιρισμούς αντίθετα, η συνεργασία των μελών τους είναι μέσον και στόχος ταυτόχρονα. Εδώ συμβαίνουν δύο πράγματα: είναι μια κοινωνική δομή και πραχτική του συνεργάζεσθαι πρώτον και δεύτερο μια κοινή παραγωγή αγαθών οιασδήποτε μορφής. Η συνεργασία παράγει εδώ συνεργασία και αξίες χρήσης! Δεν υπάρχει σε αυτές τις δομές μεγάλη ώθηση για να ανταγωνισθείς τους άλλους. Το αντίθετο, όταν οι κανόνες που διαμορφώνονται από κοινού εδώ, είναι αρκετά ισχυροί και οδηγούν στην εμφάνιση ανταγωνισμού, τότε υπάρχει κίνδυνος για τα ίδια τα εγχειρήματα. Αυτό φαίνεται ιδιαίτερα στην περίπτωση περιορισμένων ανταγωνιστικών πόρων και προϊόντων. Αν π.χ. κάποιο μέλος αγροτικού συνεταιρισμού οδηγείται στη χρήση περισσότερου νερού άρδευσης από ό,τι είναι συμφωνημένο, τότε οδηγεί ταυτόχρονα τα άλλα μέλη να δράσουν επίσης προς την ίδια κατεύθυνση, ώστε να εξασφαλίσουν και αυτά μεγαλύτερο μερίδιο στο νερό άρδευσης. Οι άλλοι τότε εξελίσσονται σε ανταγωνιστές, πράγμα που θα είναι εις βάρος όλων, γιατί κάποτε δεν θα υπάρχει αρκετό νερό για όλους τους συνεταιριστές.

Στην περίπτωση μη περιορισμένων ανταγωνιστικών πόρων, μπορούν να υπάρχουν παράλληλα πρότζεκτ που να έχουν τον ίδιο στόχο. Αυτή η παραλληλία δεν είναι ανταγωνιστική με την έννοια ότι δεν πρόκειται για εξωστρακισμό του άλλου πρότζεκτ. Η οικεία επιτυχία δεν εξαρτάται από την αποτυχία του «αντίπαλου ανταγωνιστή». Πολύ περισσότερο δεν εμποδίζεσαι από κανέναν να επωφεληθείς από τα καλά αποτελέσματα των άλλων και να χρησιμοποιήσεις και ο ίδιος τις εμπειρίες τους. Οι σχέσεις δηλαδή μεταξύ των καλώς εννοούμενων «ανταγωνιστών» είναι φυσικής συνεργατικής προέλευσης. Αυτή είναι και η ουσία της σημασίας που έχουν τα ΚΟΙΝΑ, και προς τα «μέσα» τους και προς τα «έξω», στη σχέση τους με τα άλλα συλλογικά εγχειρήματα.

Προς τα «έξω» όμως, όταν πρόκειται για τη συμμετοχή στην υπάρχουσα καπιταλιστική αγορά, τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Εδώ αποφασιστικό για την ύπαρξή τους είναι η προοπτική. Από τη μεριά των παραδοσιακών εμπορευματικών δρώντων στην αγορά, ένα κοινοτικό συνεργατικό εγχείρημα αντιμετωπίζεται σαν ένας πραγματικός ανταγωνιστής, αν αναμειγνύεται στο δικό τους μερίδιο της αγοράς. Από τη μεριά των κοινοτικών εγχειρημάτων, ένας παραδοσιακός εμπορικός μέτοχος της αγοράς μπορεί να θεωρηθεί ουδέτερος, όταν αυτός δεν στερεί πόρους από αυτά. Οι δραστηριότητές τους δεν κατευθύνονται στο να τον «διώξουν» από την αγορά, αλλά στο να αναπτύξουν καλά το δικό τους εγχείρημα. Αυτό συμβαίνει πάντα όταν τα συλλογικά προϊόντα είναι πραγματικά καλύτερα από των εμπορικών προμηθευτών, όπου το «καλύτερα» αξιολογείται με κριτήριο τις ανάγκες των χρηστών τους, καθώς και τα κίνητρα των παραγωγών.

Η Wikipedia, για παράδειγμα, έθεσε εκτός συνεργασίας ελεύθερες εγκυκλοπαίδιες, όχι μόνο γιατί η ίδια είναι πιο επίκαιρη και πιο ελεύθερα προσβάσιμη, αλλά επίσης επειδή μπορούσαν οι ενδιαφερόμενοι χρήστες της να δουλέψουν συνεργατικά παράγοντας πληροφορία και γνώση, να γίνουν δηλαδή συμπαραγωγοί στο πρότζεκτ της. Αυτή η συμπαραγωγή δεν μπορεί να συμβεί στα πλαίσια ενός εμπορικού παραδοσιακού παραγωγικού μοντέλου, όπου υπάρχει διαχωρισμός μεταξύ παραγωγών και καταναλωτών. Αν όμως –άλλο παράδειγμα-δημιουργείται μια κοινότητα παραγωγών αγροτικών προϊόντων και των καταναλωτών αυτών των προϊόντων και υπάρχει και η συμφωνία οι καταναλωτές έχοντας άμεση σχέση με τους παραγωγούς, να μπορούν να συμμετέχουν βοηθητικά στις εργασίες στα αντίστοιχα αγροκτήματα, τότε καταργείται σε ένα βαθμό αυτός ο διαχωρισμός μεταξύ παραγωγών και καταναλωτών-Κοινωνικά Υστηριζόμενη Γεωργία(ΚΥΓΕΩ) λέγεται αυτό-και μπορούμε να μιλάμε για παραγωκαταναλωτές. Το ίδιο συμβαίνει και με ένα συνεργατικό ή συνεταιριστικό εγχείρημα που τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες του μπορούν να καταναλώνονται ή να χρησιμοποιούνται και από τα ίδια τα μέλη του.

Συμπερασματικά: ανταγωνισμός και συνεργασία δεν είναι καταρχήν αντιφατικά. Ο ανταγωνισμός χρειάζεται ουσιωδώς τη συνεργασία, ενώ η συνεργασία μπορεί να ανταπεξέλθει εξίσου καλά, αν όχι καλύτερα, χωρίς τον ανταγωνισμό. Για τον ανταγωνισμό είναι αναγκαία η συνεργασία, ενώ το αντίστροφο δεν ισχύει (θα λέγαμε στα μαθηματικά).

Μέσα από τον αγώνα των κοινοτικών εγχειρημάτων για τη δημιουργία και συμπαραγωγή ΚΟΙΝΩΝ , στην ουσία εκφράζεται και η επιδίωξη και διεκδίκηση εκείνων των κοινωνικών συνθηκών που θα εξασφαλίζουν την ευζωία με επάρκεια των πολλών και όχι μόνον των μελών τους.

 



[1] Για τα ΚΟΙΝΑ έχουμε αναφερθεί διεξοδικά στο βιβλίο μας ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ, σελ 117-140. 

[2] Η Κοινωνική οικονομία είναι ένας τρίτος τομέας μεταξύ του Ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα οικονομίας.

[4] Είναι απαραίτητο επίσης να γίνει διαχωρισμός μεταξύ των κοινών αγαθών και κοινών πόρων: κοινοί πόροι είναι αυτοί που είναι ελεύθερα προσβάσιμοι και προσφέρονται σε όλους και όλες, χωρίς να υπάρχουν δικαιώματα ή κανόνες που καθορίζουν τη χρήση τους. Αντίθετα, τα κοινά αγαθά χαρακτηρίζονται από το γεγονός ότι μια κοινότητα ανθρώπων έχει διαπραγματευθεί τους δικούς της όρους διαχείρισης των από κοινού χρησιμοποιούμενων πόρων, είτε αυτοί οι όροι είναι επίσημης είτε πολιτισμικής ή εθιμοτυπικής υφής.

[5] Οι αγορές, κυρίως οι καπιταλιστικές, «συμπεριφέρονται» μεν απρόσωπα, αλλά στα ΜΜΕ περιγράφονται σαν να είναι ανθρώπινες υπάρξεις: αποφασίζουν, προωθούν και τιμωρούν, αισθάνονται νευρικές, χάνουν την εμπιστοσύνη τους ή αντιδρούν προσεκτικά και με επιφύλαξη κ.λπ. Από την άλλη πλευρά οι άνθρωποι συμπεριφέρονται σύμφωνα με τις επιταγές τους και όχι αντίστροφα που θα έπρεπε, δηλαδή να είναι οι αγορές στην υπηρεσία των αναγκών τους. Οι κυβερνήσεις υποτίθεται παίρνουν μέτρα και κάνουν νόμους για να λειτουργούν οι αγορές «ελεύθερα» και ανάλογα ποιο κόμμα είναι στην εξουσία, είτε τις αφήνει «ανεξέλεγκτες» είτε προσπαθεί να τις «ρυθμίσει». Το αποτέλεσμα είναι ότι η «αγορά», από ανθρώπινος μηχανισμός που ήταν πριν τον καπιταλισμό, στα πλαίσιά του εξελίχθηκε σε ένα φυσικό ον, στις θελήσεις του οποίου θα πρέπει εμείς οι άνθρωποι να «χορεύουμε», ας είναι και ροκ ή ζεϊμπέκικο. Όπως το διατύπωσε ο Polanyi από το 1957: Αντί μιας ενσωμάτωσης της οικονομίας της αγοράς στις κοινωνικές σχέσεις, έχουμε αντίστροφα την ενσωμάτωση των ανθρώπινων κοινωνικών σχέσεων στο οικονομικό σύστημα της αγοράς.

Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2022

Αποανάπτυξη –Τοπικοποίηση του ελληνικού αγροδιατροφικού τομέα σαν απάντηση για στην επερχόμενη επισιτιστική κρίση

 Η επερχόμενη επισιτιστική-διατροφική κρίση, η οποία θα οξυνθεί γρήγορα λόγω και του πολέμου στην Ουκρανία είναι τμήμα της γενικότερης-γενικευμένης, καθολικής πλέον και συνεχούς κρίσης, φέρνει στην επιφάνεια και πάλι το αίτημα της διατροφικής κυριαρχίας (και όχι απλώς ασφάλειας) για όλες τις χώρες αλλά κυρίως για τις χώρες του Νότου και ειδικότερα και για τη χώρα μας.

