Επιστροφή προς τα ... μπρος!

Επιστροφή προς τα ... μπρος!

ΕΝΑΣ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΦΙΚΤΟΣ

ΕΝΑΣ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΦΙΚΤΟΣ
ΝΑ ΘΕΜΕΛΕΙΏΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΌ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΉΣ ΙΣΌΤΗΤΑΣ

Αποανάπτυξη-Τοπικοποίηση -Αυτονομία- Άμεση Δημοκρατία-Ομοσπονδιακός Κοινοτισμός

Τον Μάιο του 2020, μια ομάδα περισσότερων από 1.100 υποστηρικτών της «Αποανάπτυξης», υπέγραψε ένα μανιφέστο καλώντας τις κυβερνήσεις να αδράξουν την ευκαιρία και να στραφούν προς ένα «ριζικά διαφορετικό είδος κοινωνίας, αντί να προσπαθούν απεγνωσμένα να θέσουν ξανά σε λειτουργία την «καταστροφική ανάπτυξη». Η Συνδημία του κοροναϊού δείχνει ότι θα χρειασθεί να γίνουν μεγάλες αλλαγές, αν δεν θέλουμε να πάμε στην κατάρρευση! Ειδικά για την μετά-COVID Ελλάδα: Για να ξεφύγει η χώρα από τη μέγγενη των χρεών, από την φτωχοποίηση και το πολιτισμικό αδιέξοδο, καθώς και από την κατάθλιψη και την μεμψιμοιρία στην οποία έχει πέσει ο πληθυσμός της-ιδίως μετά το σοκ της πανδημίας και τον εγκλεισμό του στα σπίτια- θα χρειασθεί, μετά το πέρασμα της καταιγίδας, να αναπτερωθεί το ηθικό του μέσα από μια στροφή προς μια ενδογενή παραγωγική ανασυγκρότηση . Εφαλτήρας μπορεί να γίνει ο αγροδιατροφικός τομέας και στη συνέχεια ο μεταποιητικός ένδυσης- υπόδησης, ο ενεργειακός και ο ήπιος ποιοτικός τουρισμός να την συμπληρώσουν. Είναι μια εναλλακτική στη σημερινή κυρίαρχη κατεύθυνση, που δεν χρειάζονται κεφάλαια, ξένες επενδύσεις, χωροταξικά σχέδια, υπερτοπικές συγκεντρώσεις, μεγαλεπήβολα και εξουθενωτικά μεγέθη και ρυθμούς. Η κατεύθυνση της Αποανάπτυξης-Τοπικοποίησης -Αυτονομίας- Άμεσης Δημοκρατίας-Ομοσπονδιακού Κοινοτισμού θα μπορούσε να είναι η διέξοδος για την χώρα, στην μετά-COVID εποχή!

Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2020

Θεσμικές αλλαγές και Αποανάπτυξη-Τοπικοποίηση-Κοινοτισμός

 Η Αποανάπτυξη μπορεί να οριστεί ως σταθερή και δίκαιη μείωση της παραγωγής και κατανάλωσης -των εισροών και εκροών- μιας κοινωνίας.


1) Καταρχήν αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από μεμονωμένες ατομικές μειώσεις στην κατανάλωση ενέργειας ή υλικών, όπως π.χ. με τη χρήση οικονομικών λαμπτήρων ή με την οδήγηση ηλεκτρικών αυτοκινήτων. Οι υποστηρικτές της Αποανάπτυξης υποστηρίζουν την «εθελοντική απλότητα» σαν ένα διευρυμένο, ολοκληρωμένο και δεσμευτικό πακέτο τρόπων ζωής που υπερβαίνει τις μεμονωμένες καταναλωτικές αποφάσεις και, ως εκ τούτου μειώνει, αν και δεν εξαλείφει, τη δυνατότητα για επιστροφή στην υπερκατανάλωση.


Υπάρχει όμως ένα παράδοξο στη βασική θέση της αποανάπτυξης. Η μειωμένη ζήτηση λόγω εξοικονόμησης πόρων από ορισμένους, μπορεί να μειώσει το κόστος των πόρων σε άλλους και έτσι να αυξήσει την συνολική κατανάλωση. Ως εκ τούτου, η προαιρετική απλότητα είναι απαραίτητη μεν, αλλά όχι και αναγκαία προϋπόθεση για μια βιώσιμη συρρίκνωση. 

Θεσμικές παρεμβάσεις και περιορισμοί σε διάφορες κλίμακες, είναι αναγκαίες για να εξασφαλιστεί ότι τα κέρδη της μείωσης της χρήσης πόρων από την απλότητα, δεν θα επενδύονται σε διαδικασίες περαιτέρω συσσώρευσης κεφαλαίου και σε επέκταση της χρήσης τους, καθιστώντας την απλότητα ουσιωδώς ανενεργή.
Οι υποστηρικτές της αποανάπτυξης αναγνωρίζουν επίσης ότι ο εθελοντισμός μόνο δεν μπορεί να πάει μακριά, αν δεν εκφράζεται σε συλλογική και πολιτική δράση για να εξασφαλιστούν οι απαραίτητες προϋποθέσεις για να υλοποιηθεί η απλότητα ή για να διασφαλιστεί ότι η εξοικονόμηση πόρων δεν οδηγεί σε περαιτέρω συσσώρευση. Αντί για εθελοντική απλότητα, προτιμούν να μιλάνε για "το δικαίωμα στην απλότητα". Αυτό αφορά την προστασία ενός συνόλου κοινωνικών και θεσμικών συνθηκών που καθιστούν την επιλογή αυτή ευκολότερη και έτσι θα διευκολύνει την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή και στο τέλος των φθηνών ορυκτών καυσίμων.

2) Κατά δεύτερον, οι υπέρμαχοι της αποανάπτυξης δεν προτείνουν «σχέδια αποανάπτυξης», όπως γίνεται από τους εμπειρογνώμονες και Κυβερνήσεις. Προτείνουν διαφορετικές πιθανές θεσμικές παρεμβάσεις. Θεσμοί που αναδιανέμουν το κόστος, τα οφέλη και τα  κίνητρα της οικονομικής δραστηριότητας μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών παραγόντων, λιγότερες εργάσιμες ώρες, ένα βασικό και ένα ανώτατο εισόδημα, συνεταιριστικές μορφές ιδιοκτησίας, κ. λπ. Είναι ορισμένες από τις πολλές θεσμικές προτάσεις που έχουν συζητηθεί στο πλαίσιο της αποανάπτυξης.


Οι υποστηρικτές της αποανάπτυξης δεν κάνουν κάτι διαφορετικό από οποιονδήποτε άλλο επιστήμονα ή κοινωνικό παράγοντα που προτείνει πολιτικές παρεμβάσεις ή σκόπιμη συλλογική δράση για την επίτευξη ορισμένων στόχων και τη διαμόρφωση των ανθρώπινων υποθέσεων. Κανείς από την Κοινότητα της Αποανάπτυξης δεν μιλά για "βέλτιστα σχέδια αποανάπτυξης". Αντλώντας έμπνευση από το έργο του πολιτικού φιλόσοφου Κορνήλιου Καστοριάδη, υποστηρίζουν την άμεση δημοκρατία μέσω ανοικτών συμμετοχικών διαδικασιών συνέλευσης. Η Αποανάπτυξη προτείνεται σαν «λέξη πύραυλος», σαν μια νέα σημασιολογική έννοια που ενεργοποιεί νέες διαβουλεύσεις για εναλλακτικούς τρόπους μελλοντικής προσαρμογής στις μεταβαλλόμενες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες.


Στην Αποανάπτυξη έχουν εμπλακεί  πραγματικά υφιστάμενα μετα-κανονικά, «εκτεταμένα δίκτυα ομότιμης παραγωγής ",επιστημονικές διαδικασίες σε διάφορες κλίμακες και φόρουμ, όπως στα “15M” και “Occupy” κινήματα στην Ισπανία και αλλού, πρόσωπα από διαφορετικούς τομείς κοινωνικής ζωής, μεταξύ αυτών και επιστήμονες, που συναντιούνται σε δημόσιες πλατείες για την αντιμετώπιση των οικονομικών και πολιτικών κρίσεων. Οι διεθνείς διασκέψεις για την Αποανάπτυξη βασίζονται στην Κοινότητα της ομότιμης παραγωγής γνώσης . Επιστήμονες, ακτιβιστές και υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής συνέρχονται  και συν-διαβουλεύονται με την πρόθεση της συν-παραγωγής γνώσεων και την υπαγωγή των απόψεών τους στην αλληλοκριτική αξιολόγηση.


Σε αυτές και σε άλλες δημόσιες συζητήσεις, οι προτάσεις για την Αποανάπτυξη είναι προσωπικές «γνώμες»(«δόξες», όπως τις αποκαλεί ο Καστοριάδης), που πρέπει να «διαβουλευθούν» από τους συμμετέχοντες και την κοινωνία γενικότερα. Δεν είναι «λύσεις» ή «συνταγές»  προγραμματικές.


3) Μια από αυτές τις διστακτικές «γνώμες»,  που εμφανίστηκαν στις  συζητήσεις για την Αποανάπτυξη είναι και η πρόταση για μειωμένο ωράριο εργασίας. Έχουν εκφρασθεί τρεις λόγοι για αυτό: α) Αν στο επίπεδο της οικονομίας περιοριστεί η παραγωγικότητα από τις πολιτικές της κλιματικής αλλαγής , θα δημιουργήσει μαζική ανεργία. Μόνο η μείωση του ωραρίου και η ανακατανομή της εργασίας, μπορεί να διατηρήσει και την απασχόληση και το κλίμα.β) Η αυξανόμενη ανακατανομή-αναδιανομή της εργασίας στις δυτικές κοινωνίες, από τον απλήρωτο στον αμοιβόμενο τομέα, αύξησε την εμπορευματοποίηση και τη χρηματοποίηση στην καθημερινή ζωή, πράγμα που έχει αρνητικές επιπτώσεις στην κοινωνική συνοχή και την ποιότητα ζωής. Υπάρχει ένα επιχείρημα ευημερίας για την αντιστροφή της εμπορευματοποίησης  της εργασίας και την αναδιανομή της από τον αμειβόμενο στον μη αμειβόμενο τομέα, ανεξάρτητα από τις ανησυχίες για την κλιματική αλλαγή. γ) Οι υποστηρικτές της Αποανάπτυξης δεν βλέπουν κανένα λόγο να εξαρτώνται τόσο πολύ από τους μισθούς η διανομή προϊόντων και υπηρεσιών, όπως γίνεται τώρα. Ένα οικουμενικό βασικό εισόδημα θα μπορούσε να εισαχθεί ως δικαίωμα. Να επισημανθεί βέβαια ότι η πρόταση της αποανάπτυξης  απαιτεί μείωση του ωραρίου στον τομέα της μισθωτής εργασίας , η οποία θα υποκαθίσταται από πιο χρήσιμη και, αν είναι δυνατόν, πιο ευχάριστη εργασία στον αυτοαπασχολούμενο ή μη αμειβόμενο τομέα. Δεν είναι μια καθολική έκκληση για μείωση της εργασίας.
Η σημασιολογική διάκριση μεταξύ αμειβόμενης και μη αμειβόμενης (αναπαραγωγικής) εργασίας  θεωρείται ως δεδομένη, είναι μια σύγχρονη δυτική πραγματικότητα. Κοινότητες και κοινωνίες βιοπορισμού, για παράδειγμα, αναμιγνύουν παραγωγική, αναπαραγωγική και συλλογική εργασία, ή εργασία και παιχνίδι. Είναι η δουλειά για ένα σπιτικό φαγητό στον κήπο ή για ένα τοπικό φεστιβάλ ,πραγματικά,  "εργασία" ή "αναψυχή"; Τέτοιες σημασιολογικές κατηγοριοποιήσεις αλλάζουν, καθώς αλλάζουν οι κοινωνίες. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να επιστρέψουμε σε μια οικονομία βιοπορισμού, μόνο ότι μπορεί να υπάρξει περισσότερη ελαστικότητα για μια δεδομένη κατανομή μεταξύ αμειβόμενης και μη αμειβόμενης εργασίας.


4) Ανεξάρτητα από τις σημασιολογικές κατηγοριοποιήσεις φυσικά, υπάρχει και ένα απόλυτο όριο στο πραγματικό απόθεμα χρόνου, που τα μέλη μιας κοινότητας ή ο πληθυσμός μιας κοινωνίας μπορεί να διαθέσει για παραγωγή και αναπαραγωγή. Εξάλλου, καθώς η ενέργεια θα γίνεται όλο και πιο σπάνια, θα απαιτηθεί περισσότερη συνολική εργασία(ανθρώπινη βιολογική ενέργεια) σαν εξίσωση για να παραχθεί το ίδιο επίπεδο κοινωνικών λειτουργιών. Είναι σωστός επίσης ο ισχυρισμός  ότι η παραγωγικότητα δεν είναι ένας εξωγενής παράγοντας που αυξάνεται αυτόματα. Το οικονομικό όφελος από την υψηλή  παραγωγικότητα βασίζεται σε φθηνές πηγές ενέργειας και όσο αυτές τελειώνουν, θα χρειαστεί να εργαστούμε περισσότερο. Ακόμα και οι πολιτικές για την προστασία του κλίματος-όπως επίσης και η ίδια η κλιματική αλλαγή- μπορούν  να  μετατοπίσουν την κατανάλωση προϊόντων και υπηρεσιών που είναι ενεργοβόρες και εντάσεως εργασίας.


5)Σε αντίθεση με κάποιους υποστηρικτές της αποανάπτυξης, η κλιματική αλλαγή και τα ενεργειακά όρια μπορεί να απαιτούν περισσότερη, και όχι λιγότερη εργασία. Ωστόσο, πρώτον, ενώ μακροπρόθεσμα τα ενεργειακά όρια μπορεί να έχουν σαν αποτέλεσμα τη μείωση της παραγωγικότητας, βραχυπρόθεσμα η παραγωγικότητα μπορεί να συνεχίζει να αυξάνεται και να δημιουργεί ανεργία υπό συνθήκες μη ανάπτυξης. Μπορούμε να το ξεπερέσουμε αυτό με το να εργαζόμαστε λιγότερο, τουλάχιστον χρονικά. Η συλλογικά μοιρασμένη εργασία σε δομές αυτοδιαχείρισης της εργασίας, μπορεί να μειώσει την ανεργία προσωρινά, χωρίς να αποκλείεται η δυνατότητα να χρειαστεί να εργαστούμε περισσότερο ξανά στο μέλλον.
Δεύτερον, και ζωτικής σημασίας, οι υποστηρικτές της αποανάπτυξης δεν υποστήριξαν ποτέ ότι μπορούμε να εργαστούμε λιγότερο διατηρώντας το ίδιο επίπεδο «αφθονίας». Η πρόταση της αποανάπτυξης δεν είναι λιγότερες ώρες εργασίας για το ίδιο ΑΕΠ και ίδια πλεονάσματα, για το ίδιο πακέτο κοινωνικά επιθυμητών λειτουργιών. Είναι ένα κάλεσμα για αλλαγή των κοινωνικών λειτουργιών, που θα επιτρέψουν λιγότερη εργασία ακόμα και αν διαθέτουμε λιγότερη ενέργεια στο μέλλον. Επιπλέον, η λιγότερη εργασία στον αμειβόμενο τομέα τώρα, θα οδηγήσει στο μέλλον σε μετατόπιση των αξιών και των αντιλήψεων, που θα καταστήσουν ευκολότερη τη κλιμακούμενη μείωση των επιθυμητών λειτουργιών.


6) Υπάρχει βέβαια το επιχείρημα ότι η εθελοντική αλλαγή στις κοινωνικές λειτουργίες είναι απίθανο να συμβεί, επειδή θα οδηγήσει σε χαμηλότερους μισθούς και σε άσχημα αμειβόμενη εργασία που κανείς δεν επιθυμεί. Να σημειωθεί καταρχήν ότι οι μισθοί εξαρτώνται και από το επίπεδο των τιμών των προϊόντων, όμως στην ουσία είναι μια πολύπλοκη συνάρτηση της κατανομής του συνολικού προϊόντος μεταξύ κεφαλαίου- εργασίας, και μεταξύ των ατόμων, καθώς και συνάρτηση της προσφοράς και της ζήτησης για αμειβόμενη εργασία. Πώς θα επιδράσουν τέτοιοι παράγοντες στο μέλλον είναι μια συναρπαστική ερευνητική ερώτηση, αλλά η απάντηση δεν μπορεί να είναι γνωστή εκ των προτέρων. Για παράδειγμα, σε πολλές περιπτώσεις, τα συνδικάτα κατάφεραν να αυξήσουν το ωρομίσθιο μέσω συμφωνιών μειωμένου ωραρίου εργασίας. Μελλοντικές μεταβολές του πληθυσμού και των δημογραφικών στοιχείων, προς τα πάνω ή προς τα κάτω δύσκολο να προβλεφθεί, μπορεί να αλλάξουν την εργασία εφοδιασμού. Οι αναδιανεμητικές πολιτικές μπορεί να μετατοπίσουν τα έσοδα από αμοιβές - κεφάλαιο στην εργασία. Η κατανομή των μισθών εξαρτάται επίσης όχι μόνο από την προσφορά και τη ζήτηση, αλλά και από κανόνες και σχέσεις εξουσίας, οι οποίες μπορούν να αλλάξουν μαζί τους. Έτσι, ακόμα και άν το κατά κεφαλήν ΑΕΠ μειωθεί λόγω των ενεργειακών περιορισμών και/ή των αλλαγών στις ανάγκες και επιθυμίες της κοινωνίας, αυτό δεν σημαίνει ότι οι μισθοί θα μειωθούν σε αναλογία 1:1.


7) Να αναφέρουμε επίσης ότι η ευημερία (αν όχι ευζωία) που απορρέει από ένα δεδομένο επίπεδο μισθών δεν είναι μια σταθερή ποσότητα. Η ονομαστική αξία ενός μισθού λέει λίγα. Ο μισθός κάποιου αξίζει ό,τι μπορεί αυτός να αγοράσει. Καθώς οι μισθοί μειώνονται, άλλο τόσο μειώνονται και οι τιμές των εμπορευμάτων. Εάν μειωθούν οι ανισότητες και όλοι έχουν τον ίδιο μισθό, οι τιμές των αγαθών μπορεί να πέσουν. Επίσης, το τι επιθυμεί κάποιος να αγοράσει δεν είναι κάτι το σταθερό: αλλάζει με τον χρόνο, καθώς οι κανόνες και οι προσδοκίες αλλάζουν. Σε ένα κόσμο που η ενέργεια σπανίζει μπορεί κανείς να επιθυμεί λιγότερα υλικά αγαθά και μείωση της εργασίας και αποδοχή χαμηλότερων ανταμοιβών από τον αμειβόμενο τομέα, αν υπάρξουν τρόποι αύξησης της ευζωίας μέσω της αναψυχής ή της εργασίας στον μη αμειβόμενο τομέα. Ένας χαμηλός μισθός με τα σημερινά πρότυπα μπορεί να είναι υψηλός αρκετά με τα αυριανά πρότυπα. Και πάλι, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι πιθανό να πρέπει επίσης να εργαστούμε περισσότερο ή σκληρότερα, αλλά αυτό δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένο. Σε έναν κόσμο με σπανιότητα πόρων η μέση θέση εργασίας θα εγγυάται πιθανώς την πρόσβαση σε χαμηλότερη ποσότητα ενέργειας και υλικών. Αλλά και πάλι, δεν μπορούμε να υποθέσουμε εκ των προτέρων αν αυτό θα βιωθεί από τους ανθρώπους ως απώλεια ευημερίας, για μια αρχική μεταβατική περίοδο. Η έννοια της «φτώχειας» ή του «πλούτου» είναι σχετικές και εξαρτώνται πάντα από συγκρίσεις για το τι συμβαίνει  με το επίπεδο ζωής όλων των άλλων. Για παράδειγμα, η κατοχή και χρήση ενέργειας ή υλικών από έναν  πλούσιο μεσαιωνικό έμπορο, μάλλον ήταν ισοδύναμη με αυτήν ενός φτωχού σήμερα. Αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι στη μεσαιωνική εποχή θα χαίρονταν να εργαστούν για τις απολαβές ενός εμπόρου, οι οποίες ήταν υψηλές σύμφωνα με τα πρότυπα της εποχής τους. Ισοδύναμα, σε έναν σημαντικά φτωχότερο κόσμο αύριο, οι άνθρωποι μπορεί να δουλεύουν για πολύ λιγότερα από σήμερα, αρκεί να είναι αρκετά. Δεν υπάρχουν αντικειμενικοί «υψηλοί» και «χαμηλοί» μισθοί και «καλές» ή «κακές» θέσεις εργασίας, ανεξάρτητα από τις επικρατούσες κοινωνικές συνθήκες, από συγκρίσεις, κανόνες και δυνατότητες. Οι προσδοκίες προσαρμόζονται.


8) Όλα αυτές οι θεωρητικές υποθέσεις δεν γίνονται για να συμπεράνουμε ότι δεν θα χρειαστεί να εργαστούμε περισσότερο στο μέλλον. Απλώς υποδηλώνει ότι το μέλλον της εργασίας-αμειβόμενης  ή μη αμειβόμενης, παραγωγικής ή αναπαραγωγικής, συνεργατικής ή εθελοντικής, εκτός σπιτιού ή οικιακής-καθορισμένης από τα μελλοντικά ενεργειακά όρια, θα είναι ένα περίπλοκο ζήτημα που χρειάζεται διερεύνηση. Γίνεται πιο περίπλοκο όταν λάβουμε υπόψη την ποιότητα της εργασίας, ή τις συνθήκες υπό τις οποίες οι μειώσεις στην αμειβόμενη εργασία μπορεί να βιωθούν ως όφελος , παρά τις απώλειες. Αντί να πάρουμε μια δογματική θέση υπέρ ή κατά της  μείωσης του (αμειβόμενου) εργάσιμου ωραρίου, θα ήταν καλύτερο να συνεχίσουμε να μελετάμε διάφορους δρόμους και σενάρια για την εναλλακτική Αποανάπτυξη και το ωράριο εργασίας.


9) Από τη μεριά μας θα προτείναμε περιληπτικά: Σε μια Οικονομία Αποανάπτυξης, οι περισσότεροι από μας μελλοντικά, θα χρειαζόμαστε μόνο 20 ώρες τη βδομάδα να δουλεύουμε για το μεροκάματο, όσο θα υπάρχει ακόμα τοπική αγορά εργασίας. Τον υπόλοιπο χρόνο θα τον χρησιμοποιούμε για να καλλιεργούμε λαχανικά, από κοινού με άλλους, να επιδιορθώνουμε ποδήλατα ή να φροντίζουμε άλλα αδύνατα μέλη των διευρυμένων οικογενειών-κοινοτήτων μας. Το μέλλον της εργασίας σε μια μετα-αναπτυξιακή κοινωνία θα είναι εξασφαλισμένο και ευχάριστο. 


Γιατί τότε η οικονομία θα σταματήσει να αναπτύσσεται όπως σήμερα: «κυρίαρχος δε θα είναι όποιος έχει τα πολλά,  αλλά όποιος χρειάζεται τα λιγότερα». Από τώρα ήδη χρειαζόμαστε αγαθά που θα κατασκευάζονται με τέτοιο τρόπο, ώστε όχι μόνο οι ειδικοί, αλλά και οι χρήστες τους να είναι σε θέση να τα επισκευάζουν όταν θα χρειασθεί.
Αρκετοί οικονομολόγοι στα σημερινά πανεπιστήμια, δοκιμάζουν διάφορα μοντέλα εργασίας. Ένα από αυτά που αποδεχόμαστε ανεπιφύλακτα, προτείνει: «λιγότερη αμειβόμενη εργασία και αντί αυτής περισσότερη συλλογική». 20 ώρες αμειβόμενης εργασίας θα είναι αρκετές για την ικανοποίηση των αναγκών, ενώ θα μένει περισσότερος χρόνος ώστε από κοινού με άλλους να δημιουργούμε κάτι έξω από την αγορά, για αυτοκατανάλωση ή ανταλλαγή. Έναν λαχανόκηπο, ένα εργαστήριο επισκευών αντικειμένων του νοικοκυριού ή τη συλλογική φροντίδα των αδύναμων μελών ή των παιδιών. Τέτοιες εργασίες θα εκτιμηθούν πολύ στα πλαίσια της κοινωνίας αποανάπτυξης-τοπικοποίησης και κοινοτισμού και θα διασφαλίζουν την ικανοποίηση των αναγκών που έχουμε σαν κοινωνικά-κοινοτικά όντα, αλλά και θα παράγουν λιγότερα απόβλητα ενώ ταυτόχρονα βάζουν τις βάσεις για  μια συνολικά ευτυχέστερη κοινωνία.


Η λέξη-κλειδί είναι «επάρκεια». Η επάρκεια είναι συνώνυμη με την εξασφάλιση των απαραίτητων βιοτικών αγαθών (μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε και τον νεολογισμό «αρκετότητα» ή την πληρότητα), με την επιβράδυνση στους ρυθμούς, με την εκκαθάριση των περισσευμάτων και των αχρείαστων, με την  απελευθέρωση από τον καταναγκασμό της αφθονίας. Ο στόχος δεν είναι η παραίτηση ή η στέρηση, αλλά μάλλον να κάνουμε αναπροσαρμογή και να βάλουμε σε διαφορετική σειρά και προτεραιότητα τα κίνητρα και τους στόχους που θέτουμε στους εαυτούς μας και να απορρίψουμε τα «πρέπει» που δεν μπορούμε πλέον να φέρουμε σε πέρας. Να απορρίψουμε την υπερκατανάλωση και να βάλουμε μπροστά την εγκράτεια και την επάρκεια, ζώντας με αντίστοιχο τρόπο, να πούμε απαραίτητα αντίο στην έννοια της ανάπτυξης και της μεγέθυνσης!