Η αγροτική ζωή στη χώρα μας που άλλοτε χαρακτηρίζονταν από κάποια διατροφική, παραγωγική και οικολογική ισορροπία, υφίσταται πλέον τις συνέπειες-ανισορροπίες της διεθνοποιημένης και χρηματιστικής-κερδοσκοπικής οικονομίας της αγοράς, με τις τιμές των διατροφικών προϊόντων να διαμορφώνονται στα διεθνή χρηματιστήρια. Η εμπορευματοποίηση και εξάρτηση της αγροτικής τεχνογνωσίας, των καλλιεργητικών σπόρων και των αγροτικών εισροών-εφοδίων (λιπασμάτων, φαρμάκων κ.λπ.) νομικά κατοχυρωμένων με πατέντες, ανέτρεψαν την μέχρι το 1980 σχετική επάρκεια στον αγροδιατροφικό τομέα στη χώρα, όπου όλα τα παραπάνω ήταν «φυσικά», ελεύθερα και «κοινά».

Εκεί στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και αρχές τις δεκαετίας του ’80, εισβάλλει στην οικονομία της υπαίθρου η ονομαζόμενη «Πράσινη Ανάπτυξη», έχοντας ως κυρίαρχο στοιχείο την υποταγή του περιβάλλοντος και των αγροτών στην εντατικοποίηση της παραγωγής και στο μύθο της συνεχούς μεγέθυνσης.

Στη Θεσσαλία για παράδειγμα: Μονοκαλλιέργειες καρπουζιών, καπνού, καλαμποκιού και κυρίως βάμβακος ισοπεδώνουν κάθε σπιθαμή της γης. Δένδρα κόβονται, ανεμοφράκτες γκρεμίζονται, μπροστά το τρακτέρ ψεκάζει με ζιζανιοκτόνα, ακολουθεί το χημικό λίπασμα και στη συνέχεια η σπορά με καινούργιους υβριδικούς σπόρους. Αργότερα ακολουθούν κι άλλοι ψεκασμοί με ζιζανιοκτόνα (για τα χορτάρια) και με εντομοκτόνα για «τα βλαβερά» έντομα. Χιλιάδες τόνοι χημικών λιπασμάτων, ζιζανιοκτόνων, εντομοκτόνων, παρασιτοκτόνων, ρίχνονται στην αγροτική γη. Το νερό της βροχής και του ποτίσματος ξεπλένει τα υπολείμματα των φυτοφαρμάκων και των λιπασμάτων.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο αγρότης να χάσει την επαφή με τον κύκλο ζωής της γης. Υιοθετεί τη γραμμική αντίληψη για την παραγωγή και χάνει την αυτάρκεια του. Επιδοτήσεις ρέουν άφθονες, πολυεθνικές αγροχημικών, τράπεζες και εταιρείες παραγωγής αγροτικών μηχανημάτων κάνουν χρυσές δουλείες. Η Ελλάδα από την ένταξή της στην Ε.Ε. έλαβε 120 δις Ευρώ σαν επιδοτήσεις. Από τα λεφτά αυτά τα 51,3 δις επέστρεψαν στις εταιρείες της Δ. Ευρώπης που προμηθεύουν τόσα χρόνια τη χώρα με εξοπλισμό, μηχανήματα και πρώτες ύλες.

Αγοράζονται μεγαλύτερα και βαρύτερα γεωργικά μηχανήματα, η γη οργώνεται όλο και πιο βαθιά, ρίχνονται περισσότερα λιπάσματα και φυτοφάρμακα, η αγροτική παραγωγή αυξάνεται, ενώ ταυτόχρονα μεγαλώνει το χρέος των αγροτών στις τράπεζες. Με στοιχεία της Αγροτικής τράπεζας, το 70% της αγροτικής γης είναι υποθηκευμένο.

Κάποια στιγμή η ύβρις της διαρκούς μεγέθυνσης δείχνει τα όρια της. Η απόδοση της αγροτικής γης, παρ’όλο  που διπλασιάζεται η ποσότητα του λιπάσματος, μένει η ίδια και μειώνεται. Σύμφωνα με στοιχεία της Διεύθυνσης Αγροτικής Ανάπτυξης, 55.000 στρέμματα στη Θεσσαλία βρίσκονται στο στάδιο της ερημοποίησης, που σημαίνει νεκρή γη, όσο και να τη λιπαίνεις δεν αποδίδει πια.

Οι τιμές των αγροτικών προϊόντων  κατρακυλούν, τα προϊόντα μένουν απούλητα. Οι Γκουρού της διαρκούς ανάπτυξης προσπαθούν να στρέψουν τους αγρότες στην καλλιέργεια μεταλλαγμένων(GMO) και ενεργειακών φυτών(βιοκαύσιμα), διατηρώντας ανέπαφο το ίδιο μοντέλο παραγωγής.

Στο μεταξύ οι αγρότες μετρούν απώλειες. Η ύπαιθρος εγκαταλείπεται, η βιοποικιλότητα βρίσκεται σε κίνδυνο, εξαφανίζεται ο πλούτος των ντόπιων ποικιλιών, φυτών και ζώων, τα ύδατα υπεραντλούνται και μολύνονται, ενώ σημειώνεται κατακόρυφη πτώση του υδροφόρου ορίζοντα. Στις πεδιάδες της Θεσσαλίας οι γεωτρήσεις φτάνουν πια στα 350 μέτρα βάθος.

Η έννοια της αυτοδυναμίας-κυριαρχίας των τροφίμων επανέρχεται λοιπόν ως διεκδικητικό αίτημα και εναλλακτικό δομικό και ανθεκτικό αντίδοτο στην προαναφερθείσα κρίση και το εσωτερικό και εξωτερικό αδιέξοδο ενός μεγα-παραγωγικού συστήματος. Αυτό συνδέεται με την επιταχυνόμενη ανάγκη για συγκρότηση ενός νέου αγροτικού κινήματος με κύριο χαρακτηριστικό του την επαναφορά-επανάκτηση του μικρο-χωροτόπου από τους αγρότες, στη βάση μιας γενικότερης «επανατοπικοποίησης» και «επανεδαφικοποίησης» της οικονομίας. Προς τη διεκδικητική αυτή κατεύθυνση διαμορφώνεται η τάση της αγροοικολογίας αλλά και οι άλλες εναλλακτικές αλληλοσυμπληρούμενες μορφές καλλιέργειας (όπως η αει/μόνιμη καλλιέργεια-permaculture, οι κοινοτικά υποστηριζόμενες καλλιέργειες, η αναγεννητική γεωργία, η ολιστική γεωργία κ.ά.).

Χρειάζεται γενικότερα να απορρίψουμε το καπιταλιστικό αναπτυξιακό μοντέλο παραγωγής, συσσώρευσης και κατανάλωσης. Να απορρίψουμε το μοντέλο της χημικής βιομηχανοποιημένης γεωργίας. Να επιλέξουμε το μοντέλο της αγροτικής οικο-γεωργίας, που είναι λύση και για την κλιματική αλλαγή. Να επιλέξουμε την κατεύθυνση μιας αγροδιατροφικής οικονομίας των αναγκών και όχι των επιθυμιών, των μικρών αποστάσεων και της εγγύτητας μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης, της δίκαιης διανομής των τροφίμων –με αποφυγή των μεσαζόντων– μέσω δικτύων παραγωγο–αναλωτών και τοπικών αυτοδιαχειριζόμενων αγορών. Και τούτο, με στόχο τον συλλογικό και δημοκρατικό/συνεργατικό σχεδιασμό της παραγόμενης τροφής και των καλλιεργειών, σε συνδυασμό και με τον επίσης συλλογικό καθορισμό/σχεδιασμό των βασικών αναγκών των ντόπιων πληθυσμών.

Τέτοιου είδους εναλλακτικά και ήδη υπαρκτά αλλά μειοψηφικά κινήματα σχετικά με την παραγωγή και διανομή αγροτικών τροφίμων αποκτούν όλο και μεγαλύτερη απήχηση όχι μόνο στους αγρότες αλλά και στους συνειδητούς καταναλωτές. Έχοντας την προσέγγιση του κινήματος της ολιγο-επάρκειας, μπορεί να αναπτυχθούν παραπέρα ως «Κοινά» μέσω αναδιανομής των γαιών σε μικρά τμήματα, με επανατοπικοποίηση της παραγωγής, καθώς και με την οργάνωση της διανομής μέσω μικρών και απ’ ευθείας συστημάτων-δικτύων, που αναφερθήκαμε.

Για τη χώρα μας ειδικότερα: Θα χρειασθεί να επιλέξουμε τη λεγόμενη «αγροτική» γεωργία και το τελικό επακόλουθό της την οικο-γεωργία(το οικο- όχι μόνο με την έννοια του οικολογικού, αλλά και με την αρχαιοελληνική έννοια του «οίκου» που εξασφάλιζε το «ζειν»). Η επιστροφή στην αγροτο-οικο-γεωργία, θα μας εξασφάλιζε και την ικανοποιητική παραγωγή τροφίμων και την αποφυγή της υποβάθμισης της υγείας μας και ταυτόχρονα του περιβάλλοντος και της κλιματικής αλλαγής[1].

Τι σημαίνει αυτό;
Σημαίνει στροφή στη γεωργία που θα στοχεύει στην όλο και μεγαλύτερη αυτοδυναμία της αλυσίδας: αγρότης - κοινότητα - περιοχή - επικράτεια. Για τους αγρότες σημαίνει ότι θα παράγουν πρώτα για τις ανάγκες τις δικές τους (τουλάχιστον να παράγουν ένα μέρος της τροφής τους) και στη συνέχεια να παράγουν για τις ανάγκες της περιοχής τους και της χώρας. Από ανάγκη πρέπει να εφαρμόσουν αυτό που λέγεται «πολυλειτουργικότητα». Η δραστηριότητά τους να έχει πολλές πλευρές: οικονομική, κοινωνική, περιβαλλοντική. Η δουλειά τους θα έχει και κάποια πλευρά μη άμεσα κερδοφόρα, όπως π.χ. για την αποκατάσταση της ισορροπίας στην περιοχή. Θα παράγουν, θα μεταποιούν οι ίδιοι το προϊόν τους και θα το διακινούν δημιουργώντας θέσεις εργασίας. Θα προστατεύουν το περιβάλλον, θα αποκτούν σχέσεις με την τοπική κοινωνία και θα γίνονται παράγοντες ζωής της κοινότητας, προωθώντας την κοινοτίστικη αντίληψη και βοηθώντας να κρατηθεί ζωντανή η περιοχή τους και γενικότερα η κοινωνία της υπαίθρου.


Ξεφεύγοντας απ’ τη νοοτροπία της απλής εμπορευματικής διαδικασίας, όπου ο αγρότης παράγει για να παραδώσει στον έμπορο ή το βιομήχανο και στη συνέχεια να εισπράξει και να τρέφεται ο ίδιος και η οικογένειά του απ’ το σούπερ μάρκετ, θα εμπλουτίσει με τέτοια στοιχεία τη ζωή του, που θα την κάνει επιθυμητή και για τα παιδιά του, ώστε να μη φεύγουν απ’ τον τόπο τους. Αποφεύγοντας σε μεγάλο βαθμό τους μεσάζοντες, θα παίρνει σωστές και δίκαιες τιμές. Απ’ την άλλη, τη στιγμή που ο πολυλειτουργικός αγρότης θα παράγει και για τον εαυτό του, είναι φανερό ότι θα μπει πιο εύκολα στη λογική της υγιεινής τροφής, γιατί δεν θα θέλει να τρώει τα δηλητήρια, που πριν με ελαφριά καρδιά χρησιμοποιούσε, επειδή παρήγαγε για την απρόσωπη αγορά. Έτσι θα στραφεί πιο εύκολα προς την Οικολογική γεωργία (με τη μορφή των βιοκαλλιεργειών, της βιοδυναμικής καλλιέργειας ή της φυσικής και περμακουλτούρας). Επίσης πιο εύκολα θα αναδιαρθρώσει τις ανάγκες του και θα ξεφύγει απ’ τον καταναλωτισμό και τις εξωτερικές εισροές. Θα αναγκασθεί να επανέλθει σε είδη και ποικιλίες που δεν θα χρειάζονται χημική υποστήριξη, αλλά θα είναι δοκιμασμένες στην περιοχή, δηλ. στις ξεχασμένες ντόπιες ποικιλίες και ράτσες και θα ξεφύγει απ’ τα υβρίδια και απ’ τα γενετικά τροποποιημένα.


Και δεν θα παράγει μόνο αρκετά και υγιεινά προϊόντα με τον τρόπο που θα καλλιεργεί και θα αντιμετωπίζει το έδαφος και τα άλλα είδη ζωής. ‘Οντας αναγκασμένος να εξυγιάνει πρώτα -πρώτα το έδαφος και να φροντίζει να έχει όλο και περισσότερη οργανική ουσία, που είναι απαραίτητη για την παραγωγή του, θα συμβάλει αντικειμενικά και στη λύση για την αποφυγή της κλιματικής αλλαγής. Η αειφόρος μικρής κλίμακας οικογενειακή γεωργία είναι εντάσεως εργασίας (άρα δημιουργεί πολύ περισσότερες θέσεις εργασίας από την μηχανοποιημένη γεωργία) και απαιτεί λίγα καύσιμα, αυτή θα συνεισφέρει σε μεγάλο βαθμό και στην «ψύξη» της γης.


Μια τέτοια ριζική αλλαγή των μεθόδων καλλιέργειας και εκτροφής καθώς και του τρόπου διατροφής μας θα απαιτήσει σαφώς θεμελιώδεις αλλαγές.  Οι τρέχουσες πολιτικές κατά των αγροτογεωργών, όπως οι νόμοι που ευνοούν την ιδιωτικοποίηση και την μονοπώληση των σπόρων και οι κανονισμοί για την προστασία των εταιρειών, οι οποίοι έχουν εξοντώσει τα παραδοσιακά συστήματα τροφίμων, θα έπρεπε να καταργηθούν. Οι υπάρχουσες τάσεις για αυξημένη συγκέντρωση της γης και για επέκταση της βιομηχανικής γεωργίας θα πρέπει να αντιστραφούν.

Στην Ελλάδα της προηγούμενης οικονομικής κρίσης και των Μνημονίων επιτήρησης -από τους διεθνείς «επενδυτές» της «ανάπτυξης» και «φτωχοποίησης»- και της επερχόμενης πολλαπλής κρίσης στην μετα-Κόβιτ εποχή, ο πρωτογενής τομέας μπορεί να γίνει ο εφαλτήρας για μια αναζωογόνηση, η οποία θα ξεκινούσε από τις τοπικές κοινωνίες. Για μια αντιμετώπιση της επισιτιστικής κρίσης που έρχεται, αλλά και για μια απασχόληση μεγαλύτερου ποσοστού του πληθυσμού για την αντιμετώπιση της σημερινής ανεργίας. Η παραγωγή ποιοτικών διατροφικών αγαθών-με συγκριτικό πλεονέκτημα στις ανταλλαγές-από τις εναλλακτικές καλλιέργειες των ντόπιων «χρυσοφόρων» φυτών, αλλά και γεωργικών αγαθών για δευτερογενή μεταποίηση και κλωστουφαντουργία, θα ικανοποιούσε βασικές ανάγκες του ντόπιου πληθυσμού και θα εξασφάλιζε βιώσιμο εισόδημα για τους εργαζόμενους στον τομέα. Η αναδιάρθρωση που πρέπει να γίνει από τους Έλληνες αγρότες δεν είναι η στροφή σε εξεζητημένα ανταγωνιστικά προϊόντα-που προτείνουν οι κάθε λογής τεχνοκράτες σήμερα- αλλά σε καλλιέργειες που θα εξασφαλίσουν την διατροφική ασφάλεια του πληθυσμού και την προώθηση της όσο γίνεται μεγαλύτερης αυτάρκειας για τις τοπικές κοινωνίες.

Τέτοια προϊόντα για παράδειγμα μπορεί να παραχθούν από τις βιο-οικο-καλλιέργειες των ντόπιων ποικιλιών: σιτηρών και αραβόσιτου, οσπρίων, σπανακιού και όλων των κηπευτικών και χόρτων όπως το ραδίκι, αγκινάρας, φράουλας, σπαραγγιού, ρίγανης και αρωματικών φυτών -μελισσόχορτο, φασκομηλιά, μέντα, εχινάτσια, γαϊδουράγκαθο, δενδρολίβανο, βασιλικός κ.λπ. με απόσταξη για αντίστοιχα αιθέρια έλαια-πολυβιταμινούχου και υψηλής περιεκτικότητας σε πρωτεΐνη σπιρουλίνας, μανιταριών, κερασιάς, ροδακινιάς, δαμασκηνιάς, ροδιάς, λωτού, στέβιας, κρόκου, τρούφας, αλόης, μαστίχας κλπ, καθώς φυσικά και ελιάς και αγουρέλαιου

Άλλα ξεχωριστά τοπικά παραδοσιακά προϊόντα που παρήγαγε κάποτε η ελληνική γη, αλλά τείνουν να τα παρατήσουν οι σημερινοί αγρότες είναι: η κορινθιακή σταφίδα, ξερά σύκα Μεσσηνίας, Λακωνίας, Εύβοιας και Αττικής, τοματάκι της Σαντορίνης, κουμ-κουάτ της Κέρκυρας, πατάτες Νάξου, πεπόνι της Μυτιλήνης, καρπούζια της Μεσσηνίας, μανταρίνι Καλύμνου, νεροκρέμμυδο Ζακύνθου, η οινοποιήσιμη ποικιλία βαρτζαμί της Λευκάδας, φράουλες της Ηλείας, κάστανα της Λακωνίας και της Αρκαδίας, όσπρια της Δυτικής Μακεδονίας και του Έβρου, πατάτες των Σερρών, της Δράμας του Αμυνταίου και της Πελοποννήσου, οπωροκηπευτικά των Μεγάρων, ακτινίδια της Πιερίας, φάβα της Σαντορίνης, αχλάδια της Λέσβου.

Ο στόχος θα είναι όλες αυτές οι καλλιέργειες από μονοκαλλιέργειες που είναι σήμερα να μετατραπούν σε πολυκαλλιέργειες στα πλαίσια ολοκληρωμένων αγροκτημάτων, όπου τα ζώα θα εκτρέφονται σαν συμπληρωματικά των καλλιεργειών, για την ανακύκλωση των υλικών και κάποιων απαραίτητων για τη διατροφή μας ζωικών προϊόντων. Εκτός των πουλερικών, μπορούν να εκτρέφονται και ένας ανάλογος αριθμός αιγοπροβάτων ή αγελάδων-βουβαλιών, καθώς και ανάλογων αλόγων ή γαϊδουριών που μπορούν να προσφέρουν βοήθεια στις εργασίες(στην περίπτωση θηλυκών γαϊδουριών μπορούμε να έχουμε και το πολύτιμο γάλα τους.