Η σκοπιμότητα της κοινωνικής και θεσμικής αλλαγής


Υπάρχει από κάποιους η άποψη ότι η εθελούσια σμίκρυνση που μεσολαβείται από μια πολιτική-θεσμική αλλαγή, είναι εξαιρετικά δύσκολο να επιτευχθεί σήμερα, μέσα σε ένα δεδομένο κυρίαρχο παραγωγικο-καταναλωτικό πλαίσιο. Υπάρχει επίσης και σκεπτικισμός για θέματα όπως οι μειωμένες ώρες εργασίας ή για το αν οι άνθρωποι θα επιλέξουν εκουσίως τα Λιγότερα.


Οι σκεπτικιστές λένε: καθώς οι κοινωνίες αναπτύχθηκαν όλο και περισσότερο, καθώς αντιμετώπιζαν όλο και περισσότερα προβλήματα στα οποία απαντούσαν με την προσθήκη περισσότερης θεσμικής πολυπλοκότητας, καθώς η διακυβέρνηση και το κράτος επεκτείνονταν για να αντιμετωπίσει τα νέα προβλήματα και φορολογούσε, για παράδειγμα, όλο και περισσότερο τα κοινωνικά ή ενεργειακά πλεονάσματα, έφθανε σε σημείο να οδηγεί σε κατάρρευση το ίδιο το κοινωνικό σύστημα. Έτσι εξηγούν π.χ. τη «πτώση της Ρώμης». Οι σκεπτικιστές θεωρούν σήμερα ότι οι θεσμικές αλλαγές για την αντιμετώπιση της τρέχουσας ενεργειακής-οικονομικής κρίσης είναι καταδικασμένες να αποτύχουν, καθώς οι λύσεις μπορεί να έρθουν μόνο με το κόστος μετάβασης σε αυξημένη θεσμική πολυπλοκότητα1 και συνεπώς με την αύξηση της χρήσης ενέργειας.


 Αλλά μια οργανωμένη κοινωνία αποανάπτυξης και συρρίκνωσης των οικονομιών κλίμακας(τοπικοποίση παραγωγής και διανομής) δεν θα αυξήσει την πολυπλοκότητα , ούτε αναγκαστικά το θεσμικό κόστος μετάβασης σε αυτήν.
Οι υποστηρικτές της αποανάπτυξης-τοπικοποίησης δεν προβλέπουν μεγαλύτερη κρατική γραφειοκρατία και περισσότερο συγκεντρωτικό κράτος, αλλά  αντίθετα μια μετάβαση προς αποκεντρωμένες, αμεσοδημοκρατικές και κοινότητες διαβούλευσης. Κάποιοι το βλέπουν να γίνεται αυτό με συνδυασμό κρατικής/αντιπροσωπευτικής και τοπικής/αμεσοδημοκρατικής μορφής διακυβέρνησης. Εμείς προτείνουμε στο καινούργιο μας βιβλίο για την Κοινότητα των Κοινοτήτων τον Συμβουλιακό Ομοσπονδιακό Κοινοτισμό σαν μορφή αυτοδιακυβέρνησης.


Είναι αλήθεια ότι όλα αυτά μπορεί να είναι ασαφή για την ώρα και είναι ένα όραμα, το οποίο δεν μπορούμε να ξέρουμε αν θα λειτουργήσει ή πώς μπορεί να επιτευχθεί. Το ζήτημα όμως είναι ότι δεν υπάρχει γενικός ιστορικός νόμος  που να λέει ότι τα προβλήματα μπορεί να επιλυθούν μόνο με την αύξηση της πολυπλοκότητας και γραφειοκρατίας, ή ότι η εξέλιξη των αποκεντρωμένων μορφών διακυβέρνησης είναι αδύνατη ή αναγκαστικά οπισθοδρομική. Είναι θέμα κοινωνικών διεκδικήσεων και αγώνων στο πολιτικό πεδίο κάθε φορά.


Οι  περιορισμοί που βάζουν τα τοπικά και πλανητικά οικοσυστήματα είναι αναπόφευκτοι, αλλά οι κοινωνίες εξακολουθούν να έχουν μια ελεύθερη επιλογή για το πώς θα προσαρμοστούν σε αυτούς. Η επιλογή γίνεται ευκολότερη αν ένας απλούστερος μη καταναλωτικός τρόπος ζωής είναι κοινωνικοπολιτικά υλοποιήσιμος για να υπάρξει θετικό αποτέλεσμα. Η  προϋπόθεση για να γίνει αυτό είναι η υλοποίηση θεσμικών αλλαγών. Μια τέτοια θεσμική αλλαγή ξεκινά από την πρόταση ότι η Αποανάπτυξη δεν είναι απαραίτητη μόνο επειδή «θα μείνουμε από βενζίνη και καθαρή ατμόσφαιρα», αλλά επειδή ένας αποαναπτυξιακός κόσμος μπορεί να είναι-υπό ορισμένες προϋποθέσεις- και πιο δίκαιος, και πιο δημοκρατικός , και πιο αξιοβίωτος. Μπορεί αυτή η αισιόδοξη πρόταση να είναι ακόμα μη ολοκληρωμένη, αλλά ας μην βιαστούμε να την απορρίψουμε εκ των προτέρων.


1. Αυτό θα σήμαινε ότι η αμερικανική αυτοκρατορία θα καταρρεύσει επειδή η κυβέρνησή της και το κράτος της αυξάνεται υπέρμετρα. Το ερώτημα είναι εάν -μετά από δεκαετίες πολιτικών Ρηγκανισμού-αυτό είναι πραγματικά το πρόβλημα, ή ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή η συρρίκνωση της κυβέρνησης και η αποδυνάμωση των ικανοτήτων της να επιβλέπει τον ιδιωτικό τομέα και να ρυθμίζει την ποιότητα ζωής με περιβαλλοντικές και άλλες πολιτικές για τα δημόσια αγαθά.

Τρίτη 9 Ιουνίου 2020

Το νέο συλλογικό βιβλίο μας: ΕΝΑΣ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΦΙΚΤΟΣ. Να θεμελιώσουμε τον πολιτισμό της κοινωνικής ισότητας

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΟΥΚΚΙΔΑ & ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
 

ΕΝΑΣ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΦΙΚΤΟΣ.
Να θεμελιώσουμε τον πολιτισμό της κοινωνικής ισότητας
Επιμέλεια και Πρόλογος: Κώστας Λάμπος
 
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΟΥΚΚΙΔΑ

Από τότε που η Γαλλική επανάσταση ‘της ελευθερίας, της ισότητας και της αδελφότητας’, κατάληξε στον υπαρκτό καπιταλισμό της ακραίας ανισότητας, της ανελευθερίας, της εχθρότητας, του μίσους και της μεγάλης σφαγής στο βωμό του ιδιωτικού κέρδους.
Από τότε που η Οκτωβριανή επανάσταση έγινε για να περάσει ‘Όλη εξουσία στα Σοβιέτ’, δηλαδή στα ‘Εργατικά Συμβούλια’, που σημαίνει ότι έγινε για την Δημοκρατία του Προλεταριάτου, δηλαδή για μια Κοινωνική Δημοκρατία, αλλά η ηγεσία του ΚΚΣΕ επέβαλε την ‘Δικτατορία του Προλεταριάτου’ που κι αυτή εκφυλλίστηκε στην Δικτατορία του Κόμματος.
Από τότε ολόκληρη η εργαζόμενη ανθρωπότητα, δηλαδή, οι δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού προσπαθούν να ξαναμαζέψουν τα συντρίμμια τους, να επιστρέψουν στις επαναστατικές αφετηρίες τους και να συνεχίσουν τους διαχρονικούς αγώνες τους με στρατηγικό στόχο τους την κοινωνική ισότητα και τον αταξικό οικουμενικό ουμανισμό.
Στο μεταξύ ο λεγόμενος ‘μεγάλος θρίαμβος του νεοφιλελευθερισμού’ με την αποκρουστική μορφή του μανιακού αμερικανισμού και των ‘πρόθυμων συνοδοιπόρων’ και ‘χρήσιμων ηλιθίων’ συμμάχων του της λεγόμενης Δύσης και του ΝΑΤΟ και η βίαιη παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου, συμπτώματα της παρακμής του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, κατάληξαν στην καπιταλιστική βαρβαρότητα, στον χειρότερο εφιάλτη για την ανθρωπότητα, πράγμα που ξανάφερε στη σκέψη των εργαζόμενων την έννοια μιας σύγχρονης ουμανιστικής επανάστασης με στόχο την κοινωνική αυτοδιεύθυνση που θα ολοκληρώσει όλες τις προηγούμενες επαναστάσεις και θα οδηγήσει την ανθρωπότητα σ’ έναν καινούργιο και καλύτερο κόσμο.
ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΥΝ:
Γιώργος Χατζηκωνσταντίνου
Μεταξύ εφικτού και ανέφικτου
Γιώργος Στάμκος
Ενέργεια. Το μέτρο της εξέλιξης του ανθρώπινου πολιτισμού. (Ελεύθερη Ενέργεια για όλους)
Γιώργος Κολέμπας
Για τη μορφή και το περιεχόμενο ενός επιθυμητού, αναγκαίου και εφικτού κόσμου: Μια πρόταση
Γιώργος Λιερός
Ξερίζωμα, Επανάσταση, Ρίζωμα. (Δυστοπίες και ευτοπίες)
Δημήτρης Κωνσταντακόπουλος
‘Το μέλλον δεν είναι αυτό που θα συμβεί, είναι αυτό που θα κάνουμε’. (Είναι ο παρών κόσμος βιώσιμος;)
Κώστας Λάμπος
Σκέψεις για μια οικονομία της κοινωνικής ισότητας και της ελευθερίας
________________________________
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΟΥΚΚΙΔΑ & ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ.
Θεμιστοκλέους 37. 106 77 ΑΘΗΝΑ

Τηλ. 2103802644, E-mail. Koukkida.edit@yahoo.gr

Πέμπτη 28 Μαΐου 2020

Για έναν πολιτισμό «μετά την ανάπτυξη»