Αφήσαμε για το τέλος την Κάνναβη, που μπορεί να γίνει μέσο για την αναζωογόνηση της αγροτικής μας οικογεωργίας, γιατί είναι πολυδύναμο φυτό, με βιομηχανικά και φαρμακευτικά προϊόντα. Έχουμε να κάνουμε κυρίως με την κλωστική(βιομηχανική)[2], αλλά και την φαρμακευτική κάνναβη. Πέρα από το επίμαχο συνθετικό «κάνναβη», η βιομηχανική δεν έχει κανένα άλλο κοινό με την Ινδική κάνναβη. Πρόκειται για φυτό που καλλιεργείται παγκοσμίως, καθώς είναι ποικιλία με διεθνώς αναγνωρισμένες οικολογικές ιδιότητες και το σύνολο του υπέργειου μέρους του είναι πλήρως αξιοποιήσιμο. Με επεξεργασία και μεταποίηση μπορούν να παραχθούν περισσότερα από 25.000 προϊόντα, όπως: σπόρια, έλαια, βάμματα, θεραπευτικά σκευάσματα, κηραλοιφές, αλεύρι, τρόφιμα, πρωτεΐνη και διατροφικά συμπληρώματα, φαρμακευτικά σκευάσματα, ηδύποτα, οικοδομικά και μονωτικά υλικά, χαρτί και χαρτοπολτό, βιοπλαστικά, βιοκαύσιμα, κλωστές- ίνες, υφαντά και υφάσματα, σειρά ρούχων, καλλυντικά και άλλα καινοτόμα και οικολογικά προϊόντα όπως βελτιωτικά εδάφους, ζωοτροφές κα. 
H βιολογική παραγωγή της κλωστικής κάνναβης στη χώρα είναι μια ευκαιρία με προοπτικές για κάθε τοπική κοινωνία. Χρειάζεται βέβαια να αναπτυχθεί ένα ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης με δημιουργία αντίστοιχων συνεταιριστικών βιομηχανικών- μεταποιητικών μονάδων(μια δυναμική για δημιουργία πολλών χιλιάδων θέσεων απασχόλησης. 

Καταλήγουμε με μια συγκεκριμένη πρόταση: οι συλλογικότητες και οι κοινότητες αγώνα, αντίστασης και υπεράσπισης της ζωής και των ΚΟΙΝΩΝ (Υγεία, Διατροφή, Νερό, Ενέργεια), το επόμενο χρονικό διάστημα, να επιδιώξουν να έρθουν σε επαφή με υπάρχοντες τοπικούς παραγωγούς τροφής και να συντονίσουν ένα δίκτυο διανομής της παραγωγής τους, καθώς και να στηρίξουν νέους αγρότες που μπαίνουν ή πρόκειται να μπουν στον τομέα με παροχή γνώσης, μέσων και βοήθειας στις καλλιέργειές τους. Να αναπτύξουν ένα παραγωγικό και διανεμητικό δίκτυο[3] που θα στηρίζεται κοινωνικοπολιτικά προς την κατεύθυνση της διατροφικής ασφάλειας για το πιο ευάλωτο μέρος του πληθυσμού. Ειδικότερα: να στηρίξουν τη σύσταση ενός δικτύου παραγωγής και διανομής ψωμιού, για τις δύσκολες μέρες που έρχονται.

 




[1] Η καλή είδηση π.χ. του 2020: για πρώτη φορά μετά το 1984 η Ελλάδα εξήγαγε περισσότερα τρόφιμα και αγροτικά προϊόντα απ’ όσα εισήγαγε.

Το εμπορικό ισοζύγιο αγροτικών προϊόντων έκλεισε το 2020 με πλεόνασμα 510,953 εκατ. ευρώ, τη στιγμή που τα τελευταία χρόνια ήταν ελλειμματικό κατά 500 - 700 εκατ. ευρώ περίπου ετησίως, ενώ το έλλειμμα έχει αγγίξει στο παρελθόν ακόμα και τα 2 δισ. ευρώ. Η κρίση Covid 19 άλλαξε όλα τα δεδομένα στο εμπόριο και την παραγωγή εντείνοντας την τοπική παραγωγή. Επίσης Η συγκυρία της πανδημίας έχει ενισχύσει πάρα πολύ τη στροφή των καταναλωτών στην υγιεινή διατροφή, και σύμφωνα με τους αναλυτές, η τάση αυτή έχει χαρακτήρα μονιμότητας ειδικά στις νεότερες ηλικιακές ομάδες.

[2] Όταν μιλάμε για την βιομηχανική (ή κλωστική) κάνναβη αναφερόμαστε στις 52 ποικιλίες της βιομηχανικής κάνναβης που είναι εγγεγραμμένες στον «Κοινό κατάλογο ποικιλιών καλλιεργούμενων φυτικών ειδών» και έχουν περιεκτικότατα σε τετραϋδροκανναβινόλη (THC) σε ποσοστό μικρότερο του 0,2%. Η βιομηχανική κάνναβη διαφέρει από γενετική άποψη και τη χημική της σύσταση από την ευφορική κάνναβη, αφού περιλαμβάνει ελάχιστη ποσότητα THC, που είναι το ψυχοδραστικό συστατικό της, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να έχει ευφορική χρήση. Έχει δημιουργηθεί ήδη το KANNABIO, ο πρώτος Συνεταιρισμός βιολογικής κλωστικής κάνναβης στην Ελλάδα.

[3] Να οργανωθεί ένα οδοιπορικό με επίσκεψη στους υπάρχοντες χώρους παραγωγής και σε κτήματα, όσων θα δεχτούν να μπουν στο δίκτυο. 

 

Τετάρτη 31 Αυγούστου 2022

Αυτοοργάνωση: Η οργάνωση των εξεγερμένων κοινοτήτων των Ζαπατίστας

 Το σύγχρονο κίνημα του Κοινοτισμού και των ΚΟΙΝΩΝ μπορεί να διδαχθεί από τις Κοινότητες των Ζαπατίστας

Οι κοινότητες των Ζαπατίστας αποτελούνται από ιθαγενικούς λαούς όπως Τσόλ, Τσοτσίλ, Τσελτάλ, Τοχολαμπάλ, Σόκες με διαφορετικές τοπικές γλώσσες και έθιμα.

Οι Αυτόνομοι Εξεγερμένοι Δήμοι περιλαμβάνουν κοινότητες ,που αποτελούν το 80% των Ιθαγενικών χωριών της Chiapas. Εδαφικά, οι περιοχές στις οποίες πλειοψηφούν οι εξεγερμένοι δεν είναι ενιαίες. Ορισμένες φορές ακόμη και στα πλαίσια ενός δήμου ή μιας κοινότητας στην Τσιάπας συνυπάρχουν Ζαπατίστας και μη Ζαπατίστας.

Ζαπατιστικό Μοντέλο Αυτοοργάνωσης

Από την αρχή οι Ζαπατίστας έστρεψαν την προσοχή τους στην οργάνωση της ζωής των εξεγερμένων κοινοτήτων. Αυτό εντάθηκε όταν διακόπηκε ο διάλογος και στην Τσιάπας άρχισε ο λεγόμενος "πόλεμος χαμηλής έντασης" από την τότε κυβέρνηση του Σεδίγιο.

Οι οργανωτικές δομές των κοινοτήτων που ελέγχουν οι Ζαπατίστας βασίζεται στο μοντέλο της αυτοοργάνωσης με βάση:

       την ιδεολογία που συνδυάζει παραδοσιακές πρακτικές των Μάγια με τον ελευθεριακό κοινοτισμό

       αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες από τα κάτω προς τα πάνω.

       Κοινοτική οργάνωση στηριγμένη στις κοινότητες τα Καρακόλ (Σαλιγκάρι, Κοχύλι) και τους αυτόνομους Δήμους

       Κριτική σκέψη απέναντι στην καπιταλιστική Λερναία Ύδρα

Οι Ζαπατίστας ίναι οργανωμένοι ως εξής: στη βάση βρίσκονται οι κοινότητες με τις τοπικές τους αρχές. Οι κοινότητες είναι οργανωμένες σε Δήμους, όπου και εκεί υπάρχει η αρχή του κάθε Δήμου. Το τελευταίο επίπεδο είναι τα Καρακόλ (σαλιγκάρια), πολιτικοπολιτιστικοί χώροι, οι οποίοι απαρτίζονται από όλους τους δήμους, και έχουν σαν αρχή το Συμβούλιο Καλής Διακυβέρνησης ή Επιτροπή Χρηστής Διακυβέρνησης. Το 2008 υπήρχαν πέντε Καρακόλες που αποτελούνταν συνολικά από 39 Δήμους, οι οποίοι συνένωναν συνολικά 1111 κοινότητες. Από τον Αύγουστο όμως του 2019 οι Ζαπατίστας δημιουργούν 11 νέα Ζαπατιστικά Κέντρα Αυτόνομης Αντίστασης και Εξέγερσης-CRAREZ. Έτσι σήμερα υπάρχουν συνολικά 43  CRAREZ (12 caracoles και 31 MAREZ-Αυτόνομοι Δήμοι)[1].

Οι Ζαπατίστας στόχευαν και στοχεύουν πάντα στη διεύρυνση της κοινωνικής βάσης της εξέγερσης, στην οργάνωση της ζωής των εξεγερμένων και στην ανάπτυξη ενός ευρύτατου δικτύου κινημάτων αλληλεγγύης σε όλες τις ηπείρους. Η διεύρυνση της κοινωνικής βάσης πραγματοποιείται σε εθελοντική βάση. Κοινότητες και δήμοι που προσχωρούν στην εξέγερση καταργούν τις παλιές διοικητικές αρχές τους και εκλέγουν νέες.

Η κάθε κοινότητα όπως ήδη αναφέρθηκε-έχει την τοπική της αρχή, η οποία αποτελείται από ανθρώπους της κοινότητας που εκλέγονται με πλειοψηφία από τη συνέλευση της κοινότητας. Οι αρμοδιότητές τους διαρκούν έως 3 μήνες. Η τοπική αρχή λύνει τα τοπικά προβλήματα, αξιολογεί τις ανάγκες και υπερασπίζεται τα δικαιώματα της κοινότητας. Αν κάποιο πρόβλημα δεν λύνεται τοπικά, προωθείται στην αρχή του Αυτόνομου Δήμου στον οποίο είναι οργανωμένη η κοινότητα.