Καταρχήν, στον «αναπτυγμένο κόσμο» όλοι θεωρούν ότι η  οικονομική ανάπτυξη μπορεί να λύσει όχι μόνο τα οικονομικά προβλήματα, όπως το χρέος ή την έλλειψη θέσεων εργασίας, αλλά και κοινωνικά προβλήματα, όπως η ανισότητα ή έλλειψη θέσεων στα νηπιαγωγεία. Πολλοί μάλιστα-περισσότερο πράσινοι- έχουν και την ελπίδα ότι "πράσινη ανάπτυξη"- μέσω της ενεργειακής πολιτικής και τεχνολογικής καινοτομίας-θα λύσει και τα οικολογικά προβλήματα. Στη Δύση και τον Βορρά, στασιμότητα σημαίνει για όλους κοινωνική κρίση: ανεργία, ελλείμματα προϋπολογισμού, φτώχεια. Όλα τα κόμματα – ακόμα και της αριστεράς ή των πρασίνων - εστιάζουν στην περαιτέρω οικονομική ανάπτυξη.
 «Χωρίς ανάπτυξη, δε γίνεται τίποτα", αυτό είναι το κλειδί στην ιδεολογία της καπιταλιστικής κοινωνίας η οποία έχει παγκοσμιοποιηθεί πλέον και έχει γίνει και κυρίαρχη ιδεολογία και στις «αναδυόμενες» ή τις «υπο-ανάπτυξη» χώρες. Η πίστη στον επεκτατικό μοντερνισμό έχει γενικευθεί γιατί αυτός υποτίθεται ότι θα μας οδηγήσει σε «κοινωνίες ευημερίας» παντού, και στο Νότο -Ανατολή : η ανάπτυξη είναι η πανάκεια, το ελιξίριο, το καθολικό μέτρο της προόδου, του εκσυγχρονισμού , της ευημερίας μέσω της αύξησης της κατανάλωσης του προσδόκιμου χρόνου ζωής και του κατά κεφαλήν εισοδήματος,  της ίδιας της εξέλιξης του ανθρώπου σε «μετάνθρωπο».
Αλλά είναι πραγματικά έτσι;
Κανείς δεν αρνείται ότι η οικονομική ανάπτυξη κατά το παρελθόν (χρονολογία κλειδί 1980) και σε λιγότερο πλούσιες χώρες (Κίνα) σχετίζεται με την αύξηση της ευημερίας των χαμηλότερων και μεσαίων τάξεων: αλλά η μεγάλη αύξηση της παγκόσμιας κατανάλωσης τα τελευταία χρόνια(βασικά μεταξύ 1990-2007) πυροδοτήθηκε και στηρίχθηκε από την μαζική χορήγηση δανείων από τις τράπεζες. Είχαμε παντού αυξανόμενα επίπεδα χρέους. Των νοικοκυριών, των επιχειρήσεων, των κυβερνήσεων. Με τη μορφή καταναλωτικών χρεών, χρηματοπιστωτικών επενδύσεων, δημοσίων χρεών, εξωτερικών χρεών σε κάθε χώρα. Στο προηγούμενο της κρίσης διάστημα το χαρακτηριστικό ήταν η αύξηση ιδίως των καταναλωτικών χρεών.  Χρησιμοποιήθηκαν σαν μηχανισμός, ώστε η κατανάλωση να γίνει ο βασικός μοχλός της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Εκ των πραγμάτων τα καταναλωτικά δάνεια χρησιμοποιήθηκαν για να αποσυνδέσουν τις καταναλωτικές δαπάνες των εργαζομένων και των μισθωτών από τα αντίστοιχα εισοδήματά τους(« Δεν έχεις τα λεφτά για μεγαλύτερο και καινούργιο αυτοκίνητο; Πάρε το με χρηματοδότηση από την τράπεζά σου». «Δεν έχεις όλα τα λεφτά για ιδιόκτητο και μεγάλο σπίτι; Πάρε στεγαστικό δάνειο». Στην κουλτούρα του «δανείσου και ξόδευε» είναι πιο ευάλωτα τα κοινωνικά στρώματα χαμηλού εισοδήματος και η μεσαία τάξη. Όμως αυτή η κουλτούρα δεν φέρνει μακροπρόθεσμα ευημερία για αυτά, αλλά στο τέλος-όταν δεν μπορούν να εξυπηρετήσουν τα δάνεια-μάλλον φέρνει δυστυχία, αφού τα κάνουν έρμαια των πιστωτών). Σε προσωπικό επίπεδο, η κουλτούρα της κατανάλωσης διευκολύνει απλά την εδραίωση ενός τρόπου ζωής που μας καλεί να συγχέουμε την ευτυχία με την κατανάλωση.
Οι κυβερνήσεις τείνουν συνήθως να δανείζονται χρήματα για να τονώσουν την «ανάκαμψη». Χρειάσθηκαν π.χ. τεράστια χρηματικά ποσά στο τέλος του 2008 και αρχές 2009, ώστε να «σταθεροποιηθεί» το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα, και αυτά εξασφαλίσθηκαν από αυξημένο δημόσιο δανεισμό σε όλες τις πληγείσες από την κρίση χώρες: υπολογίζεται πάνω από 7-8 τρισεκατομμύρια δολάρια. Θα χρειασθούν στη συνέχεια πολλά δάνεια για να αντιμετωπίσουν την υγειονομική κρίση και την ερχόμενη οικονομική κρίση λόγω του κορονοϊού. Το γεγονός αυτό-της αύξησης των χρεών- έχει σαν αποτέλεσμα εκτός από το μεγάλωμα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής «φούσκας» και την κατάρρευση της ίδιας της χρηματοπιστωτικής αγοράς, λόγω απώλειας της «εμπιστοσύνης». Οι ίδιες οι πρακτικές των κυβερνήσεων και των οικονομικών ιθυνόντων, που εφαρμόστηκαν για να τονώσουν την οικονομική ανάπτυξη, οδηγούν τελικά στην κατάρρευση, όχι μόνο την οικονομική. 
Υπάρχει σοβαρός κίνδυνος μιας γενικής κατάρρευσης του συστήματος, σε σύντομο χρονικό διάστημα. Υπάρχει κίνδυνος η κατάρρευση να μη συμβεί σε εκατό χρόνια, αλλά μεταξύ 2020 και 2050. Αυτή μεταφράζεται στην κατάρρευση όλων των θεσμών και των σχέσεων που γνωρίζουμε σήμερα. Και θα έχει χαρακτήρα μη αναστρέψιμο. Όταν οι κοινωνίες γίνονται όλο και πιο σύνθετες, για να λύσουν τα προβλήματά τους απαιτούν κάθε φορά μεγαλύτερη παραγωγή, μεγαλύτερη κατανάλωση και μεγαλύτερες ποσότητες ενέργειας σε μια εποχή που η ενέργεια αρχίζει να σπανίζει.
Παρά το γεγονός ότι υπάρχουν δύο κύριες αιτίες για την κατάρρευση – η κλιματική αλλαγή  και η εξάντληση των πρώτων υλών- πρέπει να δοθεί προσοχή και σε άλλες- φαινομενικά μικρότερες αιτίες- που θα μπορούσαν να πολλαπλασιάσουν τα προβλήματα. Αυτές είναι: τα δημογραφικά προβλήματα, η περιθωριοποίηση των γυναικών, η λεηλάτηση του πλούτου του Νότου, οι μεταναστευτικές ροές. Σήμερα δίνουμε μεγαλύτερη προσοχή στην υγειονομική -χρηματοπιστωτική κρίση, και αυτό είναι λογικό. Εάν όμως η κάθε μία από αυτές τις κρίσεις ξεχωριστά είναι ανησυχητική, ο συνδυασμός τους καταλήγει εκρηκτικός.
Από την άλλη, υπάρχουν αρκετοί λόγοι για τη μη δυνατότητα «αέναης ανάπτυξης», αναφέρουμε δυο:
 1) Πολυάριθμες μελέτες δείχνουν ότι η οριακή χρησιμότητα κάθε επιπλέον ευρώ στην αύξηση της ευημερίας, για παράδειγμα, μειώνεται σημαντικά, ενώ αντίθετα το κόστος της ανάπτυξης αυξάνεται. Από ένα ορισμένο επίπεδο εισοδήματος - και αυτό οι περισσότεροι άνθρωποι στις αναπτυγμένες χώρες το έχουν επιτύχει στη δεκαετία του 1980 - τελειώνει η ανάλογη σχέση μεταξύ ανάπτυξης και ευημερίας: από τότε και μετά,  παρά την οικονομική ανάπτυξη, η ικανοποίηση των ανθρώπων από τη ζωή-ευζωία το λέμε αυτό- όχι μόνο λιμνάζει, αλλά και μειώνεται (παράδοξο του Easterlin ονομάσθηκε αυτό, από το όνομα του καθηγητή που το παρατήρησε πρώτος στις έρευνές του στην Αμερική για την ανθρώπινη ευτυχία). Και όμως η πυξίδα που καθοδηγούσε μέχρι τώρα τις πολιτικές των κυβερνήσεων των αναπτυγμένων χωρών, αλλά όχι μόνο, ήταν η οικονομική ανάπτυξη με κριτήριο μέτρησής της το ΑΕΠ. Αυτό καθόρισε τη λογική όχι μόνο του πολιτικού προσωπικού, αλλά ολόκληρων των κοινωνιών και των πολιτών-καταναλωτών. Όλοι παρακολουθούσαν με αγωνία τις προγνώσεις για την ανάπτυξη σε κάθε χώρα εσωτερικά, αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο. Τα προγράμματα όλων των κομμάτων, ακόμα και αυτών που δεν πήραν ποτέ την εξουσία, ήταν και είναι ακόμα γεμάτα με προτάσεις για πολιτικές μεγαλύτερης κάθε φορά ανάπτυξης.
2) Ένας δεύτερος σημαντικός λόγος είναι η αυξανόμενη ανισότητα. Γιατί από την αύξηση των ΑΕΠ και των εισοδημάτων των τελευταίων 25 ετών – οι ιδεολόγοι της ανάπτυξης αδιαφοροποίητα γιόρτασαν αυτό σαν την «τεράστια επιτυχία της ανάπτυξης» - έχουν de facto μερικοί μόνο κερδίσει. Το πλουσιότερο 5% έχει οικειοποιηθεί το μισό από τα κέρδη αυτά των εισοδημάτων. Εν τω μεταξύ, 62 άτομα κατείχαν το 2017 τόσα πολλά, όσα το μισό του παγκόσμιου πληθυσμού και η συγκεντροποίηση του πλούτου συνεχίζεται χρόνο με το χρόνο.  Η όποια ισότητα ή το όποιο καλό κοινωνικό σύστημα δεν είναι φυσική απόρροια της οικονομικής ανάπτυξης, αλλά το αποτέλεσμα των κοινωνικών αγώνων και των διαδικασιών πολιτικής διαπραγμάτευσης. Μη ξεχνάμε ότι: Η «ανάπτυξη» στην περίπτωση των «πλούσιων» χωρών, οφείλεται στην λεηλασία των πόρων των «φτωχών» χωρών τους τελευταίους αιώνες. Η λεηλασία αυτή έχει μετατρέψει σε «φτωχές», χώρες που στην ουσία είναι πλούσιες σε πόρους και ενέργεια!
Η επιδίωξη της «καταναλωτικής ευημερίας» παντού σήμερα-και στην Ανατολή, Νότο-έχει φθάσει στα όρια. Αυτό δείχνει η παρούσα οικονομική-υγειονομική κρίση: πίσω από αυτές βρίσκεται στην ουσία η οικολογική κρίση. Με την έννοια της μείωσης της βιοποικιλότητας και της έλλειψης πόρων και ενέργειας από τη μια και την πεπερασμένη δυνατότητα του πλανητικού συστήματος να απορροφήσει τον μεγάλο όγκο των αποβλήτων μας από την άλλη. Στην πραγματικότητα δεν έχουμε φθάσει στην οικολογική καταστροφή και στην πτώχευση της «ΑΕ ΓΗΣ», επειδή δεν υπάρχει –πέρα από την κοινωνική δικαιοσύνη-και αυτό που έχει ονομασθεί οικολογική δικαιοσύνη: με βάση τις εκπομπές Διοξειδίου του Άνθρακα -πριν τη Συμφωνία του Παρισιού το 2015- για παράδειγμα, ο μέσος κάτοικος των ΗΠΑ εξέπεμπε περίπου 20 τόνους, της Γερμανίας 10 τόνους, της Κίνας 4.6 τόνους, ενώ  αντίθετα του Μπαγκλαντές 0,3 τόνους και του Μάλι μόνο 50 κιλά. Για τον μέσο Έλληνα δεν έχουμε ακριβή στοιχεία, σύμφωνα όμως με στοιχεία του ΟΟΣΑ, στη 10ετία του 2000-2009 ο μέσος κάτοικος της χώρας εξέπεμπε κατά μέσο όρο 8,7 τόνους CO2.
Το κλίμα  δεν έχει αποσταθεροποιηθεί εντελώς μέχρι σήμερα λοιπόν, μόνο και μόνο επειδή άλλοι άνθρωποι σε άλλα μέρη της γης εκπέμπουν πολύ λιγότερο από ό, τι δικαιούνται. Ζουν στην Αφρική, την Ασία, την Κεντρική και τη Νότια Αμερική και έχουν επωφεληθεί μόνο περιθωριακά από την ορυκτή ενέργεια. Και είναι ακριβώς αυτοί οι άνθρωποι που ζουν στις περιοχές που αντιμετωπίζουν σήμερα τους μεγαλύτερους κινδύνους από την αλλαγή του κλίματος μέσω των ολοένα συχνότερων και μεγαλύτερων τυφώνων, των πλημμυρών και της ξηρασίας. Οικολογική –Κλιματική Δικαιοσύνη θα σήμαινε σήμερα: Αν ο μέσος Ευρωπαίος εκπέμπει 10 τόνους διοξειδίου το χρόνο, και ο στόχος της αύξησης της υπερθέρμανσης κατά 1,5 βαθμούς απαιτεί εκπομπή ενός μόνο τόνου[1], τότε απαιτείται μείωση στο ένα δέκατο. Αυτό είναι το πρωτοφανές καθήκον της εποχής μας, στον «αναπτυγμένο» κόσμο. Οι καταναλωτικές κοινωνίες του παγκόσμιου Βορρά-Δύσης βρίσκονται μπροστά στην ανάγκη για μια βαθιά πολιτιστική αλλαγή. Για να είναι αυτή εποικοδομητική (γιατί ένα τελευταίο ξέσπασμα βίας και πόλεμος θα καταναλώσει τον πλανήτη γρήγορα και οριστικά), χρειάζεται οικολογική δικαιοσύνη και ισοκατανομή βαρών. Αν υπάρξει ισοκατανομή βαρών και κοινωνική-οικολογική-κλιματική δικαιοσύνη, τότε οι «φτωχές» σήμερα χώρες μπορούν πιο εύκολα να στηρίξουν την μετάβασή τους σε κοινωνίες αποανάπτυξης και μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος, γιατί δεν θα είναι αναγκασμένες να παραιτηθούν από την υπερκατανάλωση-πράγμα που δεν είχαν τη δυνατότητα οι πλειοψηφίες των πληθυσμών τους- όπως θα χρειασθεί να συμβεί στις πλούσιες χώρες!
Ο καπιταλισμός ήταν και είναι ένα σύστημα που έχει ιστορικά επιδείξει μια τεράστια ικανότητα προσαρμογής στις διάφορες προκλήσεις. Η αδυναμία του  όμως να αντιαντιμετωπίσει σήμερα την οικολογική κρίση δείχνει ότι γρήγορα πηγαίνει σε μια φάση της τελικής διάβρωσης, από την οποία έχει μόνο μία διέξοδο: τον οίκο-φασισμό, μια προοπτική που βασίζεται στην ιδέα ότι πολλοί άνθρωποι στον πλανήτη περισσεύουν. Δρα περιθωριοποιώντας αυτούς που περισσεύουν. Αυτό το κάνει ήδη και στην πιο σκληρή του εκδοχή, τους εξοντώνει, μπροστά στην επικείμενη γενική έλλειψη δείχνει όλο και πιο αποφασισμένος να διατηρήσει τους σπάνιους πόρους σε λίγα χέρια.
Από την άλλη, οι σημερινές γενιές των ανθρώπων-ακόμα και των λεγόμενων «από κάτω» που εκμεταλλεύονται από τον καπιταλισμό- κληρονομούν στα παιδιά τους όχι μόνο οικονομικά χρέη, αλλά και οικολογικά! Με την έννοια ότι οι νέες γενιές θα πρέπει να τα ξεπληρώσουν αποκαθιστώντας και ανανεώνοντας τις συνθήκες ζωής και τα οικοσυστήματα του πλανήτη, αν θέλουν φυσικά να επιβιώσουν στο μέλλον.
Ειδικά για την ελληνική κοινωνία και την Ελλάδα, που ήταν έτσι και αλλιώς ο «ναυαγός της ανάπτυξης»: οι ημέρες της φαινομενικής ευμάρειας έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Η επιστροφή στην μια από τα ίδια «ανάπτυξη» που ευαγγελίζεται και η σημερινή κυβέρνηση  και η προηγούμενη της αριστεράς,  δεν πρόκειται να γίνει με τους όρους που έχουν επιβληθεί από την ΕΕ. Θα χρειασθεί και στην Ελλάδα και παντού να επιδιώξουμε-οι «από κάτω» φυσικά, γιατί οι ελίτ δεν έχουν λόγο-την ευζωία με επάρκεια με επιλογή της κατεύθυνσης της Αποανάπτυξης-Τοπικοποίησης-κοινοτισμού-Άμεσης Δημοκρατίας
Η απομάκρυνση από την ανάπτυξη είναι μια ασύγκριτα μεγάλη παρέμβαση. Θα πρέπει να πούμε αντίο στους καπιταλιστικούς νόμους της αγοράς:
ανταλλαγή αντί αγοράς, μοίρασμα και δανεισμός αντί ενοικίασης, κατοίκηση αντί κατοχής, δωρεά αντί μάρκετινγκ, περιορισμός αντί επέκτασης, εργασία αντί εκμετάλλευσης, συμφωνία και αποδοχή αντί διαταγής και υπακοής, νόημα και ουσία στην παραγωγή και τη χρήση αντί κατανάλωσης και επιδίωξης κέρδους. Θα πρέπει να μειώσουμε όχι μόνο τον χρόνο εργασίας με ισοκατανομή της κοινωνικά αναγκαίας εργασίας, αλλά και με εισαγωγή ενός Βασικού Εισοδήματος.
Η «πράσινη ανάπτυξη» στα πλαίσια του καπιταλισμού: το καλύτερο που θα προσφέρει είναι μια παράταση χρόνου στην κατάρρευση: Η Παγκόσμια τράπεζα προβλέπει ότι για την «πράσινη ανάπτυξη» θα χρειασθούμε μέχρι το 2050 ραγδαία αύξηση των εξορύξεων των ορυκτών μετάλλων: αλουμινίου, χαλκού, μόλυβδου, νικελίου και χάλυβα, εντατικοποίηση στην εκμετάλλευση σπάνιων γαιών(ίνδιο, μολυβδένιο, νεοδύμιο) και ειδικότερα για υλικά αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας (κοβάλτιο, λίθιο, μαγγάνιο, νικέλιο) αύξηση της ζήτησης έως και 1000%.
Η «αποανάπτυξη», βασισμένη στην αυτο-επάρκεια και την εκούσια απλότητα, φαίνεται να απορρέει από μια μη βίαιη και αντιαυταρχική φιλοσοφία. Από την άλλη, θέση της δεν είναι η παραίτηση από τις απολαύσεις της ζωής. Απεναντίας, διεκδικεί κατηγορηματικά την ανάκτησή τους, απορρίπτοντας την απατηλή λάμψη της αλόγιστης κατανάλωσης.
«Πρόκειται για μια διαδικασία πραγματικής μείωσης της παραγωγής και κατανάλωσης, που θα συνοδεύεται από ένα τρόπο ζωής  κατά τη διάρκεια της οποίας ξανασκεφτόμαστε και επαναϊεραρχούμε τις ανάγκες μας προς την κατεύθυνση της λιγότερης κατανάλωσης και του περισσότερου ελεύθερου χρόνου. Αυτά φαίνεται να μπορούν να σαρκωθούν   μέσα σε μια ατμόσφαιρα «εκούσιας απλότητας» και «συµβιωτικότητας»  μέσω της  αναδιανομής του παραγόµενου πλούτου με στόχο την όσο το δυνατόν µεγαλύτερη κοινωνική δικαιοσύνη, την έμφαση στην πραγµατική αξία χρήσης ενός προϊόντος και όχι στην ανταλλακτική αξία του ως εµπορεύµατος, την ανάδειξη της σημασίας της τοπικής παραγωγής με φτηνές πρώτες ύλες, την επαναχρησιµοποίηση και  την ανακύκλωση καθώς και τους οικολογικούς φόρους. Όλοι οι παραπάνω στόχοι είναι αλληλεξαρτώμενοι».
Ο βασικός στόχος της έννοιας της αποανάπτυξης είναι η αποαποικιοποίηση της ατομικής και κοινωνικής συνείδησης από την ιδεολογία της ανάπτυξης. Μέσα από την κριτική του μοντέλου της. Το ιδεολόγημα της ανάπτυξης κατέχει -μετά τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο και ιδίως την τελευταία 30ετία-θέση θρησκείας. Μιας θρησκείας που μας λέει ότι η οικονομική ανάπτυξη είναι μια ευλογία, ότι μέσω αυτής έχουμε κοινωνική συνοχή, επαρκείς δημόσιες/κοινωνικές υπηρεσίες, υψηλά επίπεδα κατανάλωσης και πως η φτώχεια, η ανισότητα και η ανεργία θα εκλείψουν, αφού μέσα από την συνεχή ανάπτυξη θα μεταβούμε σε «κοινωνίες αφθονίας» και στον «επί γης παράδεισο».
 Στην επιδίωξη αυτού του «παραδείσου» όμως δεν θα μας βοηθήσει η θρησκεία της ανάπτυξης-που όπως προανάφερα» μας οδηγεί στην κατάρρευση-αλλά το ερώτημα «τι έχει νόημα;» στη ζωή μας. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα μπορεί να αποκτήσει κεντρική σημασία τα επόμενα χρόνια.
Η εισαγωγή μιας οικολογικής μεθόδου ερμηνείας και η δημιουργία ενός νέου αξιακού συστήματος συνδεδεμένου περισσότερο με  την έννοια του «ευ ζην» των αρχαίων Ελλήνων, του «buen vivir»(καλή ζωή) των ιθαγενικώ ν κοινοτήτων της λατινικής Αμερικής, καθώς και των «καρακόλ» των Ζαπατίστας και του συστήματος συμβουλίων των Κούρδων της Ροζάβα, μπορεί να βοηθήσει στη λήψη των ατομικών και συλλογικών αποφάσεων για καλύτερες εκτιμήσεις ως προς την βαρύτητα των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, αλλά και για το ποια μορφή είναι απαραίτητο και μπορούν να πάρουν τα συντάγματα σε κάθε χώρα, μετά το τέλος της ανάπτυξης.  Πώς πρέπει να οργανωθεί η Ευρώπη και τα κράτη της, προκειμένου να προωθηθεί η παγκοσμιοποίηση της συνύπαρξης-η νέα οικουμενικότητα δηλαδή- και όχι η παγκοσμιοποίηση των εμπορευμάτων; Είναι ερωτήματα που μπορούν να απαντηθούν στα πλαίσια ενός νέου αξιακού συστήματος που μπορεί να υιοθετηθεί από τις κοινωνίες του πολιτισμού της «μετά την ανάπτυξη» εποχής.
Η πρόταση για την ευζωία με επάρκεια –που έχει διαμορφωθεί προς το παρόν από μια μειοψηφία ανθρώπων που έχουν επιλέξει ήδη σήμερα έναν άλλον τρόπο ζωής και δεν ανήκουν στον κυρίαρχο ανθρωπολογικό τύπο του homo oeconomicus-θα μπορούσε να είναι μια διέξοδος προς τον απαραίτητο νέο ευτοπικό πολιτισμό, που όμως θα πρέπει να επιλεχθεί και από σημαντικές κοινωνικές πλειοψηφίες για να υλοποιηθεί ως εναλλακτική του παρόντος. Και αυτό είναι το στοίχημα που θα χρειασθεί να παίξουν πρωτοβουλίες προσώπων-όχι μονοδιάστατων ατόμων-σε κάθε τοπική κοινωνία, ώστε με διασύνδεση και ομοσπονδιοποίησή τους, να μπορέσουν να το κερδίσουν το στοίχημα, όχι μόνο τοπικά, αλλά και σε επίπεδο εθνικής επικράτειας κάθε φορά. 