Η αρχή του Δήμου ερευνά το πρόβλημα και όταν υπάρχουν αρκετά στοιχεία τότε παίρνει μια απόφαση, σε συνάρτηση πάντα με τα τοπικά έθιμα και τις συνήθειες της κάθε περιοχής. Αν δεν βρεθεί εδώ λύση, το πρόβλημα προωθείται στο Συμβούλιο Καλής Διακυβέρνησης στο οποίο ανήκει ο δήμος. Όλα τα μέλη των αρχών, από το τοπικό επίπεδο έως και το Συμβούλιο Καλής Διακυβέρνησης, ασχολούνται με τα προβλήματα αυτά με συνείδηση χωρίς κάποιο χρηματικό αντάλλαγμα. Η δικαιοσύνη αποδίδεται χωρίς διαχωρισμούς μεταξύ ανθρώπων, πολιτικών, κομμάτων και θρησκείας. Τα μέλη των αρχών είναι εξίσου γυναίκες και άντρες, με εναλλαγή στις θέσεις.

Η οργάνωση της ζωής των εξεγερμένων αφορά όλους τους βασικούς τομείς: αγροτική παραγωγή, υγεία, εκπαίδευση κ.λπ. Είναι ζήτημα καθοριστικό για την επιβίωση των ανθρώπων, αφού όποια κοινότητα ή δήμος προσχωρεί στην εξέγερση, αυτόματα διακόπτει τις σχέσεις του με την κεντρική διοίκηση και το μεξικάνικο κράτος. Οικονομικοί πόροι ή άλλες διευκολύνσεις από πλευράς κράτους δεν γίνονται δεκτές, είτε σε επίπεδο ομοσπονδιακό είτε σε επίπεδο πολιτείας.

Από το 1994 μέχρι σήμερα, με την εθελοντική εργασία των Ζαπατίστας αλλά και την στήριξη των κινημάτων αλληλεγγύης στην Τσιάπας, οργανώθηκαν συνεταιρισμοί εκμετάλλευσης καφέ και κακάο, άρχισε ο εξηλεκτρισμός βασικών χωριών, χτίστηκαν νοσοκομεία και σχολεία. Ωστόσο, εξακολουθούν να υπάρχουν ανάγκες του πληθυσμού που να είναι ακόμα ανεκπλήρωτες. Οι προσπάθειες οργάνωσης και βελτίωσης της ζωής των ζαπατίστικων πληθυσμών γίνονται σε συνθήκες περικύκλωσης από το στρατό και τους παραστρατιωτικούς, που σε σταθερή βάση επιχειρούν να καταστρέψουν ότι δημιουργείται, από τις καλλιέργειές τους μέχρι τα ίδια τους τα σπίτια.

Όταν οι ιθαγενείς διεκδίκησαν τη γη που δούλευαν για τους γαιοκτήμονες πριν το 94, είχαν να αντιμετωπίσουν δολοφονίες, εκβιασμούς και εξαφανισμούς. Η ανακτημένη γη τώρα δουλεύεται είτε συλλογικά, είτε κοινοτικά, είτε μέσω των συνεταιρισμών και κολεκτίβων. Οι Ζαπατίστας κατάλαβαν ότι η γη είναι η βάση εκμετάλλευσης για τους καπιταλιστές, αλλά ταυτόχρονα είναι και η βάση αντεπίθεσης στον καπιταλισμό. Και πραγματικά, η ζωή τους από την επανάκτηση της γης και μετά έχει αλλάξει.

Για τους Ζαπατίστας ισχύει η αρχή: η γη είναι αυτού που τη δουλεύει. Έτσι ανήκει στα ΚΟΙΝΑ –δηλαδή σε όλους-και δουλεύεται συλλογικά, αποφεύγονται διαμάχες και υπάρχει δικαιοσύνη. Το ότι οι Αυτόνομοι Δήμοι και τα Συμβούλια Καλής Διακυβέρνησης αποφασίζουν για τη γη είναι μια μεγάλη και αληθινή αλλαγή για τους ιθαγενικούς λαούς. Στη γη καλλιεργούν πατάτες, ρύζι, καφέ, φασόλια και καλαμπόκι για εσωτερική κατανάλωση. Έχουν συμφωνήσει να αγαπάνε και να προσέχουν τη φύση, για αυτό κάνουν αναδάσωση, προσέχουν το δάσος, τα ποτάμια, τους βράχους, δεν χρησιμοποιούν φυτοφάρμακα, δεν κόβουν δέντρα χωρίς λόγω, προσέχουν τα μη οργανικά σκουπίδια τους κτλ.

Ο αντικαπιταλιστικός αγώνας των Ζαπατίστας δεν έμεινε μόνο στην απαλλοτρίωση των μέσων παραγωγής, αλλά προχώρησε και στη δημιουργία νέων σχέσεων αυτονομίας. Έχοντας στα χέρια τους τη γη και τον τόπο όπου παράγουν την τροφή τους, γεννιούνται, μεγαλώνουν και συμβιώνουν, οικοδομούν τώρα και άλλα πράγματα, όπως αυτοδιαχειριζόμενα μαγαζιά, αυτόνομα ζαπατιστικά σχολεία, κοινοτικές κλινικές, ενώ αγοράζουν τα απαραίτητα φάρμακα που δεν ιδιοκατασκευάζουν. Επίσης η εργασία συλλογική σε τοπικό επίπεδο κοινότητας και Δήμου, οργανωμένοι σε κολεκτίβες, συλλογικότητες και κοοπερατίβες.

 

 

Ο σύγχρονος Κοινοτισμός –και στις αναπτυγμένες χώρες- μπορεί να είναι ταυτόχρονα και «τοπικοποιημένος»(ιθαγενικός) και «οικουμενικός»(διεθνιστικός-κοσμοπολιτικός). Αυτή η σύνδεση του ιθαγενισμού με τον κοσμοπολιτισμό μπορεί να συμβεί και το απέδειξαν πρόσφατα και το Ζαπατίστικο Κίνημα στο Μεξικό και το Κουρδικό Κίνημα στη Ροζάβα της Συρίας.

Τα σημερινά ελλαδικά, αλλά και ευρωπαϊκά εγχειρήματα του πολύμορφου κοινοτικού κινήματος πολλά έχουν να μάθουν από τους ιθαγενικούς λαούς για να εμπλουτίσουν τις δραστηριότητές τους, ώστε να εμπεριέχονται οι δυνατότητες μιας κοινωνίας σε μετακαπιταλιστική μετάβαση, στοιχεία της οποίας έχουν ήδη δημιουργηθεί, εάν και ακόμα ξετυλίγονται και δεν είναι πλήρη.




[1] Από τον Αύγουστο του 2019 οι Ζαπατίστας δημιουργώντας 11 νέα Ζαπατιστικά Κέντρα Αυτόνομης Αντίστασης και Εξέγερσης-CRAREZ έχουν αυτονομήσει συνολικά 43  CRAREZ (12 caracoles -περιφέριες και 31 MAREZ-Αυτόνομοι Δήμοι). Με τα ανακοινωθέντα του Υποδιοικητή Galeano(μέχρι πρότινος Μάρκος) οι Ζαπατίστας περνάνε σε μια νέα εποχή, στην πρώτη γραμμή του αγώνα ενάντια στην κλιματική καταστροφή και τον καπιταλισμό που μας οδηγεί σε αυτήν:

"Η φύση είναι μια ελαστική μεμβράνη που μας επιστρέφει τις πέτρες που της ρίχνουμε με πολλαπλάσια ταχύτητα. Και ο Θάνατος επιστρέφει πάντα όλο και πιο ισχυρός. Ένας πόλεμος διεξάγεται μεταξύ συστήματος και φύσης. Στη σύγκρουση αυτή δεν χωρούν ημίμετρα ή δειλία. Είσαι είτε με το σύστημα είτε με τη φύση. Είτε με τον θάνατο είτε με τη ζωή"

Κυριακή 21 Αυγούστου 2022

Η εποχή του κατασκοπευτικού καπιταλισμού: Βιβλιοπαρουσίαση

 


Περίληψη:
Οι προκλήσεις που θέτει στην ανθρωπότητα το ψηφιακό μέλλον, η πρώτη λεπτομερής ανάλυση μιας καινοφανούς μορφής εξουσίας, του «κατασκοπευτικού καπιταλισμού«, και η εκστρατεία των ισχυρών εταιρειών να προβλέψουν και να ελέγξουν τη συμπεριφορά μας.
Σε αυτό το αριστοτεχνικό έργο, καρπό πρωτοποριακής σκέψης και έρευνας, η Σοσάνα Ζούμποφ καταθέτει μια διορατική και αφυπνιστική ματιά στο φαινόμενο που η ίδια αποκαλεί «κατασκοπευτικό καπιταλισμό». Το διακύβευμα είναι εξαιρετικά κρίσιμο: Στον 21ο αιώνα μια παγκόσμια αρχιτεκτονική συμπεριφορικής τροποποίησης απειλεί να αλλοιώσει την ανθρώπινη φύση με τον ίδιο τρόπο που κατά τον προηγούμενο αιώνα ο βιομηχανικός καπιταλισμός αλλοίωσε το φυσικό περιβάλλον.
Η συγγραφέας περιγράφει γλαφυρά τον αντίκτυπο του κατασκοπευτικού καπιταλισμού καθώς αυτός προελαύνει από τη Σίλικον Βάλεϊ και διεισδύει σε κάθε πτυχή του οικονομικού τομέα. Νέες δυσοίωνες «αγορές συμπεριφορικής έκβασης» γίνονται σημεία συσσώρευσης ανυπολόγιστου πλούτου και εξουσίας. Στους κόλπους τους, προβλέψεις που αφορούν τη συμπεριφορά μας καθίστανται αντικείμενο αγοραπωλησίας ενώ η παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών εντάσσεται στα νέα «μέσα συμπεριφορικής τροποποίησης».
Η απειλή έχει πλέον μετατοπιστεί από τον Μεγάλο Αδερφό του ολοκληρωτικού κράτους σε μια διάχυτη ψηφιακή αρχιτεκτονική: σε έναν «Μεγάλο Αλλότριο» που δρα με γνώμονα τα συμφέροντα του κατασκοπευτικού κεφαλαίου. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια πρωτοφανή μορφή εξουσίας η οποία διακρίνεται από τη συσσώρευση γνώσης και λειτουργεί εκτός δικαιοδοσίας της δημοκρατικής εποπτείας. Η ανάλυση της Σοσάνα Ζούμποφ, διεξοδική και συγκινητική, εκθέτει τις απειλές που αντιμετωπίζει η κοινωνία του σήμερα: Το φάσμα ενός απόλυτα διασυνδεδεμένου, ελεγχόμενου «μεθοδευτικού χώρου», ο οποίος αποπλανά υποσχόμενος βέβαια ενδεχόμενα και μεγιστοποίηση του κέρδους – και όλα αυτά, εις βάρος της δημοκρατίας, της ελευθερίας και του μέλλοντος της ανθρώπινης φύσης. Έχοντας συναντήσει ελάχιστη αντίσταση από τον νόμο ή τους πολίτες, ο κατασκοπευτικός καπιταλισμός βρίσκεται στο μεταίχμιο της κυριαρχίας του στο κοινωνικό σύστημα, έτοιμος να διαμορφώσει το ψηφιακό μέλλον – αν του το επιτρέψουμε.