Σε κάθε περίπτωση βέβαια, ο καπιταλισμός έχει την ικανότητα να αποφεύγει να θέτουμε σημαντικές ερωτήσεις. Λέει, για παράδειγμα, ότι μπορεί και πρέπει να αναζητηθούν νέες πηγές ενέργειας που θα μας επιτρέψουν να διατηρήσουμε ή και να αυξήσουμε αυτά που έχουμε κατακτήσει. Να μην ανησυχούμε γιατί θα εξασφαλισθεί για τον καθένα ένα μεγαλύτερο κομμάτι πίτας. Την ερώτηση όμως που δεν μπορεί να αποφύγει ούτε αυτός ούτε και μεις, είναι: μπορούμε και θέλουμε να συνεχίσουμε να ζούμε, να παράγουμε και να καταναλώνουμε όπως μέχρι τώρα, αποδεχόμενοι το ενδεχόμενο της κατάρρευσης και του οικοφασισμού;


[1] Ο στόχος που συμφωνήθηκε στο Παρίσι, δηλαδή να περιορισθεί η υπερθέρμανση του πλανήτη σε 1,5 βαθμούς Κελσίου σε σχέση με την προ-βιομηχανική περίοδο, παρέχει το κριτήριο αξιολόγησης για την αποτελεσματικότητα των μέτρων μείωσης των εκπομπών, με εμπειρικό τρόπο. Στην τελευταία έκθεσή της, η επιτροπή IPCC του ΟΗΕ αναφέρει ένα υπόλοιπο 270 δισεκατομμυρίων τόνων άνθρακα (C) ή ισοδύναμων 991 δισεκατομμυρίων τόνων CO2 που μπορεί, στην καλύτερη περίπτωση, να απορροφήσει η ατμόσφαιρα στην περίοδο 2013-2100, αν ο στόχος του 1, 5 ° τηρηθεί. Με βάση αυτό, μπορεί εύκολα να καθορισθούν οι ετήσιες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου που αντιστοιχούν σε κάθε άτομο: Στα τέσσερα χρόνια μετά την αναφορά αυτή (2013-2016) οι εκπομπές ήταν στα 160 δισεκατομμύρια τόνους CO2, που αν αφαιρεθούν από τους 991 που ήταν ο προϋπολογισμός του 2013, μένουν 831 δισεκατομμύρια τόνοι CO2 που μπορούμε να εκπέμψουμε συνολικά από το 2017 έως το τέλος αιώνα. Διαιρεμένο με τα 83 χρόνια που μένουν, έχουμε ως αποτέλεσμα έναν ετήσιο προϋπολογισμό 10 δισεκατομμυρίων τόνων CO2. Με έναν αναμενόμενο, για το υπόλοιπο του αιώνα, παγκόσμιο πληθυσμό 9 δισεκατομμυρίων ανθρώπων, αυτό οδηγεί σε ένα ετήσιο ποσό εκπομπής ενός περίπου τόνου CO2 ανά άτομο. Βλέπε: http://www.topikopoiisi.eu/902rhothetarhoalpha/4966263

Για την ευζωία με επάρκεια!