Λογισμικό παρακολούθησης Predator-Πρέντατορ
{…} Praeda λατινιστί η λεία. Praedas hominum pecorumque agere: λείαν ανθρώπων και βοσκημάτων άγειν. Praedor: λεηλατώ. Praedator: ο λεηλατών. Praedatio: η λεηλασία. Από ένα λατινοελληνικό λεξικό επιλέγω κάποιες λέξεις -όχι όλες- από τις οποίες εμπνεύστηκαν αυτοί που εμπορεύονται τον Πρέντατορ (άρπαγας, ληστής, λεηλάτης), το «παράνομο» λογισμικό που φέρεται να πωλείται «νόμιμα» για να περιφρουρεί (;) την ασφάλεια (εθνική και άλλη) λαών.
Και προσθέτω ότι σε όλες τις λατινογενείς γλώσσες αλλά και στα αγγλικά υπάρχουν λέξεις με αντίστοιχες σημασίες που προέρχονται ετυμολογικά από τους λατινικούς όρους. Ωστόσο, όσο και αν οι λέξεις που ανέφερα ξυπνούν δυστοπικές εικόνες, το θέμα με το οποίο σχετίζονται δεν εμπίπτει στη γλωσσολογία, ούτε καν στις ταινίες τρόμου που χρόνια κυκλοφορούν με τον τίτλο «Predator», αλλά στην ωμή πραγματικότητα».{…}
Δείτε:
Στην Κόλαση της ΕΥΠ, της NSO, της G4S, του Pegasus, του Predator και της Palantir
και  Αυταρχικός φιλελευθερισμός (ορντο-φιλελευθερισμός)


Επίσης διαβάστε: ΕΥΠ: Το μεγάλο “κουκούλωμα” του κυκλώματος διαφθοράς στην ΕΛ.ΑΣ. και η δολοφονία Καραϊβάζ

πηγή

Ο προηγμένος καπιταλισμός-ηγεμονία χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου- η υπερσυσσώρευση και η αποανάπτυξη

Το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν σήμερα τα κριτικά ρεύματα σκέψης όπως η αποανάπτυξη είναι η επαναθεμελίωση της έννοιας της αξίας.
Όταν ο Μαρξ δηλώνει ότι "η αξία φιλοδοξεί" αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο το καπιταλιστικό σύστημα προσανατολίζει την υποκειμενική δραστηριότητα των μελών της καπιταλιστικής τάξης. Ο προηγμένος καπιταλισμός και το φαινόμενο της υπερσυσσώρευσης εμφανίζεται με μια ριζική αλλαγή στην φύση του καπιταλιστή ως υποκειμένου που "ως αξία φιλοδοξεί να αξιοποιήσει τον εαυτό του". Με λίγα λόγια το κεφάλαιο - στο γύρισμα του 20ού αιώνα - και σήμερα σε ακόμη ευρύτερες μορφές - ενσωματώνεται σε έναν οργανισμό: την επιχειρηματική εταιρεία. Αφήνει, τρόπον τινά, τα πορτοφόλια, τις τσέπες και τα πουγκιά των αστών και παίρνει τη μορφή μεγάλων και πολύπλοκων οργανισμών που έχουν μια κοινωνικά αντικειμενική - θεσμοθετημένη ύπαρξη ως καπιταλιστικά υποκείμενα, τα οποία είναι υποχρεωμένα να στοχεύουν στην κερδοφορία, ικανά να συναλλάσσονται, να συσσωρεύουν, να απασχολούν και να δανείζονται, γίνονται οι "κάτοχοι των μέσων παραγωγής". Αυτές οι νέες καπιταλιστικές σχέσεις ιδιοκτησίας, όπου η οργάνωση μετατρέπεται σε νομικό πρόσωπο από την υπηρεσία δικαίου, δεν συνεπάγονται την εξαφάνιση μιας τάξης ατόμων που αυτοπροσδιορίζονται μέσω της σχέσης τους με τη συσσώρευση κεφαλαίου, νέες διαμεσολαβήσεις δομούν αυτές τις σχέσεις και η καπιταλιστική ελίτ παρουσιάζεται είτε ως κάτοχος οικονομικού τίτλου "μετοχές" με κάποια χαρακτηριστικά ιδιοκτησίας ή ως υπάλληλος που ελέγχει τον οργανισμό σε καθημερινή βάση ως εκτελεστικό στέλεχος, ή ένα μείγμα και των δύο.
Ούτως ή άλλως, η σχέση με το κεφάλαιο δεν είναι άμεση, διαμεσολαβείται πλέον από τις κοινωνικές δομές - οικονομικές ή διοικητικές - που συνθέτουν την επιχείρηση, και ο οργανισμός είναι ο νέος τόπος συσσώρευσης. Οι εταιρείες αυτές προκύπτουν από μια διαδικασία της συσσώρευσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου - όταν εξέτασε ο Μαρξ το ζήτημα στο βιβλίο του για το Κεφάλαιο κατέληξε σε ένα ριζικά διαφορετικό αποτέλεσμα προβλέποντας ότι είναι ένα στάδιο στο δρόμο προς το σοσιαλισμό- που έχουν φέρει επανάσταση στην καπιταλιστική συσσώρευση, διατηρώντας παράλληλα την εσωτερική λογική της ως "αξία που επιδιώκει την αξιοποίηση". Η ανάδυσή τους έχει πολλές και πολύπλευρες επιπτώσεις.
Χαρακτηριστικά αυτής της νέας δυναμικής της συσσώρευσης, όπως αναλύεται από την πολιτική οικονομία του μονοπωλιακού κεφαλαίου: οι επιχειρηματικές εταιρείες είναι μονοπωλιακές επιχειρήσεις που διαμορφώνουν τις τιμές, διαχειρίζονται τον ανταγωνισμό, ελέγχουν τις επιπτώσεις των ανατρεπτικών καινοτομιών για να προστατεύουν το πάγιο κεφάλαιό τους και να επενδύουν ένα σημαντικό μέρος των κερδών τους για τη διαμόρφωση της ζήτησης των προϊόντων τους.
Τι κάνει η εταιρεία για να επιδιώξει την "ανάπτυξή της"; Η εταιρική ανάπτυξη δεν είναι πρωτίστως ένα βιοφυσικό ή υλικό φαινόμενο, αν και υλοποιείται ως βιοφυσική απόδοση. Είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο, η ανάπτυξη εκδηλώνεται ως η επέκταση της οργανωτικής δύναμης επί των οικονομικών σχέσεων που διέπουν την ύπαρξη του εταιρικού κεφαλαίου ως διαδικασία συσσώρευσης. Όσο περισσότερο μια δεδομένη εταιρεία αναπτύσσεται, τόσο περισσότερο ελέγχει το περιβάλλον της, συμπεριλαμβανομένων των άλλων επιχειρήσεων που είναι στον ίδιο τομέα δραστηριότητάς της. Όλες οι μεγάλες εταιρείες επιδιώκουν τον ίδιο στόχο, όλες επιδιώκουν τη μεγιστοποίηση της ικανότητά τους να συγκεντρώνουν και να συσσωρεύουν το κεφάλαιο ως οργανωτική δύναμη πάνω στην οικονομία, η ανάπτυξη γίνεται επιτακτική ανάγκη πιο επιτακτική από την κερδοφορία, η οποία υποβιβάζεται σε μέσο προς επίτευξη ενός σκοπού. Αυτό είναι που η πολιτική οικονομία του 20ού αιώνα αντιλήφθηκε ως "μονοπωλιακή δύναμη" με την ευρεία έννοια που δίνεται στον όρο.
Αυτή η νέα μορφή ανάπτυξης αφορά και στις μορφές συσσώρευσης. Η εταιρική ανάπτυξη μπορεί έτσι να είναι εκτεταμένη: όπως μετράται με την αύξηση των πωλήσεων, της παραγωγής ή της παραγωγικής ικανότητας, καθώς και του μεριδίου αγοράς ή του αριθμού των εργαζόμενων- ή εντατικά: ως οργανωτική δομή (μετρούμενη με βάση το μέγεθος των άυλων περιουσιακών στοιχείων), καινοτομία, εισαγωγή νέων προϊόντων στην αγορά, υψηλότερη παραγωγικότητα (όλα αυτά είναι δύσκολο να μετρηθούν άμεσα).
Όπως συμβαίνει με τη δυναμική της εντατικής και της εκτατικής συσσώρευσης, αυτές οι μορφές ανάπτυξης αρθρώνονται πάντοτε και σε συνδυασμό, υλοποιούν ως οργανωτική δύναμη τους κανόνες παραγωγής και κατανάλωσης, καθώς και των αγορών. Σύμφωνα με την πολιτική οικονομία του 20ου αιώνα, αυτός ο εταιρικός στόχος της μεγιστοποίησης της ανάπτυξης, την ίδια στιγμή προστατεύει το κεφάλαιο που έχει δεσμευτεί σε παραγωγική και οργανωτική ικανότητα, γεγονός που οδηγεί σε μια κατάσταση υπερσυσσώρευσης. Η υπερσυσσώρευση μπορεί να θεωρητικοποιηθεί με δύο διαφορετικούς τρόπους, και αυτό θα οδηγήσει σε μια ξεχωριστή διάγνωση σχετικά με το πού κατευθύνεται ο προηγμένος καπιταλισμός και ποια η φύση των ορίων που αντιμετωπίζει.
Από τη μία πλευρά η υπερσυσσώρευση μπορεί να κατανοηθεί ως μια κατάσταση όπου υπάρχει πληθώρα αποταμιεύσεων των καπιταλιστών που αντιμετωπίζουν επενδυτικές ευκαιρίες χαμηλής απόδοσης στον παραγωγικό επιχειρηματικό τομέα της οικονομίας και οδηγεί σε εκτροπή της "αξίας που επιδιώκει την αξιοποίηση" προς κερδοσκοπικές μορφές επενδύσεων, χρηματοοικονομικές και τελικά ακίνητη περιουσία, γης ή κτισμένη ιδιοκτησία. Η αξία θα αποτιμηθεί ως-σύμφωνα με τα λόγια του David Harvey- "πλασματικό κεφάλαιο" και τελικά θα καταστραφεί στον απόηχο μιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, ως διαδικασίας στον οικονομικό κύκλο του προηγμένου καπιταλισμού. Αν και σημαντικό αυτό παραμένει ένα επιφανειακό φαινόμενο μακροπρόθεσμα.
Μια άλλη προσέγγιση είναι να κατανοήσουμε την υπερσυσσώρευση ως διαρθρωτικό χαρακτηριστικό που είναι εγγενές στις κυριαρχούμενες από τις εταιρείες καπιταλιστικές οικονομίες. Η υπερσυσσώρευση είναι μια "λανθάνουσα μορφή κρίσης", πέρα από τις επεισοδιακές περιόδους βίαιης υποτίμησης του κεφαλαίου που σημάδεψαν την πορεία του προηγμένου καπιταλισμού. Η προσοχή μας επικεντρώνεται σε μια πιο μακροχρόνια παγκόσμια τάση: πώς οι εταιρείες πρέπει να βρίσκουν συνεχώς τρόπους να απορροφούν παραγωγικά το οικονομικό πλεόνασμα που παράγουν. Στην πραγματικότητα η"τάση αύξησης του πλεονάσματος" θεωρείται ως ξεχωριστός "νόμος" ή εγγενής ιδιότητα του προηγμένου καπιταλισμού, και η πηγή της υπερσυσσώρευσης. Το πλεόνασμα τείνει να αυξάνεται για διάφορους λόγους: επειδή σε μικροοικονομικό επίπεδο κάθε εταιρεία αναζητά ολοένα και μεγαλύτερη παραγωγικότητα, αλλά σε μακροοικονομικό επίπεδο αυτά τα παραγωγικά κέρδη δεν μετατρέπονται σε λιγότερο χρόνο εργασίας, η εργασία μεταφέρεται από την άμεσα παραγωγική διαδικασία στις οργανωτικές λειτουργίες μέσω του φαινομένου της αλληλεπίδρασης, χωρίς να μειώνεται.
Δεδομένου ότι η μείωση των τιμών είναι το εξαιρετικό αποτέλεσμα της μείωσης του κόστους, η αυξημένη παραγωγικότητα, είτε καταγράφεται στους μισθούς των εργαζομένων -και συνεπάγεται διευρυμένη κατανάλωση- και ενσωματώνεται στην επιχείρηση, είτε ως γενικά έξοδα με τη μορφή εισοδήματος της ανώτατης διοίκησης ή ως παρακρατηθέντα κέρδη που πρέπει να επενδυθούν, είτε ως πάγιο ή άυλο κεφάλαιο. Όλα αυτά τα κανάλια συνεπάγονται διευρυμένη παραγωγή. Ο στόχος της εταιρείας είναι ένας μεγιστοποιημένος ρυθμός ανάπτυξης, οι επενδύσεις θα χρηματοδοτηθούν επίσης, επιπλέον των παρακρατηθέντων κερδών, από τραπεζικές πιστώσεις και άλλες μορφές χρηματοδότησης, το πλεόνασμα θα αυξηθεί έτσι μέσω της ανάπτυξης αυτών των οικονομικών σχέσεων.
Η οικονομική δυναμική του εικοστού αιώνα, ιδίως του προηγμένου καπιταλιστικού πυρήνα μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, μπορεί να γίνει κατανοητό ότι καθορίζεται από τον περιορισμό της απορρόφησης πλεονασμάτων, και αυτό μπορεί να βοηθήσει στην εξήγηση των οικονομικών δυνάμεων πίσω από αυτό που οι περιβαλλοντικοί ιστορικοί έχουν αποκαλέσει ως μεγάλη επιτάχυνση.
Η θεωρία του μονοπωλιακού κεφαλαίου για την υπερσυσσώρευση υποστηρίζει ότι υπάρχουν βασικά δύο τρόποι με τους οποίους τα πλεονάσματα του προηγμένου καπιταλισμού μπορούν να παραχθούν και να απορροφηθούν σε μια κατάσταση όπου οι επιχειρήσεις επιδιώκουν να μεγιστοποιήσουν την ανάπτυξή τους και συνεπώς την ανάπτυξη της οικονομίας:
1. Το πλεόνασμα μπορεί να απορροφηθεί μέσω της ύπαρξης πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας. Η συνολική επένδυση στην παραγωγική ικανότητα υπερβαίνει πάντα την υπάρχουσα ζήτηση, αυτή η πλεονάζουσα ικανότητα θα οδηγήσει είτε σε υπερπαραγωγή και τη συμπερίληψη της απορριπτόμενης παραγωγής ως κόστους παραγωγής - όπως είναι ο κανόνας στη βιομηχανία ενδυμάτων και τροφίμων, ή θα οδηγήσει σε στρατηγική υποαξιοποίηση του παραγωγικού δυναμικού, όπως είναι ο κανόνας στις εξορυκτικές βιομηχανίες. Αν και αυτό αποτελεί σημαντική διάσταση της ανάπτυξης από την εμφάνιση του προηγμένου καπιταλισμού στον 20ό αιώνα, ακόμη πιο σημαντική ήταν:
2. Η προγραμματισμένη απορρόφηση του πλεονάσματος σε εταιρικό επίπεδο, μέσω της κατανάλωσης με βάση τα απόβλητα, σε συλλογικό και ατομικό επίπεδο. Αυτό ήταν μια κεντρική και βασική πτυχή της οικονομικής ανάπτυξης του 20ού αιώνα και επέζησε και αναπτύχθηκε ακόμη περισσότερο στον 21ο.
Η κατανάλωση με βάση τα απόβλητα συνεπάγεται εξαρχής μια αλλαγή στον κοινωνικοοικονομικό τρόπο ύπαρξης της μισθωτής εργασίας. Οι εργαζόμενοι στην παραγωγή, πρέπει να κοινωνικοποιηθούν ως "καταναλωτές ", και το εισόδημά τους με τη μορφή μισθών, από κόστος που πρέπει να ελεγχθεί, γίνεται κύρια πηγή αγοραστικής δύναμης που απαιτείται για να επικυρώνουν την "ποσοτική αύξηση" της παραγωγικής ικανότητας. Για να το θέσουμε αλλιώς, καθώς οι εταιρείες επέκτειναν την παραγωγική τους ικανότητα, οι καταναλωτικοί κανόνες έπρεπε να ακολουθήσουν ώστε να απορροφηθούν αυτά τα νέα εμπορεύματα, και αυτό σήμαινε περαιτέρω - αν η μείωση των τιμών δεν ήταν επιλογή - ότι το εισόδημα από την εργασία έπρεπε να αυξηθεί. Σε ορισμένους προοδευτικούς κύκλους αυτή είναι η ωραία και ανακουφιστική ιστορία του φορντισμού ως της χρυσής εποχής του καπιταλισμού, μια αφήγηση που επικρατεί ακόμη και σήμερα, όπου οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης -σε όρους ΑΕΠ- συνοδεύονται από αυξανόμενο πραγματικό εισόδημα από την εργασία, υψηλά ποσοστά απασχόλησης, υψηλά ποσοστά επενδύσεων και αυξανόμενη ευημερία και οικονομική ασφάλεια για όσους ζουν στον καπιταλιστικό πυρήνα και δεν είναι φυλετικά ή άλλως δομικά περιθωριοποιημένοι. Δεν πρέπει να υποτιμήσουμε τη βαθιά μεταμόρφωση που επέφερε αυτό στη μισθωτή πλειοψηφία και τον αντίκτυπό της στους κοινωνικούς και πολιτικούς θεσμούς των δυτικών εργαζόμενων τάξεων. Η ανάπτυξη έγινε - το να κάνεις πράγματα σε σύντομο χρονικό διάστημα - τρόπος ζωής!
Αυτό οδήγησε στο να θεωρήσουμε τη Μεγάλη Επιτάχυνση ως αναγκαία ανταλλαγή μεταξύ των υλικών ανέσεων και της ασφάλειας που είναι ενσωματωμένες στο δυτικό πρότυπο κατανάλωσης και στις οικολογικές επιπτώσεις αυτής της ευμάρειας. Η απορρόφηση του πλεονάσματος στηρίχθηκε σε ένα λιγότερο προοδευτικό και αντιοικολογικό πρότυπο που αποτελεί τη "σκοτεινή πλευρά" της δυναμικής της συσσώρευσης. Ο ρυθμός καύσης επιταχύνεται περαιτέρω καθώς παράγονται καπιταλιστικές αξίες χρήσηςΑυτοκίνητα-3και 4 για κάθε π.χ. ευρωπαϊκό νοικοκυριό- οικιακές συσκευές, ηλεκτρικά εργαλεία -τόσο γελοία όσο ο φυσητήρας φύλλων για τη συλλογή τους από τους δρόμους των πόλεων- και στη συνέχεια τελικά ηλεκτρονικές συσκευές επικοινωνίας που σταδιακά γοητεύουν και επαναπροσδιορίζουν τον υλικό κόσμο των αντικειμένων της καθημερινής ζωής όλο το 24ωρο, επιταχύνοντας παράλληλα τη χρήση των ορυκτών καυσίμων που απαιτούνται για την τροφοδοσία της σύγχρονης κοινωνίας. Ενεργειακά απόβλητα, υλικά απόβλητα και τα απόβλητα οικοσυστημάτων είναι όλα ενσωματωμένα στον κόσμο των αντικειμένων των σύγχρονων κοινωνιών.
Αυτή είναι η πιο σκοτεινή πλευρά της νεωτερικής και μετανεωτερικής ευημερίας. Και φυσικά, σύμφωνα με την αρχή της αλληλοδιείσδυση, η παραγωγή αυτών των νέων υπεραπορροφητικών καπιταλιστικών αξιών χρήσης είναι μια σύνθετη και εντατική διαδικασία η οποία απορροφά από μόνη της ένα σημαντικό ποσό εργασίας καθώς και ενέργειας, είτε πρόκειται για σχεδιασμό υλικών, για μηχανική νέων υλικών ή έρευνα στον τομέα του μάρκετινγκ, της επωνυμίας και της επικοινωνιακής στρατηγικής.
Μπορούμε εύκολα να χωρίσουμε αυτή τη νέα μορφή εντατικής συσσώρευσης ή μάλλον εντατικής "υπερσυσσώρευσης" σε δύο οικονομικούς τομείς - επενδύσεις στη διαχείριση της πολιτισμικής αλλαγής και επενδύσεις στην υλική υποδομή της κοινωνίας- και οι δύο μαζί αποτελούν τον κεντρικό προσδιοριστικό παράγοντα στις καταναλωτικές νόρμες που χαρακτηρίζουν τον προηγμένο καπιταλισμό. Και οι δύο συμπίπτουν για να σχηματίσουν έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής στον προηγμένο καπιταλιστικό πυρήνα, όπου η ευημερία είναι συνώνυμο της καινοτομίας, των υψηλών ποσοστών αποβλήτων και αντικατάστασης αντικειμένων και της έντονης χρήσης ενέργειας. Η κλασική περιβαλλοντική έννοια της υπερκατανάλωσης υπό αυτό το πρίσμα σημαίνει κάτι καινούργιο, δεν είναι ηθικό φαινόμενο, σημαίνει την περιορισμένη και καθορισμένη κατανάλωση αξιών χρήσης που έχουν σημαντική και προγραμματισμένη διάσταση αποβλήτων. Αυτό το μοτίβο της υπερκατανάλωσης επικυρώνει μια δυναμική υπερπαραγωγής - η οποία παρεμπιπτόντως συνεπάγεται την ύπαρξη ανάγκης για υπερβολική εργασία.
Από τη σκοπιά της αποανάπτυξης, η παραπάνω ανάλυση για τον προηγμένο καπιταλισμό έχει 2 σημαντικές πολιτικές και ιστορικές επιπτώσεις.