Πώς μπορούμε να λύσουμε τα πιεστικά προβλήματα του σήμερα, μετά τον εγκλεισμό λόγω πανδημίας; Επιστρέφοντας στην «κανονικότητα» της προ Κορόνα-εποχής και στο μοντέλο «ανάπτυξης» και «ευημερίας», που μας πρότειναν οι συμβατικοί οικονομολόγοι και οι πολιτικές των κυβερνήσεων του «αναπτυγμένου κόσμου;
 Μήπως η αληθινή ευημερία για το μέλλον θα ήταν το «να ζούμε καλύτερα καταναλώνοντας λιγότερα και με λιγότερη δουλειά»; Μήπως μπορούμε να πετύχουμε μια καλύτερη συνολικά ζωή (ευζωία) εξασφαλίζοντας περισσότερο χρόνο(θεωρούμενος ο χρόνος σαν φυσικός πόρος που έτσι είναι πραγματικά), αυξημένη αυτάρκεια, πιο έντονες κοινωνικές σχέσεις( θεωρούμενες ως σχεσιακά αγαθά); Μήπως η μείωση του εργάσιμου χρόνου είναι ένα μέσο για τους αναγκαίους κοινωνικούς και ατομικούς μετασχηματισμούς; Έτσι δε μπορούμε να πετύχουμε τη μείωση της γρήγορης κατανάλωσης προϊόντων της μαζικής παραγωγής, τα οποία προϊόντα παράγονται με καταστροφικό για το περιβάλλον τρόπο και μεγάλο οικολογικό αποτύπωμα και ταυτόχρονα να επιδιώξουμε μια αυτεξούσια συνολικά καλή ζωή που δεν θα στηρίζεται στην υπερκατανάλωση πόρων αλλά στην εγκρατή και επαρκή τους χρήση;  Αυτό δεν διδαχθήκαμε κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού, όπου είχαμε άφθονο χρόνο για να σκεφθούμε πάνω στα νοήματα της ζωής και του θανάτου προσπαθώντας να αυτοδιαχειρισθούμε τον φόβο, που ήταν πανταχού παρών στην οθόνη της τηλεόρασης ή του υπολογιστή μας;
 Η επικρατούσα τάση της οικονομικής επιστήμης κόντρα στη Γαία
Για να αναπτύξουμε την επιχειρηματολογία μας για τους αναγκαίους μετασχηματισμούς που χρειαζόμαστε και για ένα σχέδιο με το οποίο θα πετύχουμε την ευζωία με επάρκεια, θα χρειασθεί να αρχίσουμε με ένα ευρύ περίγραμμα των παγκόσμιων διλημμάτων που δημιουργούνται από ένα οικονομικό σύστημα, το οποίο δεν λαμβάνει υπόψη τις φυσικές του βάσεις και τους πεπερασμένους οικονομικούς πόρους. Όχι μόνο δεν τους σκέφτεται, αλλά βασικά θέλει να τους αγνοεί. Η υγειονομική και οικονομική κρίση, η κλιματική αλλαγή και οι κοινωνικές ανισότητες είναι τα συμπτώματα αυτής της τύφλωσης των οικονομιών της επικρατούσας τάσης, η οποία οδήγησε σε σημαντικά εσφαλμένη εκτίμηση της σχέσης μεταξύ της περιβαλλοντικής προστασίας και της οικονομικής μεγέθυνσης-ανάπτυξης.
Οι αγορές δεν είναι σε θέση να αποτρέψουν τον εκφυλισμό της υγείας μας ή την αύξηση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου και την αύξηση της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Η διαπίστωση αυτή δεν μπορεί να είναι νέα για τα κοινωνικά και οικολογικά κινήματα. Ωστόσο, αξίζει να αναφερθεί, επειδή και τα ίδια έχουν αντιληφθεί ότι η οικονομική κρίση των τελευταίων ετών υπήρξε μια ευκαιρία-όχι ακόμα χαμένη- χρειάζεται να παρέμβουν πολιτικά και να αποδομήσουν τα παλιά πρότυπα σκέψης και στην πολιτική και στην κοινωνία. Να κάνουν γνωστές και κατανοητές τις πλούσιες αναλύσεις τους για τη σύνδεση ανάμεσα στο περιβάλλον και την οικονομία σε ένα ευρύτερο ακροατήριο. Να συζητήσουν με τους «από κάτω» των κοινωνιών σχετικά με τις αναγκαίες αλλαγές και να απαιτήσουν τον πολιτικοοικονομικό μετασχηματισμό του συστήματος.
Τα κριτήρια που αναφέραμε υπό τύπον ερωτημάτων στην αρχή, δηλαδή ο περισσότερος προσωπικός χρόνος, ο λιγότερος εργασιακός χρόνος, η αυξημένη αυτάρκεια και οι έντονες κοινωνικές και διανθρώπινες σχέσεις, είναι και ένας προσωπικός οδηγός για το πώς ο καθένας/καθεμία  από μας μπορεί να ακολουθήσει το δικό του/της δρόμο για την προσωπική και συλλογική αλλαγή. Αλλά πώς μπορούμε να χαράξουμε και να ακολουθήσουμε αυτόν τον δρόμο, ο οποίος μειώνει το οικολογικό μας αποτύπωμα, αλλά καθιστά συγχρόνως δυνατό να ζούμε μια καλή ζωή με επάρκεια αγαθών και μέσων;
Κάποιοι κανόνες για μια ολιστικά καλή ζωή με επάρκεια
Η ευζωία μας μπορεί να βασισθεί σε τέσσερις αρχές-πυλώνες που διαμορφώνουν το σχέδιο της επάρκειας:
·         Πρώτος πυλώνας: η μείωση του χρόνου εργασίας αποτελεί τον βασικότερο πυλώνα. Με λιγότερη εργασία απελευθερώνονται χρονικοί πόροι, οι οποίοι καθιστούν δυνατή τη φροντίδα για την ανάπτυξη και διατήρηση διαπροσωπικών σχέσεων ή για την αυτοπαραγωγή προϊόντων και χρηστικών αντικειμένων.
·         Δεύτερος πυλώνας, που είναι συνέπεια του πρώτου, είναι η αυτάρκεια που μπορεί να εξελιχθεί σε ένα σημαντικό οικονομικό κίνημα. Όποιος μπορεί να φροντίζει σε κάποιο βαθμό μόνος του τον εαυτό του, να καλλιεργεί ή να κατασκευάζει, χρειάζεται να κερδίζει λιγότερα χρήματα και έτσι ταυτόχρονα φροντίζει και για τη διατήρηση των πόρων. Έτσι, μπορεί να διαφοροποιηθεί και η "business as usual"  και η αγορά.
·         Τρίτος πυλώνας: η προσεκτική κατανάλωση και μια επιπλέον φιλική προς το περιβάλλον στάση, οδηγεί στο να αγοράζονται βιώσιμα πράγματα πιο συνειδητά και για μεγάλης διάρκειας χρήση.
·         Τέταρτος: οι διαπροσωπικές σχέσεις και η επένδυση χρόνου στην κοινότητα (σε μια κοινότητα 50 προσώπων μπορούν να δημιουργηθούν 1225 διαφορετικές διαπροσωπικές σχέσεις). Αυτός ο επανα-ανακαλυφθής πλούτος του «κοινωνικού κεφαλαίου»-καλύτερα των σχεσιακών αγαθών- οδηγεί στην αμοιβαία υποστήριξη και σε περισσότερες ευκαιρίες για ανταλλαγή ή δανεισμό. Αυτή η λογική της αλληλεγγύης-συνέργειας και της ευχάριστης συνύπαρξης υποστηρίζεται από φιλικές προς το περιβάλλον τεχνολογίες, από ανοικτού κώδικα ανταλλαγή γνώσεων, από μοντέλα μοιράσματος και από τις μικροεπιχειρήσεις.
«Ευζωία» αντί «Ευημερία»!
Χρησιμοποιούμε τον όρο «ευζωία» (ευ ζωή, καλή ζωή, buen vivir) για να τον ξεχωρίσουμε από τον όρο «ευημερία» (ευ ημέρα, καλή ημέρα) που χρησιμοποιείται σήμερα από όλους σαν στόχος της «ανάπτυξης». Άλλο να περνάς τη μέρα σου καλά, και άλλο να έχεις μια ποιότητα συνολικά σε όλη τη ζωή σου. Άλλο να νομίζεις ότι ήλθες στη ζωή για να τρέχεις, να δουλεύεις όσο γίνεται περισσότερο, να αποκτάς περισσότερα χρήματα για να καταναλώνεις όσο γίνεται περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες-εμπορεύματα, θεωρώντας-χωρίς να έχεις το χρόνο να σκεφθείς- ότι «ευημερείς» και άλλο να περιορίζεις τις καταναλωτικές σου ανάγκες υιοθετώντας ένα μοντέλο «εθελούσιας ολιγάρκειας», να καταναλώνεις δηλαδή λιγότερους αλλά επαρκείς πόρους και ενέργεια, ζώντας μια καλύτερη συνολική ζωή, ανακαλύπτοντας την ποιότητα και την αξία χρήσης των προϊόντων και έχοντας επαρκή χρόνο στη διάθεσή σου για αυτοανάπτυξη, αυτοπραγμάτωση και εμβάθυνση στα νοήματα της ζωής.

Κατευθυντήρια γραμμή  για την ευζωία -αξιοβίωτη ζωή προτείνουμε ένα αξιακό σύστημα κωδικοποιημένο σε οκτώ κριτήρια Ε (έννοιες που αρχίζουν όλες από Ε, για να τις θυμόμαστε καλύτερα):
  1. Επιβράδυνση στον χρόνο .  Αντί του σημερινού όλο και πιο γρήγορα και επιφανειακά: πιο αργά και σε βάθος!
  2. Εγγύτητα στον χώρο. Αντί του όλο και πιο μεγάλα, του όλο και πιο μακριά και παγκοσμιοποιημένα: πιο μικρά, πιο κοντά και τοπικά!
  3. Επάρκεια στην ιδιοκτησία, στα μέσα και τους πόρους διαβίωσης. Αντί του όλο και περισσότερα: ποιότητα, επάρκεια, λιγότερα είναι συνήθως αρκετά! Αντί μιας χρήσης και με ημερομηνία λήξης: καλύτερα και πιο γερά! αντί για το απρόσωπο του ομογενοποιημένου της μαζικής παραγωγής : πιο όμορφα και προσωπικά !
  4. Ενσυναίσθηση στις διανθρώπινες σχέσεις και στις σχέσεις με τις άλλες μορφές ζωής. Αντί εμπορευματοποίησης και ωφελιμισμού, αναγνώριση της διαφορετικότητας και συμπάθεια-αλληλοστήριξη!
  5. Έξοδος από την αγορά  . Αντί μόνον για όποιον έχει χρήματα μέσω της αγοράς: πιο δίκαια, για τον καθένα που το χρειάζεται, από τον καθένα που μπορεί!
  6. Επαναοικειοποίηση τόπων, Κοινών συλλογικών αγαθών και χρόνου. Αντί καταστροφής τόπων και Κοινών με «ανάπτυξή» τους, αντί αύξησης του εργάσιμου χρόνου, επανατοπικοποίησηυποστήριξή τους και αύξηση του ελεύθερου προσωπικού χρόνου για αυτοπραγμάτωση-αυτοανάπτυξη!
  7. Ευρύτητα στη γνώση και τις δεξιότητες. Αντί της εξειδίκευσης και του μονοδιάστατου οικονομικού ατόμου, ολιστική πολύπλευρη γνώση και ολοκληρωμένα πρόσωπα!
  8. Επανανοηματοδότηση στη συνείδηση. Αντί του όλο και πιο ανταγωνιστικά: συνεργατικά και αλληλέγγυα! όποιος φροντίζει για όλους, φροντίζει και για τον εαυτό του!
 Το 8οκριτήριο προϋπόθεση για τα άλλα 7. Τα οκτώ Ε είναι χρήσιμα για την αλλαγή στην ατομική στάση και τον τρόπο ζωής μας, αλλά και σαν πυξίδα στη γενικότερη πολιτική κατεύθυνση και την οικονομία.
Όρια και δυνατότητες υλοποίησης
Οι παραπάνω αρχές επάρκειας αποτελούν επίσης τη βάση για κατάλληλες πρακτικές όσον αφορά στην πολιτική του χρόνου εργασίας και στην κοινωνική πολιτική. Η μείωση του χρόνου εργασίας έχει και μακροοικονομικές επιπτώσεις, επειδή  μπορούν να κατανεμηθούν πιο ομοιόμορφα και σε περισσότερους οι θέσεις εργασίας και έτσι θα μπορούν να δημιουργηθούν ευνοϊκότερες συνθήκες ύπαρξης. Πρέπει να τονισθεί ιδιαίτερα ότι τα κοινωνικά κινήματα της αλλαγής του παραδείγματος, θα χρειασθεί να αξιώσουν άμεσα τη μείωση της ανισότητας και της φτώχειας από τις κυβερνήσεις, με την υιοθέτηση για παράδειγμα ενός ελάχιστου και χωρίς προϋποθέσεις κοινωνικού εισοδήματος (Η πρόταση έχει διαμορφωθεί από καιρό και ήλθε ξανά στην επικαιρότητα λόγω του Κορονοϊού: το προτείνει πρόσφατα και η Ισπανική κυβέρνηση για όλη την Ε.Ε.). Επίσης να τονισθεί ότι η πολιτική αυτή δεν μπορεί να είναι ακόμα επαρκής: Ο στόχος της πληρότητας-επάρκειας παραμένει μια ιδέα που πρέπει να μπορεί να υλοποιηθεί πρακτικά σε όλα τα επίπεδα και σε όλες τις κοινωνίες, σε όλο τον πλανήτη, για να είναι δίκαιη. Ομοίως, υπάρχει έλλειψη επιχειρημάτων για να μπορούν να πεισθούν από την ιδέα της επάρκειας οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής ιδιαίτερα , αλλά και οι πολίτες.
Η επάρκεια μπορεί συνεπώς να θεωρηθεί ως σημείο εκκίνησης και αναφοράς και ως οδηγός για δράση, αλλά η ίδια εξαρτάται από σημαντικές αλλαγές στην πολιτική για να μπορέσει να δώσει λύσεις στις παγκόσμιες προκλήσεις. Παρ 'όλα αυτά προσφέρει ένα συνεκτικό σκεπτικό γιατί είναι αναγκαίο να πάμε σε πέρα και ανεξάρτητες από την ανάπτυξη οικονομίες και ταυτόχρονα θα μπορούσε να δώσει-μετά από αναλυτική επεξεργασία-μια εναλλακτική λύση.

Τρίτη 12 Μαΐου 2020

Από-παγκοσμιοποίηση του μοντέλου της καπιταλιστικής παραγωγής και η προοπτική της Αποανάπτυξης-Τοπικοποίησης


Μία από τις τάσεις του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, που προϋπήρχε της πανδημίας ήταν και η τάση της από-παγκοσμιοποίησης. «Αυτή παίρνει διαστάσεις γιατί με αφορμή την πανδημία έχει γενικευθεί η  αίσθηση ότι ο συνδεδεμένος κόσμος μας-το «παγκόσμιο χωριό» με τα πολλαπλά «ανθρωποδίκτυα»-  το καθημερινό μακρινό -και ηλεκτρονικό- εμπόριο και ο τουρισμός μας, μας καθιστούν πολύ ευάλωτους στις πανδημίες και τις οικονομικές τους επιπτώσεις.»
Από τις αρχές του 1990 κυρίως, οι εταιρείες είχαν αρχίσει να αναθέτουν την παραγωγή τους σε χώρες με χαμηλούς μισθούς. Η πτώση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» συνέβαλε σε αυτό, όπως επίσης η ολοκλήρωση των θεσμών της παγκοσμιοποίησης και των πολυεθνικών συμφωνιών, η ένταξη της Κίνας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, αλλά και μια επανάσταση στις μεταφορές: η τεχνολογία-οικονομία των εμπορευματοκιβωτίων-Containers. Έγινε μια άνευ προηγουμένου ανάπτυξη των παγκόσμιων αλυσίδων εφοδιασμού στις περιοχές μειωμένου κόστους εργασίας. Η περίοδος 1990- 2008 έμεινε γνωστή σαν εποχή της υπερπαγκοσμιοποίησης, και κατά τη διάρκειά της το 60% της παγκόσμιας ανάπτυξης του εμπορίου οφειλόταν στις παγκόσμιες αλυσίδες πραγμάτωσης αξίας.
Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 όμως, προανήγγειλε την αρχή του τέλους αυτής της εποχής. Από το 2011, η αυξανόμενη επέκταση των παγκόσμιων αλυσίδων εφοδιασμού έχει σταματήσει. Ο λόγος για αυτή την αλλαγή ήταν η αβεβαιότητα: Μεταξύ 2008 και 2011, ο Παγκόσμιος Δείκτης Αβεβαιότητας [1] αυξήθηκε σχεδόν κατά 200%. Συγκριτικά, κατά τη διάρκεια της επιδημίας του ιού Sars το 2002 και το 2003, ο δείκτης αυτός αυξήθηκε μόνο κατά 70%, ενώ όταν η Βρετανία ψήφισε υπέρ της αποχώρησης από την Ευρωπαϊκή Ένωση το 2016,αυξήθηκε προσωρινά κατά 250%.
Αυτή η αυξημένη αβεβαιότητα  των τελευταίων χρόνων λοιπόν, φαίνεται να πιάνει κορυφή με την παρούσα πανδημία Covid-19. Καθώς αυτή κλιμακώνεται, έχουν ενταθεί οι κίνδυνοι σε σχέση με τις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού. Οι εταιρείες αλλάζουν στάση και επιχειρηματικά σχέδια και ξαναφέρνουν πίσω, στην πιο σίγουρη μητρική έδρα τους, τις οικονομικές δραστηριότητες και την παραγωγή τους, που πριν είχαν διασκορπίσει σε ένα παγκοσμιοποιημένο δίκτυο θυγατρικών ή συνεργαζόμενων εταιρειών –σε χώρες μισθολογικών παραδείσων-οι οποίες κατασκεύαζαν τα διάφορα στοιχεία των τελικών προϊόντων τους.
Και επειδή δεν τις συμφέρει να δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας στις μητρικές χώρες-λόγω της ακριβής εργασίας- προχωρούν εδώ στην ψηφιοποίηση-αυτοματοποίηση-ρομποτοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας. Η χρήση των ρομπότ στις αλυσίδες παραγωγής είναι πια φθηνότερη από πριν και επιταχύνεται, οδηγώντας σε μια αναγέννηση της βιομηχανικής παραγωγής στις μετα-βιομηχανικές χώρες, πράγμα που δημιουργεί και μεγάλο πρόβλημα για την Κίνα, τον μεγάλο κινητήρα της παγκοασμιοποίησης. Μια αύξηση κατά 300% της αβεβαιότητας , που πιθανώς να προκαλέσει η  πανδημία Covid-19, θα μπορούσε να μειώσει την παγκόσμια δραστηριότητα της εφοδιαστικής αλυσίδας κατά 35%. Έτσι την ερχόμενη μετά την πανδημία περίοδο, οι εταιρείες μάλλον δεν θα αναλάβουν τους κινδύνους που συνδέονται με την εξωτερική ανάθεση της παραγωγής. Τα κίνητρα για τη μετατόπιση της παραγωγής πίσω στις πλούσιες βιομηχανικές χώρες ενισχύονται από το γεγονός ότι η ρομποτοποίηση, όπως αναφέρθηκε, είναι τώρα φθηνότερη από ποτέ. Στο παράδειγμα της Γερμανίας: μια εταιρεία θα έπρεπε να πληρώσει έναν Γερμανό εργαζόμενο πολύ περισσότερο από ό, τι έναν εργαζόμενο στην Κίνα. Ένα γερμανικό ρομπότ όμως, δεν απαιτεί καθόλου μισθούς, ούτε κοινωνικές παροχές, όπως η ασφάλιση υγείας ή η συνέχιση της καταβολής των μισθών σε περίπτωση ασθένειας.

Οι επενδύσεις στα ρομπότ δεν είναι μια νέα εξέλιξη, έχουν ξεκινήσει από τα μέσα της δεκαετίας του 1990. Η αυτοκινητοβιομηχανία πρωτοστάτησε σε αυτό, αντιπροσωπεύοντας το 50%-60% στη χρήση των ρομπότ. Στη Γερμανία[2] π.χ. το 2014, υπήρχαν τέσσερα ρομπότ ανά 1.000 εργαζόμενους, στη Νότια Κορέα και τη Σιγκαπούρη 6 ρομπότ ανά 1000 εργαζόμενους, ενώ στις ΗΠΑ είναι 1,5 ανά 1000. Τώρα αυτές οι επενδύσεις θα ενταθούν, αφού λόγω της χρηματοληπτικής πολιτικής των κεντρικών τραπεζών κατά την πανδημία τα επιτόκια θα μειωθούν σημαντικά. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, η ρομποτοποίηση μπορεί να αυξηθεί μέχρι και το 76% και θα αφορά περισσότερο σε επιχειρήσεις που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού και κερδοφορίας, όπως του τομέα των αυτοκινήτων και μεταφορών, των ηλεκτρικών ειδών ή της κλωστοϋφαντουργίας. Στη Γερμανία π.χ. οι τομείς της παραγωγής που επιστρέφουν στη χώρα είναι κυρίως της χημικής βιομηχανίας, της μεταλλουργίας, των ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών ειδών, που πριν εξασφάλιζαν τα προ-προϊόντα των τελικών τους προϊόντων από παραγωγικές διαδικασίες σε «υποανάπτυκτες» ή «αναπτυσσόμενες» χώρες με χαμηλούς μισθούς.
Στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, χώρες όπως η Τσεχία, η Σλοβακία και η Σλοβενία (όπου η αυτοκινητοβιομηχανία είναι βασικά ξένης ιδιοκτησίας και ανταποκρίθηκαν στην πρόκληση της ρομποτικής  έχοντας πλέον περισσότερα ρομπότ ανά 1000 εργαζόμενους από τις ΗΠΑ ή τη Γαλλία), παραμένουν πολύ ελκυστικές ακόμα για την ανάθεση εξωγενούς παραγωγής από τις επιχειρήσεις των πλούσιων χωρών.
Τα κέντρα παραγωγής χαμηλού κόστους στην Ασία θα βρεθούν σε χειρότερη θέση μετά την πανδημία. Η Κίνα, ειδικότερα, που είχε κεντρική θέση σε πολλές παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού και κερδοφορίας, θα αντιμετωπίσει τα σοβαρότερα προβλήματα - παρά τα σχέδιά της για παραγωγή υψηλότερης ποιότητας και για ενίσχυση της εγχώριας κατανάλωσης-από την στροφή αυτή των πολυεθνικών επιχειρήσεων προς εγχώριες και περισσότερο τοπικοποιημένες αλυσίδες παραγωγής αξίας.

Αν και αυτή η εξέλιξη δεν ωφελεί οπωσδήποτε τους τοπικούς εργαζόμενους , όπως αναφέραμε λόγω της ψηφιοποίησης-αυτοματοποίησης-ρομποτοποίησης, βλέπουμε συστημικές αλλαγές στην παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία-επιταχυνόμενες από την πανδημία- με αναγέννηση της βιομηχανικής παραγωγής στις πλούσιες βιομηχανικές χώρες και αύξηση του μεριδίου της μεταποίησης στην προστιθέμενη αξία σε αυτές τις χώρες.
Ο βιομηχανικός τομέας στη χώρα μας δεν φαίνεται και πάλι να έχει μερίδιο σε αυτή την εξέλιξη, ούτε καν στον τομέα της τεχνολογίας των ΑΠΕ και των ηλεκτρονικών, όπου θα μπορούσε να δημιουργήσει ενδογενή αλυσίδα παραγωγής προ-τελικών- προϊόντων.

Και η προοπτική της Απο-ανάτυξης μετά την πανδημία;

Αυτό που προτείνει το κίνημα της Τοπικοποίησης-Αποανάπτυξης (Localisation-Degrowth είναι να επανα-φαντασθούμε το μέλλον μετά την κρίση του Κοροναϊού. Πιο συγκεκριμένα προτείνει προς τους «από κάτω» του σημερινού παγκοσμιοποιημένου καπιταλιστικού συστήματος:
1) Βάλτε τη ζωή στο επίκεντρο των οικονομικών μας συστημάτων. Αντί της οικονομικής ανάπτυξης και της σπάταλης παραγωγής, πρέπει να θέσουμε τη ζωή και την ευημερία στο επίκεντρο των προσπαθειών μας. Ενώ ορισμένοι τομείς της οικονομίας, όπως η παραγωγή ορυκτών καυσίμων, ο στρατός και η διαφήμιση, πρέπει να καταργηθούν σταδιακά το συντομότερο δυνατόν, πρέπει να προωθήσουμε άλλους, όπως η υγειονομική περίθαλψη, η εκπαίδευση, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και η οικολογική γεωργία.
2) Ριζική επαναξιολόγηση για το πόσο και τι δουλειά είναι απαραίτητη για μια καλή ζωή για όλους. Πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στην εργασία στον τομέα της περίθαλψης και να εκτιμήσουμε επαρκώς τα επαγγέλματα που αποδείχθηκαν ουσιώδη κατά τη διάρκεια της κρίσης. Οι εργαζόμενοι από τις καταστροφικές βιομηχανίες χρειάζονται πρόσβαση στην κατάρτιση για νέες μορφές εργασίας που να είναι αναγεννητικές και καθαρότερες, εξασφαλίζοντας μια δίκαιη μετάβαση. Συνολικά, πρέπει να μειώσουμε τον χρόνο εργασίας και να θεσπίσουμε συστήματα για την αναδιανομή της.
3) Οργάνωση της κοινωνίας γύρω από τον εφοδιασμό βασικών αγαθών και υπηρεσιών. Ενώ πρέπει να μειώσουμε την σπάταλη κατανάλωση και τα ταξίδια, οι βασικές ανθρώπινες ανάγκες, όπως το δικαίωμα στην τροφή, τη στέγαση και την εκπαίδευση, πρέπει να διασφαλίζονται για όλους μέσω καθολικών βασικών υπηρεσιών ή καθολικών συστημάτων βασικού εισοδήματος. Επιπλέον, πρέπει να καθοριστεί και να εισαχθεί ένα ελάχιστο και μέγιστο εισόδημα.
4) Εκδημοκρατισμός της κοινωνίας. Αυτό σημαίνει να δοθεί σε όλους τους ανθρώπους η δυνατότητα να συμμετέχουν στις αποφάσεις που επηρεάζουν τη ζωή τους. Ειδικότερα, σημαίνει μεγαλύτερη συμμετοχή για περιθωριοποιημένες κοινωνικές ομάδες, καθώς και ενσωμάτωση των φεμινιστικών αρχών στην πολιτική και το οικονομικό σύστημα. Η ισχύς των παγκόσμιων εταιρειών και του χρηματοπιστωτικού τομέα πρέπει να μειωθεί δραστικά μέσω της δημοκρατικών σχέσεων ιδιοκτησίας και εποπτείας. Οι τομείς που σχετίζονται με τις βασικές ανάγκες, όπως η ενέργεια, τα τρόφιμα, η στέγαση, η υγεία και η εκπαίδευση, πρέπει να από-εμποροποιηθούν και να από-χρηματοποιηθούν. Πρέπει να ενισχυθεί η οικονομική δραστηριότητα που βασίζεται στη συνεργασία, για παράδειγμα στις συνεργατικές εργαζομένων.
5) Βάση των πολιτικών και οικονομικών συστημάτων η αρχή της αλληλεγγύης. Η ανακατανομή και η δικαιοσύνη - διακρατική, διατομεακή και διαγενεακή - πρέπει να αποτελέσουν τη βάση συμφιλίωσης μεταξύ των σημερινών και των μελλοντικών γενεών, των κοινωνικών ομάδων εντός των χωρών καθώς και μεταξύ των χωρών του Παγκόσμιου Νότου και του Παγκόσμιου Βορρά. Ο Παγκόσμιος Βορράς ειδικότερα πρέπει να τερματίσει τις τρέχουσες μορφές εκμετάλλευσης και να επανορθώσει για τις προηγούμενες. Η κλιματική δικαιοσύνη πρέπει να είναι η αρχή που διέπει έναν ταχύ κοινωνικό-οικολογικό μετασχηματισμό.