  1. Μπορούμε να μετακινήσουμε την κριτική της υπερκατανάλωσης από το έδαφος της ηθικής και της ψυχολογίας, σε εκείνο των δομικών αιτιών που εξαρτώνται από τις αντικειμενικές κοινωνικές σχέσεις, καθώς επίσης και από την απλοϊκή καταδίκη της ποσοτικής συσσώρευσης "περισσότερων πραγμάτων", στη φύση -κοινωνικά και βιοφυσικά - του υλικού που συσσωρεύεται.
  2. Μπορούμε με ασφάλεια να προβλέψουμε πώς οι μονοπωλιακές και πλέον παγκόσμιες εταιρείες θα προσπαθήσουν να προσαρμοστούν σε κάθε μορφή της οικολογικής επιταγής που θα μπορούσε να περιορίσει τις δραστηριότητές τους, θα το κάνουν μέσω νέων εκτατικών και εντατικών μορφών "υπερσυσσώρευσης", όπου εκτεταμένη συσσώρευση: οικειοποίηση, αγορά και πώληση υφιστάμενων μορφών ζωής, οικοσυστημάτων, άνθρακα ή γης, και εντατική συσσώρευση που θα "διατηρήσει" με επιφανειακό τρόπο μια περαιτέρω επιτάχυνση της βιοφυσικής απόδοσης, αυτό θα μπορούσε να σημαίνει περισσότερη ανακύκλωση, πιο εντατική χρήση των βιομηχανοποιημένων βιοϋλικών,  πειρασμός της γεωμηχανικής για να διατηρηθεί ένας αυξανόμενος ρυθμός καύσης, περισσότερη υψηλή τεχνολογία, κ. λπ

Ο νεοφιλελευθερισμός, η τάση προς τη στασιμότητα και το αίνιγμα της αποανάπτυξης

θα κλείσουμε με μια ματιά στην τρέχουσα συγκυρία, η οποία αποτελεί ένα πραγματικό πολιτικό αίνιγμα για την αποανάπτυξη ως κοινωνικό κίνημα. Τι συμβαίνει όταν σε παγκόσμιο επίπεδο, οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις μετατοπίζονται από μια υψηλή ανάπτυξη σε έναν στόχο υψηλού κέρδους; Υψηλό κέρδος με τη συγκεκριμένη έννοια ότι επιθυμούν να δημιουργήσουν σταθερό κέρδος, προβλέψιμα και σχετικά υψηλά κέρδη για την ικανοποίηση ενός οικονομικού κανόνα απόδοσης που συνεπάγεται υψηλά μερίσματα
και μια σημαντική μεταφορά κερδών σε χρηματοοικονομικούς επενδυτές μέσω της επαναγοράς μετοχών. Όταν επιπλέον αυτοί οι ίδιοι χρηματοοικονομικοί επενδυτές (οι οποίοι μπορεί να είναι τόσο διαφορετικοί όσο οι ιδιοκτήτες κορυφαίων περιουσιακών στοιχείων, οι διαχειριστές συνταξιοδοτικών ταμείων, επενδυτικές τράπεζες και τα στελέχη βιομηχανικών επιχειρήσεων με δικαιώματα προαίρεσης αγοράς μετοχών) επιβάλλουν στις ίδιες αυτές εταιρείες μια σύμβαση διαχείρισης ρευστότητας που αποτιμά τις υψηλές εταιρικές αποταμιεύσεις που διατηρούνται ως μετρητά, ώστε να είναι σε θέση να διατηρούν σταθερά τα ποσοστά μερισμάτων και επαναγοράς μετοχών σε περίπτωση οικονομικής κρίσης ή ύφεσης ή πίεσης στα κέρδη;
Για να αυξηθούν τα κέρδη πέρα από τον ρυθμό ανάπτυξης, θα πρέπει να υπάρξει έστω κάποια ανάπτυξη, θα πρέπει το κόστος να συμπιεστεί, γεγονός όμως που τελικά θα επηρεάσει τα μισθολογικά ποσοστά, τα οποία θα πρέπει να αυξηθούν με βραδύτερο ρυθμό από την παραγωγικότητα, πράγμα όμως που θα εξασθενήσει και τη τελική ζήτηση. Επιπλέον, οι διπλές πιέσεις επί των κερδών της οικονομικής συσσώρευσης βιομηχανικών κερδών μέσω μερισμάτων και επαναγοράς μετοχών, και ενός υψηλού ποσοστού αποταμίευσης των επιχειρήσεων θα μειώσει την επενδυτική ικανότητα, καθώς και θα αναγκάσει τις επιχειρήσεις να βασίζονται περισσότερο σε πίστωση. Σε αυτό το κλίμα θα είναι επικίνδυνη η μακροπρόθεσμη δέσμευση της οργανωτικής ικανότητας για την ανάπτυξη των νέων προϊόντων, τα υλικά και οι παραγωγικές διαδικασίες θα αποφεύγονται προς όφελος βραχυπρόθεσμων επενδύσεων που προσφέρουν εξοικονόμηση κόστους κυρίως μέσω της καταστολής των μισθών. Σε αυτό το πλαίσιο μπορούμε να περιμένουμε μια μερική μετατόπιση στον περιορισμό της απορρόφησης του πλεονάσματος από τη μάζα των μισθωτών προς τη μικρότερη ελίτ των οικονομικών συσσωρευτών. Αντιλαμβανόμαστε ότι αυτό το μείγμα οικονομικών προσδιορισμών είναι χαρακτηριστικό του ύστερου νεοφιλελευθερισμού, που προάγει μια οικονομία με χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και έχει ενσωματωμένη την τάση για στασιμότητα.Στις πολιτιστικές και πολιτικές δομές του προηγμένου καπιταλισμού.
Αυτό θα μεταμορφώσει την τάξη των μισθωτών σε πολιτικό παράγοντα "ζήτησης ανάπτυξης". Οι πολιτικοί και κοινωνικοί θεσμοί των μισθωτών ως οργανωμένη τάξη - συνδικάτα και προοδευτικά πολιτικά κινήματα- θα δουν αυτή τη φορά σαν λύση του κοινωνικού ζητήματος την επιστροφή σε μια φετιχοποιημένη καπιταλιστική χρυσή εποχή ανάπτυξης. Μια πολύ κακή πολιτική συγκυρία για την αποανάπτυξη ως κοινωνικό σχέδιο, εκτός αν μπορέσει να πείσει αναπτύσσοντας ένα ελκυστικό μετακαπιταλιστικό όραμα για την οικονομία και τη σύγχρονη κοινωνία. Όσο ο καπιταλισμός παραμένει ο ορίζοντας στον οποίο οραματίζεται και η αποανάπτυξη το μέλλον της ανθρωπότητας, η καλή "χωρίς αποκλεισμούς" ανάπτυξη θα είναι το φετίχ πίσω από το οποίο οι δυνάμεις της μεγάλης επιτάχυνσης που περιγράφονται παραπάνω θα συνεχίσουν να καθοδηγούν την ιστορία του πλανήτη και των ανθρώπων του.