 Όσο έχουμε ένα οικονομικό σύστημα που εξαρτάται από την ανάπτυξη, μια ύφεση θα είναι μόνο καταστροφική. Αυτό που χρειάζεται αντ' αυτού ο κόσμος είναι η Αποανάπτυξη - μια προγραμματισμένη αλλά προσαρμοστική, βιώσιμη και δίκαιη μείωση της οικονομίας, οδηγώντας σε ένα μέλλον όπου θα μπορούμε να ζήσουμε καλύτερα με λιγότερα. Η τρέχουσα κρίση ήταν βάναυση για πολλούς, πλήττοντας περισσότερο τους πιο ευάλωτους, αλλά μας δίνει επίσης την ευκαιρία να προβληματιστούμε και να επανεξετάσουμε. Μπορεί να μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε τι είναι πραγματικά σημαντικό και έχει επιδείξει αμέτρητες δυνατότητες για επανα-οικοδόμηση. Η αποανάπτυξη, ως κίνημα και έννοια, εξετάζει αυτά τα θέματα για περισσότερο από μια δεκαετία και προσφέρει ένα συνεκτικό πλαίσιο για την επανεφεύρεση μιας κοινωνίας βασισμένης σε άλλες αξίες, όπως η βιωσιμότητα, η αλληλεγγύη, η ισότητα, η δικαιοσύνη, η ευγένεια, η άμεση δημοκρατία και η απόλαυση της ζωής.


[1] Ο Παγκόσμιος Δείκτης Αβεβαιότητας- World Uncertainty Index (WUI):είναι ένα νέο μέτρο που δημιουργήθηκε από τους ερευνητές του Πανεπιστημίου του Stanford και  παρακολουθεί την αβεβαιότητα σε όλο τον κόσμο στηριζόμενο στις αναφορές των χωρών στη μονάδα Economist Intelligence. Ο δείκτης είναι διαθέσιμος για 143 χώρες.

[2] Στοιχεία από το περιοδικό Spiegel:
https://www.spiegel.de/wirtschaft/soziales/corona-wie-die-pandemie-zur-renaissance-der-deutschen-industrie-fuehrt-a-82d65db2-d12b-4879-b25b-cf1e8a206bf7

Τρίτη 5 Μαΐου 2020

Ο ρόλος της εντατικής κτηνοτροφίας, του εμπορίου άγριων ζώων και της ρύπανσης της ατμόσφαιρας στη δημιουργία πανδημιών


Ενώ μετά τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο και μέχρι το 1975 πολλοί διάσημοι επιστήμονες γιατροί δεν σταματούσαν να δηλώνουν ότι οι μεταδοτικές ασθένειες από τα ζώα στον άνθρωπο είχαν σχεδόν εξαλειφθεί, στη συνέχεια ξεκίνησε η τρίτη εποχή των ζωονοσημάτων, η εποχή «των αναδυόμενων μεταδοτικών ασθενειών». Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας των ζώων (OIE), το 60% των μολυσματικών ασθενειών σήμερα είναι ζωονοσήματα (φυματίωση, λύσσα, HIV) και τουλάχιστον 75% των νεοαναδυόμενων μολυσματικών ασθενειών (Ebola, Influenza, Nipah-Virus) έχουν ζωική προέλευση.
Τι έγινε και ενώ  μέχρι το 1970-75, με τις πρακτικές υγιεινής, τα φάρμακα και τα εμβόλια, τα ιατροφαρμακευτικά συστήματα είχαν καταφέρει παντού να εξαφανίσουν σχεδόν τα ζωονοσήματα, μετά έχουμε την ανάδυση νέων ισχυρών ιών που μεταδίδονται από τα ζώα στον άνθρωπο;
Μεταξύ των άλλων αιτιών, δύο ή μάλλον τρεις, φαίνεται ότι είναι οι πιο σημαντικές αιτίες:
1)      Η εντατική βιομηχανοποιημένη κτηνοτροφία-ζωοεκτροφή , που επικράτησε τα προηγούμενα χρόνια: Λόγω των άθλιων και ανθυγιεινών συνθηκών εκτροφής των ζώων, καθώς και των ορμονών ανάπτυξης και πάχυνσης που τους χορηγούνται για την επιτάχυνση της παραγωγής κρέατος και γάλακτος, ένα σημαντικό ποσοστό της παγκόσμιας παραγωγής αντιβιοτικών (περίπου το 50%) χορηγείται στα εκτρεφόμενα ζώα. Όμως παρά την τόσο απλόχερη ιατρική «φροντίδα», ασθένειες και επιδημίες όπως η νόσος των τρελών αγελάδων, η γρίπη των πτηνών και των χοίρων, ο μελιταίος πυρετός κλπ., ξέσπασαν κατά καιρούς σκορπώντας τον πανικό.

Για παράδειγμα, από το φθινόπωρο του 2005 αρχίζει να διαδίδεται ο πανικός για τον ιό Η5Ν1( «γρίπη των πουλερικών»), ο οποίος εντοπίσθηκε σε κάποια κοτόπουλα των εντατικών εκτροφείων της Ν.Α. Ασίας και το μήνυμα που δόθηκε ήταν: «έρχεται τρομερή πανδημία που πιθανά θα προκληθεί από την μελλοντική μετάλλαξη του Η5Ν1» . Δεύτερο παράδειγμα το 2009, όπου οι αρμόδιοι και τα ΜΜΕ  είχαν προκαλέσει πανικό, τότε που πρωτοεμφανίστηκε ο ιός Η1Ν1 ("γρίπη των χοίρων") και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας(ΠΟΥ) είχε χαρακτηρίσει την εξάπλωσή του ως πανδημία.[1].
Φαίνεται λοιπόν ότι οι συνθήκες εκτροφής της εντατικής κτηνοτροφίας(η αφύσικη τροφή που τρώνε τα εκτρεφόμενα ζώα -ιχθυάλευρα, αλεσμένα κόκκαλα, νύχια, τρίχες κλπ- οι άθλιες συνθήκες διαβίωσής τους-το ένα πάνω στο άλλο- και η υπερβολική χορήγηση αντιβιοτικών και ορμονών) οδήγησαν σε μεταλλάξεις τους παλιούς ιούς και στην ανάπτυξή τους σε αυτό που λέμε «υπερ-ιούς».
Να τονίσουμε βέβαια επίσης εδώ, τον ρόλο της κλιματικής αλλαγής στη δημιουργία υπερ-ιών, επειδή οι ιοί και γενικά ορισμένοι μικροοργανισμοί είναι αναγκασμένοι να προσαρμοσθούν στην αύξηση της θερμοκρασίας του περιβάλλοντός τους με μεταλλάξεις, πράγμα που το κάνουν πολύ πιο γρήγορα από τον άνθρωπο.
2)      Η επέκταση του ανθρώπινου περιβάλλοντος στο ζωτικό χώρο των άγριων ζώων και το εμπόριο της άγριας ζωής: έχουμε από τη μία πυρκαγιές στα δάση, αποψίλωση άγρια χλωρίδας για καλλιέργειες και οικιστική δόμηση, χάραξη δρόμων και μετατροπή εκτάσεων σε τεχνικό –βιομηχανικό περιβάλλον κ.λπ., που στερούν ζωτικό χώρο από τα άγρια ζώα και τα αναγκάζουν να διαβιούν όλο και πιο κοντά στον άνθρωπο.
Από την άλλη έχουμε ανάπτυξη της ζήτησης για κατανάλωση άγριας ζωής, ως λιχουδιά(Delikatessen), πράγμα που οδήγησε τα προηγούμενα χρόνια-Ιδίως στη Ν.Α. Ασία και Αφρική-στο εμπόριο άγριων ζώων. Εμπορεύονται- σε υγειονομικά αμφισβητήσιμες συνθήκες- νεκρά και ζωντανά-συχνά παράνομα κυνηγημένα-άγρια ζώα, όπως νυχτερίδες, φίδια, κροκόδειλοι, φωλιδωτά ζώα, πάπιες, σκίουροι, αλεπούδες και κουτάβια λύκων. Τα ζώα φυλάσσονται σε κλουβιά σε πολύ στενό χώρο, ιδανικό περιβάλλον για την ανάπτυξη παθογόνων παραγόντων που εξαπλώνονται π.χ. μέσω σωματικών υγρών και στη συνέχεια μεταδίδονται στον άνθρωπο.
3)      Η ατμοσφαιρική ρύπανση: Σειρά μελετών, όπως η πρόσφατη του Χάρβαρντ για τον COVID-19, δείχνουν αναλογική ταύτιση των ποσοτήτων σωματιδίων PM2.5-βιομηχανικής ρύπανσης-με το ποσοστό των θανάτων από τον κορονοϊό, στις περιοχές που ερευνήθηκαν, ενώ μια μελέτη του Ιατρικού Συλλόγου Βόλου δείχνει γενικά ότι η αέρια ρύπανση προκαλεί αύξηση σε αναπνευστικά νοσήματα και  εγκεφαλικά επεισόδια. Φαίνεται ότι έχουμε σοβαρή επίδραση στο ανοσιοποιητικό σύστημα, τους πνεύμονες(πνευμονίες, άσθματα) και τον εγκέφαλο, από την ατμοσφαιρική ρύπανση.
Να τονίσουμε εδώ ότι σοβαρή επίδραση στην ανθρώπινη υγεία που έχει και η ρύπανση της ατμόσφαιρας από τις ακτινοβολίες χαμηλών συχνοτήτων(π.χ από κεραίες ασύρματων επικοινωνιών, 4 G, 5G κ.λπ.): Οι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι η προκαλούμενη τεράστια αύξηση στην έκθεση του πληθυσμού σε ασύρματες ακτινοβολίες μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο καρκίνου, κυτταρικό στρες, αύξηση επιβλαβών ελευθέρων ριζών, γενετικές βλάβες, δομικές και λειτουργικές αλλαγές του αναπαραγωγικού συστήματος, ελλείψεις στη μάθηση και τη μνήμη, νευρολογικές διαταραχές και αρνητικές επιπτώσεις στη γενική ευημερία των ανθρώπων.
,
Για τις πανδημίες και τα αίτιά τους δείτε μια παρουσίαση από το 2008-προφητική-
του Δρ.GREGER, που ήταν  διευθυντής Δημόσιας υγείας στό Humane Society των ΗΠΑ:
Με ελληνικούς υπότιτλους:
Γιώργος Κολέμπας


[1] Το 2010 ο ίδιος οργανισμός ανακοίνωσε στις 11 Ιουνίου ότι η πανδημία της  γρίπης των χοίρων είχε λιγότερα θύματα από την κοινή γρίπη. Ειδικότερα, από την πανδημία του 2009 πέθαναν σε όλο τον κόσμο 18.156 πολίτες, τη στιγμή που οι θάνατοι από την εποχική γρίπη κυμαίνονται από 250.000- 500.000 παγκοσμίως.